Η άλλη Αμερική

Αναφορές στην ιστορία του αμερικανικού εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος 

 


Δημοσιεύουμε παλιότερο αφιέρωμα του σ. Γιώργου Κασαμπαλάκου στην ιστορία των εργατικών αγώνων στις ΗΠΑ

 

Η ιστορία του αμερικανικού εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος μοιάζει με παραμύθι. Ηρωικές απεργίες, μάχες στρατιωτικού τύπου, εμπνευσμένοι ηγέτες, αλλά και προδοσίες, καταστολή και νεκροί, χρήση απεργοσπαστών – η ιστορία του συνδικαλισμού των ΗΠΑ τα έχει όλα σε τεράστιες ποσότητες.

Τα ηρωικά χρόνια της Ουτοπίας (1805 – τέλος εμφυλίου)

Η πρώτη αναφορά σε απόπειρα συνδικαλισμού στις ΗΠΑ έρχεται από το μακρινό 1805, όταν οκτώ τσαγκάρηδες –μέλη του νεοσύστατου Συνδικάτου των Τσαγκάρηδων της Φιλαδέλφειας– κατηγορήθηκαν για «σύσταση συμμορίας και συνωμοσία με σκοπό τις αυξήσεις μισθών».

Το 1827 έχει καταγραφεί η ομιλία ενός τσαγκάρη προς συναδέλφους του, ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε:

«Μας καταδυναστεύουν με κάθε ευκαιρία –μοχθούμε παράγοντας αγαθά κάθε είδους για να τα απολαμβάνουν άλλοι, ενώ εμάς μας δίνουν ψίχουλα– και σήμερα, ακόμη και αυτά τα ψίχουλα μας τα δίνουν μόνο αν συμφωνήσουν οι εργοδότες» 
(Howard Zinn, Η ιστορία του Λαού των Ηνωμένων Πολιτειών, σ.248).

Εκείνη την περίοδο, πριν καν ο Μαρξ συμπληρώσει την πρώτη δεκαετία της ζωής του, οι ιδέες του Ουτοπικού Σοσιαλισμού (Προυντόν, Φουριέ, Οουεν κ.ά.) είχαν απήχηση στα πιο καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα. Το 1829 ο Τζωρτζ Χένρι Εβανς, τυπογράφος και εκδότης της πρώτης ίσως εργατικής εφημερίδας της Νέας Υόρκης, «Workingman’s Advocate», έγραψε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των Εργατών.

Το 1835 στη Φιλαδέλφεια πραγματοποιήθηκε γενική απεργία, υπό τον συντονισμό ανειδίκευτων και βιομηχανικών εργατών, βιβλιοδετών, τεχνιτών κοσμημάτων, μεταφορέων κάρβουνου, κρεοπωλών και επιπλοποιών, με αίτημα την καθιέρωση του δεκάωρου ως ανώτατου ημερήσιου ορίου εργασίας.

Η πιο μαχητική εργατική κινητοποίηση της δεκαετίας ήταν αυτή των υφαντουργών της Φιλαδέλφειας, οι οποίοι όχι μόνο έκαναν απεργία διεκδικώντας μεγαλύτερο μεροκάματο, αλλά επιτέθηκαν στα σπίτια όσων δεν συμμετείχαν.

Η πρώτη αμιγώς γυναικεία κινητοποίηση πραγματοποιήθηκε από τις μοδίστρες της Νέας Υόρκης, οι οποίες συγκρότησαν τις Ενωμένες Μοδίστρες της Νέας Υόρκης και κατέβηκαν σε απεργία το 1825.

Ένδεκα χρόνια αργότερα, το 1836, οι εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας στο Λόουελ της Μασαχουσέτης συσπειρώθηκαν γύρω από την Ενωση Νεαρών Εργατριών, προκειμένου να διεκδικήσουν ανθρώπινες συνθήκες εργασίας καθώς και τη μείωση των ενοικίων στα οικοτροφεία όπου διέμεναν.

Η οικονομική κρίση του 1857 ήταν ισχυρό σοκ για την ανερχόμενη αμερικανική οικονομία. Το ύψος των ημερομισθίων κατέγραψε μεγάλη πτώση, φθάνοντας τα τρία δολάρια για τους άνδρες και το ένα δολάριο για τις γυναίκες. Οι απεργίες και οι διαδηλώσεις ήταν πλέον στοιχεία της καθημερινότητας για τα μεγάλα αστικά κέντρα. Ιδιαίτερα μαχητικές ήταν οι κινητοποιήσεις των μελών της νεοσύστατης Ενωσης Μηχανοτεχνιτών.

Τη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης και ανόδου του συνδικαλιστικού κινήματος διέκοψε ο Αμερικανικός Εμφύλιος (1861-1865). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του Εθνικού Συνδικάτου Τυπογράφων, το οποίο αναγκάστηκε να διαλυθεί γιατί όλα τα μέλη του είχαν αναχωρήσει για το μέτωπο. Αλλα νεοσύστατα σωματεία, όπως το Συνδικάτο Κλωστών του Φολ Ρίβερ, εξαϋλώθηκαν κυριολεκτικά στις αιματηρές μάχες. Τα περισσότερα σωματεία υπέστειλαν τη σημαία της διεκδίκησης για να υψώσουν εκείνη της κατάργησης της δουλείας.

Η εποχή της συνδικαλιστικής ανάπτυξης (1865-1905)

Η λήξη του Εμφυλίου σήμανε το νέο κτίσιμο του συνδικαλισμού. Στρατιές ανέργων που εγκατέλειψαν το Νότο και τα κατεστραμμένα εργοστάσιά του, κατέκλυζαν τα μεγάλα αστικά κέντρα του Βορρά. Ενώσεις ανέργων ξεπηδούσαν σε κάθε γωνιά των ΗΠΑ. Εθνικά κλαδικά σωματεία, όπως το Εθνικό Συνδικάτο Μεταλλουργών και το Σωματείο Βαρελάδωνανασυγκροτήθηκαν, ενώ άλλα, όπως το Εθνικό Συνδικάτο Τυπογράφων, δημιουργήθηκαν πάλι από την αρχή.

