Γερμανία: απογοήτευση και πόλωση καθώς πλησιάζουν οι εκλογές

09/07/2017
Comments off
650 Views
Του Σάσα Στάνισιτς, Σοσιαλιστική Εναλλακτική (SAV) – γερμανικό τμήμα της CWI (Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή)
Μετάφραση Αλέξανδρος Πραντούνας
Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στις 30 Ιουνίου, στη σελίδα www.socialistworld.net και έχει γραφτεί πριν τα γεγονότα των σημαντικών διαδηλώσεων στο Αμβούργο ενάντια στη σύνοδο των 20 πλουσιότερων χωρών (G20). Τις επόμενες μέρες θα υπάρξει στο www.xekinima.org αναλυτικό ρεπορτάζ για αυτή την κινητοποίηση.

 

Σχεδόν 3 μήνες πριν λάβουν χώρα οι βουλευτικές εκλογές στη Γερμανία, η καγκελάριος Μέρκελ φαίνεται να έχει μια εύκολη αναμέτρηση μπροστά της και να είναι σε θέση να επιλέξει ποιον επιθυμεί να έχει κυβερνητικό εταίρο στην επόμενη κυβέρνηση.

ekloges-germania-660

Το μισητό «φιλελεύθερο» Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP), που πετάχτηκε εκτός κοινοβουλίου στις προηγούμενες εκλογές είναι πιθανό να επιστρέψει, καθώς είναι στο 10% περίπου σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Μόλις μερικούς μήνες πριν φαινόταν πως το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) μπορούσε να φτάσει τους συντηρητικούς Χριστιανοδημοκράτες (CDU/CSU) της Μέρκελ μετά την ανακήρυξη ως επικεφαλής του Μάρτιν Σουλτς (πρώην προέδρου του ευρωκοινοβουλίου). Αλλά μόνο δυο μήνες μετά, το SPD ξανάρχισε να χάνει έδαφος στις δημοσκοπήσεις.

Η Γερμανία χτυπήθηκε σκληρά από την παγκόσμια ύφεση το 2008-9 αλλά βγήκε από αυτήν ως «νικητής της κρίσης» εξάγοντας ντε φάκτο τις συνέπειες της σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό έγινε μέσω μιας πολιτικής χαμηλών μισθών, επιθετικού ανταγωνισμού και χρήσης της πολιτικής και οικονομικής δύναμης της Γερμανίας για την επιβολή λιτότητας στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Ενώ αυτό οδήγησε στην αύξηση της ανεργίας και σε τεράστιες περικοπές στις κοινωνικές υπηρεσίες σε πολλές άλλες χώρες της ΕΕ, η Γερμανία είχε ρεκόρ απασχόλησης, αύξηση των πραγματικών μισθών για ορισμένους εργαζόμενους και κάποιες πολύ περιορισμένες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, όπως η καθιέρωση ενός (πολύ χαμηλού για τα δεδομένα της Γερμανίας) κατώτατου μισθού, αρχικά της τάξης των 8,5€ και τώρα 8,84€ την ώρα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνική κατάσταση για τη πλειοψηφία των εργαζομένων στη Γερμανία έχει βελτιωθεί ή είναι καλή. Αντίθετα, η Γερμανία έχει μια από τις μεγαλύτερες μερίδες χαμηλόμισθων εργαζομένων πανευρωπαϊκά, η εντατικοποίηση στην εργασία έχει αυξηθεί δραματικά και τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατακόρυφα στις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας. Οι περικοπές στο κράτος πρόνοιας που άρχισαν στις περισσότερες χώρες της ΕΕ μετά την ύφεση του 2008-9, ξεκίνησαν στη Γερμανία το 2004 από την τότε κυβέρνηση συνεργασίας SPD/Πράσινων και έγιναν γνωστές με το όνομα «Ατζέντα 2010».

Ωστόσο η μαζική συνείδηση τη περίοδο που διανύουμε δεν καθορίζεται από αυτό, αλλά περισσότερο από το γεγονός ότι η Γερμανία φαίνεται να είναι περικυκλωμένη από χώρες με αυξανόμενες κρίσεις και αστάθεια, εναν κόσμο όπου ο πόλεμος και ο τρόμος κυριαρχούν και άνθρωποι όπως ο Τραμπ ή η Μαρίν Λεπέν γίνονται ισχυρότεροι. Για πολλούς Γερμανούς, η σχετική σταθερότητα της χώρας φαντάζει να είναι κάτι που πρέπει να υποστηριχθεί και θεωρούν τη καγκελάριο Μέρκελ ως εγγυητή αυτής της σταθερότητας.

