Εθνικό και κοινωνικό ζήτηµα στο Βέλγιο: τι πραγµατικά συµβαίνει

29/08/2016
Comments off
1,203 Views
Του Eric Bill 
Ο Eric Bill (Έρικ Μπιλ) είναι μέλος του Linkse Socialistiche Partij/ Parti Socialiste de Lutte (LSP/PSL – Αριστερό Σοσιαλιστικό Κόμμα) αδελφή οργάνωση του «Ξ» στο Βέλγιο. Το άρθρο αυτό συμπεριλαμβάνεται στον τελευταίο τόμο της Μαρξιστικής Σκέψης, αριθμός 20.

 

 

Όταν οι άνθρωποι στην Ελλάδα αναφέρονται στις Βρυξέλλες σήμερα, πιθανότατα θα σκέφτονται για τις τρομοκρατικές επιθέσεις αυτοκτονίας στο αεροδρόμιο και το μετρό στις 22 Μάρτη, με τους 35 νεκρούς και τους πάνω από 300 τραυματίες. Κάποιες εβδομάδες νωρίτερα, οι Βρυξέλλες θα συνδέονταν με την προσφυγική κρίση και την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εμποδίσει τα κράτη μέλη να κλείσουν τα εσωτερικά σύνορα. Λιγότερο από ένα χρόνο πριν, πολλοί Έλληνες θα ταύτιζαν τις Βρυξέλλες με τη βάναυση και αντιδημοκρατική επιβολή της πολιτικής λιτότητας της Ευρώπης στην κυβέρνηση Τσίπρα. Από την έναρξη της παγκόσμιας Μεγάλης Ύφεσης πριν 7-8 χρόνια, τα γεγονότα έχουν επιταχυνθεί απίστευτα γρήγορα.

CeJHGDpWoAAXgKu.jpg large

Φαίνεται αιώνες πριν, αλλά οι εθνικές εντάσεις προκάλεσαν δύο βαθιές συνταγματικές κρίσεις στο Βέλγιο. Χρειάστηκε ένα ρεκόρ 194 ημερών για να σχηματιστεί μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2007 και άλλο ένα παγκόσμιο ρεκόρ 541 ημερών μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2010. Μέχρι σήμερα, κανένα από τα βαθύτερα αίτια αυτής της πολιτικής κρίσης, δεν έχει επιλυθεί.

Όλα αυτά δείχνουν την ανικανότητα του καπιταλιστικού συστήματος να διαχειριστεί την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία σε μια περίοδο παγκόσμιας οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής κρίσης. Κάθε μέρα καταναλώνουμε προϊόντα που παράγονται σε όλο τον κόσμο. Υπάρχει ένας παγκόσμιος καταμερισμός της εργασίας που επιβάλλεται από τις κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που ελέγχουν την παγκόσμια αγορά. Αλλά παντού, οι παλιές βεβαιότητες φαίνεται να χάνουν έδαφος. Ο μονοπολικός κόσμος που ακολούθησε την κατάρρευση του σταλινισμού –μιας άθλιας εκτροπής του σοσιαλισμού– με μια κύρια ανίκητη ιμπεριαλιστική δύναμη ικανή να επιβάλλει κατά βούληση αλλαγές καθεστώτων με χειρουργικές επεμβάσεις, δοκιμάζεται έντονα.

Η «ασταμάτητη» διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με ένα νόμισμα και ελεύθερη κυκλοφορία εντός των συνόρων της Σένγκεν είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ακόμη και η Σύμβαση της Γενεύης αμφισβητείται, ως αποτέλεσμα της προσφυγικής κρίσης που προκλήθηκε από την καταστροφή της Σομαλίας, του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Συρίας και της Λιβύης. Ο πόλεμος εναντίον του πολιτικού Ισλάμ έχει φτάσει σε ένα επίπεδο που ποτέ πριν δεν είχε θεωρηθεί ως ρεαλιστικό σενάριο. Οι φυσικές καταστροφές, ο βίαιος χαρακτήρας και η συχνότητά τους, αναγκάζουν σε σιωπή όσους προσποιούνταν ότι η κλιματική αλλαγή δεν είχε καμία σχέση με την ανθρώπινη δραστηριότητα. Οι επόμενες δεκαετίες θα πολλαπλασιάσουν τον αριθμό των προσφύγων. Η πυρηνική καταστροφή στην Φουκουσίμα έχει διαβρώσει περαιτέρω την αξιοπιστία της ιδιωτικής επιδίωξης του κέρδους. Όλα αυτά υπονομεύουν το καπιταλιστικό σύστημα, τους θεσμούς και τις πολιτικές του. Είναι η συνταγή για μόνιμες αναταραχές, απότομες στροφές και μεταβολές, ισχυρές ταξικές μάχες, αλλά και αντιδραστικά ξεσπάσματα. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν ανταγωνισμό μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης, μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου.

Το εθνικό ζήτημα είναι πάντα συγκεκριμένο

Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο της αναβίωσης του εθνικού ζητήματος στο Βέλγιο και σε πολλές άλλες χώρες που φαίνονταν σταθεροποιημένες για δεκαετίες, τουλάχιστον κατά τη μεταπολεμική περίοδο της πρωτοφανούς οικονομικής ανάπτυξης.

Το να εξισώσουμε το εθνικό ζήτημα σε μια συγκεκριμένη χώρα και εποχή, με εκείνο σε μια άλλη χώρα και εποχή θα ήταν λάθος. Το εθνικό ζήτημα είναι πάντα συγκεκριμένο και πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο.

Υπάρχουν πάντα ομοιότητες, υπάρχουν κάποιες γενικές αρχές οι οποίες ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένα παραδείγματα, αλλά οι διαφορές δεν είναι δευτερεύουσες. Η Σκωτία, όπως και η Καταλονία ή η Χώρα των Βάσκων, έχουν από κοινού με τη Φλάνδρα οικονομικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες περιοχές στο Ηνωμένο Βασίλειο, το ισπανικό κράτος ή το Βέλγιο. Ωστόσο, ενώ τα εθνικά αιτήματα στη Σκωτία ή την Καταλονία θεωρούνται ως ένας τρόπος για να προκληθούν ήττες στις δεξιές πολιτικές που τους επιβάλλονται από τις εθνικές αρχές, οι εθνικές συγκρούσεις στο Βέλγιο στοχεύουν στην επιβολή σκληρότερων περικοπών, τόσο στους ολλανδόφωνους  (Φλαμανδούς) όσο και στους γαλλόφωνους εργαζόμενους.

Είναι αλήθεια ότι η εθνικιστική «Νέα Φλαμανδική Συμμαχία» (Nieuw-Vlaamse Alliantie, Ν-VA) έγινε εκλογικά το ισχυρότερο κόμμα στις εκλογές του 2014, ενώ το γαλλόφωνο «Σοσιαλιστικό Κόμμα» (Parti Socialiste, PS) ο κύριος αντίπαλός της, έχασε σχεδόν 5%.

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να συμπεράνουμε ότι οι Φλαμανδοί είναι αντι-Βέλγοι εθνικιστές. Ακόμη και στο αποκορύφωμα της εθνικής διαμάχης, μόνο το 22% ήταν σαφώς υπέρ της φλαμανδικής ανεξαρτησίας, με το 42% να είναι απολύτως αντίθετοι και συνολικά 75% να προτιμούν την παραμονή στο Βέλγιο. Από τότε, οι υποστηρικτές της φλαμανδικής ανεξαρτησίας μειώθηκαν ακόμη περισσότερο.

Αρκεί να συγκρίνουμε τα ποσοστά αυτά με τα αντίστοιχα στη Σκωτία, με 45% υπέρ της ανεξαρτησίας στο δημοψήφισμα της 18ης Σεπτέμβρη 2014, ακόμη και μετά την άνευ προηγουμένου εκστρατεία εκφοβισμού, με στόχο να μετριαστεί η ψήφος υπέρ της απόσχισης. Βέβαια, η απάντηση σε αυτή τη «νίκη» του Ουέστμινστερ [σημ: το κοινοβούλιο και η έδρα της βρετανικής κυβέρνησης στο κεντρικό Λονδίνο] στο Σκωτσέζικο δημοψήφισμα δεν άργησε να έρθει. Στις 7 Μαΐου 2015, το Σκωτικό Εθνικιστικό Κόμμα κέρδισε 56 από τις 59 έδρες στη Σκωτία, αφήνοντας τους Συντηρητικούς, τους Εργατικούς και τους Φιλελεύθερους (που ήταν υπέρ της παραμονής) με μόνο μία έδρα τον καθένα. 

