1936 – η Ισπανική Επανάσταση (Ιούλιος 18, 2017 6:00 μμ)
Red-flags

Χρειαζόµαστε µαζικά ενωτικά µέτωπα και επαναστατική Αριστερά µε πρόγραµµα και στρατηγική

andros
Δημοσιεύουμε την συνέντευξη του σ. Ανδρέα Παγιάτσου στο 23ο τεύχος του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη
, το οποίο έχει κεντρικό θέμα τα μέτωπα της Αριστεράς.
Η Μαρξιστική Σκέψη απευθύνθηκε σε μια σειρά οργανώσεις, συνιστώσες και συλλογικότητες της ευρείας αντικαπιταλιστικής και αντιμνημονιακής Αριστεράς, καθώς και σε προσωπικότητες του χώρου, θέτωντας 9 ερωτήματα, τα ίδια στον κάθε ένα.

 

  • Καθώς η κρίση και η άγρια λιτότητα συνεχίζονται αμείωτες, στη μέση της θητείας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το ζήτημα του Μετώπου των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής – αντιμνημονιακής Αριστεράς έρχεται εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο. Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η γενική τοποθέτηση του ζητήματος σήμερα;

Υπάρχουν δύο ζητήματα που αφορούν τις συζητήσεις σχετικά με το Μέτωπο. Το πρώτο είναι η ανάγκη να δημιουργηθεί ένα πλατύ, μαζικό μέτωπο αντίστασης στις πολιτικές της κυβέρνησης, της άρχουσας τάξης και της ΕΕ. Αυτή είναι και η κλασσική έννοια του «Μετώπου» όπως αναπτύχθηκε κι εξηγήθηκε αναλυτικά από τους Μπολσεβίκους και αργότερα, μετά τη σταλινοποίηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, από τον Τρότσκι.

Η έννοια του Μετώπου ή για να είμαστε ακριβείς του «Ενιαίου Εργατικού Μετώπου» (αυτός είναι ο ακριβής όρος που χρησιμοποιούσε η Κομμουνιστική Διεθνής όσο ακόμα ζούσε ο Λένιν) είναι η έννοια ενός μαζικού μετώπου. Δεν αφορά δηλαδή τη «συνάντηση» μικρών οργανώσεων της «αντικαπιταλιστικής» (ένας όχι και τόσο δόκιμος όρος) ή «επαναστατικής» ή «μαρξιστικής» Αριστεράς. Αφορά τη συνεννόηση ανάμεσα σε μαζικές ή τουλάχιστον ημι-μαζικές οργανώσεις που έχουν αναφορά στο εργατικό κίνημα και τα κοινωνικά κινήματα για την ανάπτυξη αγώνων ενάντια στις πολιτικές του κεφαλαίου.

Αυτή η έννοια του Μετώπου έχει δυστυχώς χαθεί για την ελληνική Αριστερά. Το «Μέτωπο» καταλήγει να αποτελεί έναν εντελώς ελαστικό όρο που συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει οτιδήποτε καταλαβαίνει ο καθένας σαν κάποιου είδους συνεργασία.

Αυτό το Μέτωπο, το μαζικό, το πλατύ, το κινηματικό, στο οποίο ασφαλώς η Αριστερά έχει ένα προφανή καταλυτικό ρόλο, είναι σήμερα απαραίτητο όσο ποτέ, παρότι οι δυνάμεις (πολιτικές, συνδικαλιστικές κλπ) που θα το αποτελούν θα είναι διαφορετικές από την εποχή του Λένιν και του Τρότσκι. 

Αφορά κατ’ αρχήν τις δυνάμεις της σημερινής Αριστεράς με μαζική ή ημιμαζική απήχηση, δηλαδή το ΚΚΕ, τη ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στη συνέχεια τις μικρότερες οργανώσεις, μαχητικές δυνάμεις στο συνδικαλιστικό κίνημα, όπως είναι πολλά πρωτοβάθμια σωματεία και ένας μεγάλος αριθμός συνδικαλιστικών παρατάξεων, καθώς και τοπικά, περιβαλλοντικά, αντιρατσιστικά-αντιφασιστικά, αντισεξιστικά, κ.ά. κοινωνικά κινήματα. Το εύρος είναι μεγάλο και οι δυνατότητες πραγματικά τεράστιες –μιλάμε για τη σημερινή πραγματικότητα κι όχι αφηρημένα. Πολλοί, αν όχι όλοι, στην Αριστερά συμφωνούν στα λόγια στην αναγκαιότητα ενός τέτοιου μετώπου αλλά στην πράξη ο καθένας προσπαθεί να επιβάλει το δικό του πλήρες πολιτικό πλαίσιο με τρόπο συχνά καπελωτικό. Το αποτέλεσμα, φυσικά, είναι κάθε προσπάθεια να καταρρέει προτού ξεκινήσει.

Σ’ ότι αφορά την αντικαπιταλιστική Αριστερά, το καθήκον της είναι διπλό: από τη μια να συμβάλει στη συγκρότηση του πιο πάνω Μετώπου· από την άλλη να προχωρήσει στην επεξεργασία ενός προγράμματος συστημικής ανατροπής (διαφορετικά, ποιο το νόημα του «αντικαπιταλιστική»;), προγράμματος δηλαδή με στόχο την εργατική εξουσία και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. 