Φυσικός ηγέτης των μεταλλουργών και εμβληματική μορφή του αμερικανικού συνδικαλιστικού κινήματος αναδείχθηκε ο Ουίλιαμ Χ. Σίλβις (1828-1869). Υπό την ηγεσία του, το 1866 πραγματοποιήθηκε η πρώτη επιτυχημένη απόπειρα πανεθνικού συντονισμού των ήδη υπαρχόντων κλαδικών συνδικάτων. Η δημιουργία της Εθνικής Εργατικής Ενωσης (National Labor Union/NLU) ήταν η απάντηση των εργατών απέναντι στις αντίστοιχες συσπειρώσεις των βιομηχάνων, όπως η Εθνική Οργάνωση Αμερικανών Κατασκευαστών Ειδών Θέρμανσης και ο Σύνδεσμος Ιδιοκτητών Χυτηρίων, που προχωρούσαν σε λοκ-άουτ (απεργία εργοδοτών – κλείνουν τα εργοστάσια και δεν επιτρέπουν στους εργαζόμενους να δουλέψουν) προκειμένου να αντιμετωπίσουν το κύμα απεργιών.

Η NLU πρωτοπόρησε δεχόμενη μαύρους στις τάξεις της, αν και επί της ουσίας ελάχιστοι εγγράφηκαν. Το 1873, έπειτα από έξι μόλις χρόνια ζωής, και αφού είχε πεθάνει ο εμπνευστής της, η Ενωση σταμάτησε τη λειτουργία της. Η υπερβολική ταύτισή της με το κίνημα του δολαρίου είχε από καιρό απομακρύνει από τις τάξεις της τα πιο μαχητικά στοιχεία.[1] Ο σπόρος όμως της πανεθνικής οργάνωσης εργατών είχε φυτευτεί.

Τα επόμενα χρόνια, οι εργατικές διεκδικήσεις συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση. Οργανώσεις εθνοτικού χαρακτήρα, όπως το Αρχαίο Τάγμα της Ιβερνίας, που συσπείρωνε μετανάστες ιρλανδικής καταγωγής, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καθοδήγηση μαχητικών απεργιών, όπως εκείνη των ηρωικών ανθρακωρύχων στα ορυχεία της Πενσυλβάνιας, η οποία έληξε με την εκτέλεση είκοσι Ιρλανδών απεργών ανθρακωρύχων.

Οι ιδιοκτήτες ορυχείων, σιδηροδρόμων και κάθε πηγής πλούτου της απέραντης αυτής χώρας, σαν τον Φράνκλιν Μπέντζαμιν Γκόουεν, πρόεδρο της εταιρείας Philadelphia and Reading Railroad, δεν ανέχονταν ηρωικούς απεργούς και αιματοβαμμένες απεργίες που αποτελούσαν ανάχωμα στην κερδοφορία τους. Συχνά χρησιμοποιούσαν ιδιωτικούς στρατούς, όπως οι «Πίνκερτονς», η «Αστυνομία Ανθρακα και Χάλυβα», και η «Αστυνομία των Σιδηροδρόμων», προκειμένου να καταστείλουν κάθε αντίσταση. Ταυτόχρονα, χρησιμοποιούσαν ως απεργοσπάστες νέους μετανάστες που μόλις έφθαναν στη «γη της επαγγελίας» – τους φόρτωναν στα τρένα με σκοπό να αντικαταστήσουν απεργούς, χωρίς καν οι ίδιοι να το γνωρίζουν τις περισσότερες φορές. Ωστόσο, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που, όταν το κατάλαβαν, ενώθηκαν με τους απεργούς.

Το 1877 σφραγίστηκε με τη συμμαχία των βιομηχάνων του Βορρά με τους μεγαλοκτηματίες του Νότου, για την ανάδειξη του ρεπουμπλικάνου Χέιζ στη θέση του προέδρου των ΗΠΑ, με τις ψήφους των δημοκρατικών μελών του Κογκρέσου από τον Νότο. Τη χρονιά εκείνη ξέσπασε μεγάλη οικονομική κρίση. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι σιδηρόδρομοι μετατράπηκαν σε πεδία μάχης ανάμεσα στους εργοδότες και τους κάθε μορφής στρατούς τους και στους εξαθλιωμένους απεργούς που αρνούνταν να δεχθούν περικοπές. Στο Μάρτινσμπεργκ της Δυτικής Βιρτζίνια, στη Βαλτιμόρη, στο Πίτσμπουργκ, στη Φιλαδέλφεια κ.α., απεργοί πλαισιωμένοι από τις γυναίκες και τα παιδιά τους προκαλούσαν με τη μαχητικότητά τους την οργή των μεγάλων εφημερίδων, όπως της «New York Sun» που κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο:

«Δώστε μολύβι αντί για ψωμί στους πεινασμένους απεργούς».

Μια νέα εργατική οργάνωση συσπείρωσε γύρω της μέλη και ελπίδες, κατορθώνοντας να καλύψει το κενό που άφησε η διάλυση της NLU. Οι Ιππότες της Εργασίας (Knights of Labor) ιδρύθηκαν το 1869 και εξαπλώθηκαν με γοργούς ρυθμούς σε όλες τις ΗΠΑ. Το 1880 αριθμούσαν περί τα 28.000 μέλη, ενώ το 1886 είχαν αυξηθεί στα 700.000 μέλη. Αδιαφιλονίκητος ηγέτης τους ήταν ο Τέρενς Πάουντερλι (1849-1924) ένας μάλλον συντηρητικός άνθρωπος που παρέμεινε στη θέση του, παρότι συχνά αποκήρυσσε τις κινητοποιήσεις που καθοδηγούντο από τους Ιππότες.

Τραστ και δημιουργία της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας

Η οικονομική κρίση του 1877 και το ξεπέρασμά της έφεραν μια νέα πραγματικότητα: τα τραστ και τα μονοπώλια.