Αυτός ήταν ο βασικός παράγοντας που οδήγησε το συντηρητικό CDU στο να κερδίσει τρεις περιφερειακές εκλογές φέτος και να βρίσκεται ψηλά στις δημοσκοπήσεις για τις επικείμενες εκλογές του Σεπτέμβρη. Αλλά αυτή είναι μόνο η μια πλευρά του νομίσματος.

Άλλες εξελίξεις δείχνουν την πιθανή αλλαγή της κατάστασης. Μια από αυτές είναι η άνοδος και η πτώση του SPD στις δημοσκοπήσεις. Το Γενάρη παραιτήθηκε ο τότε επικεφαλής του κόμματος, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, και τέθηκε επικεφαλής ο Μάρτιν Σουλτς. Ο Σουλτς ήταν πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου για πολλά χρόνια. Ενώ υπήρξε υπερασπιστής του τωρινού μεγάλου συνασπισμού, της Ατζέντας 2010, του εκβιασμού της Ελλάδας από την ελίτ της ΕΕ και εκατομμυριούχος ο ίδιος παρουσιάστηκε σαν «εκτός του κατεστημένου». Αυτό βασίστηκε στο γεγονός ότι δεν ανήκε στη γερμανική κυβέρνηση και δεν είχε παίξει, μέχρι τότε, αποφασιστικό ρόλο στην ηγεσία του SPD. Ο Σουλτς επίσης φαινόταν να υπερασπίζεται τα δικαιώματα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου απέναντι στις εθνικές κυβερνήσεις και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Επιπλέον, ο Σουλτς υποσχέθηκε να επαναφέρει με την προεκλογική του εκστρατεία την «κοινωνική δικαιοσύνη» στην ατζέντα. Μέσα σε μια νύχτα το SPD ανέβηκε σχεδόν 10 μονάδες στις δημοσκοπήσεις (ξεκινώντας από ένα ιστορικά χαμηλό ποσοστό). Περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι εντάχθηκαν στο κόμμα και υπήρξε από τα ΜΜΕ ένας ενορχηστρωμένος ενθουσιασμός για τον Σουλτς. Από τον Γενάρη ως τον Μάρτη, συζητιόταν πλατιά εάν το SPD θα μπορούσε να βγει πρώτο και αν μια κυβέρνηση συνασπισμού του SPD, του Die LInke και των Πρασίνων ήταν μια ρεαλιστική προοπτική. Αυτό αντανακλούσε το αίσθημα ανάμεσα σε πλατιά κοινωνικά στρώματα ότι δεν υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη στη Γερμανία και ότι η πολιτική γίνεται για τα συμφέροντα μιας πλούσιας μειοψηφίας. Αλλά ο Σουλτς συμπεριφέρθηκε σαν ποδοσφαιριστής πριν από πέναλτι που παίρνει φόρα και μετά… δεν σουτάρει καθόλου.

Μετά από μερικές βδομάδες έγινε καθαρό πως οι αναφορές του στη κοινωνική δικαιοσύνη ήταν απλά κενά λόγια χωρίς συγκεκριμένες πολιτικές δεσμεύσεις. Μετά τις περιφερειακές εκλογές στο Σάαρλαντ, τον Μάρτη, όπου το SPD ηττήθηκε από ένα ενδυναμωμένο CDU, ο Σουλτς έκανε σαφές πως δεν σχεδιάζει μια συμμαχία με το Die Linke και τους Πράσινους και μάλιστα δήλωσε ότι είναι ανοιχτός για συμμαχία με το φιλελεύθερο FDP – το «μικρό κόμμα των μικρών επιχειρήσεων». Αυτό που ξεκίνησε σαν ένα κίνημα για αλλαγή αποδείχτηκε “μία από τα ίδια” με καινούριο περιτύλιγμα. Το αποτέλεσμα είναι ότι όσοι θέλουν αλλαγή δεν βλέπουν αυτή να έρχεται μέσω του SPD και όσοι πιστεύουν ότι αντιμέτωποι με τους κινδύνους του πολέμου, της κρίσης και του δεξιού λαϊκισμού πρέπει να υπερασπιστούν το στάτους κβο, επιλέγουν τη Μέρκελ.Ταυτόχρονα, πολλοί άνθρωποι δεν συμμετέχουν πια στις εκλογές και αισθάνονται πλέον δικαιολογήμενα ότι τα κόμματα του κατεστημένου δεν ενεργούν προς το συμφέρον τους.

