Ένα σχόλιο πάνω στην Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης του Λέον Τρότσκι

31/12/2014
Comments off
521 Views

Του Παναγιώτη Βογιατζή
Δημοσιεύτηκε αρχικά στη «Μαρξιστική Σκέψη», τόμος 15 (Οκτώβρης-Δεκέμβρης 2014)

«Η ιστορία της επανάστασης είναι για μας πριν απ’ όλα

 η εξιστόρηση της βίαιης εισβολής των μαζών

στην περιοχή όπου ρυθμίζονται τα δικά τους πεπρωμένα».

Λ. Τρότσκι

Τα μεγάλα ιστορικά έργα των Μαρξ και Ένγκελς, (Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία, Επανάσταση κι Αντεπανάσταση στη Γερμανία, Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία) έδωσαν για πρώτη φορά μια ερμηνεία της ιστορίας βασισμένη στον ιστορικό υλισμό, μ’ άλλα λόγια βασισμένη πάνω σε μια δοσμένη οικονομική κατάσταση και στις ταξικές σχέσεις που απορρέουν από αυτή.

Η επανάσταση του 1848 και η Κομμούνα του Παρισιού ήταν η έκφραση των ταξικών ανταγωνισμών που είχαν φτάσει στην οξύτερη μορφή τους για εκείνη την ιστορική περίοδο και χρησίμευσαν ακριβώς για να συγκεκριμενοποιηθεί η θεωρία του Μαρξ για την προλεταριακή επανάσταση.

Βέβαια, καθώς αρκετά από τα έργα αυτά γράφτηκαν αμέσως μετά τα γεγονότα που επιχειρούν να εξηγήσουν, είχαν να επιτελέσουν κι έναν πολύ πρακτικό σκοπό, να βοηθήσουν δηλαδή τους συμμετέχοντες σ’ αυτά τα γεγονότα να βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα από τη δράση τους και να χαράξουν την μελλοντική τους πορεία.

Αυτά είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκε και η Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης του Λεόν Τρότσκι.

Γιατί έγινε; Τι θα έπρεπε να κάνει για να νικήσει; Πώς κατάφερε να νικήσει; Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία κάθε έργο που καταπιάνεται με την επανάσταση από τη σκοπιά των καταπιεσμένων είναι υποχρεωμένο να απαντήσει. Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε πως σ’ αυτές τις εξετάσεις η «Ιστορία» του Τρότσκι περνάει μ’ απόλυτη επιτυχία. Την ίδια στιγμή όμως, το συγκεκριμένο έργο είχε να επιτελέσει ένα ακόμη καθήκον.

Η «Ιστορία» γράφτηκε το 1930, όταν είχε ήδη ξεκινήσει μια τεράστια εκστρατεία πλαστογράφησης προσώπων, ιδεών και γεγονότων, μια εκστρατεία που τα επόμενα χρόνια θα έπαιρνε τις πιο εξωφρενικές μορφές. Η σταλινική γραφειοκρατία που είχε επικρατήσει στη Σοβιετική Ένωση, προσπάθησε πρώτα με τα λόγια, πριν καταφύγει στο αίμα, να ξαναγράψει την ιστορία της επανάστασης, εξαφανίζοντας από το κάδρο και αμαυρώνοντας οποιονδήποτε –άτομο ή ιδέα– θα μπορούσε να αμφισβητήσει την εξουσία της. Χρέος του επαναστάτη ιστορικού ήταν να καθαρίσει και πάλι το κάδρο, ώστε να το προσφέρει για μελέτη στις επόμενες γενιές στην πραγματική του μορφή.

Η Ρωσία πριν το 1917

«…Η κοινωνία δεν αλλάζει τους θεσμούς της ανάλογα με τις ανάγκες της, όπως ένας τεχνίτης αλλάζει τα εργαλεία του. Το αντίθετο: πρακτικά, η κοινωνία θεωρεί τους θεσμούς που βαραίνουν πάνω της σαν κάτι θεμελιωμένο για πάντα… Χρειάζονται περιστάσεις ολότελα εξαιρετικές, ανεξάρτητες από τη θέληση των ατόμων και των κομμάτων, για ν’ απαλλαγούν οι δυσαρεστημένοι απ’ τα δεσμά του συντηρητικού πνεύματος και να οδηγηθούν οι μάζες στην εξέγερση.