Τεράστιες επιχειρήσεις του ίδιου αλλά και διαφορετικών κλάδων συνενώνονταν προκειμένου να επιβληθούν στον ανταγωνισμό και να εξουσιάσουν το εργατικό κίνημα. Ένας τέτοιος ιδιοκτήτης τραστ και «αφεντικό» των σιδηροδρόμων, ο Τζέι Γκουλντ, είχε δηλώσει ότι θα μπορούσε να προσλάβει τη μισή εργατική τάξη και να τη βάλει να σκοτώσει την άλλη μισή. Τη χρονιά εκείνη, τo 1877, πραγματοποιήθηκαν απεργίες των εργαζομένων στις σιδηροδρομικές εταιρείες του.

Η απάντηση των Αμερικανών εργαζομένων ήλθε με την πραγματοποίηση ενός μεγάλου και διαχρονικού οράματος των πρωτοπόρων στη συγκρότηση του συνδικαλισμού στις ΗΠΑ: την ίδρυση μιας παναμερικανικής εργατικής ομοσπονδίας, μιας οργάνωσης για όλους τους Αμερικανούς εργάτες.

Ετσι, το 1881 ιδρύθηκε η Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας (American Federation of Labor/AFL) αρχικά με την ονομασία Ομοσπονδία Οργανωμένων Επαγγελμάτων και Εργατικών Συνδικάτων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά.

Απαρτιζόταν από ισχυρά πανεθνικά κλαδικά σωματεία, τα οποία διέθεταν τον ικανό αριθμό μελών και την οικονομική ισχύ για να πραγματοποιούν μεγάλες και δυνητικά νικηφόρες κινητοποιήσεις.

Η AFL κατάφερε να συσπειρώσει τους ειδικευμένους εργάτες, με όπλα τη μαχητικότητα και τον ηρωισμό των μελών και των στελεχών της. Ο αυστηρός κλαδικός διαχωρισμός, από την άλλη, επέτρεψε την κυριαρχία μιας συντεχνιακής αντίληψης στις τάξεις της. Στα πρώτα χρόνια της ζωής της, στο τιμόνι της AFL βρέθηκαν αξιοσέβαστα στελέχη, όπως ο Αντολφ Στράσερ, ο Πίτερ Μαγκουάιρ και ο Σάμιουελ Γκόμπερς.

Από το Σικάγο στο Πούλμαν

Τα προηγούμενα χρόνια, μέσα από την Εθνική Εργατική Ενωση αλλά και τους Ιππότες της Εργασίας, η ανάγκη των εργατών για μείωση του απάνθρωπου ωραρίου εργασίας είχε αναδειχθεί ως το βασικότερο αίτημα του εργατικού κινήματος.

Στο συνέδριο της Ομοσπονδίας που διεξήχθη το 1884 αποφασίστηκε ομόφωνα να πραγματοποιηθούν συγκεντρώσεις σε όλη την επικράτεια την 1η Μαΐου του 1886, για την καθιέρωση του οκταώρου.

Η διαδήλωση στο Σικάγο ήταν ογκωδέστατη και ειρηνική, προς απογοήτευση των φανατικών της καταστολής του συνδικαλιστικού κινήματος. Τις επόμενες ημέρες όμως, με αφορμή το εργοδοτικό λοκ-άουτ στο εργοστάσιο θεριστικών μηχανών McCormick η Aστυνομία σκότωσε έξι εργαζομένους.

Στη συγκέντρωση της πλατείας Χέιμαρκετ, που διοργανώθηκε ως διαμαρτυρία για τις δολοφονίες, εκτοξεύθηκε μια βόμβα προς την Αστυνομία, κάτι που σχεδόν σίγουρα παρότι όχι αποδεδειγμένα αποτελούσε προβοκάτσια. Αμέσως άρχισαν πυροβολισμοί προς όλες τις κατευθύνσεις, με τελικό απολογισμό δεκάδες νεκρούς (εκ των οποίων επτά αστυνομικοί) και εκατοντάδες τραυματίες.

Τέσσερις από τους ηγέτες των εργατών, οι Πάρσονς, Σπις, Φίσερ και Ενγκελ, απαγχονίστηκαν ύστερα από μια δίκη παρωδία που ξεσήκωσε έντονη διεθνή κατακραυγή.

Τα επόμενα χρόνια σηματοδότησαν μια μικρή βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Το 1890 οι αυξήσεις στους μισθούς των συνδικαλισμένων εργατών έφθασε το 20,9%. Η μέση εργάσιμη εβδομάδα μειώθηκε από 60 ώρες το 1880 σε 58,4 το 1890, ενώ οι συνδικαλισμένοι εργάτες εργάζονταν 7,8 ώρες λιγότερες την εβδομάδα σε σχέση με τους μη συνδικαλισμένους.

Την περίοδο εκείνη αναδείχθηκε η ηγετική φυσιογνωμία του Γιουτζίν Ντεμπς (1855-1926). Από μικρός δούλεψε στα τρένα ως θερμαστής και στη συνέχεια ως λογιστής. Ωστόσο, οι πολιτικές του αντιλήψεις μεταβλήθηκαν σταδιακά. Αν και στις θρυλικές απεργίες στους σιδηροδρόμους, το 1877, είχε πάρει αρνητική θέση, με την πάροδο των χρόνων ο στόχος του Ντεμπς έγινε συγκεκριμένος: η δημιουργία ενός πανεθνικού σωματείου των εργαζομένων στους σιδηροδρόμους. Έτσι, στις 20 Ιουνίου 1893 ιδρύθηκε το Αμερικανικό Συνδικάτο Σιδηροδρόμων (American Railway Union/ARU) με πρόεδρο τον ίδιο. Παρότι η δημιουργία του σωματείου αποτέλεσε τεράστια επιτυχία, υπήρχαν σημαντικές «αδυναμίες». Η μεγαλύτερη ήταν ο αποκλεισμός των μαύρων εργατών από τις τάξεις του.