Είναι αλήθεια ότι η συμμετοχή στο συμβολικό δημοψήφισμα στην Καταλονία το Νοέμβριο του 2014 ήταν χαμηλή με μόνο 2,2 εκατ. από 5,5 εκατ. δυνητικούς ψηφοφόρους να πηγαίνουν στην κάλπη, αλλά παρ’ όλα αυτά το 80% των συμμετεχόντων ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας.

Ερωτώμενοι για τα κίνητρά τους στις εκλογές του Μαΐου του 2014, το 40% των ψηφοφόρων της Φλάνδρας αναφέρθηκε σε κοινωνικά θέματα, το 30% σε οικονομικά και μόλις το 6% στο εθνικό ζήτημα. Ερωτώμενοι αν επιθυμούν τη διάσπαση του Βελγίου, μόνο το 6% των Φλαμανδών ψηφοφόρων απάντησε θετικά το 2014 (έναντι 12% το 2010). Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στο 31% όσων ψήφισαν το Vlaams Belang και το 11% των ψηφοφόρων της Ν-VA. Επομένως, γιατί δεν κατάφεραν οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι να κερδίσουν άνετα αυτές τις εκλογές; Γιατί έχασαν εντελώς την αξιοπιστία τους στα χρόνια της συμμετοχής τους στις κυβερνήσεις της λιτότητας. Το πρόγραμμα της Ν-VA είναι δεξιό φιλελεύθερο και «φλαμανδοκεντρικό», αλλά αυτό δεν εξηγεί την επιτυχία της. Είναι η ικανότητά της να χρησιμοποιήσει τις απογοητεύσεις των μεσαίων στρωμάτων και την απουσία μιας εναλλακτικής από τη μεριά του εργατικού κινήματος προς όφελός της.

Η Ν-VA λέει στους μικροεπιχειρηματίες ότι οι μισθοί είναι πολύ υψηλοί, στους «σκληρά εργαζόμενους Φλαμανδούς» ότι οι αρχές πετσοκόβουν τους μισθούς τους για να τους δώσουν κυρίως σε «γαλλόφωνους τεμπέληδες ανέργους που φωλιάζουν στην αιώρα της κοινωνικής πρόνοιας». Λέει στους ενοίκους των κοινωνικών κατοικιών [σημ: το αντίστοιχο των εδώ «εργατικών κατοικιών»] ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, «οι οποίοι ποτέ δεν συνέβαλαν», αποβιβάζονται στις γειτονιές τους. Λέει στους καλούς Κινέζους μετανάστες ότι οι κακοί Βέρβεροι του Μαρόκου τορπιλίζουν την κατάσταση. Η Ν-VA ειδικεύεται στο να επιλέγει αποδιοπομπαίους τράγους για να αποσπά την προσοχή τμημάτων της κοινωνίας από τα προκλητικά κέρδη των καπιταλιστών.

Μήπως σημαίνει αυτό ότι το εθνικό ζήτημα δεν θα μπορούσε να αποκτήσει πιο κεντρικό ρόλο στα ενδιαφέροντα της κοινωνίας; Αν το εργατικό κίνημα δεν προσφέρει πραγματικές απαντήσεις στα άμεσα οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα, πολλοί, ιδιαίτερα από τα μεσαία στρώματα, θα αρχίσουν να ψάχνουν για λύσεις αλλού και εκείνοι που ποντάρουν στο εθνικό ζήτημα θα κερδίσουν απήχηση.

Γεγονότα και αριθμοί

Το Βέλγιο έχει πληθυσμό πάνω από 11 εκατομμύρια, 6,4 εκατ. στη βόρεια ολλανδόφωνη φλαμανδική περιοχή, 3,5 εκατομμύρια στη γαλλόφωνη νότια περιοχή της Βαλονίας, 1,2 εκατ. στη δίγλωσση περιφέρεια των Βρυξελλών και 80.000 στην ανατολική γερμανόφωνη κοινότητα.

418959

Εκτός από τη ριζοσπαστική Αριστερά και το PTB, όλα τα άλλα κόμματα χωρίζονται από τη δεκαετία του 1970 βάσει εθνικών γραμμών. Τα φλαμανδικά κόμματα κατεβαίνουν στις εκλογές στη Φλάνδρα και τις Βρυξέλλες, τα γαλλόφωνα κόμματα στη Βαλονία και στις Βρυξέλλες, τα γερμανικά κόμματα στις γερμανόφωνες περιοχές.

Τα κύρια φλαμανδικά κόμματα και το εκλογικό τους αποτέλεσμα το 2014 στη Φλάνδρα (και στις Βρυξέλλες) είναι τα ακόλουθα:

  • N-VA (Νέα Φλαμανδική Συμμαχία) – 32% (στις Βρυξέλλες 2%).
  • CD&V (Χριστιανοδημοκράτες και Φλαμανδοί) – 20,5% (1,3%).
  • SPa (Σοσιαλδημοκρατία) – 14% (2,3%).
  • VLD (Φλαμανδοί Φιλελεύθεροι και Δημοκράτες) – 14,2% (3,1%).
  • Vlaams Belang (άκρα δεξιά) – 5,9% (0,7%).
  • Groen (Πράσινοι) 8,7%  (2,1%)
  • PvdA (Κόμμα Εργασίας) 2,5% (PTB-PvdA 3,4%)

Τα κύρια κόμματα στη βαλονική περιοχή (και στις Βρυξέλλες) και το εκλογικό τους αποτέλεσμα το 2014 είναι τα ακόλουθα:

  • PS (Σοσιαλιστικό Κόμμα) – 31% (στις Βρυξέλλες 23,5%)
  • MR (Μεταρρυθμιστικό Κίνημα – Φιλελεύθεροι) – 27% (20%).
  • CdH (Δημοκρατικό Ανθρωπιστικό Κέντρο – Χριστιανοδημοκράτες) 15% (10%).
  • Ecolo (Πράσινοι) – 8,6% (9%).
  • FDF (Μέτωπο Γαλλόφωνων μετονομασμένο σε Défi – 2,53% (13%)
  • PP (Λαϊκό Κόμμα – δεξιό λαϊκιστικό) – 4,8%
  • PTB (Κόμμα Εργατών Βελγίου – PvdA) – 5,6% (PTB-PvdA 3,4%)

Στη γερμανική κοινότητα το χριστιανοδημοκρατικό CSP πήρε 25%, το φιλογερμανόφωνο DG 22%, το σοσιαλδημοκρατικό SP 16%, το φιλελεύθερο PFF MR 15,5%, ένα άλλο φιλελεύθερο κόμμα, το Vivant 11% και το πράσινο Ecolo 8,5%.

Υπάρχουν τρεις κύριες συνδικαλιστικές ομοσπονδίες, όλες με εθνική οργάνωση:

  • Η χριστιανική ACV/CSC με 1,7 εκατ. μέλη.
  • Η σοσιαλιστική ABVV/FGTB με 1,4 εκατ. μέλη.
  • Η φιλελεύθερη ACLVB/CGSLB με 0,45 εκατ. μέλη.

Υπάρχουν τρεις περιοχές, η μονόγλωσση Φλάνδρα (ολλανδικά), οι δίγλωσσες Βρυξέλλες (γαλλικά/ολλανδικά) και η μονόγλωσση Βαλονία (γαλλικά, αλλά περιλαμβάνει και τη γερμανόφωνη περιοχή). Υπάρχουν επίσης τρεις κοινότητες, η ολλανδική κοινότητα (Φλάνδρα και Βρυξέλλες), η γαλλόφωνη κοινότητα (Βαλονία και Βρυξέλλες, αλλά χωρίς τις γερμανόφωνες περιοχές) και η γερμανική κοινότητα. 

Όλες τους έχουν τη δική τους κυβέρνηση, αλλά η περιφέρεια της Φλάνδρας και η φλαμανδική κοινότητα μοιράζονται μια κυβέρνηση. Μαζί με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση αυτό κάνει 6 κυβερνήσεις συνολικά. Σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται μια πλειοψηφία σε κάθε γλωσσική κοινότητα για να σχηματιστεί η περιφερειακή κυβέρνηση των Βρυξελλών.

Μια ιστορική αναδρομή

Κάθε κοινότητα ανέπτυξε τη δική της βελγική ιστορική ερμηνεία. Η πραγματικότητα είναι ότι το Βέλγιο δεν υπήρχε πριν από την προλεταριακή επανάσταση του 1830. Η περιοχή έχει μια ιστορία διαδοχικών ξένων κατοχών στην οποία διάφορες επαρχίες ήταν άλλοτε μέρος του ίδιου και άλλοτε μέρος διαφόρων κρατών.