…Οι γοργές μεταβολές στη γνώμη και στο θυμικό των μαζών σε καιρό επανάστασης δεν προέρχονται από την ευλυγισία και την ευκινησία της ανθρώπινης ψυχής, μα απ’ τον βαθύ συντηρητισμό της….

…Οι μάζες δεν ρίχνονται στην επανάσταση μ’ ένα πανέτοιμο σχέδιο κοινωνικής αλλαγής, μα με το στυφό αίσθημα πως δεν μπορούν πια να υποφέρουν το παλιό καθεστώς. Μόνο ο διευθυντικός κύκλος της τάξης τους κατέχει ένα τέτοιο πολιτικό πρόγραμμα, που χρειάζεται ωστόσο να επαληθευτεί από τα γεγονότα και να επιδοκιμαστεί από τις ίδιες τις μάζες…

Χωρίς διευθυντική οργάνωση, η ενέργεια των μαζών θα διασκορπιζόταν όπως ο ατμός που δεν είναι κλεισμένος μέσα σ’ έναν κύλινδρο με έμβολο. Ωστόσο, η κίνηση δεν προέρχεται ούτε από τον κύλινδρο ούτε από το έμβολο. Προέρχεται από τον ατμό».

Με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσει ο Τρότσκι την ιδέα των κλασικών του μαρξισμού ότι οι επαναστάσεις είναι η ατμομηχανή της ιστορίας. Ποιες είναι όμως αυτές οι «ολότελα εξαιρετικές περιστάσεις» που θέτουν τον ατμό σε κίνηση; Για την αστική ιστοριογραφία η απάντηση είναι εύκολη: Ένας αδύναμος και βάναυσος τσάρος. Μια αυτοκρατορική καμαρίλα μισητή στο λαό. Ήττες στο μέτωπο και πείνα στα μετόπισθεν. Όλα τα παραπάνω ήταν βέβαια αληθινά και ήταν αρκετά με το παραπάνω για να προκαλέσουν ταραχές και εξεγέρσεις. Για να ανέλθουν όμως οι εξεγέρσεις στο ύψος της επανάστασης, χρειάστηκε να συγκλίνουν αιτίες πολύ βαθύτερες. «Το ουσιαστικό και πιο σταθερό γνώρισμα στην ιστορία της Ρωσίας είναι ο αργός ρυθμός στην εξέλιξη της χώρας, που είχε για επακόλουθα καθυστερημένη οικονομία, πρωτόγονη κοινωνική διάρθρωση και κατώτερο επίπεδο πολιτισμού».

Ωστόσο, η σύγχρονη ιστορία δεν προχωράει σε κύκλους, επαναλαμβάνοντας δηλαδή μηχανικά σε κάθε χώρα τα διάφορα στάδια της εξέλιξης.

«Ο καπιταλισμός… προετοίμασε και, με μιαν ορισμένη έννοια, πραγματοποίησε την καθολικότητα και τη διάρκεια στην εξέλιξη της ανθρωπότητας… Αναγκασμένη να σέρνεται πίσω απ’ τις προοδευμένες χώρες, μια χώρα καθυστερημένη… εξαναγκάζεται ν’ αφομοιώσει το έτοιμο πριν από τις καθορισμένες προθεσμίες, πηδώντας μια σειρά από ενδιάμεσους σταθμούς…

Απ’ αυτόν τον καθολικό νόμο, της ανισομέρειας στους ρυθμούς, απορρέει ένας άλλος νόμος, που, μη βρίσκοντας πιο κατάλληλη ονομασία, μπορούμε να τον ονομάσουμε νόμο της συνδυασμένης ανάπτυξης, με την έννοια της συνύπαρξης των διάφορων σταθμών της εξέλιξης, …του αμαλγάματος αρχαϊκών μορφών με νεώτερες».

