Χονγκ Κονγκ: οι παρανοϊκές τιμές των ακινήτων και τα σπίτια-κλουβιά

Του συντρόφου Άνταμ Ν. Λι, από το chinaworker.info, site του τμήματος της CWI σε Κίνα-Χονγκ Κονγκ-Ταϊβάν


Το Χονγκ Κονγκ είναι η πόλη στην οποία η κατοικία είναι πιο δυσπρόσιτη παρά οπουδήποτε αλλού στον κόσμο.

Ειδικά για τους νέους η κατάσταση είναι αφόρητη. 3 στους 4 κατοίκους του Χονγκ Κονγκ στις ηλικίες 18-35 ζουν ακόμη με τους γονείς τους. Στη Βρετανία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 1 στους 4, και ακόμη και αυτό αποτελεί νέο ρεκόρ που εμφανίστηκε τα χρόνια της κρίσης.

Η τελευταία τάση στο Χονγκ Κονγκ είναι τα λεγόμενα «συστήματα συμβίωσης» για νέους εργαζόμενους. Αυτά προωθούνται ως μια «λάιφσταϊλ» επιλογή, αλλά στη πραγματικότητα αποτελούν ξενώνες, σχεδιασμένους για να στριμώχνουν όσους πιο πολλούς ανθρώπους γίνεται σε ένα μικροσκοπικό χώρο, ενοικιάζοντας αυτόνομες κουκέτες.

Στην ουσία πρόκειται για μια πιο σύγχρονη εκδοχή των διαβόητων σπιτιών-κλουβιών που υπάρχουν στην πόλη του Χονγκ Κονγκ.

«Σπίτια» 2 επί 1

Ένα από αυτά τα συστήματα συμβίωσης, όπως γράφτηκε πρόσφατα στην εφημερίδα South China Morning Post χρεώνει 3.500 δολάρια Χονγκ Κονγκ (περίπου 395 ευρώ) μηνιαίως για ενοικίαση ενός χώρου χωρίς παράθυρα, πλάτους 2 μέτρων και ύψους μόλις 1 μέτρου.

«Τουλάχιστον είμαι σε θέση να καθίσω κατευθείαν στην καμπίνα μου χωρίς να χτυπήσω το κεφάλι μου στην οροφή»

δήλωσε στην εφημερίδα ο 25χρονος Αντριέλ. Δουλεύει στον τομέα των ακινήτων, αλλά δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε ακίνητο ο ίδιος. Η κατάστασή του περιγράφει γλαφυρά το αδιέξοδο στο οποίο ρίχνει ο καπιταλισμός τους νέους σήμερα.

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης όσον αφορά το οικιστικό πρόβλημα στο Χονγκ Κονγκ είναι αποτέλεσμα συνειδητών πολιτικών αποφάσεων από μια κυβέρνηση δεμένη με χίλια νήματα με τους μεγιστάνες του μεσιτικού τομέα. Τα κέρδη τους έρχονται πάντα πρώτα σε σχέση με τις ανάγκες των εργαζομένων.

Υπερπλούσιοι και φτωχοί

Το Χονγκ Κονγκ έχει περισσότερους υπερπλούσιους από οποιαδήποτε άλλη πόλη στον κόσμο, και το 70% των περιουσιακών τους στοιχειών βρίσκεται στην αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με την φιλανθρωπική οργάνωση Oxfam, υπήρχαν 26 δισεκατομμυριούχοι στην πόλη με συνολική περιουσία ύψους 135,3 δις δολαρίων Χονγκ Κονγκ (περίπου 15,5 δις ευρώ) το 2008 όταν ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση. Δέκα χρόνια μετά, οι δισεκατομμυριούχοι ανέρχονταν σε 67 και η συνολική αξία της περιουσίας τους φτάνει τα 334,7 δις δολάρια Χονγκ Κονγκ (περίπου 37,7 δις ευρώ). Σχεδόν τριπλασίασαν δηλαδή τον πλούτο τους, ενώ την ίδια στιγμή οι περισσότεροι εργαζόμενοι της πόλης παλεύουν καθημερινά ακόμη και για τα στοιχειώδη.

Και βέβαια οι «τρελές» τιμές που επικρατούν στην αγορά των ακινήτων κάνουν την κατάσταση ακόμη χειρότερη για την κοινωνική πλειοψηφία. Η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων που είναι απόφοιτοι πανεπιστημίου έχει πέσει στο ένα τέταρτο αυτής που ήταν πριν από 30 χρόνια! Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία που δημοσίευσε το 2019 το τοπικό think tank Νέο Φόρουμ Νεολαίας.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, τo 1987 το μέσο μηνιαίο εισόδημα των αποφοίτων πανεπιστημίου ήταν 17.490 δολάρια Χονγκ Κονγκ (περίπου 1.974 ευρώ). Το 2017 έφτανε μόλις τα 4.492 δολάρια Χονγκ Κονγκ (περίπου 507 ευρώ)! Ένας παράγοντας για αυτή τη μείωση του εισοδήματος ήταν η πολύ μικρή αύξηση των μισθών σε σχέση με τον πληθωρισμό, αλλά ο καθοριστικότερος ήταν η εκτόξευση της τιμής των ακινήτων.

Βρετανική αποικία και Κίνα

Οι μεγιστάνες της αγοράς κατοικίας έχουν τον πλήρη έλεγχο της οικονομίας της πόλης. Χρησιμοποιούν τις υψηλές τιμές για να συμπιέσουν τους άλλους τομείς της οικονομίας, γεγονός που τους επιτρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας.

Η παλιά αποικιακή κυβέρνηση, που βρισκόταν στην εξουσία όσο το Χονγκ Κονγκ ήταν κάτω από τον έλεγχο της Βρετανίας, όντας αντιμέτωπη με μαζικές λαϊκές αναταραχές, εισήγαγε μια σειρά «Κεϋνσιανών» δημοσίων επενδύσεων που συμπεριλάμβαναν προγράμματα μαζικών κατασκευών κατοικιών.

Αφότου το κινέζικο καθεστώς ανέλαβε τον έλεγχο, απέκτησε στενούς δεσμούς με τους μεγάλους καπιταλιστές του Χονγκ Κονγκ και προχώρησε σε πολιτικές που είχαν ως αποτέλεσμα την μαζική μεταφορά πλούτου από τους φτωχούς στους πλούσιους. Η κατασκευή δημόσιων κατοικιών έχει επιβραδυνθεί πάρα πολύ. Η αναμονή στην λίστα για μια εργατική κατοικία έχει φτάσει κατά μέσο όρο τα 5,5 χρόνια, κάτι που αποτελεί διαχρονικό ρεκόρ.

Μόνη λύση στο πρόβλημα είναι οι μεγάλες μεσιτικές εταιρείες καθώς και οι τράπεζες να γίνουν δημόσια ιδιοκτησία κάτω από τον δημοκρατικό έλεγχο των εργαζομένων και της κοινωνίας. Είναι ο μόνος τρόπος να να σταματήσουν να ζουν άνθρωποι σε «κλουβιά» και να αποκτήσουν πρόσβαση σε αξιοπρεπείς κατοικίες.