Για τις απαράδεκτες αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ για το προσφυγικό

Α.Φ.

Το περασμένο Σάββατο, 31 Αυγούστου, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) συνεδρίασε εκτάκτως με αντικείμενο την αντιμετώπιση των προσφυγικών ροών και την αποσυμφόρηση των «δομών φιλοξενίας». Το ΚΥΣΕΑ προεδρεύοντος του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη κατέληξε σε 7 μέτρα τα οποία επιθυμεί να εφαρμοστούν άμεσα. Ήδη ένα από αυτά, η μεταφορά 1.500 ανθρώπων από το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) της Μόριας, σε «δομή φιλοξενίας» ξεκίνησε να πραγματοποιείται, με τη μεταφορά ανθρώπων στη Νέα Καβάλα του Κιλκίς.

Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα μέτρα κινούνται γύρω από μία στρατοκρατική και αστυνομοκρατική αντίληψη, αφού επικεντρώνονται στην εντατικοποίηση της επιτήρησης των συνόρων, με ενδυνάμωση της συνεργασίας των ελληνικών με τις υπερεθνικές δυνάμεις -FRONTEX και NATO- αλλά και την εντατικοποίηση των ελέγχων των εγγράφων που φέρουν μαζί τους οι πρόσφυγες και οι μετανάστες οι οποίοι εντοπίζονται στην ενδοχώρα.

Καταργείται το δικαίωμα στην έφεση!

Παράλληλα, καταπατώντας μία σειρά νόμων του διεθνούς, ευρωπαϊκού και εθνικού θεσμικού πλαισίου, η κυβέρνηση μάς πληροφόρησε ότι θέλει να καταργήσει το δεύτερο βαθμό εξέτασης του αιτήματος ασύλου, με στόχο να επιταχυνθούν οι διαδικασίες επιστροφής (σ.σ. απέλασης) του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του.

Όσοι και όσες έχουμε εργαστεί στο πεδίο του προσφυγικού, γνωρίζουμε από πρώτο χέρι περιπτώσεις κατά τις οποίες αιτήματα ασύλου έχουν απορριφθεί λόγω προχειρότητας, λόγω λαθών σε σημαντικά στοιχεία όπως η καταγραφή της σωστής ηλικίας του αιτούντος, ή ακόμα και παράλειψης εξιστόρησης τραυματικών εμπειριών από την πλευρά του αιτούντος/ουσας κατά τη διάρκεια της συνέντευξης λόγω ανυπαρξίας ασφαλούς πλαισίου. Για να δώσουμε ένα «απλό» παράδειγμα, υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων οι οποίοι δεν έχουν νιώσει ασφαλείς ώστε να διηγηθούν κατά τη διάρκεια της πρώτης συνέντευξης ασύλου περιστατικά βίας, βιασμών και βασανιστηρίων τα οποία υπέστησαν είτε στις χώρες καταγωγής τους, είτε κατά τη διάρκεια της μετακίνησης τους. Πολλές φορές λοιπόν τα αιτήματά τους απορρίπτονται, καθώς θεωρείται ότι δεν κινδυνεύουν με την πιθανή «επιστροφή» τους στις χώρες καταγωγής τους. Είναι κρίσιμο για κάθε αιτούντα άσυλο να έχει τη δυνατότητα επανεξέτασης του αιτήματός του, ιδανικά μετά από τη συμβουλή δικηγόρου και τη διαμεσολάβηση ψυχοκοινωνικής στήριξης. Η επίσπευση των διαδικασιών ασύλου μέσω ενός τέτοιου μέτρου δε θα φέρει τίποτα άλλο, παρά περισσότερη αδικία.