Η Ρωσία δεν γνώρισε την βιομηχανική επανάσταση, όπως αυτή διαδραματίστηκε στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης ούτε βέβαια τις αστικές επαναστάσεις. Η πρώτη εμφάνιση της βιομηχανίας συνδυαζόταν με τη δουλοπαροικία, που στη Δύση είχε καταργηθεί αιώνες πριν. Η μοναρχία εξακολουθούσε να είναι απολυταρχική και ελέω Θεού. Όλοι οι θεσμοί, απ’ αυτούς που αφορούσαν στην αντιπροσώπευση του λαού στην κοσμική διακυβέρνηση μέχρι την πνευματική του σωτηρία στην άλλη ζωή, παρουσίαζαν μια τεράστια καθυστέρηση.

Αντίστοιχη καθυστέρηση εμφάνιζαν φυσικά και οι οικονομικοί δείκτες. Στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το κατά κεφαλήν εισόδημα της Ρωσίας ήταν 8 με 10 φορές χαμηλότερο απ’ αυτό των ΗΠΑ, πράγμα απολύτως λογικό αν αναλογιστούμε ότι ενώ στη Ρωσία τα 4/5 του εργατικού δυναμικού απασχολούνταν στη γεωργία, στις ΗΠΑ αντιστοιχούσε ένας καλλιεργητής για κάθε 2,5 βιομηχανικούς εργάτες. Την ίδια εποχή, στο ρωσικό έδαφος είχαν εγκατασταθεί 30 φορές λιγότερες σιδηροτροχιές απ’ ό,τι στη Γερμανία.

«Μα ίσα ίσα, ο νόμος της συνδυασμένης ανάπτυξης εκδηλώνεται με τη μεγαλύτερη δύναμη στον τομέα της οικονομίας… Ενώ η αγροκαλλιέργεια έμενε σχεδόν στο επίπεδο του 17ου αιώνα, η ρωσική βιομηχανία, με την τεχνική της και την καπιταλιστική της διάρθρωση, βρισκόταν στο επίπεδο των προοδευμένων χωρών και απ’ ορισμένες απόψεις τις ξεπερνούσε… οι γιγάντιες επιχειρήσεις με περισσότερους από χίλιους εργάτες, δεν χρησιμοποιούσαν στις ΗΠΑ παρά το 17,8% του συνολικού εργατικού δυναμικού, ενώ στη Ρωσία η αναλογία ήταν 41,4%!… Αυτό το γεγονός… δεν ανασκευάζει καθόλου τον καθυστερημένο χαρακτήρα της ρωσικής οικονομίας, δίνει μόνο το διαλεκτικό της συμπλήρωμα».

Αυτό το μοντέλο βιομηχανικής ανάπτυξης είχε δυο πολύ σημαντικές παρενέργειες. Η πρώτη ήταν ότι η έλλειψη μιας οργανικά ισχυρής εγχώριας αστικής τάξης σήμαινε ότι η συγκεντροποιημένη βαριά βιομηχανία που δημιουργήθηκε βρισκόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου στα χέρια του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Η δεύτερη, πιθανόν πιο σημαντική, ήταν πως, καθώς η αστική ανάπτυξη στη Ρωσία δεν πήρε ποτέ τις διαστάσεις που είχε πάρει στη Δύση, το εργατικό δυναμικό που κάλυπτε τις τεράστιες ανάγκες της βιομηχανίας προερχόταν σχεδόν αποκλειστικά κατευθείαν από το χωριό.

«Το ρωσικό προλεταριάτο δε σχηματίστηκε σιγά σιγά, μέσα σε αιώνες, σέρνοντας πίσω του το βάρος του παρελθόντος, όπως στην Αγγλία, μα προχωρούσε με πηδήματα… μέσα από απότομες συγκρούσεις με κάθε τι το χτεσινό… Έτσι, οι Ρώσοι εργάτες έγιναν ευαίσθητοι στα πιο τολμηρά πορίσματα της επαναστατικής σκέψης, το ίδιο όπως η καθυστερημένη ρωσική βιομηχανία ήταν σε θέση ν’ αρπάξει την τελευταία λέξη της καπιταλιστικής οργάνωσης».