Η περιοχή της Λιέγης και μια σειρά φλαμανδικές πόλεις είχαν πρώιμη ανάπτυξη από την άποψη της βιοτεχνίας και του εμπορίου και πρώιμη δημιουργία μανιφακτούρων. Τα καμπαναριά στις πόλεις του Βελγίου είναι τα ορατά σημάδια της δύναμης μιας πρώιμα ανεπτυγμένης εμβρυώδους αστικής τάξης (13ος – 15ος αιώνας).

Η ιστορική Φλάνδρα απλώνεται σήμερα σε τρεις χώρες: Βέλγιο (λίγο-πολύ η Ανατολική και Δυτική Φλάνδρα) Ολλανδία (Παραθαλάσσια Φλάνδρα) και Γαλλία (Γαλλική Φλάνδρα). Τα γλωσσικά σύνορα σταθεροποιήθηκαν μεταξύ 6ου και 11ου αιώνα. Στο Βορρά ομιλούνταν φλαμανδικές (γερμανικές) διάλεκτοι και στο Νότο βαλονικές διάλεκτοι προερχόμενες από τα γαλλο-λατινικά. 

Ο Νότος είχε μια ορισμένη πολιτιστική σχέση με τη Γαλλία μαζί με αυτή της γλώσσας. Στο Βορρά η πολιτιστική σχέση με την Ολλανδία έσπασε βάναυσα το 16ο αιώνα, στη διάρκεια της ισπανικής κατοχής, που βύθισε τη Φλάνδρα για αιώνες στο σκοταδισμό.

Οι Φλαμανδοί Προτεστάντες έπρεπε να γίνουν καθολικοί ή να φύγουν. Μεγάλα τμήματα του αστικού πληθυσμού κατέφυγαν στην Ολλανδία φέρνοντας ένα τεράστιο κεφάλαιο γνώσης, πλούτου, τέχνης και πολιτισμού. Η Φλάνδρα καταστράφηκε οικονομικά και οπισθοχώρησε πολιτικά, ενώ η ολλανδική επανάσταση του 1550 εισήγαγε μια εποχή οικονομικής ανάπτυξης. Κάθε σημαντική απόφαση για τη Φλάνδρα παιρνόταν στην Ισπανία και αργότερα στην Αυστρία (1713-1795). Τα ολλανδικά χρησιμοποιούνταν μόνο σε διαλέκτους, με τα γαλλικά να γίνονται η επίσημη γλώσσα που μιλούσε η άρχουσα τάξη.

Το 1795, το Βέλγιο ενοποιήθηκε μέσω της γαλλικής προσάρτησης και μετά την ήττα του Ναπολέοντα το 1815, το πήρε η Ολλανδία.

Η δημιουργία του Βελγίου έλαβε χώρα σε μια στιγμή εθνικών εξεγέρσεων σχεδόν παντού. Η Ελλάδα και η Σερβία είχαν μόλις αποκτήσει την ανεξαρτησία τους και εξεγέρσεις στην Πολωνία, την Ιταλία και το νότιο τμήμα της Γερμανίας καταστέλλονταν βίαια.

Η βελγική επανάσταση ήταν μια λαϊκή εξέγερση ενάντια στη φτώχεια, την αβάσταχτη φορολογία και την καταπίεση. Η βελγική αστική τάξη δεν έπαιξε σχεδόν κανένα ρόλο, προσπάθησε απλά να περιορίσει τη ζημιά και να αποπροσανατολίσει το κίνημα προς μια εθνική εξέγερση κατά της ολλανδικής κατοχής.

Οικονομικά ήταν μια καταστροφή. Ήταν η δεύτερη φορά σε 15 χρόνια που το Βέλγιο αποκόπηκε από την κύρια αγορά του, τη Γαλλία το 1815 και την Ολλανδία το 1830. Ως ένας τρόπος συμβιβασμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, επιβλήθηκε στο Βέλγιο ένας Γερμανός βασιλιάς, γαμπρός του βασιλιά της Γαλλίας και θείος της βασίλισσας της Αγγλίας.

Στον αγώνα της κατά των εργατών και των αγροτών, η βιομηχανική αστική τάξη ενώθηκε με εκείνη την τάξη που θεωρητικά θα έπρεπε να ανατρέψει: τους φεουδάρχες ευγενείς και την εκκλησία. 

Έχτισαν μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, στην οποία αποκλειστική πρόσβαση είχαν οι άρχουσες τάξεις, με λιγότερο από 1% του πληθυσμού να έχει δικαίωμα ψήφου. Η Εκκλησία στη Φλάνδρα θεωρούσε τα Ολλανδικά ως μέσο επικοινωνίας του «ειδωλολατρικού καλβινισμού» και επέβαλε έτσι και στη Φλάνδρα τα Γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.

Η εξόρυξη και η βιομηχανία στα μέσα του 19ου αιώνα γύρω από τη Λιέγη και το Ενό αναπτύχθηκαν γρήγορα με την εκβιομηχάνιση, τις εξαγωγές και την ακραία εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού.

Μια ακμάζουσα και ανταγωνιστική οικονομία (από το 1914 η 5η οικονομία του κόσμου και 4η στο εξωτερικό εμπόριο) μαζί με τον «εκγαλλισμό», εγγυούνταν την κυριαρχία του κεφαλαίου οικονομικά και πολιτικά και βάσει της γλώσσας η κυριαρχία αυτή επεκτεινόταν και στην περιοχή της Βαλονίας. Οι Βρυξέλλες έγιναν επίσης 80% γαλλόφωνες, ενώ σύμφωνα με τη γλωσσική απογραφή του 1846 το 70% μιλούσε Ολλανδικά. Στη Φλάνδρα, η εκκλησιαστική αριστοκρατία διατηρούσε τη βάση της πολιτικής εξουσίας της πάνω σε ένα μισοπρολεταριάτο. Οι Φλαμανδοί εργαζόμενοι θεωρούνταν ένας εφεδρικός στρατός φτηνής εργασίας. Η Φλάνδρα παρέμενε αγροτική και υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας, με την εξαίρεση μερικών πόλεων. Η οικονομική και πολιτιστική καθυστέρηση εξηγεί γιατί δεν πέτυχε ο μαζικός εκγαλλισμός. Μόνο μια φλαμανδική μικροαστική τάξη κάτω από τον τίτλο του Πολιτιστικού Φλαμανδισμού πρόβαλλε γλωσσικά αιτήματα, γιατί θεωρούσε το γλωσσικό ζήτημα ως περιορισμό της πρόσβασής της στην κοινωνική άνοδο.

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η φλαμανδική αγροτική νεολαία ρίχτηκε για τέσσερα χρόνια στα χαρακώματα, το φλαμανδικό κίνημα απέκτησε μαζική βάση. Αυτό εκφράστηκε στο κεντρικό σύνθημα του Κινήματος του Μετώπου: «Εδώ είναι το αίμα μας, πού είναι τα δικαιώματά μας;» 

Αν υπήρχε ένα επαναστατικό εργατικό κόμμα με βαθιές ρίζες και με καθαρό μεταβατικό πρόγραμμα για το εθνικό ζήτημα (και για τη θρησκεία) θα μπορούσε να κερδίσει μαζική υποστήριξη στο Κίνημα του Μετώπου. Αλλά οι ηγέτες του Βελγικού Εργατικού Κόμματος (1885-1940) έκαναν το ακριβώς αντίθετο. Όταν η Γερμανία εισέβαλε, προσχώρησαν στον πατριωτισμό και ο κύριος ηγέτης του, Βαντερβέλντε, έγινε υπουργός με το κόμμα να συμμετέχει σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Το Κίνημα του Μετώπου οργάνωσε διαδηλώσεις των στρατιωτών και απαίτησε μια μονόγλωσση Φλάνδρα, με Σύνταγμα και αυτονομία και το διαχωρισμό της από τη Βαλονία. Ο παράνομος χαρακτήρας του, το πρόγραμμά του και το γεγονός ότι ορισμένα από τα μέλη του είχαν συνεργαστεί με Γερμανούς που χρησιμοποίησαν το εθνικό ζήτημα για να προβάλουν μια φιλο-Φλαμανδική πολιτική (δημιουργία του Συμβουλίου της Φλάνδρας, «ολλανδοποίηση» του πανεπιστημίου της Γάνδης κλπ) για τους δικούς τους σκοπούς, οδήγησε σε διώξεις από τη στρατιωτική διοίκηση.