Συνεχίζοντας στην ίδια -λάθος- κατεύθυνση

Η αλήθεια είναι ότι η νέα κυβέρνηση, αν και τραβάει τα πράγματα σε ακόμα πιο ακραία κατεύθυνση, δεν καινοτομεί εισάγοντας αυτά τα μέτρα. Η κυβέρνηση χτίζει πάνω στις πολιτικές των προκατόχων της, της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή, οι οποίοι δέχτηκαν να θεωρείται η Τουρκία ασφαλής τρίτη χώρα ανοίγοντας έτσι το δρόμο στην επαναπροώθηση προσφύγων στη γείτονα, δέχτηκαν να κατηγοριοποιούνται οι αιτούντες άσυλο βάσει των χωρών καταγωγής τους σε «χώρες με υψηλό και χώρες με χαμηλό ποσοστό αναγνώρισης προσφύγων», ενώ θεσμοθέτησαν το μέτρο γεωγραφικού περιορισμού στα νησιά, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζονται οι πρόσφυγες στα νησιά επί μήνες ή και χρόνια, χωρίς καμία ουσιαστική πρόνοια για τις συνθήκες διαβίωσής τους.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ωστόσο, πρώτα με την υπαγωγή του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής στο Υπουργείο «Προστασίας Πολίτη» και τώρα, με την εισαγωγή αυτών των μέτρων, βάζει και αυτή το λιθαράκι της ώστε να αντιμετωπίζεται συνολικά το ζήτημα της μετανάστευσης ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας, το οποίο πρέπει να «λύνει» ο στρατός, το λιμενικό, η αστυνομία και τα κέντρα κράτησης. Ας αναρωτηθούμε πρώτα απ’ όλα πώς είναι δυνατόν το ΚΥΣΕΑ να συνεδριάζει και καταλήγει να προτείνει μέτρα τα οποία είναι εκτός της αρμοδιότητάς του, όπως αυτό της κατάργησης της δευτεροβάθμιας εξέτασης του αιτήματος ασύλου. Δεν είναι -και δε θα έπρεπε να είναι- καθόλου αυτονόητο το να λαμβάνονται τέτοιου είδους αποφάσεις που καταστρατηγούν στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα από το όργανο που υποτίθεται είναι υπεύθυνο για τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.

Αυτή η πολιτική κατεύθυνση είναι εκείνη στην οποία μας καλεί να συνηθίσουμε και η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία από την εισαγωγή του συστήματος Σένγκεν και έπειτα, έχει στρέψει το κέντρο βάρους της μεταναστευτικής της πολιτικής στο πάση θυσία κλείσιμο των εξωτερικών της συνόρων («Ευρώπη-φρούριο»). Από το 2015 και έπειτα η πολιτική αυτή εντατικοποιήθηκε, με την εισαγωγή του συστήματος hotstpot, οπότε υπηρεσίες της Ε.Ε. όπως η FRONTEX και το Ευρωπαϊκό Γραφείο Υποστήριξης Ασύλου (EASO) επιχειρούν -και επίσημα- στα συνοριακά εδάφη της Ελλάδας και της Ιταλίας. Το όργανο που αποφασίζει για αυτά τα ζητήματα, η λεγόμενη Γενική Διεύθυνση Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων (DG Migration and Home Affairs) μάλιστα λίγο πριν τις πρόσφατες ευρωεκλογές μπόρεσε να περάσει στο ευρωκοινοβούλιο ένα μέτρο που αφορούσε τις προσλήψεις χιλιάδων στελεχών στη FRONTEX, ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό των δυνάμεών της σε 10.000 έως το 2020.

Πόσα χρόνια κρατάει μία κρίση;

Πρόκειται για κρίση; Ναι, αλλά είναι μία κρίση ανθρωπιστική, όχι μία κρίση εθνικής ασφάλειας. Οι συνθήκες στα ΚΥΤ στα 5 νησιά (Λέσβο, Χίο, Σάμο, Λέρο και Κω) παραβιάζουν κάθε έννοια ανθρώπινου δικαιώματος. Σε όλα ανεξαιρέτως τα ΚΥΤ οι διαμένοντες έχουν ξεπεράσει τη χωρητικότητα των δομών κατά πολλές χιλιάδες. Οι υπηρεσίες υγείας και ψυχοκοινωνικής στήριξης, μέσω του ΕΟΔΥ (πρώην ΚΕΕΛΠΝΟ) είναι σχεδόν ανύπαρκτες, με 1 έως κανένα γιατρό κατά περίπτωση. Τα λεγόμενα safe zone για τους ασυνόδευτους ανήλικους είτε υπάρχουν μόνο στα χαρτιά, είτε είναι τόσο υπερκορεσμένα που είναι «safe» μόνο κατ’ όνομα. Μόλις πριν λίγες μέρες στη Μόρια, ο 15χρονος πρόσφυγας, Reza Ebrahimi, έπεσε νεκρός μετά από συμπλοκή με συνομήλικους του, ενώ παιδιά τα οποία εξεγέρθηκαν για τις συνθήκες διαβίωσης, απαιτώντας τη μεταφορά τους στην Αθήνα, αντιμετωπίστηκαν με δακρυγόνα από τα ΜΑΤ.

Παράλληλα, «τρέχουν» οι εξώσεις αυτοδιαχειριζόμενων δομών στέγασης στην Αθήνα, ενώ οι δομές φιλοξενίας, οι οποίες υπάγονται στο πρόγραμμα ESTIA της Ύπατης Αρμοστείας για τους Πρόσφυγες, πρόκειται να προχωρήσουν -αν δεν έχουν αρχίσει ήδη- σε εξώσεις όσων διαμένουν εκεί, προκειμένου να φιλοξενήσουν προσωρινά άλλους, σε έναν ατέλειωτο φαύλο κύκλο επισφάλειας και προσωρινότητας.