Φυσικά η απειλή του δεξιού λαϊκισμού δεν έχει εξαφανιστεί. Το σχετικά νέο δεξιό λαϊκίστικο κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AFD) έχει κατάφερει να μπει στα 13 από τα 16 περιφερειακά κοινοβούλια της Γερμανίας τα τελευταία χρόνια. Ενώ η υποστήριξη προς το AFD φαίνεται να έχει μειωθεί, εξακολουθεί να είναι ανάμεσα στις 7 και τις 9 μονάδες στις δημοσκοπήσεις και πιθανότατα θα καταφέρει να εισέλθει στο εθνικό κοινοβούλιο τον Σεπτέμβρη. Ωστόσο η δυναμική που έφερε το AFD στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια της «προσφυγικής κρίσης» το 2015-16 έχει τελειώσει. Και ενώ πέρσι η αυξημένη συμμετοχή στις εκλογές ωφέλησε κυρίως το AFD, φέτος πολλοί ψηφοφόροι που απείχαν από τις τελευταίες εκλογές, θα συμμετάσχουν ακριβώς για να φράξουν το δρόμο στους δεξιούς λαϊκιστές.

Το AFD περνάει σοβαρές εσωτερικές τριβές, με τη μια πτέρυγα να είναι ανοιχτά ακροδεξιά, και να έχει ιδεολογικές διασυνδέσεις με το νεοφασισμό. Ακόμα και η πλειοψηφία των ψηφοφόρων του AFD λεει ότι το κόμμα θα έπρεπε να είναι λιγότερο ανοιχτό στην άκρα δεξιά. Αλλά οι δυο πτέρυγες χρειάζονται η μια την άλλη και μια ανακωχή έλαβε χώρα στο συνέδριο του κόμματος τον περασμένο Απρίλη.

Η αντίσταση στο AFD θα παραμείνει σημαντική προτεραιότητα για την Αριστερά. Αλλά αυτές οι εξελίξεις υπογραμμίζουν την άποψη της SAV ότι δεν έχει υπάρξει μια συνολική δεξιά στροφή στη κοινωνία. Στη πραγματικότητα, υπήρξε μια πόλωση, η οποία εκφράστηκε από τη μια στη μαζική αλληλεγγύη προς τους πρόσφυγες μετά το 2015, στις μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στην TTIP και ενάντια στον ρατσισμό και από την άλλη στο AFD. Αυτή η πόλωση υποχώρησε φέτος, με μια κίνηση εκλογικά προς το «κέντρο», γύρω από τη Μέρκελ.

Η Μέρκελ παρουσιάζεται σαν υπερασπιστής των «γερμανικών συμφερόντων» ενάντια, για παράδειγμα, στον Τραμπ, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζει μια “νηφάλια και ανθρώπινη” πολιτική για τους πρόσφυγες. Αυτή στάση προκαλεί κάποια υποστήριξη, καθώς πολλοί εργαζόμενοι δυστυχώς δεν κατανοούν πως για τη Μέρκελ και το σινάφι της τα «γερμανικά συμφέροντα» είναι τα συμφέροντα του γερμανικού καπιταλισμού, όχι η ευημερία των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Εν μέρει αυτή η στάση οφείλεται στην ηγεσία των συνδικάτων, η οποία υπερασπίστηκε τόσο την «κοινωνική συνύπαρξη» με την τάξη των καπιταλιστών, όσο και την –βασισμένη στις εξαγωγές- οικονομική πολιτική της. Στη πραγματικότητα, η κυβέρνηση Μέρκελ σκλήρυνε τη νομοθεσία περί ασύλου, είναι υπεύθυνη για απάνθρωπες απελάσεις, ακόμη και μαθητών στο Αφγανιστάν και υποστηρίζει δικτατορίες όπως αυτή της Σαουδικής Αραβίας.