Ενώ αρχικά σημαντικά τμήματα του Κινήματος του Μετώπου και του Κόμματος του Μετώπου (1919) ήταν ριζοσπαστικά αριστερά, με τα χρόνια η δεξιά απέκτησε δύναμη. Η έλλειψη προόδου οδήγησε στην απογοήτευση και μια αυξανόμενη υποστήριξη για τους «ακτιβιστές» της Δεξιάς (που σήμαινε συνεργάτες του γερμανικού ιμπεριαλισμού). Το Εργατικό Κόμμα και τα συνδικάτα προσπάθησαν να αποφύγουν τον αγώνα με στόχο τις διαπραγματεύσεις, ενώ τα αφεντικά ήθελαν να γυρίσουν το κοινωνικό ρολόι πίσω στην κατάσταση πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το αποτέλεσμα ήταν μια εκλογική εκτίναξη το 1936 για τα φασιστικά κόμματα Rex (στη Βαλονία) και VNV (Φλαμανδική Εθνικιστική Λίγκα) που και τα δύο για διαφορετικούς λόγους επρόκειτο να καταλήξουν σε συνεργασία με το Γερμανικό Ράιχ. Ενώ τα ρεύματα υπέρ της «Νέας Τάξης» αποκτούσαν δύναμη, ακόμη και μέσα στο Εργατικό και Καθολικό Κόμμα, αυτό ερχόταν σε αντίθεση με την έλλειψη υποστήριξης αυτών των ιδεών μεταξύ της πλειοψηφίας του πληθυσμού και ιδιαίτερα στο εργατικό κίνημα.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αστική τάξη προσπάθησε να ανοικοδομηθεί βάσει του οικονομικού φιλελευθερισμού και μιας πολιτικής κοινωνικού διαλόγου. Δύο πολιτικοί εχθροί έπρεπε να αντιμετωπιστούν: ο κομμουνισμός με την ενσωμάτωσή του στην κυβέρνηση για να δυσφημιστεί και η ακροδεξιά μέσω της καταστολής. Μετά τον πόλεμο η ιδεολογική συνεργασία του φλαμανδικού κινήματος με τους Ναζί αξιοποιήθηκε από τους γαλλόφωνους πολιτικούς για να λάβουν αντι-φλαμανδική στάση. Οι φλαμανδικές οργανώσεις εξαφανίστηκαν. Μόνο το 1954 ιδρύθηκε ένα νέο φλαμανδικό πολιτικό κόμμα, το Volksunie, αλλά μέχρι το 1961, όταν κέρδισε 5 έδρες, δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει εκλογική βάση. Ως τότε μια θεμελιώδης αλλαγή είχε αρχίσει να λαμβάνει χώρα δημογραφικά, οικονομικά και κοινωνικά. Σε αντίθεση με τη Βαλονία, ο φλαμανδικός πληθυσμός αυξήθηκε και το 1971 αντιπροσώπευε το 56% του συνολικού πληθυσμού. Οι νόμοι της οικονομικής ανάπτυξης με στόχο την προσέλκυση πολυεθνικών επίσης με τη χρήση ενός λιγότερο μαχητικού και χαμηλότερα αμειβόμενου εργατικού δυναμικού, τόνωσαν την οικονομική ανάπτυξη στη Φλάνδρα, ενώ οι παραδοσιακές βιομηχανίες στη βαλονική περιοχή ήταν σε παρακμή.

Πολιτικά ζητήματα, όπως ένα δημοψήφισμα για την επιστροφή του συγκαταβατικού προς τους Ναζί βασιλιά Λεοπόλδου του ΙΙΙ και η οικονομική παρακμή, οδήγησαν σε μια σειρά από εργατικούς αγώνες, συμπεριλαμβανομένης μιας γενικής απεργίας το 1950 και μιας 7 εβδομάδων γενικής απεργίας το χειμώνα του 1960-61. Στο κίνημα της Βαλονίας υπήρχε η αίσθηση ότι το βελγικό κράτος την παραμελούσε. Η Βαλονία αισθανόταν εγκαταλειμμένη από τη βελγική ολιγαρχία με την ξεπερασμένη παραγωγή της και τη μείωση των βασικών της βιομηχανιών. Υπήρχε επίσης η αίσθηση ότι οι Φλαμανδοί εργαζόμενοι στερούνταν μαχητικότητας και η Βαλονία θα ήταν καλύτερα χωρίς αυτούς. Ενώ υπάρχει ένα στοιχείο αλήθειας σε αυτό, αφού οι εργαζόμενοι της Βαλονίας βρίσκονταν κατά κανόνα στην πρώτη γραμμή του αγώνα, η κατάσταση αυτή χρησιμοποιήθηκε από μερικούς ηγέτες των συνδικάτων της Βαλονίας ως δικαιολογία για να καλύψουν τη δική τους έλλειψη μαχητικότητας. Πρέπει να τονιστεί ότι σε κάθε αγώνα, σημαντικά στρώματα Φλαμανδών εργαζομένων, ειδικά στα βιομηχανικά κέντρα της Αμβέρσας, της Γάνδης ή και οι ανθρακωρύχοι από το Λίμπουργκ ήταν μαζί με τους Βαλόνους συναδέλφους τους μπροστά στη μάχη. Η ήττα του αγώνα του 1960-61 έθεσε τη βάση για την ανάπτυξη μιας αριστερής βαλονικής φεντεραλιστικής κίνησης, όμως σύντομα η ανάγκη για την ενότητα της εργατικής τάξης όλων των γλωσσών κυριάρχησε και πάλι και ως το τέλος της δεκαετίας του 1960 το βαλονικό αριστερό φεντεραλιστικό κίνημα κατέρρευσε με κάποια απομεινάρια του να ανακτώνται αργότερα από μερικούς μικροαστικούς σχηματισμούς.

Μετέωρος ιστορικός συμβιβασμός

Για χρόνια οι μικροί επιχειρηματίες και οι διευθυντές θυγατρικών ή υπεργολάβοι των πολυεθνικών, συγκεντρωμένοι κυρίως στη Φλάνδρα, πίστευαν ότι οι μισθοί, οι συνθήκες εργασίας και οι δημόσιες δαπάνες στο Βέλγιο δεν ακολουθούσαν από κοντά την ευρωπαϊκή πτωτική τάση. Για να συμβαδίσουν, σκέφτονταν, πρέπει να σπάσει ο μεταπολεμικός συμβιβασμός μεταξύ κεφαλαίου, αρχών και συνδικάτων. Σύμφωνα με αυτό το συμβιβασμό, οι αρχές παρείχαν υποδομές, ευνοϊκό επενδυτικό κλίμα και αν ήταν απαραίτητο εξαγόραζαν την κοινωνική ειρήνη. Σε αντάλλαγμα, τα αφεντικά επένδυαν στην αύξηση της παραγωγικότητας, απολαμβάνοντας ένα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. Οι εργάτες έπαιρναν αξιοπρεπείς μισθούς και σχετικά αποδοτικές κοινωνικές υπηρεσίες. Όλα αυτά απαιτούσαν σχετικά υψηλούς φόρους, κυρίως σε βάρος των εργατών. Για τους εργαζόμενους αυτό είναι κάτι αποδεκτό όσο απολαμβάνουν καλές κοινωνικές υπηρεσίες σε αντάλλαγμα. Για τις μικρές επιχειρήσεις είναι μια πηγή απογοήτευσης: δεν φτάνουν τα επίπεδα παραγωγικότητας των μεγάλων εταιρειών, αλλά πληρώνουν σχετικά υψηλότερες αποδοχές, χωρίς τις φορολογικές ελαφρύνσεις που έχουν οι μεγάλες επιχειρήσεις.

^77027E9CD120A67A663EC2811386A950C80DF6982EC84B08CD^pimgpsh_fullsize_distr

Αυτό ήταν διαχειρίσιμο όσο η οικονομία αναπτυσσόταν. Το βελγικό μεγάλο κεφάλαιο έχει πάνω από μία φορά προσαρμόσει τη στρατηγική του. Όταν οι παραδοσιακοί βιομηχανικοί τομείς των ορυχείων και του χάλυβα μπήκαν σε κρίση στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, μετατοπίστηκαν προς τη δημιουργία εκμεταλλεύσεων με σκοπό το άπλωμα του κεφαλαίου σε πολλούς τομείς. Ταυτόχρονα, άφησαν τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών στις αρχές και την προσφορά του εργατικού δυναμικού που θα μπορούσε να προσελκύσει τις πολυεθνικές στα συνδικάτα. Η μεσαία τάξη έγινε ο υπηρέτης των πολυεθνικών, ο τοπικός διευθυντής και ο υπεργολάβος τους. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης οι βελγικές μεγάλες επιχειρήσεις προσάρμοσαν παραπέρα τη στρατηγική τους. Τώρα άρχισαν να εξαπλώνουν τα κεφάλαιά τους πέρα ​​από τα σύνορα. Μερικοί εσφαλμένα έβγαλαν το συμπέρασμα ότι η εθνική αστική τάξη εξαφανίστηκε και έκανε χώρο για μια πανευρωπαϊκή αστική τάξη. Αυτό ήταν φυσικά υπερβολή. Παρ’ όλα αυτά, το συσσωρευμένο απόθεμα άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό αντιπροσωπεύει σχεδόν 200% του βελγικού ΑΕΠ.