Μιλώντας αφαιρετικά, γιατί δυστυχώς δεν φαίνεται καθόλου ρεαλιστική αυτή η πρόταση, η αντικαπιταλιστική Αριστερά θα έπρεπε να συγκροτήσει τον εαυτό της σε ένα επαναστατικό πόλο (με χαρακτηριστικά ενός ομοσπονδιακού πολιτικού φορέα) με ένα σοσιαλιστικό-επαναστατικό πρόγραμμα. Με βάση αυτό το πρόγραμμα να παλεύει μέσα στο μαζικό κίνημα, να καλεί στη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα της Αριστεράς και των κινημάτων, να καλεί δηλαδή για τη συγκρότηση ενός μαζικού ενωτικού Μετώπου, και μέσα σ’ αυτό, στο βαθμό που δημιουργείται, να δίνει τη μάχη για το ταξικό-επαναστατικό πρόγραμμα της εργατικής εξουσίας σαν απάντηση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα.

  • Η προγραμματική βάση έμπαινε πάντα σε πρώτο πλάνο σε συζητήσεις για τη συνεργασία των δυνάμεων της Αριστεράς στη χώρα μας, πολύ συχνά όμως έμεναν στο περιθώριο οι στρατηγικές προοπτικές της. Πώς μπαίνουν αυτά τα ζητήματα σήμερα;

Υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα σ’ αυτό το επίπεδο που οδηγεί σε αδιέξοδο ή μάλλον σε απανωτά αδιέξοδα.

Το γενικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η Αριστερά, ειδικά η Αριστερά που μιλά στο όνομα της «αντικαπιταλιστικής ανατροπής» ή της «επανάστασης», και έχει τις απαιτούμενες δυνάμεις, την απαιτούμενη κρίσιμη μάζα, αποκαλύπτεται από το γεγονός πως στην εποχή της πιο μεγάλης κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και της πιο μεγάλης κρίσης του ρεφορμισμού, όπως εκπροσωπείτο από τον ΣΥΡΙΖΑ (μέχρι τη μετάλλαξή του οπότε μπήκε στη διαδικασία της αστικοποίησής του), αυτή η Αριστερά, αντί να ενισχυθεί, μπήκε σε κρίση. Αναφερόμαστε βέβαια στο ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τη ΛΑΕ. Είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που μας διδάσκει η εμπειρία των Μπολσεβίκων οι οποίοι αξιοποίησαν την κρίση του ρεφορμισμού (της «προσωρινής κυβέρνησης», των Μενσεβίκων και των Εσέρων) το 1917 για να κερδίσουν την πλειοψηφία της εργατικής τάξης και να πάρουν την εξουσία.

Όταν μπαίνει θέμα συνεργασίας της Αριστεράς είναι φυσικό να ξεκινά η συζήτηση για την προγραμματική βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί αυτή η συνεργασία. Είναι γεγονός όμως ότι με βάση την ελληνική εμπειρία το θέμα των στρατηγικών προοπτικών αυτής της συνεργασίας ή καλύτερα των στρατηγικών στόχων αυτής της συνεργασίας, δεν έμπαινε στο τραπέζι, τουλάχιστον με τρόπο καθαρό.

Η πραγματικότητα είναι πως το τι είδους πρόγραμμα επιλέγεις σαν βάση για σύγκλιση και συνεργασία της Αριστεράς, εξαρτάται από το τι στρατηγική επιδίωξη έχεις μέσα από αυτή τη συνεργασία. 

Αν η στρατηγική σου επιδίωξη είναι η επανάσταση και ο σοσιαλισμός το πρόγραμμα το οποίο θα συζητήσεις είναι συγκεκριμένο – θα είναι το Μεταβατικό Πρόγραμμα με την μπολσεβίκικη έννοια του όρου, που θα αποτελεί τη γέφυρα των αγώνων του σήμερα με την εργατική εξουσία και εργατική δημοκρατία του αύριο. Παράλληλα με το πρόγραμμα αυτό, βέβαια, θα πρέπει να συζητηθούν θέματα τακτικής – με κεντρική ασφαλώς αναφορά στην «Τακτική του Ενιαίου Μετώπου».

Αν η στρατηγική επιδίωξη είναι η δημιουργία ενός μαζικού μετώπου αντίστασης με στόχο την αντεπίθεση του μαζικού κινήματος, οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές. Πολιτικά είναι πιο περιορισμένες καθώς κύριος στόχος είναι η μεγαλύτερη δυνατή πλατύτητα και μαζικότητα. Χρειάζεται να αναζητηθούν τα βασικά σημεία σύγκλισης ή συμφωνίας και πάνω σε αυτά να αναπτυχθούν κοινές δράσεις όπως: κοινές κινητοποιήσεις, σχέδιο απεργιακών δράσεων, κοινές συγκεντρώσεις και πορείες κοκ. Εννοείται ότι κάθε ξεχωριστό τμήμα ενός τέτοιου μετώπου πρέπει να έχει πλήρη ανεξαρτησία για να προπαγανδίζει τις δικές του απόψεις, προτάσεις, δράσεις, πολιτικό πρόγραμμα κοκ, με στόχο να πείσει για τις απόψεις του.

Δυστυχώς, σήμερα, στην ελληνική Αριστερά δεν υπάρχει ούτε το ένα ούτε το άλλο.