Το ARU δοκίμασε την αντοχή του επιχειρώντας απεργία στην εταιρεία Pullman Palace Car Company, στην πόλη Πούλμαν του Ιλινόις. Εκεί, 5.000 εργάτες αποτελούσαν τους κατοίκους-«δουλοπάροικους» του ιδιοκτήτη Τζωρτζ Πούλμαν, ο οποίος θησαύριζε τόσο από τα υψηλά ενοίκια όσο και από τα τρόφιμα, το νερό και το ρεύμα, τα οποία χρέωνε πανάκριβα στους χαμηλά αμειβόμενους εργάτες του, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζει τα κέρδη του.

Στην πόλη απαγορευόταν ο συνδικαλισμός και οι δημόσιες συγκεντρώσεις. Ωστόσο, οι εργάτες του Πούλμαν οργανώθηκαν στο ARU και ξεκίνησαν την απεργία τον Μάιο του 1894, η οποία αμέσως κηρύχθηκε παράνομη. Απεργοσπαστικοί μηχανισμοί στήθηκαν για να την κάμψουν, και τελικά τερματίστηκε άδοξα καθώς οι μαύροι εργάτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, αποδεικνύοντας το τεράστιο λάθος της μη εγγραφής τους στα μητρώα μελών του σωματείου. Οι απεργοί μπήκαν στη «μαύρη λίστα»[2] και ο Ντεμπς στη φυλακή, όπου εκεί ασπάστηκε τις σοσιαλιστικές ιδέες, την ώρα που γινόταν ίνδαλμα για εκατομμύρια εργάτες στους σιδηροδρόμους αλλά και αλλού.

Η περίοδος αυτή ήταν η εποχή των μεγάλων ηττών για το εργατικό κίνημα.

Το 1901, 62.000 απεργοί χαλυβουργοί νικήθηκαν στα εργοστάσια της US Steel, ο εργοδοτικός Εθνικός Σύνδεσμος Μετάλλου διέλυσε την πανεθνική απεργία 58.000 μηχανουργών, ενώ οι «Επιτροπές Επαγρύπνησης»[3] έσπαγαν τα γραφεία των συνδικάτων. Δεν έλειψαν όμως και οι μεγάλες επιτυχίες. Η απεργία των μεταλλωρύχων του Κολοράντο διήρκεσε 16 μήνες, και κατά τη διάρκειά της αναδείχθηκε η μεγάλη μορφή του Μπιγκ Μπιλ Χέιγουντ (1869-1928), ηγέτη της Δυτικής Ομοσπονδίας Μεταλλωρύχων (Western Federation of Miners) ο οποίος θα διαδραμάτιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στο εργατικό κίνημα τα επόμενα χρόνια.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, το αμερικανικό συνδικαλιστικό κίνημα φανέρωνε ολοένα και περισσότερο τις αντιφάσεις του. Ένα στρώμα ειδικευμένων και σχετικά καλοπληρωμένων εργατών συνυπήρχε με πλήθος ανειδίκευτων και μαύρων, οι οποίοι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Όμως η συντριπτική πλειονότητα των ανειδίκευτων εργατών δεν ήταν συνδικαλισμένοι και η AFL δεν έκανε τίποτα γι’ αυτό, επαναπαυόμενη στην αύξηση των μελών της (το 1904 αριθμούσε 1.500.000 μέλη).

Τα διευθυντικά της στελέχη πληρώνονταν αδρά και «έκαναν μεγάλη ζωή» παίζοντας γκολφ με μέλη της κυβέρνησης. Την αναπλήρωση του ρόλου της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας ανέλαβαν οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου (Industrial World Workers/IWW).

Ο βιομηχανικός συνδικαλισμός (1905-1940)

Οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου ιδρύθηκαν τον Ιούνιο του 1905, στο Σικάγο. Πρωτοστάτες της προσπάθειας οι γνωστοί μας Γιουτζίν Ντεμπς και Μπιγκ Μπιλ Χέιγουντ, αλλά και η εξηνταοκτάχρονη διάσημη συνδικαλίστρια Μαίρη Τζόουνς (1837-1930).

Στόχος των γουόμπλις (wobblies) όπως καθιερώθηκε να λέγονται[4], ήταν ο συνδικαλισμός των πιο εξαθλιωμένων εργατικών μαζών, ανειδίκευτων και μαύρων εργατών, ταυτόχρονα με τον φραγμό στη διαίρεση του συνδικαλιστικού κινήματος, που επέφερε η συντεχνιακή λογική της AFL.

Οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου δήλωναν μια καθαρή πολιτική θέση και στάση: πάλευαν για την ανατροπή του καπιταλισμού – χωρίς όμως να είναι απόλυτα βέβαιοι για το τι θα τον αντικαθιστούσε.

Η ιδεολογία τους, αν μπορεί κάποιος να την ορίσει συνολικά, είχε έντονα στοιχεία από τον ουτοπικό σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό αλλά και τον αναρχισμό. Οι δράσεις τους εμπεριείχαν βία, ακόμη και στην ένοπλη μορφή της, συνδυασμένη με έναν ιδιότυπο ακτιβισμό. Για παράδειγμα, όταν έφθαναν σε κάποια πόλη, ένα μέλος τους ανέβαινε συνήθως σε μια στέγη, απ’ όπου ξεκινούσε την προπαγάνδιση της δράσης τους. Μόλις η Αστυνομία τον συλλάμβανε, αμέσως εμφανιζόταν ο αντικαταστάτης του, ο οποίος συνέχιζε από εκεί που ο προηγούμενος είχε σταματήσει. Όπως ήταν φυσικό, η παρουσία των IWW προκάλεσε αντιδράσεις από την AFL και τα παραδοσιακά συνδικαλιστικά όργανα.

Ο συνδικαλισμός των IWW συνδέθηκε στενά με γυναικείες εργατικές οργανώσεις, αναδεικνύοντας θρυλικές μορφές όπως η Εμμα Γκόλντμαν (1869-1940), η Μαίρη Τζόουνς και η θρυλική Ελίζαμπεθ Γκάρλι Φλιν (1890-1964).