Από μια επιλογή από 22 ανεπτυγμένες οικονομίες, εκτός από το Βέλγιο μόνο η Ολλανδία και η Ιρλανδία έχουν ένα απόθεμα άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό άνω του 100% του ΑΕΠ τους. Από την άλλη, το συσσωρευμένο απόθεμα άμεσων επενδύσεων στο Βέλγιο από αλλοδαπούς είναι επίσης σχεδόν το 200% του ΑΕΠ του. Περισσότερο απ’ ότι σε άλλες χώρες, το βελγικό κεφάλαιο συνειδητοποίησε τη σημασία των πολυεθνικών επιχειρήσεων, του εξωτερικού εμπορίου και των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να αναλάβει ηπειρωτικής κλίμακας δράση. Εκτός από την ανοικτή οικονομία του, την περιορισμένη εσωτερική αγορά και τον παρασιτικό χαρακτήρα του βελγικού κεφαλαίου, ορισμένοι ιστορικοί παράγοντες βοηθούν να εξηγηθεί αυτό το φαινόμενο. Η Οικονομική Ένωση Βελγίου και Λουξεμβούργου το 1921 και κατόπιν η Μπενελούξ το 1944 ήταν οι πρόδρομοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Βρυξέλλες είναι η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και φιλοξενει επίσης το αρχηγείο του ΝΑΤΟ. Το βελγικό κεφάλαιο προχώρησε τόσο πολύ σε αυτό, που από τη δεκαετία του ’90 και μετά αμέλησε τα ιδρύματα μέσω των οποίων παραδοσιακά κυβερνά: τα πολιτικά του εργαλεία, την Εκκλησία, την Εκπαίδευση, τη Δικαιοσύνη, τα ΜΜΕ κ.λπ. Όσο η οικονομία αναπτυσσόταν, κανείς δεν νοιαζόταν, αλλά μόλις η οικονομία τα βρήκε σκούρα, όλες οι υποκείμενες αδυναμίες και τα εμπόδια άρχισαν να εκδηλώνονται με αυξανόμενη ένταση. Παραδοσιακά υπάρχουν τρεις κύριες αντιφάσεις στο Βέλγιο: η ταξική αντίφαση, το εθνικό και το θρησκευτικό ζήτημα. Η ταξική αντίφαση, η κυριότερη, ήταν η πρώτη που εξερράγη.

Η έλλειψη ηγεσίας στο εργατικό κίνημα και η ανάδειξη του εθνικού ζητήματος

Σε πολλές περιπτώσεις, το εργατικό κίνημα θα μπορούσε να είχε επιβάλει την δική του εναλλακτική πρόταση, αν είχε μια ηγεσία έτοιμη να ενεργήσει αναλόγως. Η γενική απεργία του 1993 ενάντια στο λεγόμενο Συνολικό Σχέδιο, μια γενικευμένη επίθεση στους μισθούς και τις κοινωνικές παροχές, ήταν η μεγαλύτερη σε αριθμούς από το 1936. Ωστόσο, την εποχή εκείνη η κατάρρευση του Σταλινισμού στην Ανατολή είχε υπονομεύσει την ιδέα της δυνατότητας μιας εναλλακτικής απέναντι τον καπιταλισμό. Η Σοσιαλδημοκρατία πιάστηκε από αυτό το γεγονός, προκειμένου να εγκαταλείψει οποιαδήποτε αναφορά στο σοσιαλισμό και να αγκαλιάσει την αγορά. Οι ηγέτες των Συνδικάτων ουσιαστικά συμφώνησαν ακόμα κι αν δεν μπορούσανε να το παραδεχτούν ανοιχτά. «Αν ρίξουμε αυτή την κυβέρνηση με την απεργία, κάθε εναλλακτική λύση θα είναι ακόμη πιο δεξιά» ήταν η δικαιολογία τους που ακουγόταν εκείνη την εποχή.

Χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να ανακάμψει το εργατικό κίνημα από αυτή την ήττα. Παρ’ όλα αυτά, το 1997 οι εργαζόμενοι και οι συνδικαλιστικοί τους εκπρόσωποι από το «Forges de Clabecq», ένα εργοστάσιο χάλυβα, κινητοποίησαν 70.000 ανθρώπους σε αυτό που ονομάστηκε η πολύχρωμη πορεία. Το έκαναν ενάντια στην ηγεσία των Συνδικάτων και σαν αποτέλεσμα τα επίσημα Συνδικάτα τους διαγράψανε από τις γραμμές τους και τους ασκήθηκαν διώξεις από την κυβέρνηση. Επιβεβαιώθηκε έτσι το γεγονός ότι οι σημερινές συνδικαλιστικές ηγεσίες ήταν πρόθυμες να φτάσουν στα άκρα προκειμένου να συντρίψουν μια εργατική εναλλακτική.

Η ιστορία επαναλήφθηκε στις γενικές απεργίες της 7ης και 28ης Οκτώβρη του 2005 ενάντια στο λεγόμενο Σύμφωνο των Γενεών, που περιλάμβανε τις πρώτες επιθέσεις στις συντάξεις. Η διαίρεση μεταξύ της Χριστιανικής και της Σοσιαλιστικής Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας, βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με την ενότητα της βάσης. Οι ηγέτες των Συνδικάτων εκμεταλλεύτηκαν τις εθνικές εντάσεις προκαλώντας τη διάσπαση του Συνδικάτου των εργατών μετάλλου της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας σε ένα φλαμανδικό συνδικάτο και ένα συνδικάτο εργατών μετάλλου των Βρυξελλών και της Βαλονίας. Έγινε ξεκάθαρο ότι με αυτή την ηγεσία το εργατικό κίνημα δεν ήταν σε θέση να δώσει λύση στην κρίση, όπως βέβαια δεν θα μπορούσε ούτε και η παρασιτική αστική τάξη.

Εδώ είναι που το εθνικό ζήτημα απέκτησε σημασία. Η Ν-VA δημιουργήθηκε το 2001. Προέρχεται από τα απομεινάρια του πρώην φλαμανδικού εθνικιστικού «Volksunie». Στις εκλογές του 2003, έφτασε το εκλογικό όριο εισόδου στη βουλή μόνο σε μία επαρχία. Με αυτό το δεδομένο, οι Φλαμανδοί Χριστιανοδημοκράτες, που από το 1999 βρίσκονταν στην αντιπολίτευση για πρώτη φορά μετά από 41 χρόνια, σκέφτηκαν ότι μια συμμαχία με την Ν-VA θα ενίσχυε τη φλαμανδική τους πτέρυγα, χωρίς σημαντικό κίνδυνο. Η ιδέα φάνηκε να αποδίδει καρπούς. Το 2004 η συμμαχία τους κέρδισε τις περιφερειακές εκλογές της Φλάνδρας με 26% και σχημάτισε περιφερειακή κυβέρνηση. Τον Ιούνιο του 2007 η συμμαχία πήγε ακόμα καλύτερα: 30%. Τότε η ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών άρχισε να καταλαβαίνει ότι είχε δημιουργήσει έναν Φρανκενστάιν.

Υπήρχε πάντα ένα στρώμα Φλαμανδών μικρών αφεντικών που έβλεπε στη φλαμανδική χειραφέτηση ένα τρόπο να ανοίξει το δρόμο του απέναντι οδοστρωτήρα των μεγάλων αφεντικών. Πέραν αυτού, υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο στρώμα μικρών επιχειρηματιών που έχουν μικρή συμπάθεια στη φλαμανδική χειραφέτηση, αλλά καταλαβαίνουν ότι η πολιτική που επιδιώκουν δεν είναι εφαρμόσιμη σε ομοσπονδιακό επίπεδο, λόγω της αναμενόμενης αντίστασης που μια ενωμένη (φλαμανδική και γαλλόφωνη) εργατική τάξη θα μπορούσε να σημαίνει. Αν ο φλαμανδικός εθνικισμός μπορούσε να χρησιμεύσει ως μοχλός για τις περικοπές στην κοινωνική πρόνοια κλπ, ας γινόταν έτσι. Το Vlaams Belang και η λαϊκιστική λίστα Dedecker έχουν και τα δύο προσφερθεί να γίνουν οι πολιτικοί εκφραστές αυτού του στρώματος. Αλλά ο φλαμανδικός εθνικισμός παραμένει βαθιά στιγματισμένος από την παλιά συνεργασία του με το Ναζισμό και την καχυποψία για τις αυταρχικές του τάσεις. Μέσω της συμμαχίας του με τους Χριστιανοδημοκράτες, ο φλαμανδικός εθνικισμός της Ν-VA ξαφνικά ξεπλύθηκε από αυτή την καχυποψία. Αυτό θεωρήθηκε ως μια ευκαιρία από ευρύτερα στρώματα Φλαμανδών επιχειρηματιών. Αντί να ενισχυθούν οι ίδιοι μέσω της συμμαχίας, οι Χριστιανοδημοκράτες είχαν προσφέρει στο φλαμανδικό εθνικισμό το πρόσχημα που έλειπε για να γίνει και πάλι αποδεκτός.