Brexit

Το Brexit και η κρίση στην ΕΕ θεωρείται επίσης από πολλούς ότι θέτουν σε κίνδυνο την οικονομική σταθερότητα της Γερμανίας. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είναι πολύ επικριτικοί απέναντι στην ΕΕ και τα θεσμικά της όργανα. Η αντίδραση της Μέρκελ στο Brexit, μαζί με τον Μακρόν και άλλους, που πιέζουν για ισχυρότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, παρουσιάζεται σαν μια κίνηση ενάντια στον εθνικισμό και την αστάθεια. Πρόκειται στη πραγματικότητα για μια αντίδραση που έχει να κάνει με τα οικονομικά συμφέροντα του γερμανικού καπιταλισμού και θα οδηγήσει στην περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της ΕΕ. Μπορεί επίσης να είναι προετοιμασία για τη δημιουργία μιας «ΕΕ του σκληρού πυρήνα» της Γερμανίας, της Γαλλίας, της πρώην ανεπίσημης «ζώνης του γερμανικού μάρκου» (Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Αυστρία) και ορισμένων ανατολικοευρωπαϊκών χωρών (Πολωνία, Τσεχία). Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι προετοιμασία για την περίπτωση ορισμένες χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία ή η Πορτογαλία να προσπαθήσουν να εγκαταλείψουν την ευρωζώνη ακολουθώντας το παράδειγμα της Βρετανίας, ή, όπως συνέβη στη περίπτωση της Ελλάδας, να προκύψουν νέες κοινωνικές και πολιτικές εκρήξεις.

Σε αυτή τη κατάσταση, το Die Linke (“η Αριστερά”) βρίσκεται σήμερα μεταξύ του 6 και του 10% στις δημοσκοπήσεις (έλαβε 8,6% το 2013). Το κόμμα έχασε ψήφους στις περιφερειακές εκλογές στην ανατολική Γερμανία, όπου παραδοσιακά έχει ισχυρότερη βάση αλλά θεωρείται σαν κόμμα του κατεστημένου γιατί συμμετέχει σε τοπικές κυβερνήσεις συνεργασίας σε 3 ομοσπονδιακά κρατίδια. Από την άλλη αύξησε τις ψήφους του στις περιφερειακές εκλογές στα κρατίδια Σλέσουιγκ-Ολστάιν και Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας της πρώην δυτικής Γερμανίας, όπου ξεκινούσε από χαμηλά ποσοστά, αποτυγχάνοντας παρόλα αυτά να φτάσει το 5% για να πετύχει την είσοδο του στο τοπικό κοινοβούλιο. Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ωστόσο ότι το κόμμα μπορεί να αυξήσει τις ψήφους του στη βάση ενός πιο αριστερού προφίλ.

Το Die Linke είναι ακόμα στη πραγματικότητα δυο κόμματα σε ένα, με τη μια πτέρυγα να υιοθετεί κοινοβουλευτικό προσανατολισμό με στόχο να πάρει μέρος σε καπιταλιστικές κυβέρνησεις μαζί με το SPD και τους Πράσινους και μια άλλη πτέρυγα να αποτελείται από ανθρώπους με αριστερές ρεφορμιστικές είτε αντικαπιταλιστικές ιδέες. Όσο η ηγεσία του κόμματος, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, συνεχίζει να διακηρύσσει την ετοιμότητα της για συνεργασίες με το SPD και τους Πράσινους, το κόμμα θα φαντάζει στους πολλούς απλά σαν την αριστερή πτέρυγα του κατεστημένου και όχι σαν μια μαχητική δύναμη που υπερασπίζεται και παλεύει για τα δικαιώματα των εργαζομένων, των ανέργων και των καταπιεσμένων. Αυτό ενισχύεται από την πολιτική που ασκεί το Die Linke στις περιφερειακές κυβερνήσεις που συμμετέχει.