Η τελευταία πρωτοστάτησε σε μαζικές απεργίες εργατριών σε κλωστοϋφαντουργίες, ενώ συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη αρκετές φορές στον αγώνα της για ισότητα των δύο φύλων και για κοινωνική δικαιοσύνη.

Το 1913 έλαβε χώρα μια μεγαλειώδης απεργία στα ανθρακωρυχεία ιδιοκτησίας Ροκφέλερ, στο Κολοράντο. Περισσότεροι από 11.000 ανθρακωρύχοι πάλεψαν ηρωικά διαμαρτυρόμενοι για τις άθλιες συνθήκες εργασίας και τους χαμηλούς μισθούς. Στον καταυλισμό του Λάντλοου, όπου είχαν στρατοπεδεύσει περίπου 1.000 απεργοί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, πραγματοποιήθηκε πραγματική σφαγή από δύο λόχους Εθνοφρουράς, με δεκάδες νεκρούς, ακόμη και μικρά παιδιά. Στη διάρκεια των γεγονότων αυτών εκτελέστηκε ο ελληνικής καταγωγής αρχηγός των απεργών Λούις Τίκας.

Η είσοδος των ΗΠΑ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο έφερε την πολεμική υστερία και περαιτέρω κτυπήματα στους «επικίνδυνους» για την κοινωνική ειρήνη συνδικαλιστές. Τον Ιούλιο του 1917, κατά τη διάρκεια απεργίας χαλκωρύχων, ένοπλοι πολιτοφύλακες εισέβαλαν στα σπίτια τους, έδεσαν χειροπόδαρα 2.000 απεργούς και τους μετέφεραν στην έρημο με ζωάμαξες, όπου και τους παράτησαν απειλώντας τους να μην γυρίσουν πίσω.

Οι γουόμπλις τάχθηκαν εξαρχής εναντίον του πολέμου, γεγονός που στοχοποίησε ακόμη περισσότερο τα μέλη της οργάνωσης. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1917 πραγματοποιήθηκαν εισβολές της Αστυνομίας σε όλα τα γραφεία τους ανά την επικράτεια και συνέλαβαν χιλιάδες μέλη, ανάμεσά τους τον Μπιγκ Μπιλ Χέιγουντ και το σύνολο της εκτελεστικής επιτροπής.

Ακολούθησαν μαζικές δίκες, στο Σικάγο, στο Σακραμέντο, στη Γουιτσίτα, στην Ομάχα κ.α. Οι περισσότεροι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση από 10 έως 20 χρόνια για την αντίθεσή τους στον πόλεμο. Ακόμη και ο ηλικίας 64 χρόνων πια, Γιουτζίν Ντεμπς, καταδικάστηκε σε δεκαετή κάθειρξη, το 1919.

Το τέλος του πολέμου έφερε τεράστιες αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων πρώτης ανάγκης και μείωση των πραγματικών μισθών κατά 14%. Οι κοινωνικές αντιδράσεις ήταν μεγάλες, με αποτέλεσμα το 1919 να σημαδευτεί από κύμα απεργιών.

Οι μεγαλύτερες σημειώθηκαν στον κλάδο των χαλυβουργών, όταν 365.000 εργάτες της US Steel και άλλων μεγάλων βιομηχανιών προχώρησαν σε απεργία που εξαπλώθηκε σε 50 πόλεις και 10 Πολιτείες.

Την ίδια στιγμή, ο άνεμος αλλαγής που έφερε μαζί του το νέο καθεστώς της Σοβιετικής Ενωσης προκάλεσε την αντίδραση των εργοδοτών και των βιομηχάνων απέναντι στους απεργούς. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί το μαζικό κύμα δυσαρέσκειας και κινητοποιήσεων στην αμερικανική κοινωνία, ξεκίνησε η περίοδος της «κοκκινοφοβίας», της κατηγορίας δηλαδή σύσσωμου του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος για κομμουνιστική συνωμοσία με σκοπό την κατάληψη της εξουσίας και της δημιουργίας μιας «Σοβιετικής Αμερικής».

Στην προσπάθεια καταστολής των απεργών συνέδραμαν νέες οργανώσεις «αγανακτισμένων» αντικομμουνιστών πολιτών, όπως η Αμερικανική Λεγεώνα[5]. Επίσης, το «αφεντικό» της AFL, Σαμ Γκόμπερς (1850-1924) ενίσχυσε τη δημαγωγική ρητορεία της κοκκινοφοβίας, λόγω του ανταγωνισμού της Ομοσπονδίας με τους γουόμπλις και άλλες, πιο μαχητικές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Oι διαδικασίες της AFL δεν ήταν καθόλου δημοκρατικές: ακόμη και μπράβοι επιστρατεύονταν για να περάσουν τη γραμμή συναίνεσης με τους βιομηχάνους. Αυτή η κατάσταση πυροδότησε αντιδράσεις, ακόμη και εντός της Ομοσπονδίας.

Το 1920 σημαδεύτηκε από την υποψηφιότητα, μέσα από τη φυλακή, του πατέρα του αμερικανικού συνδικαλισμού Γιουτζίν Ντεμπς για την προεδρία των ΗΠΑ, με τη στήριξη του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Παρά την «κοκκινοφοβία» κατόρθωσε να πάρει ένα εκατομμύριο ψήφους. Στις 23 Δεκεμβρίου 1921, μετά την παροχή χριστουγεννιάτικης αμνηστίας από τον πρόεδρο Ουόρεν Χάρντινγκ, ο Ντεμπς αποφυλακίστηκε σε ηλικία 66 ετών.