Από τότε οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα. Το 2009 η Ν-VA πήρε μόνη της 13% στις ευρωπαϊκές και περιφερειακές εκλογές της Φλάνδρας. Σε απάντηση, όλα τα φλαμανδικά κόμματα άρχισαν να παίρνουν πιο αποφασιστική θέση για το εθνικό ζήτημα. Το 2010 οι Φλαμανδοί φιλελεύθεροι προκάλεσαν την πτώση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης πάνω σε ένα συμβολικό θέμα που σχετίζεται με το εθνικό ζήτημα. Στις πρόωρες εκλογές που ακολούθησαν, η NV-A ήρθε πρώτη. Το επίμαχο ζήτημα στην ουσία του ήταν αν η λιτότητα μπορούσε να εφαρμοστεί καλύτερα σε ομοσπονδιακό επίπεδο, με κίνδυνο να χρειαστεί να αντιμετωπίσουν μια ενωμένη εργατική τάξη, ή ανά περιοχή, με κίνδυνο να απειληθεί η ενότητα της χώρας.

Στο τέλος η κατάσταση οδηγήθηκε σε έναν περίπλοκο τυπικό βελγικό συμβιβασμό. Μετά από 541 ημέρες σχηματίστηκε μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπό την ηγεσία του γαλλόφωνου Σοσιαλιστικού Κόμματος, χωρίς τη Ν-VA, αλλά παρ’ όλα αυτά εφαρμόζοντας περικοπές σε ένα πρωτοφανές επίπεδο. Η κυβέρνηση αυτή πραγματοποίησε επίσης μια μεταρρύθμιση του κράτους, την 6η, με μια σημαντική μεταφορά αρμοδιοτήτων στις περιφέρειες και τις κοινότητες, που συνοδεύτηκε όμως από μερική μόνο μεταφορά των οικονομικών πόρων. Με άλλα λόγια: μια αυτόματη μεταφορά των περικοπών. Η 6η μεταρρύθμιση του κράτους δεν θα κατευνάσει τις εθνικές εντάσεις και περιέχει μια ολόκληρη σειρά από στοιχεία που θα οδηγήσουν σε παραπέρα συγκρούσεις. 

Είναι η μεσαία τάξη στην εξουσία;

Η Ν-VA ήταν ο μεγάλος νικητής των ομοσπονδιακών εκλογών του 2014, αλλά κυρίως σε βάρος του ακροδεξιού Vlaams Belang και του λαϊκιστικού Lijst Dedecker. Τα τρία παραδοσιακά κόμματα – Χριστιανοδημοκράτες, Σοσιαλδημοκράτες και Φιλελεύθεροι– κέρδισαν αρκετές έδρες για να μπορούν να έχουν την πλειοψηφία, συμπεριλαμβανόμενης της Φλάνδρας, όπου στο παρελθόν τους έλειπε μία έδρα. Ως αποτέλεσμα έγινε αριθμητικά δυνατό να σχηματίσουν μια κλασική τριμερή κυβέρνηση.

Αυτό σήμαινε μια τεράστια ευκαιρία για την αστική τάξη, η οποία γνώριζε πολύ καλά ότι σε κάποιο στάδιο θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την πρόκληση της Ν-VA. Μια ενδεχόμενη διάσπαση του Βελγίου στην καρδιά της Ευρώπης, θα ήταν ένα ασυγχώρητο πλήγμα για το κύρος τόσο της βελγικής όσο και της ευρωπαϊκής αστικής τάξης. Αλλά το ερώτημα ήταν πώς μπορούσε να αποφευχθεί ο κίνδυνος; Το σενάριο να διατηρηθεί η Ν-VA στην αντιπολίτευση μετά από ένα τέτοιο εκλογικό αποτέλεσμα, θα προετοίμαζε το έδαφος για την παραπέρα άνοδό της. Το σενάριο να συμπεριλάβουν τη Ν-VA στην κυβέρνηση με τον όρο να θάψει το πρόγραμμά της για το εθνικό ζήτημα για τουλάχιστον 5 χρόνια, φαινόταν μια καλύτερη επιλογή. Θα πρόσφερε την ευκαιρία να καεί η Ν-VA στην εξουσία και ταυτόχρονα να δοκιμάσουν πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει η επίθεση ενάντια στο εργατικό κίνημα.

Η αστική τάξη αμφέβαλε για πολύ καιρό και σε κάποιο στάδιο φαινόταν σαν τα πράγματα να πήγαιναν στην κατεύθυνση μιας κλασικής τριμερούς κυβέρνησης (δηλαδή χωρίς την N-VA). Στη συνέχεια, όμως, η οργάνωση των Φλαμανδικών Μικρών Επιχειρήσεων έκανε κάτι πρωτοφανές. Απείλησε με μποϊκοτάζ και δήλωσε έτοιμη να βυθίσει τη χώρα σε κρίση. Αυτό έκανε το μεγάλο κεφάλαιο να ενδώσει, με τον ηγέτη του να παραθέτει τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ: «Το χρώμα της γάτας δεν έχει σημασία, εφόσον πιάνει ποντίκια». Μήπως αυτό σημαίνει ότι με τη συμμετοχή της Ν-VA, κάτω από την απειλή των μικρών επιχειρηματιών, οι μεσαίες τάξεις βρίσκονται στην εξουσία σήμερα; Καθόλου. Αυτό που κάνει αυτή η κυβέρνηση, είναι να χρησιμοποιεί μια πραγματικά υπαρκτή φτώχεια μεταξύ ορισμένων αυτοαπασχολούμενων για να κάνει ακόμα μεγαλύτερα δώρα στις μεγάλες επιχειρήσεις. Τα μεσαία στρώματα είναι τόσο λίγο στην εξουσία με αυτή την κυβέρνηση, όσο το εργατικό κίνημα ήταν με την προηγούμενη κυβέρνηση λιτότητας υπό την ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Όποιος πολιτικός συνδυασμός και αν έρθει στην εξουσία, εφόσον αρνείται να σπάσει με τον καπιταλισμό, θα αναγκαστεί να επιταχύνει την επίθεση της λιτότητας. Η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού δεν αφήνει άλλη επιλογή στο βελγικό κεφάλαιο, από το να προσπαθήσει να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητα σε βάρος της εργατικής τάξης. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι το ποια είναι η κυβέρνηση είναι αδιάφορο.

Μια θατσερική κυβέρνηση που αντιμετωπίζει αντίσταση

Η συμμαχία της φλαμανδικής εθνικιστικής Ν-VA, του φιλελεύθερου VLD και των Χριστιανοδημοκρατών με τους γαλλόφωνους φιλελεύθερους του MR, είναι η πιο δεξιά κυβέρνηση εδώ και δεκαετίες. Κύριος στόχος της είναι μια ριζική ρήξη με το βελγικό μοντέλο του κοινωνικού διαλόγου, που το θεωρεί εμπόδιο για τις δραστικές περικοπές που σχεδιάζει. Αυτό απαιτεί μια ριζική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, σε βάρος της εργασίας.

Τμήματα της δεξιάς, ιδίως από τη Ν-VA, θεωρούν ότι τα συνδικάτα είναι απομεινάρια του περασμένου αιώνα, που θα καταρρεύσουν μόλις αφαιρεθούν «τα προνόμιά τους». Δεν ξέρουν τα συνδικάτα από μέσα. Σύμφωνα με αυτούς, τα συνδικάτα είναι μόνο μηχανισμοί, τίποτα περισσότερο. Η βάση τους που αποτελείται από μικρούς επιχειρηματίες έχει ελάχιστη, ή καμία εμπειρία με τις αντιπροσωπείες των συνδικάτων στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, σε ισχυρότερους τομείς, ή στο δημόσιο τομέα. Θεωρούν τους παραδοσιακούς πολιτικούς αδύναμους και πιστεύουν ότι πρέπει να δοθεί ένα μάθημα στα συνδικάτα. Ανακοίνωσαν έτσι δραστικές περικοπές, συμπεριλαμβανομένης της επίθεσης στην κινητή κλίμακα μισθών και την άνοδο των ορίων συνταξιοδότησης.