Μόλις πρόσφατα το κόμμα καταψήφισε ένα νόμο στο εθνικό κοινοβούλιο που αφορούσε προετοιμασίες για την ιδιωτικοποίηση των αυτοκινητόδρομων. Αλλά στη Πάνω Βουλή, που αποτελείται από εκπροσώπους τοπικών κυβερνήσεων, τα μέλη του Die Linke ψήφισαν υπέρ, καθώς το μέτρο περιλαμβανόταν σε ένα νόμο που έδινε επίσης στα τοπικά κρατίδια μεγαλύτερο μερίδιο του εθνικού φορολογικού εισοδήματος. Έτσι, οι 3 περιφερειακές κυβερνήσεις στις οποίες το Die Linke συμμετέχει ψήφισαν υπέρ, δηλαδή κόντρα στηθέσης αρχής του Die Linke ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις. Ο πρωθυπουργός της Θουρυγγίας και μέλος του Die Linke, Μπόντο Ραμέλοου, δικαιολόγησε αυτή τη στάση μιλώντας για «αλληλεγγύη μεταξύ των τοπικών κρατιδίων» και εκφράζοντας την άποψη του ότι το Die Linke στη κυβέρνηση δεν είναι εκπρόσωπος των εργαζομένων αλλά «όλων».

Αυτή η συμπεριφορά στις ψηφοφορίες έγινε αντικείμενο κριτικής και απορρίφθηκε από την εθνική επιτροπή του κόμματος και από το πανεθνικό του συνέδριο, που έγινε τον Ιούνη. Στο συνέδριο ψηφίστηκε ένα εκλογικό μανιφέστο που αποτελεί βήμα προς τα αριστερά σε σύγκριση με το αντίστοιχο του 2013. Με δεδομένο το γεγονός ότι μια συμμαχία με το SPD και τους Πράσινους έχει προς το παρόν ντε φάκτο απορριφτεί σε ένα πανεθνικό επίπεδο, δεδομένων των δημοσκοπικών επιδόσεων των 3 κομμάτων και της στάσης του SPD που έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο, ορισμένοι στην ηγεσία του Die Linke, όπως η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, Σάρα Βάγκενκνεχτ, έχουν υιοθετήσει ένα πιο ριζοσπαστικό αντιπολιτευτικό τόνο. Άλλοι, όπως η μια από τους δυο επικεφαλής, Κάτια Κίπινγκ, προσπαθούν να ασκήσουν πίεση στο SPD για να αλλάξει τη στάση του.

Το συνέδριο του Die Linke

Τα μέλη της SAV συμμετείχαν στο συνέδριο του κόμματος, μαζί με άλλους συντρόφους από την αριστερή πτέρυγα του κόμματος, απαιτώντας καθαρότερες θέσεις ενάντια στη συμμετοχή σε καπιταλιστικές κυβερνήσεις και μια αντικαπιταλιστική και σοσιαλιστική φυσιογνωμία για το κόμμα.

Η προεκλογική εκστρατεια θα ξεκινήσει σε λίγο και τα μέλη της SAV θα παρέμβουν σε αυτήν υπέρ του Die Linke, προσπαθώντας να συνδέσουν την προεκλογική εκστρατεία με τους τοπικούς και συνδικαλιστικούς αγώνες και με την πάλη ενάντια στην ακροδεξιά. Στο εργασιακό και συνδικαλιστικό μέτωπο δεν υπάρχει μεγάλος αριθμός αγώνων αυτή τη στιγμή. Ωστόσο ο συνεχιζόμενος αγώνας για την πρόσληψη περισσότερου προσωπικού στα νοσοκομεία είναι πολύ σημαντικός και η προβολή του θα αποτελέσει προτεραιότητα για τις προεκλογικές μας δραστηριότητες. Μετά από τη νικηφόρα μάχη των εργαζομένων του νοσοκομείου Charite στο Βερολίνο (το μεγαλύτερο νοσοκομείο στην Ευρώπη, στο οποίο μέλη της SAV παίζουν ηγετικό ρόλο στο σωματείο και την επιτροπή αλληλεγγύης που συστάθηκε) που πάλεψαν για συλλογική σύμβαση που να προβλέπει κανονισμούς για την επαρκή στελέχωση των νοσοκομείων, το παράδειγμα τους ακολούθησαν εργαζόμενοι σε νοσοκομεία και σωματεία σε όλη τη χώρα. Αυτό πίεσε την ηγεσία του κλαδικού συνδικάτου του δημοσίου τομέα Ver.di. να αναλάβει δράση. Απεργίες έχουν γίνει σε νοσοκομεία στο Σάαρλαντ και προειδοποιητικές απεργίες έχουν σχεδιαστεί για τον Σεπτέμβρη σε 20 νοσοκομεία. Την ίδια στιγμή, η ηγεσία του Ver.di. στερείται μιας καθαρής και μαχητικής στρατηγικής. Σε μια πρόσφατη συνδιάσκεψη συνδικαλιστών από το χώρο των νοσοκομείων, οι προτάσεις των μελών της SAV για πιο συντονισμένη δράση σε αυτόν τον αγώνα είχαν θετικό αντίκτυπο. Το σωματείο στο νοσοκομείο Charite προετοιμάζεται για νέα απεργιακή δράση επειδή η εργοδοσία δεν σέβεται τους κανονισμούς που συμφωνήθηκαν κατά την υπογραφή συλλογικής σύμβασης ένα χρόνο πριν.