  • Η σχέση Μέτωπο – κινήματα, της σύνδεσης του «από πάνω» με το «από κάτω», είναι επίσης ένα θέμα κομβικής σημασίας, όπως είναι και το θέμα της εξεύρεσης των κατάλληλων οργανωτικών μορφών οικοδόμησης ενός Μετώπου. Τι μας διδάσκει η ιστορική εμπειρία;

Το «Μέτωπο» δεν είναι Μέτωπο αν δεν αφορά μαζικά κινήματα. Από αυτή την μπολσεβίκικη θέση δεν πρέπει να υποχωρήσουμε γιατί θα οδηγηθούμε στη σεκταριστική αντίληψη της συσπείρωσης μερικών μικρών ομάδων που αυτοαποκαλούνται «μέτωπο».

Οι οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, με τα σημερινά δεδομένα, είναι σε θέση να παίξουν πραγματικά καταλυτικό ρόλο για τη συσπείρωση πολύ σημαντικών κινημάτων και μαζών. Για να το καταφέρουν αυτό όμως θα πρέπει πρώτα να αποφασίσουν να λειτουργήσουν ενωτικά. 

Ενωτικά προς την υπόλοιπη Αριστερά, ενωτικά προς πρωτοβάθμια σωματεία ή συνδικάτα τα οποία δεν ελέγχει απαραίτητα η αντικαπιταλιστιική Αριστερά, ενωτικά προς κοινωνικά κινήματα (τοπικά, περιβαλλοντικά, αντιρατσιστικά, αντισεξιστικά, κλπ) τα οποία δεν υιοθετούν κατ’ ανάγκη ένα πρόγραμμα αντικαπιταλιστικής ρήξης. 

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απορρίπτει κάθε συνεργασία με οποιεσδήποτε δυνάμεις δεν υιοθετούν σχεδόν εξ ολοκλήρου το δικό της πρόγραμμα. Αρνείται τη συνεργασία και με τη ΛΑΕ και με το ΚΚΕ και με την Πλεύση – με τους πάντες, όλους όσους δεν συμφωνούν με το δικό της πολιτικό πλαίσιο. Αυτό οδηγεί σε αδιέξοδο και σε αδυναμία χτισίματος ενός Μετώπου. Γιατί άμα είναι να συμφωνείς σε όλα με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ τότε απλά, στην ουσία, προσχωρείς σ’ αυτήν, δεν δημιουργείς ένα ευρύτερο Μέτωπο.

Έτσι, πολλοί στην αντικαπιταλιστική Αριστερά μιλούν στο όνομα ενός μετώπου αλλά μέτωπο δεν βλέπουμε πουθενά. Τελικά στο μέτωπο, προσδίδονται «μεταφυσικές» διαστάσεις και γίνεται κάτι ασύλληπτο… Στην πραγματικότητα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το Μέτωπο είναι κάτι απλό, είναι η διάθεση συνεργασίας για κοινή πάλη πάνω στα σημεία στα οποία υπάρχει συμφωνία, ιδιαίτερα όταν υπάρχει επίθεση από την άρχουσα τάξη.

Οι Μπολσεβίκοι δεν μας προσφέρουν μόνο πολύτιμα γραπτά, αλλά και πολύτιμες εμπειρίες. Τα Σοβιέτ που δημιουργήθηκαν το Φλεβάρη του 1917, δεν ήταν παρά μία μορφή του Ενιαίου Μετώπου καθώς σ’ αυτά συναντιόντουσαν όλες οι δυνάμεις της Αριστεράς και του μαζικού κινήματος. Όμως δεν ήταν στα χέρια της επαναστατικής πρωτοπορίας των εργατών, ήταν στα χέρια των ρεφορμιστών (Μενσεβίκων και Εσέρων) που κυβερνούσαν, μετά την πτώση του Τσάρου, μαζί με τους εκπροσώπους της άρχουσας τάξης. Οι Μπολσεβίκοι, τον Φλεβάρη, δεν είχαν πάνω από το 2% των αντιπροσώπων στα Σοβιέτ. Δεν είπαν όμως «τα Σοβιέτ είναι στα χέρια των ρεφορμιστών, τα εγκαταλείπουμε και χτίζουμε τα δικά μας επαναστατικά σοβιέτ». Έμειναν σ’ αυτά, έδωσαν όλες τις μάχες που απαιτούνταν μέχρι που πήραν την πλειοψηφία τον Οκτώβρη του 1917 και χρησιμοποιώντας αυτή την πλειοψηφία πήραν την εξουσία στο όνομα των Σοβιέτ.

Το θέμα των «πάνω» και των «κάτω» επίσης τείνει να πάρει μεταφυσικές διαστάσεις. Μέτωπα μόνο «από τα κάτω» δεν μπορούν να υπάρξουν. Αν είναι να υπάρξει ένα πραγματικό Μέτωπο, δηλαδή πλατύ, ενωτικό και μαζικό, θα πρέπει να υπάρξει συνεργασία με κάθε εργατική, κινηματική, κλπ δύναμη, οργάνωση ή συλλογικότητα που συγκρούεται ή που είναι έτοιμη να συγκρουστεί με τις πολιτικές της άρχουσας τάξης. 