Το εργατικό κίνημα, η αγροτιά και ο πόλεμος

Τα παραπάνω βρήκαν την πρακτική τους απόδειξη ήδη από το 1905. Στις 9 του Γενάρη εκείνης της χρονιάς, μια ειρηνική διαδήλωση εργατών προς τα Χειμερινά Ανάκτορα χτυπήθηκε άγρια από την αστυνομία και τον στρατό. Η «ματωμένη Κυριακή» έδωσε το σύνθημα για την γενίκευση της πάλης.

Στα μέσα του Οκτώβρη ξέσπασε η πρώτη σ’ ολόκληρο τον κόσμο γενική απεργία με πολιτικά αιτήματα και δημιουργήθηκαν τα πρώτα Σοβιέτ, αντιπροσωπευτικά επαναστατικά όργανα των εργατών. Τα Σοβιέτ αποτέλεσαν την πρώτη εμβρυακή μορφή εργατικής εξουσίας και τη μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε πίσω της η επανάσταση του 1905. Πράγματι, κατά τη δεύτερη ρωσική επανάσταση, το Φλεβάρη του 1917, τα Σοβιέτ ξεπήδησαν μ’ έναν απόλυτα φυσικό τρόπο, σαν η συνέχεια του 1905, δείχνοντας την θέληση των Ρώσων εργατών κι αγροτών να τελειώσουν εκείνο που είχαν αρχίσει 12 χρόνια πριν.

Η ζωή της πρώτης αυτής επανάστασης αποδείχτηκε πολύ σύντομη. Παρότι είχε επικρατήσει στην πρωτεύουσα, δεν κατάφερε να πάρει ολοκληρωτικά με το μέρος της τη μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών και του στρατού. Πολλά συμπεράσματα ακόμη έπρεπε να βγουν μέχρι την τελική νίκη. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης, μετά από ζωή 52 ημερών περικυκλώθηκε από το στρατό και αναγκάστηκε να παραδοθεί.

Η επανάσταση του 1905 αποτέλεσε ωστόσο την «πρόβα τζενεράλε» για το 1917. Ξεκινώντας απ’ αυτή την εμπειρία, ο Λεόν Τρότσκι υπέδειξε ότι τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα, (αναδιανομή της γης, δημοκρατικές ελευθερίες) που όλοι συμφωνούσαν ότι είχε μπροστά της η επερχόμενη επανάσταση, δεν ήταν δυνατό να λυθούν από την αστική τάξη της Ρωσίας που γεννήθηκε καθυστερημένα και γέρασε πρόωρα. Ο μόνος δρόμος για τους εργάτες και τους αγρότες της χώρας ήταν να συνεχίσουν την πορεία τους, μετά την πτώση του Τσάρου, μετατρέποντας την επανάσταση σε σοσιαλιστική.

Η περίοδος της αντεπανάστασης που ακολούθησε δεν κράτησε πολύ. Η οικονομική άνθηση που ξεκίνησε μετά το 1910 έφερε ξανά την εργατική τάξη στο προσκήνιο:

«Εργοστάσια που δυο τρία χρόνια πρωτύτερα απεργούσαν ομόφωνα με αφορμή μιαν οποιαδήποτε πράξη αστυνομικής αυθαιρεσίας, έχαναν τώρα κάθε σημάδι επαναστατικού πνεύματος και άφηναν να περάσουν αδιαμαρτύρητα τα πιο φοβερά εγκλήματα των αρχών… Όμως οι μοριακές διεργασίες μέσα στις μάζες θεραπεύουν τα τραύματα που προξένησαν οι ήττες. Μια καινούρια στροφή στα γεγονότα, μια βουβή οικονομική ώθηση, εγκαινιάζουν έναν καινούριο πολιτικό κύκλο. Τα επαναστατικά στοιχεία ξαναβρίσκουν το ακροατήριό τους. Η πάλη ξαναρχίζει σε ανώτερη βαθμίδα».