Η Γερμανία αντιμετωπίζει μιας χαμηλότερης έντασης κοινωνική κρίση και πόλωση απ’ ότι άλλες χώρες, με μια κυρίαρχη αίσθηση στην κοινωνία υπέρ της σταθερότητας σε έναν ασταθή κόσμο. Αυτό είναι ένα προσωρινό φαινόμενο το οποίο θα αλλάξει μόλις αλλάξει η οικονομική κατάσταση – κάτι που θα συμβεί σίγουρα δεδομένης της μεγάλης εξάρτησης της γερμανικής οικονομίας από τις εξαγωγές. Την ίδια στιγμή, υπάρχει δυσαρέσκεια και απογοήτευση κάτω από την επιφάνεια, στην οποία θα μπορούσαν να επενδύσουν το Die Linke και τα συνδικάτα. Ωστόσο, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, οι βουλευτικές εκλογές του Σεπτέμβρη πιθανότατα θα αναδείξουν νικητή το συντηρητικό CDU/CSU, επικεφαλής μιας κυβέρνησης συνεργασίας που δεν αποκλείεται να είναι συνεργασία CDU/CSU, FDP και Πρασίνων. Δεν αποκλείεται μια νέα κυβέρνηση να προχωρήσει γρήγορα σε νέες επιθέσεις, με δεδομένο ότι το 2018 δεν θα υπάρχουν σημαντικές περιφερειακές εκλογές.

Αλλά η επανεκλογή της Μέρκελ δεν θα σημάνει αυτόματα μια μακρά περίοδο συντηρητικής εξουσίας. Η σταθερότητα της Γερμανίας είναι ιδιαίτερα εξαρτημένη από την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία, που είναι και οι δύο εύθραυστες. Ακόμη και τώρα υπάρχουν σημάδια αστάθειας στη γερμανική πολιτική σκηνή με επαναλαμβανόμενα αποτελέσματα «έκπληξη» σε διάφορες περιφερειακές εκλογικές αναμετρήσεις. Η αστάθεια της πολιτικής κατάστασης στη Γερμανία, καθώς επίσης και η ευελιξία της γερμανικής άρχουσας τάξης, φαίνεται στο γεγονός πως αυτή τη στιγμή υπάρχουν 13 διαφορετικοί τύποι κυβερνητικών συμμαχίων στα 16 κρατίδια της Γερμανίας. Μια αλλαγή στην κατάσταση θα μπορούσε να οδηγήσει στο ξέσπασμα μεγάλων διαμαρτυριών, όπως είδαμε στο μαζικό κίνημα που ξεκίνησε από τα κάτω το 2003 ενάντια ενάντια στη κυβέρνηση SPD-Πρασίνων και τις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις της «Ατζέντας 2010». Η διεθνής κατάσταση, με την αρνητική πλευρά των οξυμένων συγκρούσεων παγκοσμίως και την προεδρία Τραμπ, αλλά και με τη θετική, όπως αυτή εκφράζεται με τις νέες εξελίξεις γύρω από την Αριστερά (άνοδος του Ποδέμος στην Ισπανία, το κίνημα γύρω από τον Σάντερς στις ΗΠΑ και, πιο πρόσφατα, η εκλογική επιτυχία του Κόρμπιν στη Βρετανία) έχουν επίσης επίδραση στη κατάσταση και αυξάνουν το ενδιαφέρον για τις σοσιαλιστικές και μαρξιστικές ιδέες. Για αυτό είμαστε αισιόδοξοι για την ενίσχυση των δυνάμεων της Επιτροπής για μια Εργατική Διεθνή-CWI στη Γερμανία, προετοιμαζόμενοι για τους μεγάλους αγώνες που βρίσκονται μπροστά μας.

Θεματικές