Ένα συνδικάτο ή μια ομοσπονδία που είναι διατεθειμένα να μπουν σε μετωπική σύγκρουση με την κυβέρνηση επειδή αντιμετωπίζουν, π.χ., μαζικές απολύσεις, θα πρέπει να μπορούν να ενταχθούν σε ένα τέτοιο μέτωπο χωρίς να πρέπει να συμφωνήσουν απαραίτητα με την έξοδο από την ΕΕ και την ανατροπή του καπιταλισμού. Κι εδώ, πάλι, δεν υπάρχει τρόπος να καλεστούν τα μέλη ενός συνδικάτου να συμμετέχουν σε ένα Μέτωπο, με τον όρο η ηγεσία του να μένει απ’ έξω. Τέτοιου είδους «σχέδια» αποτελούν αλχημείες που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.

Αν θέσεις όρους όπως είναι ένα κομματικό πολιτικό πλαίσιο για να συνεργαστείς με συνδικάτα, ή κινήματα για να φτιάξεις κάτι πλατύ και μαζικό, τότε στην «καλύτερη» περίπτωση καταλήγεις σε ένα αντίγραφο του ΠΑΜΕ: το ΠΑΜΕ έχει περάσει από ιστορικά τεστ και έχει αποτύχει. Έχει μια ιστορία πάνω από δύο δεκαετιών, έχει περάσει από τη μεγαλύτερη κρίση του συστήματος και του ρεφορμισμού και δεν έχει καταφέρει να ελκύσει ευρύτερες μάζες πέρα από το στενό περίγυρο του ΚΚΕ.

Από τη σκοπιά της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, στο θέμα της συνεργασίας της Αριστεράς, εμφανίζονται παρόμοια προβλήματα. Ας σταθούμε για παράδειγμα στο θέμα της προσέγγισης των μαζών που κινούνται γύρω από το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ είναι σήμερα το πιο μαζικό κόμμα της Αριστεράς – και ο μόνος φορέας που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «εργατικό κόμμα». Πώς θα ελκύσει η επαναστατική Αριστερά τις μάζες του ΚΚΕ; Προτείνοντας, ανάμεσα σ’ άλλα, κοινούς αγώνες, κοινές δράσεις, ακολουθώντας δηλαδή την τακτική του Ενιαίου Μετώπου. Είναι δυνατό να καλέσει κανείς τις μάζες του ΚΚΕ σε συνεργασία αποκλείοντας την ηγεσία του από αυτήν; Ασφαλώς όχι. Οι μάζες του ΚΚΕ δεν πρόκειται ποτέ να προσεγγίσουν ένα «μέτωπο» το οποίο τις καλεί να συμμετέχουν υπό τον όρο να μείνει απ’ έξω η ηγεσία τους – κι αυτό ισχύει για κάθε συλλογικότητα μεγάλη ή μικρή. Αντίθετα, πρέπει να καλεστεί και η ηγεσία – αυτός είναι ο τρόπος ώστε οι μάζες που ακολουθούν το ΚΚΕ να σημειώσουν, να λάβουν σοβαρά υπόψη το κάλεσμα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Η απάντηση που θα δοθεί πιθανά σ’ αυτό το επιχείρημα είναι πως «είναι δεδομένο πως η ηγεσία του ΚΚΕ θα απορρίψει ένα τέτοιο κάλεσμα». Και η ανταπάντηση είναι πως δεν μιλάμε για την ηγεσία, μιλάμε για τον κόσμο που ακολουθεί το ΚΚΕ. Όταν η ηγεσία του ΚΚΕ, με δική της ευθύνη, απορρίπτει τα ενωτικά καλέσματα, διασπά δηλαδή τη δυνατότητα του κινήματος να δράσει μαζικά, τότε θα ξεκινήσει η αμφισβήτηση από τη βάση, εκλογική και κομματική. Η αντικαπιταλιστική Αριστερά, μέσα από μια τέτοια τακτική, θα έχει κερδίσει την εκτίμηση και το σεβασμό της βάσης του ΚΚΕ.

Για να το κάνει όμως αυτό με πιο αποτελεσματικό τρόπο η αντικαπιταλιστική Αριστερά θα έπρεπε να μπορεί η ίδια να συνεργαστεί ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος στην κοινωνία και τα κινήματα. 

Όμως οι βασικές δυνάμεις της υπόλοιπης Αριστεράς, δηλαδή η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΛΑΕ δεν συνεργάζονται. Οι ευθύνες γι’ αυτό βαρύνουν βασικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ που στα λόγια συχνά συμφωνεί αλλά πάντα ανακαλύπτει προσκόμματα. Και ο λόγος, στην ουσία, που δεν προχωρά ποτέ μια τέτοια συνεργασία είναι γιατί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει την απαίτηση της πλήρους συμφωνίας στο δικό της πρόγραμμα.

Αλλά ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει καμία διαφορά σε επίπεδο προγραμματικού πλαισίου, όπως έχουν δείξει μια σειρά από πρόσφατες εκλογές σε χώρους (ΤΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΤΥΠΕΤ, κλπ) και πάλι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αρνείται να προχωρήσει σε συνεργασία. Αυτό το έλλειμμα ή «λάθος» η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το έχει ήδη πληρώσει πολύ ακριβά, και θα συνεχίσει δυστυχώς να το πληρώνει και στο μέλλον.

  • Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως ένα σχήμα ΛΑΕ – ΑΝΤΑΡΣΥΑ – Πλεύση Ελευθερίας και άλλων ομάδων του αριστερού αντικαπιταλιστικού – αντιμνημονιακού χώρου θα συγκέντρωνε ένα αξιόλογο ποσοστό. Πόσο ρεαλιστική είναι η συγκρότησή του; Ποια θεωρείτε ως κύρια εμπόδια και αντιρρήσεις;

Το παράδειγμα που αναφέρεται είναι χαρακτηριστικό. Αν η ΛΑΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η Πλεύση δεν συνεργαστούν είναι πολύ πιθανό να μείνουν και οι 3 εκτός βουλής. Κάτι τέτοιο θα είναι τραγικό για την Αριστερά, γιατί θα επιτρέπει α) στον ΣΥΡΙΖΑ να προβάλλει ότι «δεν υπάρχει» πραγματική και μαζική αριστερή αντιπολίτευση, και β) στο ΚΚΕ να μονοπωλεί την εκπροσώπηση της Αριστεράς με τραγικά για το κίνημα και τις ιδέες της Αριστεράς αποτελέσματα.

Όμως η συνεργασία των 3 δεν φαίνεται, με τα δεδομένα της στιγμής, ρεαλιστική. Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι, ξανά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Υπάρχουν και σοβαρές ενστάσεις ή δισταγμοί από τη μεριά της Πλεύσης αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει μια απόλυτα αρνητική στάση.

Κι όμως μια απλή εκλογική συνεργασία θα είχε οφέλη για όλους χωρίς κόστος για κανένα, γιατί δεν προϋποθέτει ούτε κοινό πρόγραμμα, ούτε υποχωρήσεις, ούτε συμβιβασμούς από κανένα. Ο καθένας κινείται εντελώς ανεξάρτητα και απλά συναντιέται με τους άλλους στην εκλογική μάχη, με στόχο να κερδίσουν όλοι από αυτή τη μάχη. Εννοείται, βέβαια, σε αυτή τη μάχη θα υπήρχε ένα μίνιμουμ, στοιχειώδες πλαίσιο, με το οποίο θα γινόταν η απεύθυνση στον κόσμο, που θα είναι όμως τα σημεία στα οποία συμφωνούν όλα τα συμμετέχοντα κόμματα και οργανώσεις (ανατροπή μνημονίων και έξοδος από το ευρώ, άρνηση του χρέους, κοκ).

  • Αρκετά συχνά ακούγεται στον κόσμο της Αριστεράς ότι οι υφιστάμενες διαφορές ανάμεσα στις δυνάμεις της είναι δευτερεύουσες και ότι η επίκλησή τους χρησιμεύει σαν άλλοθι για την αποφυγή της συνεργασίας. Πόσο αληθεύει αυτό;

Διαφορές υπάρχουν – και δεν είναι σωστό να υποτιμούνται. Αν τώρα είναι σημαντικές ή καθοριστικές, εξαρτάται από το ποιος είναι ο στόχος, η στρατηγική επιδίωξη.

Αν ο στόχος είναι η συγκρότηση ενός επαναστατικού πολιτικού φορέα ή πόλου που θα αποτελείται από διαφορετικές οργανώσεις, θα έχει δηλαδή ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά (που σημαίνει συνεργασία στα πλαίσια του κοινού φορέα αλλά ταυτόχρονα και ανεξαρτησία των συνιστωσών του, τουλάχιστον μεταβατικά) τότε οι διαφορές που υπάρχουν θα πρέπει να τύχουν συζήτησης σε βάθος με στόχο να ξεπεραστούν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

Αν όμως στόχος είναι η συγκρότηση ενός κοινού μετώπου πάλης, Μετώπου με την πλατιά και μαζική έννοια που αναφέρεται πιο πάνω, τότε οι διαφορές είναι αστείες και είναι, πράγματι, προσχηματικές.

Γιατί, τώρα, κάποιος να αναζητά προσχηματικές διαφορές για να αρνείται να μπει σε ένα πλατύ μέτωπο; Γιατί, προφανώς, δεν καταλαβαίνει τη σημασία του και προσπαθεί να αποφύγει τις πιέσεις, που είναι υπαρκτές, από τη βάση της κοινω-νίας! Και γιατί έχει την αυταπάτη ότι το μόνο που χρειάζεται να κάνει για να «μαζικοποιηθούν» δήθεν οι επαναστατικές ιδέες είναι να πλειοδοτεί σε «επαναστατική καθαρότητα» για να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. 

Αυτός όμως δεν είναι ο μπολσεβίκικος δρόμος, δεν είναι η τακτική του Λένιν. Είναι ο σεκταρισμός, που είναι καταδικασμένος ιστορικά γιατί δεν μπορεί να κατανοήσει το επίπεδο της μαζικής συνείδησης και να ξεκινήσει απ’ αυτό σαν αφετηρία για να αναπτύξει το επαναστατικό Μεταβατικό Πρόγραμμα της εποχής μας. 