Στο πρώτο εξάμηνο του 1914 οι απεργίες είχαν ξεπεράσει σε αριθμό ακόμα και το 1905. Όλα έδειχναν ότι τα πράγματα οδηγούνταν και πάλι σε σύγκρουση, καθώς μάλιστα μέσα στους βιομηχανικούς εργάτες η κυριαρχία των Μπολσεβίκων ήταν συντριπτική. Όμως στις 1 Αυγούστου ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

«Με τα πρώτα τύμπανα του πολέμου», σημειώνει ο Τρότσκι, «το επαναστατικό κίνημα έμεινε μετέωρο. Τα πιο δραστήρια εργατικά στρώματα βρέθηκαν επιστρατευμένα… Ο πόλεμος, μαζί με την κατάρρευση της Διεθνούς, έκανε τις μάζες να χάσουν ολότελα τον πολιτικό τους προσανατολισμό… Κείνο τον καιρό, κανένας δεν αποτολμούσε μέσα στο εργοστάσιο να πει πως ήταν Μπολσεβίκος, από το φόβο ότι θα συλληφθεί ή και θα κακοποιηθεί από καθυστερημένους εργάτες».

Ωστόσο, η «ενότητα του Έθνους» που εμφανίζεται στην αρχή ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου, δεν είναι παρά μια μάσκα. Καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται, αποκαλύπτει κάθε τι το σάπιο μέσα σε μια κοινωνία και οξύνει τις ταξικές αντιθέσεις. Στην τσαρική Ρωσία, με την ήδη σαπισμένη κοινωνική διάρθρωση, το φαινόμενο πήρε εκρηκτικές διαστάσεις:

«Η κάθε λογής κερδοσκοπία και το παιχνίδι στο Χρηματιστήριο έφτασαν στον παροξυσμό τους. Τεράστιες περιουσίες υψώνονταν πάνω σ’ ένα αιμάτινο κύμα. Το ψωμί και τα καύσιμα έλειπαν απ’ την πρωτεύουσα, όμως αυτό δεν εμπόδισε τον κοσμηματοπώλη Φαμπερζέ να καυχηθεί πως ποτέ του δεν είχε κάνει τόσο καλές δουλειές… Ατέλειωτη βροχή το χρυσάφι έπεφτε από ψηλά… Όλοι τους έτρεχαν ν’ αρπάξουν και να ξεσκίσουν, απ’ το φόβο μήπως και σταματήσει η χρυσή βροχή, η τόσο ευλογημένη, κι όλοι τους αποκρούανε μ’ αγανάκτηση κάθε ιδέα για μια πρόωρη ειρήνη».

Έτσι, ο πόλεμος ανέβαλε μόνο τις ταξικές διεργασίες, βαθαίνοντας τις αναπόφευκτες επαναστατικές συγκρούσεις και εμπλέκοντας σ’ αυτές και τα στρώματα που μέχρι τότε βρισκόντουσαν σε καθυστέρηση.

Δεκαπέντε εκατομμύρια άνθρωποι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία αγρότες, οδηγήθηκαν στα χαρακώματα. Πάνω από ένα εκατομμύριο δούλευαν στην πολεμική βιομηχανία, μόνο στην Πετρούπολη και τη Μόσχα. Ο πόλεμος κατάφερε να δημιουργήσει αυτό που έλειπε από τους προηγούμενους αγώνες στην Ρωσία: την ενότητα μεταξύ πόλης και χωριού στην απόφασή τους να ξεμπερδεύουν με τον Τσάρο και το παλιό καθεστώς.