Σάκο και Βαντσέτι – το Κραχ του 1929

Η δεκαετία του 1920 σημαδεύτηκε από την υπόθεση Σάκο και Βαντσέτι. Οι δύο ιταλικής καταγωγής πολιτικοποιημένοι ακτιβιστές συνελήφθησαν στις 5 Μαΐου 1920 για εμπλοκή σε υπόθεση ληστείας σε χρηματαποστολή, χωρίς απολύτως καμία απόδειξη. Η δίκη τους δεν ήταν η αντικειμενικότερη στη δικαστική ιστορία. Ο δικαστής Γουέμπστερ Θάγιερ δήλωσε απευθυνόμενος στους ενόρκους για τον Βαντσέτι:

«Ισως αυτός ο άντρας να μην έπραξε το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται. Είναι όμως ηθικά ένοχος γιατί αποτελεί εχθρό των υπαρχόντων θεσμών της χώρας»
(Μπόγιερ Ρίτσαρντ Ο. – Μορέ Χέρμπερτ Μ., Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των Η.Π.Α., σ.375).

Έπειτα από αλλεπάλληλες δίκες, εφέσεις και δηλώσεις συμπαράστασης από προσωπικότητες από όλο τον κόσμο (Μπέρναρ Σο, Ρομέν Ρολάν, Αλμπερτ Αϊνστάιν, Ανατόλ Φρανς) αλλά και συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας σε Παρίσι, Λονδίνο, Αβάνα, Πόλη του Μεξικού, Βομβάη, Μόσχα κ.α., οι δύο άνδρες εκτελέστηκαν στις 3 Αυγούστου 1927.

Στα τέλη Οκτωβρίου του 1929 εκδηλώθηκε το μεγάλο οικονομικό κραχ. Όλοι συμφωνούσαν πως το χρηματιστηριακό κραχ ήταν απλώς η αφορμή, αλλά υπήρχαν πολλές και διαφορετικές απόψεις για την πραγματική αιτία. Από τη μία ήταν απόψεις όπως αυτή του τραπεζίτη Φρανκ Βάντερλιπ, με την οποία συμφωνούσαν οι περισσότεροι εργάτες:

«Το κεφάλαιο κρατούσε για τον εαυτό του πάρα πολλά και οι εργάτες δεν είχαν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν το μερίδιό τους στα αγαθά».

Από την άλλη, ο Χένρι Φορντ, ιδιοκτήτης της ομώνυμης αυτοκινητοβιομηχανίας, δήλωσε ότι:

«Φταίει το γεγονός ότι ο μέσος άνθρωπος δεν κάθεται να κάνει τη δουλειά μιας μέρας, εκτός αν τον στριμώξεις και δεν μπορεί να ξεφύγει» 
(Μπόγιερ Ρίτσαρντ Ο. – Μορέ Χέρμπερτ Μ., Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των Η.Π.Α., σ.416 – 418).

Η άποψη του νέου προέδρου της AFL Ουίλιαμ Γκριν (ο Γκόμπερς είχε πεθάνει το 1924) μάλλον ταυτιζόταν με εκείνη του Φορντ.

Μάλιστα, η AFL επίσημα διαφωνούσε με τη χορήγηση επιδομάτων ανεργίας και διαβεβαίωνε τα μέλη της ότι η ανάκαμψη ήταν θέμα λίγου χρόνου.

Στις 4 Ιουλίου 1930, στο Σικάγο ιδρύθηκε το Εθνικό Συμβούλιο Ανέργων, σε συνέδριο 1.320 αντιπροσώπων. Παραρτήματά του ξεκίνησαν τη λειτουργία τους σε 46 Πολιτείες και σε κάθε μεγάλη πόλη των ΗΠΑ. Η δυναμική που ανέπτυξε το Συμβούλιο ήταν τέτοια ώστε ανάγκασε την AFL να αναθεωρήσει τις απόψεις της για τη χορήγηση των επιδομάτων ανεργίας. Τα μέλη του δραστηριοποιήθηκαν ιδιαίτερα στην παρεμπόδιση και στη ματαίωση των εξώσεων (ως αποτέλεσμα της αδυναμίας εξυπηρέτησης στεγαστικών δανείων από τους πολίτες).

Η εκλογή του Ρούσβελτ το 1933 και η εφαρμογή του New Deal άλλαξε το κλίμα στον συνδικαλισμό και στους εργαζομένους. Η «κοκκινοφοβία» της προηγούμενης περιόδου έδωσε τη θέση της σε μια σειρά από νόμους που άνοιξαν τον δρόμο για την ελεύθερη οργάνωση των εργατών σε συνδικάτα.

Ο νόμος για την Εθνική Βιομηχανική Ανάκαμψη (NIRA) ο νόμος Γουόγκνερ κ.ά. εξασφάλισαν για πρώτη φορά το δικαίωμα των μισθωτών στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και το δικαίωμα στην απεργία, καθόρισαν ανώτατο ημερήσιο όριο εργάσιμων ωρών αλλά και όριο κατώτατων μισθών.

Η δημιουργία της Επιτροπής για τη Βιομηχανική Οργάνωση

Η εφαρμογή στην πράξη όλων αυτών των νόμων δεν έγινε χωρίς αγώνες – διαδηλώσεις, απεργίες, ακόμη και νεκρούς. Ταυτόχρονα, μαζικά βιομηχανικά συνδικάτα που συγκροτήθηκαν αυθόρμητα μόλις ψηφίστηκε ο νόμος για την Εθνική Βιομηχανική Ανάκαμψη συνδέθηκαν με την απρόθυμη για κινητοποιήσεις AFL, αλλά στην πράξη ταυτίστηκαν περισσότερο με τις ενέργειες των Γουόμπλις. Το συνδικαλιστικό κίνημα αναπτυσσόταν ραγδαία, ακόμη και όταν οι περισσότεροι νόμοι του New Deal κρίθηκαν αντισυνταγματικοί. Ήταν αναπόφευκτο η AFL να μην μπορέσει να κρατήσει στις τάξεις της όλο αυτό το ποτάμι των εργατικών διεκδικήσεων.

Τον Οκτώβριο του 1935 κατά τη διάρκεια του συνεδρίου της AFL στο Ατλάντικ Σίτι, ο Τζων Λιούις (1880-1969) πρώην πρόεδρος των Ενωμένων Εργατών Ορυχείων, κατευθύνθηκε προς τον Ουίλιαμ Χάτσεσον, έναν εκ της ηγετικής ομάδας της Ομοσπονδίας που αντιδρούσαν στη μαζική εγγραφή βιομηχανικών εργατών, και τον γρονθοκόπησε.