  • Από την άλλη μεριά, είναι αρκετά διαδεδομένη και η άποψη ότι ένα ευρύ Μέτωπο θα έχει αναπόφευκτα την τύχη του ΣΥΡΙΖΑ. Ποια διδάγματα απορρέουν από την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ;

Καμία σχέση, άλλο το ένα άλλο το άλλο. Κατ’ αρχήν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ένα Μέτωπο, ήταν ένας πολιτικός φορέας. Ήταν ένα κόμμα που είχε κάποια «μετωπικά» χαρακτηριστικά, με την έννοια της συνεργασίας διαφορετικών δυνάμεων. Πολλά κόμματα του εργατικού κινήματος, διεθνώς, είχαν σαν αφετηρία της ιστορικής τους διαδρομής (ανεξάρτητα από το ποια ήταν τελικά αυτή) ένα αριθμό διαφορετικών οργανώσεων, συλλόγων, κινήσεων, ρευμάτων κλπ. Πρόκειται για κάτι συνηθισμένο στην πορεία συγκρότησης των πολιτικών οργανώσεων του εργατικού και μαζικού κινήματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν δεν ήταν Μέτωπο, ήταν ένας πολιτικός φορέας. Δεν δημιουργήθηκε στη βάση 5 – 10 – 15 σημείων κοινής πάλης, δημιουργήθηκε στη βάση ενός «πλήρους πολιτικού προγράμματος» που επιχειρούσε να δώσει απαντήσεις σε όλα τα ζητήματα που αφορούσαν την κοινωνία, από τα απλά καθημερινά μέχρι τη (λέμε τώρα…) εναλλακτική σοσιαλιστική κοινωνία στην οποία δεν ήταν καθόλου φειδωλός σε αναφορές. Μόνο που το πρόγραμμα αυτό ήταν ρεφορμιστικό – δεν ήταν επαναστατικό. Αυτό το στοιχείο καθόριζε και τις προοπτικές του ΣΥΡΙΖΑ. 

Η ιστορία δεν έχει δώσει παραδείγματα ρεφορμιστικών κομμάτων που μετασχηματίζονται σαν ενιαία σύνολα σε επαναστατικά. Τα παραδείγματα που έχει δώσει η ιστορική εμπειρία, σε συνθήκες βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού, είναι διασπάσεις των ρεφορμιστικών κομμάτων σε μια αριστερή ή επαναστατική και μια δεξιά φιλο-καπιταλιστική πτέρυγα.

Η διάσπαση στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν προβλεπόμενη και την είχαμε προβλέψει, κι εμείς και άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, σε πολλά κείμενα και τοποθετήσεις μας. Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ υπήρχε μια μαζική αριστερή πτέρυγα – το Αριστερό Ρεύμα, το R-Project, οι αριστεροί Ευρωκομμουνιστές κλπ. Υπήρχαν δυνάμεις που δίνανε τη μάχη στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, εφαρμόζοντας ένα είδος εισοδισμού. Η τακτική αυτή ήταν μία από τις διάφορες τακτικές που θα μπορούσαν να ακολουθούν τμήματα της μαρξιστικής Αριστεράς της εποχής μας.

Το τελικό αποτέλεσμα όμως είναι ότι η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε όταν βρέθηκε εκτός ΣΥΡΙΖΑ. Η ΛΑΕ, απέτυχε στον ρόλο που επεδίωκε να παίξει και σε όλους τους στόχους που είχε θέσει, ενώ οι άλλες μικρότερες διασπάσεις από τον ΣΥΡΙΖΑ κάνουν αγώνα προσαρμογής στα νέα δεδομένα κι επιβίωσης. Για τη σημερινή εικόνα των αριστερών διασπάσεων του ΣΥΡΙΖΑ και ειδικά της ΛΑΕ, είναι σίγουρο πως έγιναν τραγικά λάθη, στην πορεία, είναι σίγουρο πως υπήρχαν και υπάρχουν τεράστια ελλείμματα. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί πώς η Αριστερή Πλατφόρμα που είχε την υποστήριξη του 1/3 της κομματικής βάσης και ξεκίνησε με 25 βουλευτές δεν έχει απήχηση στην κοινωνία.

Δεν υπάρχει η δυνατότητα εδώ να αναφερθούμε αναλυτικά στις αιτίες που η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να εμφανίσει κάτι πιο αξιόλογο στη σημερινή συγκυρία. Ας αρκεστούμε όμως να αναφέρουμε το εντελώς λειψό πρόγραμμα που έδινε έμφαση μόνο στο θέμα του νομίσματος, στην αλαζονεία που χαρακτήριζε το Ρεύμα και το Κόκκινο Δίκτυο, στη γραφειοκρατία που χαρακτήριζε τη λειτουργία και στις διαδικασίες των «παζαρεμάτων» για θέσεις και οφίκια που ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ είχε κληροδοτήσει στη ΛΑΕ.

Το κεντρικό συμπέρασμα που απορρέει από την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ αφορά το ρεφορμισμό. Δεν αφορά το θέμα των μετωπικών συνεργασιών. 

Στο θέμα των μετώπων, με την έννοια των κοινωνικών μετώπων πάλης, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε επιδιώξει να συμβάλει, σε αντίθεση με το ΚΚΕ που συνέχισε το πατροπαράδοτο βιολί του, και σαν αποτέλεσμα οι μάζες στράφηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ είχε παίξει πολύ ενεργό ρόλο σε πολλά, θα έλεγε κανείς σε όλα, τα κοινωνικά μέτωπα, από τις απεργιακές κινητοποιήσεις, στις Σκουριές, στο «Δεν Πληρώνω», στους «Αγανακτισμένους» κλπ.

Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε θετική αντιμετώπιση στα μαζικά κινήματα και επεδίωκε τη συνένωση διαφορετικών δυνάμεων σ’ αυτά, είχε δηλαδή μια ανοικτή, ενωτική, μαζική, μετωπική πολιτική, ήταν καθοριστικός παράγοντας για τη μαζικοποίησή του. 

Το πολιτικό του πρόγραμμα όμως ήταν ρεφορμιστικό. Κάθε ρεφορμιστικό πρόγραμμα είναι καταδικασμένο να οδηγήσει σε ήττα. Αυτός είναι ένας νόμος που δεν έχει εξαίρεση. 

Το βασικό συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι χρειαζόταν ένα επαναστατικό πρόγραμμα (ένα Μεταβατικό Πρόγραμμα με την έννοια που έδιναν σ’ αυτό οι Μπολσεβίκοι και ιδιαίτερα ο Λένιν και ο Τρότσκι) γύρω από το οποίο να υπάρξει η πλατύτερη δυνατή συσπείρωση πολιτικών δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ θα συμπληρώναμε εδώ, έτσι ώστε με την αναμενόμενη και αναπόφευκτη προδοσία της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, να μπορέσει να πάρει τα ηνία και να δώσει διέξοδο στην αγανάκτηση του κόσμου.

Σ’ αυτό το σημείο έχουμε την πιο σημαντική αποτυχία της εντός ΣΥΡΙΖΑ «επαναστατικής» ή «αντικαπιταλιστικής» αντιπολίτευσης. Η οποία δεν έχει καν το άλλοθι ότι δεν κλήθηκε να παίξει ενεργό ρόλο σε κάτι τέτοιο αρκετές φορές – και σε όλες αρνήθηκε. Σαν παραδείγματα μπορούμε να αναφέρουμε τη δημιουργία του «2ου Κύματος» στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, στη διάρκεια του 2009, το κάλεσμα που της απηύθυνε η «Πρωτοβουλία των 1000» που δημιουργήθηκε το 2012, το κάλεσμα της πρωτοβουλίας «17 Ιούλη» που επιχείρησε να παρέμβει στα τεκταινόμενα λίγες μέρες μετά την προδοσία Τσίπρα τον Ιούλη του 2015, κοκ.

  • Πέρα από το μέτωπο, υπάρχει η δυνατότητα ενός εκλογικού συνασπισμού, με διατήρηση της αυτοτελούς έκφρασης των δυνάμεων που θα μετάσχουν σε αυτόν, στο κοινοβούλιο, κ.λπ., το οποίο δεν συζητείται συχνά. Θα βρούμε σχετικές εμπειρίες στο κομμουνιστικό κίνημα στον 20ό αιώνα…

Αυτό είναι το ελάχιστο που πρέπει να γίνει. Όταν δεν μπορούν να υπάρξουν πλατιά μέτωπα ή προχωρημένες πολιτικές συμμαχίες και συγχωνεύσεις με στόχο νέους αριστερούς σχηματισμούς μια εκλογική συνεργασία της Αριστεράς είναι το ελάχιστο που θα μπορούσε να γίνει. 

Το «Ξεκίνημα» το προτείνει σε σταθερή βάση και το εφαρμόζει όποτε και όπου μπορεί: π.χ. στις τοπικές εκλογές του 2014 είχαμε συνεργαστεί με διαφορετικές δυνάμεις της Αριστεράς σε διαφορετικές εκλογικές περιφέρειες: αλλού με τον ΣΥΡΙΖΑ αλλού με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και σε μια περιφέρεια μάλιστα είχαμε συνεργαστεί με το ΚΚΕ.

Πρόκειται για απλές εκλογικές συνεργασίες χωρίς απαραίτητα συμφωνία σε κάποιο εκτενές και αναλυτικό πολιτικό πλαίσιο. Και πρέπει να γίνονται γιατί από τη μια βοηθούν το κίνημα και κατ’ επέκταση τους αγώνες του και από την άλλη γιατί υπηρετούν και βοηθούν όλες τις εμπλεκόμενες δυνάμεις, χωρίς να δεσμεύουν και χωρίς να στερούν την ανεξαρτησία από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος.

  • Όσους ανήκουμε στο μαρξιστικό χώρο μας απασχολεί το ζήτημα της πρωτοπορίας, που θέτει επιτακτικά η ίδια τη ζωή. Στο ΕΑΜ είχε πρωταγωνιστικό ρόλο το ΚΚΕ, με τα θετικά και τα αρνητικά που συνεπαγόταν τότε αυτό, σήμερα όμως το κόμμα αυτό ακολουθεί ένα στείρο σεχταρισμό. Βέβαια, οι εποχές διαφέρουν, είναι όμως ορατός ο κίνδυνος, αν οι άλλες δυνάμεις δεν ανταποκριθούν και κυριαρχήσει ως κατεύθυνση το ΚΚΕ, να έχουμε μια επανάληψη του γερμανικού 1929-33 ή της ελληνικής εμπειρίας του 1936…

Το ΕΑΜ είναι ένα συγκεκριμένο είδος μετώπου σε συγκεκριμένες συνθήκες. Η ελληνική Αριστερά έχει το ΕΑΜ σαν πρότυπο και μιλώντας για μέτωπο στις σημερινές συνθήκες συχνά στο πίσω μέρος του μυαλού της έχει το ΕΑΜ. Πρόκειται όμως για μια λαθεμένη προσέγγιση. Γιατί οι συνθήκες που δημιούργησαν το ΕΑΜ δεν υπάρχουν σήμερα. Το άλλο σημείο το οποίο η Αριστερά αποφεύγει να αναφέρει είναι ότι το ΕΑΜ «οδήγησε» στη Βάρκιζα. Συνήθως η Αριστερά που κάνει κριτική στη Βάρκιζα έχει σαν πρότυπο το ΕΑΜ και κατηγορεί το ΚΚΕ για την προδοσία. Αποφεύγει να αναφερθεί στα δεδομένα στο εσωτερικό του ΕΑΜ που επέτρεψαν τη Βάρκιζα.