Συνάντησαν πρωτοφανή αντίσταση. Το φθινόπωρο του 2014, τα συνδικάτα οργάνωσαν ένα σχέδιο δράσης με συνελεύσεις στους χώρους εργασίας, που ακολουθήθηκε από περιφερειακές και εθνικές συγκεντρώσεις, οδηγώντας σε μια εθνική διαδήλωση στις 6 Νοέμβρη 2014 με 150.000 κόσμο, τη μεγαλύτερη συνδικαλιστική διαδήλωση από το 1986! Αυτό έδειξε ότι το εργατικό κίνημα δεν είναι απλά μια ιδέα του περασμένου αιώνα, αλλά, αντίθετα, ζωντανό και δυναμικό. Ξεκαθάρισε ότι η εργατική τάξη εξακολουθεί να είναι η κινητήρια δύναμη για την κοινωνική αλλαγή που μπορεί να τραβήξει άλλα στρώματα της κοινωνίας. Η διαδήλωση καθοδηγήθηκε από ένα μπλοκ νεολαίας και υπήρχαν άλλα στρώματα που συμμετείχαν, συμπεριλαμβανομένων των καλλιτεχνών και ακόμη και μερικών μικρών επιχειρηματιών που διακήρυξαν ότι η επίθεση στην κινητή κλίμακα μισθών ήταν μια περιττή πρόκληση.

Τη διαδήλωση ακολούθησαν τρεις επαρχιακές 24ωρες απεργίες στις 24 Νοέμβρη και 1 και 6 Δεκέμβρη, με αποκορύφωμα μια εθνική 24ωρη απεργία. Αυτή η επίδειξη δύναμης επηρέασε την κοινή γνώμη σε ένα απίστευτο επίπεδο. Στα τέλη του Δεκέμβρη του 2014, ένα 70% δήλωσε σε δημοσκόπηση ότι διαφωνούσε με τις επιθέσεις στην κινητή κλίμακα μισθών και την άνοδο των ορίων συνταξιοδότησης. Από τους Φλαμανδούς ερωτηθέντες, το 85% τάχθηκε υπέρ ενός φόρου στις περιουσίες άνω του 1 εκατ. ευρώ, ένα αίτημα που το υπερασπιζόταν στο παρελθόν μόνο το πρώην μαοϊκό PTB, τα συνδικάτα και η ριζοσπαστική Αριστερά. Εκείνη την εποχή, ακόμη και το 91% των ψηφοφόρων των Χριστιανοδημοκρατών και το 78% του VLD και της N-VA τάχθηκε υπέρ του συγκεκριμένου αιτήματος. Όλη η κοινωνία συσπειρώθηκε πίσω από το σχέδιο δράσης των συνδικάτων, περιλαμβανόμενων πολλών ψηφοφόρων των δεξιών κομμάτων στην κυβέρνηση.

^1C38AD3A5A0F854F4689C1AC996B2D2F8DD341F42CEA2B2359^pimgpsh_fullsize_distr

Οι ηγεσίες των συνδικάτων θα μπορούσαν να είχαν ρίξει την κυβέρνηση. Όμως φοβήθηκαν και άφησαν τη στιγμή να περάσει. Δεν είχαν εναλλακτική λύση και δεν ήταν διατεθειμένες να κάνουν τα αναγκαία βήματα για να αρχίσουν να τη δημιουργούν. Θα μπορούσαν να έχουν μετατρέψει τις συγκεντρώσεις στους χώρους εργασίας σε μόνιμες επιτροπές που να συζητούν τα γενικά αιτήματα και τις δραστηριότητες, αλλά και την εκπόνηση πιο ειδικών αιτημάτων, όσον αφορά το δικό τους κλάδο, σαν πρώτο βήμα προς μια εθνική διάσκεψη που να προβάλλει την υπόθεση των εργαζομένων και των φτωχών.

Θα μπορούσαν επίσης να έχουν δημιουργήσει ένα πολιτικό μέτωπο αντίστασης, όπως το συνδικάτο στο Σαρλερουά είχε δοκιμάσει μερικούς μήνες πριν, συνενώνοντας τη ριζοσπαστική Αριστερά, συμπεριλαμβανομένου του πρώην Μαοϊκού PTB, που κέρδισε 2 ομοσπονδιακούς, 2 περιφερειακούς βουλευτές στη Βαλονία και 4 περιφερειακούς βουλευτές στις Βρυξέλλες, μαζί με άλλες δυνάμεις της αριστεράς. Αλλά οι ηγέτες των συνδικάτων δεν έκαναν τίποτα από όλα αυτά και πήραν θέση αναμονής για τις εκλογές του 2019, με στόχο να καταψηφιστεί η Δεξιά και να αντικατασταθεί από μια κεντροαριστερή συμμαχία Πράσινων, Σοσιαλδημοκρατίας, Χριστιανοδημοκρατών και, για μερικούς, επίσης, του PTB, που δήλωσε έτοιμο γι αυτή. Αυτή είναι μια επικίνδυνη στρατηγική παθητικότητας, η οποία πρόσφερε στην κυβέρνηση τον απαραίτητο χώρο για να αποκαταστήσει τη θέση της και θα μπορούσε να καταλήξει σε μια επανεκλογή της δεξιάς.

Μια βελούδινη διάσπαση αποκλείεται

Σε αυτό το στάδιο η πλειοψηφία του βελγικού πληθυσμού σε όλα τα μέρη της χώρας είναι πολύ μακριά από τις εθνικές διαμάχες. Υπάρχει περισσότερη ανησυχία για τα κοινωνικά θέματα. Η απόφαση της φλαμανδικής κοινότητας στις Βρυξέλλες να απαιτήσει  να προσλαμβάνονται αποκλειστικά φλαμανδοί νέοι στις θέσεις εργασίας της συνάντησε αντίσταση. Και οι δύο κύριες συνδικαλιστικές ομοσπονδίες είναι, στα λόγια τουλάχιστον, ενάντια στην εθνικιστική πλειοδοσία. Στις εθνικές διαμάχες συχνά τονίζονται οι διαφορές μεταξύ των περιφερειών. Η ανεργία στη Βαλονία και τις περιφέρειες στις Βρυξέλλες είναι σίγουρα υψηλότερη από ότι στη Φλάνδρα, υπάρχουν υψηλότερα ποσοστά Βαλόνων εργαζομένων με μια θέση εργασίας στις δημόσιες υπηρεσίες από ότι στη Φλάνδρα. Η Φλάνδρα είναι μια από τις πλουσιότερες περιοχές του κόσμου, ενώ η Βαλονία έγινε μέρος των πιο μειονεκτικών περιοχών στην Ευρώπη.

Αλλά ταυτόχρονα οι διαφορές εντός των περιοχών είναι συχνά ακόμη μεγαλύτερες από ότι μεταξύ τους. Οι Βρυξέλλες έχουν το υψηλότερο επίπεδο φτώχειας και ανεργίας, αλλά είναι επίσης η περιοχή με τις πιο αναπτυσσόμενες εταιρείες. Πολλές εταιρείες έχουν την έδρα τους στις Βρυξέλλες και η περιοχή γύρω από αυτήν είναι σήμερα ο μεγαλύτερος πόλος ανάπτυξης, όπου παράγεται το 20% του ΑΕΠ. Οι εθνικιστικές διαμάχες είναι σε αυτή τη φάση, κυρίως ένας μοχλός για να υπονομεύσουν τα συμφέροντα των εργαζομένων. Ωστόσο, οι συστηματικές εθνικές αντιπαραθέσεις θα μπορούσε να δημιουργήσουν μια δική τους δυναμική, θέτοντας τις προϋποθέσεις για μια μελλοντική διάσπαση, ειδικά αν η εργατική τάξη υποστεί βαριές ήττες που θα αύξαναν την πίεση στα μέσα που διατίθενται για την εφαρμογή κοινωνικής πολιτικής. Σε αυτή την περίπτωση δεν πιστεύουμε ότι θα μπορούσε να είναι μια «βελούδινη διάσπαση». Μια διάσπαση χωρίς σημαντική μάχη για τις Βρυξέλλες είναι αδιανόητη.

Είμαστε αντίθετοι σε κάθε βήμα που θα επιδείνωνε τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Αν σχεδόν το 100% των Φλαμανδών ψηφοφόρων ψηφίζουν κόμματα που χρησιμοποιούν εθνικιστική ρητορική, περισσότερο ή λιγότερο –όπως συμβαίνει και στη γαλλόφωνη περιοχή– είναι επειδή κανένα κόμμα δεν υπερασπίζει πραγματικά τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη χρειάζεται το δικό της ανεξάρτητο πρόγραμμα για το εθνικό ζήτημα, το οποίο να υπερασπίζεται τα συμφέροντα όλων των εργαζομένων. Αυτό δεν είναι δυνατό χωρίς την οικοδόμηση ενός νέου κόμματος εργαζομένων για το σύνολο της χώρας, που να βλέπει την ταξική πάλη ως κύρια προτεραιότητά του, αλλά να υπερασπίζεται επίσης τα εθνικά δικαιώματα του καθενός, το δικαίωμα της εργασίας και των υπηρεσιών για κάθε εργαζόμενο στη δική του γλώσσα.