Παρότι φάνηκε αυθόρμητη, η κίνηση ήταν καλά προσχεδιασμένη και οδήγησε –την ίδια κιόλας ημέρα σε άλλη συνεδρίαση– στην ίδρυση της Επιτροπής για τη Βιομηχανική Οργάνωση (Committee for Industrial Organization/CIO). Η νέα αυτή συνδικαλιστική οργάνωση αναπτύχθηκε με αλματώδεις ρυθμούς. Πανεθνικά σωματεία, όπως οι Εργάτες Γυαλιού, η Ενιαία Ενωση Εργατών Σιδήρου, Χάλυβα και Κασσιτέρου, οι Ενωμένοι Ηλεκτροτεχνίτες, Ραδιοτεχνίτες και Μηχανοτεχνίτες, οι Ενωμένοι Εργάτες στην Αυτοκινητοβιομηχανία και πολλά άλλα, αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος της CIO.

Οπως συνέβη παλαιότερα με τους Γουόμπλις, τα μέλη της πρωτοτύπησαν σε δράσεις και κινητοποιήσεις. Τότε εμφανίστηκαν και οι λεγόμενες «λευκές απεργίες». Οι εργαζόμενοι σε ένα εργοστάσιο απεργούσαν χωρίς καμία προειδοποίηση, μένοντας μέσα στο εργοστάσιο, δίπλα στις μηχανές. Τα πλεονεκτήματα αυτού του είδους απεργίας ήταν πολλαπλά: οι εργάτες προστατεύονταν από το κρύο και τη βροχή, δεν επέτρεπαν στους απεργοσπάστες να τους αντικαταστήσουν, ενώ οι δυνάμεις καταστολής απέφευγαν να εισέλθουν καθώς οι εργοδότες φοβούντο τις ζημιές στον εξοπλισμό.

Στην CIO, που το 1938 μετονομάστηκε σε Κογκρέσο των Βιομηχανικών Οργανώσεων (Congress of Industrial Organizations), για πρώτη φορά εντάχθηκαν μαζικά μαύροι εργαζόμενοι.

Οι μεγάλες νίκες που πέτυχαν τα σωματεία-μέλη της και η αλματώδης ανάπτυξή της προκάλεσαν τον φθόνο του Εθνικού Συνδέσμου Βιομηχάνων (National Association of Manufacturers/ΝΑΜ) ο οποίος το 1938 μοίρασε 2.200.000 αντίτυπα της μπροσούρας με τίτλο «Γίνε μέλος της CIO και βοήθησε στη δημιουργία της Σοβιετικής Αμερικής».

Μετά τον πόλεμο – η χαμένη γοητεία του συνδικαλισμού

Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τόσο η AFL όσο και η CIO δεσμεύθηκαν να μην απεργήσουν. Το 1945 οι συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι έφθασαν τα 16.000.000 μέλη. Ομως το ψυχροπολεμικό κλίμα που επικράτησε έδωσε το έναυσμα για μια νέα επιχείρηση κομμουνιστοφοβίας απέναντι στις εργατικές κατακτήσεις του New Deal. Ως εκ τούτου, τον Ιούνιο του 1947 εγκρίθηκε από το αμερικανικό Κογκρέσο ο νόμος Ταφτ-Χάρτλεϊ που, σύμφωνα με τον Τζων Λιούις, ήταν «η πρώτη απαίσια και άγρια εισβολή του φασισμού στην Αμερική».

Μέσω των πολλών διατάξεών του προβλεπόταν η ποινικοποίηση των απεργιών, η καταβολή αποζημιώσεων σε εταιρείες που δέχθηκαν «πλήγμα» από κινητοποιήσεις και μια σειρά από άλλα μέτρα που έκαναν το περιοδικό «Businessweek» να γράψει: «Ενα New Deal για τους εργοδότες της Αμερικής». Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι θα επακολουθούσε ήταν η καταδίκη του Κλίντον Τζενκς, στελέχους των Εργατών στα Ορυχεία και στη Μεταλλοβιομηχανία, σε 5 χρόνια φυλάκιση, γιατί κάποιος τον κατηγόρησε για κομμουνιστικές ιδέες.

Η CIO δεν κατάφερε να αντέξει στις επιθέσεις και στο ψυχροπολεμικό κλίμα. Η νέα ηγεσία της, υπό τον Φίλιπ Μάρεϊ (1886-1952), αποδυνάμωσε τις γραμμές της χρησιμοποιώντας επιχειρήματα παρόμοια με εκείνα που χρησιμοποιούσε πριν από κάποια χρόνια εναντίον της η ηγεσία της AFL.

Τον Ιανουάριο του 1948 η εκτελεστική επιτροπή της συνδικαλιστικής ομοσπονδίας έθεσε ως προϋπόθεση για την αποδοχή ενός σωματείου ως μέλους της, την έγκριση του Ψυχρού Πολέμου ενώ υποχρέωσε τα μέλη της να συνταχθούν με τον υποψήφιο πρόεδρο που θα εκλεγόταν στο συνέδριο των Δημοκρατικών.

Στο συνέδριο της ομοσπονδίας το 1949 στο Κλίβελαντ, η διάσπαση φαινόταν προδιαγεγραμμένη. Σημαντικά και μαζικά συνδικάτα, όπως οι Ενωμένοι Ηλεκτροτεχνίτες, το Συνδικάτο Λιμενεργατών και Εργατών Αποθηκών, οι Εργάτες Τροφίμων, οι Ενωμένοι Εργάτες Δημοσίου, το Εθνικό Συνδικάτο Μαγείρων και Θαλαμηπόλων και πολλά άλλα, διαγράφηκαν. Ο αριθμός μελών της CIO που εκδιώχθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες ξεπέρασε τα 1.000.000 μέλη.