Δεν είναι δυνατό, δεν είναι λογικό να περιμένει κανείς ότι οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των προσφύγων και των μεταναστών θα λυθούν με το να γιγαντώνονται οι δυνάμεις καταστολής και επιτήρησης! Δεν είναι δυνατό στη Σάμο όπου η μεγάλη πλειοψηφία των αιτούντων άσυλων μένει εκτός ΚΥΤ, σε σκηνές και αυτοσχέδια καταλύματα, χωρίς τα στοιχειώδη όπως πρόσβαση σε ρεύμα και νερό, η κυβέρνηση και η Ε.Ε. να αποφασίζουν να δώσουν προτεραιότητα στη FRONTEX, εγκαθιστώντας Ζέπελιν και ένα κινητό ραντάρ, προκειμένου να παρακολουθεί τις βάρκες που περνάνε από την Τουρκία -μια είδηση η οποία παρεμπιπτόντως πέρασε στα ψιλά, λόγω Αυγούστου!

Δεν είναι επίσης δυνατό να περιμένει κανείς ότι τα μέτρα αυτά θα λύσουν κάποιο από τα προβλήματα των ντόπιων κατοίκων στις περιοχές όπου εγκλωβίζονται πρόσφυγες και μετανάστες. Αντίθετα, τέτοιου είδους μέτρα θα οξύνουν τις εντάσεις που ήδη υπάρχουν. Η προτεραιότητα θα έπρεπε να δοθεί στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των προσφύγων, κάτι που θα βοηθούσε στην ένταξή τους στις τοπικές κοινωνίες.

Τι θα έπρεπε να συμβαίνει;

Όπως έχουμε γράψει και στο παρελθόν, χρειάζεται μια συνολική αλλαγή της πολιτικής κατεύθυνσης και των αντίστοιχων πρακτικών, με άμεσα μέτρα:

  • Να μην περάσει το μέτρο της κατάργησης της δευτεροβάθμιας εξέτασης του αιτήματος ασύλου
  • Να περάσει η διαχείριση των προσφυγικών ροών στην ευθύνη ενός δημόσιου φορέα που θα καλύψει όλες τις βασικές ανάγκες των προσφύγων και των μεταναστών σε συνθήκες αξιοπρεπείς, θα χορηγήσει με γρήγορους ρυθμούς άσυλο στους αιτητές ασύλου, θα διευκολύνει τη συνέχιση του ταξιδιού τους σε άλλες χώρες της Ευρώπης και του κόσμου και θα οργανώσει προγράμματα ένταξης για όσους θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα.
  • Ο δημόσιος αυτός φορέας θα πρέπει να προσλάβει τους εργαζόμενους στις ΜΚΟ που έχουν την κατάλληλη εμπειρία αλλά να προχωρήσει και σε νέες προσλήψεις έτσι ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σ’ αυτό το τεράστιο έργο. Θα πρέπει επίσης να λειτουργεί στη βάση εργατικού ελέγχου και διαχείρισης, πράγμα που σημαίνει ότι στη λήψη των αποφάσεων πρέπει να συμμετέχουν οι ίδιοι εργαζόμενοι, μαζί με εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, και μαζί με εκπροσώπους άλλων εργατικών σωματείων, όπως εκπαιδευτικών, κοινωνικών λειτουργών, κλπ, εκπροσώπους αντιρατσιστικών, γυναικείων, κλπ οργανώσεων, κοκ.
  • Μόνο με την εφαρμογή τέτοιων πολιτικών, θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για το τέλος της κρίσης στην αντιμετώπιση του προσφυγικού. Αντίθετα όσο δίνεται προτεραιότητα στην επιτήρηση, την καταστολή και τις «γρήγορες διαδικασίες», οι πτυχές του προσφυγικού ζητήματος θα γίνονται ολοένα και πιο δύσκολες για όλους και όλες μας. Μέχρι να αλλάξουν αυτές οι πολιτικές οι οποίες αντιμετωπίζουν τη μετανάστευση και την προσφυγιά σαν έγκλημα, εμείς θα προτάσσουμε την αλληλεγγύη μας  και φυσικά θα συνεχίσουμε να παλεύουμε  με σκοπό να σταματήσουν οι πόλεμοι, οι δικτατορίες και η εκμετάλλευση των χωρών της Αφρικής και της Ασίας από τις δυτικές πολυεθνικές, ώστε να μην αναγκάζεται κανένας να φύγει χωρίς τη θέληση του από τον τόπο του!

Θεματικές

,