Πιστεύουμε ότι οι εθνικές διαμάχες δεν αποσκοπούν στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, όπως υποστηρίζουν οι πρωταγωνιστές τους, αλλά στη διαίρεση Φλαμανδών και Βαλόνων εργαζομένων και μάλιστα σε μια εποχή που η ενότητα είναι υψίστης σημασίας για να υπερασπιστούμε τα συμφέροντα των εργαζομένων από τις επιθέσεις των αφεντικών και της κυβέρνησης. Δεν είμαστε αντίθετοι στην επέκταση των αρμοδιοτήτων των περιφερειακών και των τοπικών αρχών, όταν η πλειοψηφία του πληθυσμού στην εν λόγω περιοχή τη ζητά, προκειμένου να εφαρμόσει μια καλύτερη πολιτική μέσω της αποκέντρωσης. Μια τέτοια πολιτική θα πρέπει να επικεντρώνει στην καταπολέμηση των προβλημάτων που υπάρχουν εδώ και χρόνια: μαζική ανεργία, χαμηλοί μισθοί και επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, περιστασιακές θέσεις εργασίας, επισφαλείς συμβάσεις, ανεπαρκής κοινωνική στέγαση, υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης, τεράστια προβλήματα κοινωνικού αποκλεισμού. Είμαστε αντίθετοι με την «περιφερειοποίηση», όταν στοχεύει στην επιβολή της λιτότητας σε μια περιοχή με σκοπό να εκβιάζει την άλλη, στην αποδοχή των ίδιων ή χειρότερων περικοπών. Είμαστε αντίθετοι σε μια διάσπαση της κοινωνικής ασφάλισης με τη μία περιοχή να ανταγωνίζεται για επενδύσεις εναντίον της άλλης με τον περιορισμό των κοινωνικών δαπανών.

Για πλήρη δημοκρατία

Η δεξιά κυβέρνηση προσποιείται ότι υπερασπίζεται τις «δυτικές αξίες». Ποτέ δεν εξηγεί πραγματικά τι ακριβώς εννοεί με αυτό, αλλά υπονοούνται η δημοκρατικά εκλεγμένη πολιτική εκπροσώπηση, ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, η «ανεξαρτησία» της δικαιοσύνης, η δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικοί εταίροι και οι κοινωνικές συμφωνίες, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και η ελευθερία οργάνωσης, κ.λπ. Συνομολογείται ότι αυτά τα δικαιώματα είναι έμφυτα στη «δυτική νοοτροπία». Στην πραγματικότητα, οι εργαζόμενοι έπρεπε να διεξάγουν σκληρούς αγώνες με πολλές θυσίες για να αποσπάσουν αυτές τις κατακτήσεις.

Πολλές από αυτές τις κατακτήσεις –όχι μόνο εκείνες που συνδέονται με τα εθνικά δικαιώματα, αλλά το σύνολο των δημοκρατικών ελευθεριών, ιδιαίτερα όσον αφορά τις πιο καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες– είναι τώρα υπό αμφισβήτηση. Η μεταναστευτική πολιτική, όπως παντού στην Ευρώπη εμπνέεται από τη βούληση να περιοριστεί η είσοδος μεταναστών στη χώρα. Η οικογενειακή επανένωση προσφύγων και μεταναστών έχει γίνει πολύ πιο δύσκολη από το 2011 και μετά, με την εισαγωγή πιο αυστηρών απαιτήσεων εισοδήματος. Τα δικαιώματα ασύλου έχουν γίνει λιγότερο εφικτά με πολλά μέτρα που αποσκοπούν στην αποθάρρυνση των αιτούντων. Οι άδειες διαμονής για τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες που παλιά ήταν μόνιμες έχουν γίνει προσωρινές. Ένας από τους υπουργούς της Ν-VA στη φλαμανδική κυβέρνηση υποστήριξε ότι η επιλογή που έπρεπε να γίνει ήταν μεταξύ της υποβάθμισης της κοινωνικής ασφάλειας και του κλεισίματος των συνόρων, κάτι που στην πραγματικότητα συνέβη όταν οι γαλλικές αρχές έκλειναν τα στρατόπεδα προσφύγων στο Καλαί.

Ο Bart De Wever, πρόεδρος της Ν-VA ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ανοιχτά την αναθεώρηση της Σύμβασης της Γενεύης. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι πρέπει να γίνει μια διάκριση μεταξύ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των πολιτών, με την κοινωνική ασφάλιση ως δικαίωμα του πολίτη να στερείται στους πρόσφυγες. Οι έλληνες αναγνώστες θα θυμούνται πώς ο υπουργός για ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης, Theo Franken (Ν-VA) υποστήριξε μια βάναυση πολιτική επαναπροώθησης που πρέπει να εφαρμοστεί στην Ελλάδα. Μια πολιτική που στην πραγματικότητα είναι -ως ένα βαθμό- αυτό που προσπαθεί να εφαρμόσει σήμερα η ΕΕ.

Ενώ η προπαγάνδα για «επίθεση που δέχονται οι δυτικές αξίες» στόχευε αρχικά να χτυπήσει τους πρόσφυγες, δε σταματάει εκεί. Η δεξιά κυβέρνηση προσπαθεί επίσης να περιορήσει το δικαίωμα της απεργίας και να εισάγει μια ρήτρα για ποσόστωση προσωπικού ασφαλείας στους σιδηροδρόμους, τις φυλακές και τα αεροδρόμια ως έναν τρόπο να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητά της.

Γενικά, η δεξιά κυβέρνηση κινείται με βάση την παρακάτω λογική: έλαβε μια εντολή από τους ψηφοφόρους και αυτή μπορεί να αλλάξει μόνο με νέες εκλογές. Σαν η δημοκρατία να περιορίζεται σε μία εντολή κάθε τέσσερα χρόνια, η οποία, ανεξάρτητα από την πραγματική κατάσταση, δεν μπορεί να αλλάξει στο μεταξύ. Η λογική αυτή παραπέμπει στην παλιά θέση της πρώην Βρετανίδας πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ, σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε κοινωνία, υπήρχαν μόνο μεμονωμένοι άντρες και γυναίκες. Αν οι εργαζόμενοι είχαν αποδεχθεί αυτή την αντίληψη, δεν θα είχαμε κατακτήσει ποτέ κανένα από τα δημοκρατικά μας δικαιώματα.

Είμαστε υπέρ της πληρέστερης δημοκρατίας γενικά όπως και σε σχέση με την πλήρη ισότητα των εθνών και το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση, μέχρι και το δικαίωμα απόσχισης. Στη βάση του καπιταλισμού, αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο εν μέρει και ακόμη λιγότερο σε μια κατάσταση διαρθρωτικής κρίσης. Οι σοσιαλιστές δεν θα πρέπει να περιορίζονται στο καπιταλιστικό πλαίσιο, αλλά να θέτουν τα αιτήματά τους με επαναστατικό τρόπο, εμπλέκοντας τις μάζες και επεκτείνοντας τον αγώνα για τη δημοκρατία σε μια μάχη για την ανατροπή της αστικής τάξης.

Πιστεύουμε ότι όσο πιο δημοκρατικό είναι ένα κράτος, τόσο λιγότερη πίεση για απόσχιση θα υπάρχει από την κοινωνία. Είναι προς το συμφέρον των μαζών να είναι μέρος ενός μεγαλύτερου κράτους, από οικονομική άποψη, όσο και από την άποψη της ταξικής πάλης. Θεωρούμε τη διάλυση των συνόρων και τη συγχώνευση των εθνών ως στόχο, αλλά ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε εθελοντική βάση, όχι ως αποτέλεσμα επιβολής. Από την άλλη πλευρά, θεωρούμε ότι ένα από τα καθήκοντά μας είναι να επιμένουμε στην πλήρη ενότητα των εργαζομένων από το καταπιεσμένο και από το κυρίαρχο έθνος. Η αστική τάξη του καταπιεσμένου έθνους θα αξιοποιήσει τα συνθήματα της εθνικής απελευθέρωσης για να εξαπατήσει τους εργαζόμενους. Οι σοσιαλιστές των καταπιεσμένων λαών, που δε στρέφουν τα βέλη τους μόνο ενάντια στην άρχουσα τάξη του καταπιεσμένου έθνους, αλλά θεωρούν τους εργάτες του κυρίαρχου έθνους ως ένα με την αστική τάξη του, δεν είναι σοσιαλιστές, αλλά εθνικιστές.

Θεματικές