Η νέα CIO προσπάθησε να μιμηθεί τις πρακτικές της AFL, προσλαμβάνοντας ακόμη και μέλη του υποκόσμου για να επιτεθούν σε συνδικαλιστές με σημαντικό ρόλο σε σωματεία που αποχώρησαν. Ένα τέτοιο θύμα γκανγκστερικής επίθεσης ήταν ο Μόρις Τράβις, γραμματέας και ταμίας των Εργατών Λατομείων και Χυτών, ο οποίος κτυπήθηκε από σφαίρα στο μάτι και τυφλώθηκε.

Ο μακαρθισμός και οι επιθέσεις σε δικαιώματα και κατακτήσεις δεκαετιών ανάγκασαν τη βάση πολλών σωματείων να αρχίσει να σκέφτεται εκ νέου τον καλύτερο δυνατό συντονισμό τους και την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος. Προς αυτή την κατεύθυνση τα σωματεία των Ενωμένων Ηλεκτροτεχνιτών, των Οδηγών Φορτηγών και των Ενωμένων Χαλυβουργών, αν και μέλη διαφορετικών ομοσπονδιών (AFL και CIO), ίδρυσαν το 1954 την Τριπλή Συμμαχία, η οποία συσπείρωσε 3.000.000 μισθωτούς. Η ανάγκη για ενότητα επέτρεψε παλαιές διαφορές να γεφυρωθούν.

Έτσι, στις 9 Φεβρουαρίου 1955, AFL και CIO υπέγραψαν συμφωνία συγχώνευσης, υπό την προϋπόθεση διαφύλαξης της αυτονομίας καθεμιάς και κάθε σωματείου μέλους. Το καθεστώς αυτό παραμένει μέχρι και σήμερα.

Ο συνδικαλισμός στις ΗΠΑ σήμερα

Το αμερικανικό εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα έκανε αισθητή την παρουσία του στις επόμενες δεκαετίες, έχοντας όμως απωλέσει την αίγλη των παλιών ηρωικών μαχών. Σε πολλές περιπτώσεις οι ηγεσίες των ανώτατων συνδικαλιστικών οργάνων πίστεψαν πως το νέο καθήκον τους είναι η διανομή των μερισμάτων από την πορεία των μετοχών των εργοδοτριών επιχειρήσεων.

Σήμερα παρατηρείται και πάλι το φαινόμενο της αγωνιστικής έξαρσης σε συγκεκριμένες συνδικαλιστικές καμπάνιες σε τοπικό επίπεδο, όπως η πετυχημένη διεκδίκηση κατώτατης ωριαίας αμοιβής 15 δολαρίων στην περιοχή του Σιάτλ το 2014.

Η ιδέα του συνδικαλισμού στις ΗΠΑ δεν έχει τη λάμψη και τη γοητεία άλλων εποχών. Όμως ζούμε σε μια εποχή στην οποία το εργατικό κίνημα επιστρέφει και μπαίνει σε μια νέα περίοδο διεκδικήσεων και αγώνων. Είναι σίγουρο πως οι ιστορικές παραδόσεις, το θάρρος, η ανιδιοτέλεια και ο ηρωισμός που χαρακτήριζαν το αμερικανικό εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα σε παλιότερες εποχές, θα γίνουν ξανά επίκαιρες και θα εμπνεύσουν τις νέες γενιές των αγωνιστών.

 

Σημειώσεις
  1. Το κίνημα του δολαρίου (1868-1888) ήταν το μαζικό αίτημα για τη διατήρηση της νομισματικής κυκλοφορίας των χαρτονομισμάτων που είχαν εκδοθεί από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και που δεν ανταποκρίνονταν σε αντίστοιχη ποσότητα χρυσού, προκειμένου να στηριχθεί οικονομικά ο κατεστραμμένος Νότος αμέσως μετά τη λήξη του Εμφυλίου. Το κίνημα γιγαντώθηκε, απέκτησε φιλολαϊκά χαρακτηριστικά και έφθασε μέχρι την ίδρυση κόμματος, του Greenback Labor Party.
  2. Οι «μαύρες λίστες» και τα «κίτρινα συμβόλαια» ήταν βασικά εργαλεία των εργοδοτών. Στις πρώτες, που διακινούντο πανεθνικά, αναγράφονταν τα ονόματα όλων όσοι συμμετείχαν σε συνδικάτα, ώστε να μην δέχεται κανένας να τους προσλάβει. Τα δεύτερα ήταν οι υπογεγραμμένες διαβεβαιώσεις των εργαζομένων πως δεν θα εγγραφούν σε σωματείο, προκειμένου να προσληφθούν.
  3. Ετσι ονομάζονταν οι ομάδες «αγανακτισμένων» πολιτών που στρατολογούσαν οι βιομήχανοι για να κτυπήσουν μια απεργία. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων επρόκειτο για κακοποιά στοιχεία, μέλη εγκληματικών οργανώσεων που δεν είχαν ιδεολογική τοποθέτηση. Υπήρχαν όμως και ακροδεξιά στοιχεία, μέλη οργανώσεων όπως η Κου Κλουξ Κλαν.
  4. Η ετυμολογία της ονομασίας «wobblies», αν και δεν έχει ξεκαθαριστεί απόλυτα, πιθανότατα παραπέμπει σε αυτούς που κινούνται συνεχώς, λόγω της ασταμάτητης κίνησης και δράσης τους, από πόλη σε πόλη και από Πολιτεία σε Πολιτεία.
  5. Αμερικανική οργάνωση φασιστικής ιδεολογίας, που ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 1919 στο Παρίσι. Το 1923, μάλιστα, κάλεσε τον Μουσολίνι να μιλήσει σε συνέδριό της στο Σαν Φρανσίσκο. Ο εθνικός διοικητής της, Αλβιν Οσλεϊ, δήλωνε: «Μην ξεχνάτε πως ό,τι είναι οι φασίστες για την Ιταλία, είναι η Αμερικανική Λεγεώνα για τις Ηνωμένες Πολιτείες» (Μπόγιερ Ρίτσαρντ Ο. – Μορέ Χέρμπερτ Μ.: Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των Η.Π.Α., σ.351)

Θεματικές