Σήμερα δεν μπορεί να υπάρξει ΕΑΜ. Το μέτωπο που έχει νόημα στις σημερινές συνθήκες είναι το Μέτωπο με την μπολσεβίκικη έννοια – ένα πλατύ, εργατικό, ενωτικό μέτωπο το οποίο, εννοείται, θα συσπειρώνει και τα μικρομεσαία στρώματα των πόλεων και της υπαίθρου. Και αυτό δεν μπορεί και δεν πρόκειται να το κάνει το ΚΚΕ, γιατί είναι έξω από την αντίληψή του.

Από εκεί και πέρα, αν θα έχουμε μια ήττα του μεγέθους του 1936 ή κάτι αντίστοιχο του 1929-33, αυτό ασφαλώς δεν μπορεί να αποκλειστεί! Από την άλλη όμως χρειάζεται η κατανόηση ότι αυτό δεν είναι κάτι το άμεσο, κάτι που μπορούμε να περιμένουμε στο σύντομο μέλλον. Επίσης, αυτό δεν έχει τόσο να κάνει με το ρόλο του ΚΚΕ όσο με την αποτυχία των προσπαθειών να χτιστεί μια Αριστερά που να μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Ευκαιρίες, από αντικειμενική σκοπιά, γι’ αυτή την Αριστερά θα έχουμε και όχι λίγες.

Σε ότι αφορά τους κινδύνους που αντιπροσωπεύει το ΚΚΕ χρειάζεται να έχουμε την κατανόηση ότι ιστορικά ο Σταλινισμός έχει τελειώσει και η προσπάθεια του ΚΚΕ να τον αναστήσει είναι καταδικασμένη. Με αυτή την έννοια ο πιο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι το ΚΚΕ καθαυτό, είναι το αν η υπόλοιπη Αριστερά, αυτή που μιλά στο όνομα της συστημικής ανατροπής, αποτύχει σ’ αυτό το έργο. 

  • Η πείρα των τελευταίων χρόνων, και του 20ού αιώνα γενικότερα, κάνει σαφείς τις τεράστιες δυσκολίες που θα συναντήσει ένα σύγχρονο επαναστατικό εγχείρημα. Το Μέτωπο και η πάλη των ιδεών για τη σοσιαλιστική προοπτική στην εποχή μας συνδέονται άρρηκτα…

Συνδέονται άρρηκτα – αυτό είναι απόλυτα σωστό. Μόνο μέσα από μια επαναστατική στρατηγική κι ένα επαναστατικό πρόγραμμα μπορεί να υπάρξει έξοδος από την καταστροφική οικονομική και κοινωνική κρίση του καπιταλισμού. Αυτό το καθήκον, περιττό ν’ αναφέρουμε, δεν είναι ένα εθνικό καθήκον, είναι διεθνές – η «επαναστατική» Αριστερά ή θα είναι διεθνιστική ή δεν θα είναι επαναστατική.

Η επαναστατική Αριστερά που δεν έχει σαν κεντρικό στοιχείο της πολιτικής της το χτίσιμο πλατιών, μαζικών, ενωτικών μετώπων, και που δεν είναι έτοιμη να εμπλακεί και να παρέμβει καταλυτικά όταν εμφανιστούν τέτοια εγχειρήματα, είναι καταδικασμένη. Χωρίς την Τακτική του Ενιαίου Μετώπου, για να χρησιμοποιήσουμε πάλι, καταντώντας λίγο φορτικοί, την ορολογία των Μπολσεβίκων, η επαναστατική Αριστερά δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από τα όρια των μερικών χιλιάδων μελών και να κατακτήσει το μαζικό κίνημα.

Παράλληλα, ακόμα και αν δημιουργηθούν, κάτω από τα κάποιες συγκυρίες, τα μαζικότερα και ισχυρότερα μέτωπα πάλης, αν δεν μπολιαστούν με τις ιδέες του επαναστατικού σοσιαλισμού, δεν θα μπορέσουν να αποφύγουν την αποτυχία και την ήττα.

Χρειαζόμαστε επομένως και τα δυο. Μαζικά ενωτικά μέτωπα ικανά να απειλήσουν την εξουσία του κεφαλαίου με την ισχύ των μεγάλων μαζών, από τη μια. Και από την άλλη, μια μαζική επαναστατική Αριστερά, που να μπολιάσει με τις επαναστατικές ιδέες, πρόγραμμα και στρατηγική αυτά τα μεγάλα κινήματα και μέτωπα. Αν υπάρχουν και τα δύο η νίκη είναι εφικτή.