Η «απελευθέρωση» των δουλοπάροικων χωρικών το 1861 έγινε με τον πιο τσιγγούνικο τρόπο. Η γη που παραχωρήθηκε στους κοινοτικούς κλήρους ήταν ελάχιστη και μάλιστα ακριβοπληρώθηκε με μακροχρόνιο δανεισμό των χωρικών. Παραμονές της επανάστασης, 30.000 μεγαλοϊδιοκτήτες κατείχαν γη ίση μ’ αυτή που καλλιεργούσαν 10 εκατομμύρια αγροτικές οικογένειες. Αυτή η αγροτική στατιστική, εκτιμά ο Τρότσκι αντιπροσώπευε το ολοέτοιμο πρόγραμμα για έναν πόλεμο των χωρικών:

«Η αγροτική τάξη ένιωθε τόσο περισσότερο παγιδευμένη, όσο το προτσές αυτό ξετυλιγόταν όχι τον 17ο μα τον 19ο αιώνα, δηλαδή κάτω από συνθήκες όπου ο ρόλος του χρήματος στην οικονομία ήταν κιόλας πολύ προχωρημένος, επιβάλλοντας στο ξύλινο υνί απαιτήσεις που μόνο το τρακτέρ μπορούσε να σηκώσει. Διαπιστώνουμε και πάλι εδώ τη σύμπτωση άνισων βαθμίδων στην εξέλιξη – που οδηγούν σε οξύτατες αντιφάσεις…

Αν το αγροτικό ζήτημα, κληρονομιά της βαρβαρότητας της παλιάς ρωσικής ιστορίας, είχε λυθεί από την αστική τάξη, το ρωσικό προλεταριάτο δε θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να φτάσει στην εξουσία το 1917. Για να θεμελιωθεί το σοβιετικό κράτος χρειάστηκε η αμοιβαία προσέγγιση και διείσδυση δύο παραγόντων με ιστορική φύση ολότελα διαφορετική: ο πόλεμος των χωρικών, δηλαδή ένα κίνημα που χαρακτηρίζει το χάραμα της αστικής εξέλιξης, με την προλεταριακή εξέγερση, δηλαδή ένα κίνημα που σηματοδοτεί τη δύση της αστικής κοινωνίας. Ολόκληρο το 1917 συνοψίζεται σ’ αυτό».

Πέντε μέρες

Στις 23 του Φλεβάρη, ενάντια στις επιθυμίες όλων των εργατικών κομμάτων, ξέσπασε μια αυθόρμητη διαδήλωση γυναικών. Πέντε μόλις μέρες μετά, ο τσαρισμός είχε καταρρεύσει οριστικά. Ποιος «έκανε» την επανάσταση;

Ένα σημαντικό κομμάτι της «Ιστορίας» είναι αφιερωμένο στις τεράστιες, απρόσωπες δυνάμεις που έσπρωχναν τη ρωσική κοινωνία προς την επανάσταση. Και πολύ σωστά. Μα ο ιστορικός υλισμός δεν έχει τίποτα κοινό με τον φαταλισμό ή τον μηχανιστικό ντετερμινισμό. Η ύπαρξη των αντικειμενικών συνθηκών δεν είναι αρκετή για ν’ αποφασίσει την πορεία των επαναστατικών γεγονότων και πολύ περισσότερο την κατάληξή τους. Η «άπειρη διάνοια» του Λαπλάς δεν είναι αρκετή για να προκαθορίσει την εξέλιξη των κοινωνικών φαινομένων, όταν αυτά φτάνουν στο κρίσιμο σημείο τους. Εδώ, το απρόσωπο δίνει τη θέση του στον υποκειμενικό παράγοντα, που με τις πράξεις, τις εμπνεύσεις, τα λάθη ή τις παραλείψεις του μετατρέπει το σύστημα σε μη γραμμικό. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, από την άφταστη πένα του Τρότσκι:

«Η ψυχολογική στιγμή όπου οι στρατιώτες περνούν στην επανάσταση προετοιμάζεται από ένα μακρύ μοριακό προτσές που, όπως κάθε φυσικό προτσές, φτάνει στο κρίσιμο σημείο του. Μα πώς να το προσδιορίσεις αυτό με ακρίβεια;… Η κρίσιμη ώρα της επαφής ανάμεσα στην επιτιθέμενη μάζα και τους στρατιώτες που της φράζουν το δρόμο φτάνει στο κρίσιμό της λεπτό, όταν το φράγμα από γκρίζες χλαίνες δεν έχει ακόμα εξαρθρωθεί, όταν οι στρατιώτες κρατούνται ακόμα πλάτη με πλάτη, μα διστάζουν κιόλας, ενώ ο αξιωματικός, επιστρατεύοντας όσο θάρρος του έχει απομείνει, διατάζει “πυρ”. Τα τουφέκια μένουν μετέωρα, το πλήθος στριμώχνεται. Τότε ο αξιωματικός γυρίζει το πιστόλι του πάνω στον πιο ύποπτο απ’ τους στρατιώτες. Μέσα στο αποφασιστικό λεπτό, να το αποφασιστικό δευτερόλεπτο. Ο θάνατος του πιο θαρραλέου στρατιώτη προς τον οποίο στρέφονται αυτόματα οι άλλοι, η τουφεκιά πάνω στο πλήθος από έναν υπαξιωματικό που μάζεψε το όπλο του νεκρού – και να που το φράγμα σφίγγει, οι τουφεκιές φεύγουν σαν από μόνες τους σαρώνοντας το πλήθος. Μα τα πράγματα μπορεί να γίνουν και διαφορετικά! Την κρίσιμη στιγμή, όταν ο αξιωματικός πάει να πιέσει τη σκανδάλη, τον προλαβαίνει ένας πυροβολισμός ριγμένος από το πλήθος που έχει κι αυτό τους ηγέτες του. Αυτό αποφασίζει όχι μόνο για την έκβαση μιας οδομαχίας, μα ίσως και για το αποτέλεσμα ολόκληρης της μέρας ή ακόμα κι ολόκληρης της εξέγερσης».

Έγινε μεγάλη προσπάθεια, που είναι αρκετά διαδεδομένη και σήμερα, για ν’ αποδειχθεί ότι η επανάσταση του Φλεβάρη ήταν αποτέλεσμα των «στοιχειακών» ή «μοριακών» δυνάμεων της κοινωνίας. Όμως, σε αντίθεση με τα χαοτικά φυσικά φαινόμενα, τα κοινωνικά φαινόμενα συντελούνται από συνειδητά υποκείμενα, που δεν γεννήθηκαν χθες αλλά κουβαλάνε πίσω τους μια ιστορία, δηλαδή εμπειρία και εκπαίδευση. Όταν αυτά τα στοιχεία λείπουν, είναι αναπόφευκτο «η ενέργεια των μαζών να διασκορπιστεί όπως ο ατμός που δεν είναι κλεισμένος μέσα σ’ έναν κύλινδρο με έμβολο». Οι πρόσφατες «χρωματιστές» επαναστάσεις και η «Άνοιξη» των αραβικών χωρών μας πρόσφεραν δυστυχώς μια ακόμα απόδειξη επ’ αυτού.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι κανένα κόμμα δεν «διεύθυνε» άμεσα τα γεγονότα του Φλεβάρη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα κι οι Μπολσεβίκοι κάλεσαν σε γενική απεργία όταν ήδη η εξέγερση είχε μετατραπεί σε ένοπλη επανάσταση. Όμως «η εργατική σκέψη είχε γονιμοποιηθεί σε πλατιά κλίμακα από τις μεθόδους του μαρξισμού και τρεφόταν με τη ζωντανή εμπειρία των μαζών», κυρίως με την παράδοση του 1905.

«Στους φαντασμένους πολιτικούς του φιλελευθερισμού και του εξημερωμένου σοσιαλισμού, κάθε τι που γίνεται στις μάζες παρουσιάζεται συνήθως σαν κάτι το ενστικτώδες, λες κι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια μυρμηγκοφωλιά ή σε κυψέλη. Στην πραγματικότητα, η σκέψη που κυρίευε την εργατική μάζα ήταν πολύ πιο τολμηρή, διαπεραστική και συνειδητή απ’ τις ιδεούλες με τις οποίες περνούσαν τον καιρό τους οι “μορφωμένες” τάξεις…

Έτσι, στο ερώτημα ποιος λοιπόν κατεύθυνε την Επανάσταση του Φλεβάρη; μπορούμε να απαντήσουμε μ’ όλη την ποθητή καθαρότητα: εργάτες συνειδητοί και ψυχωμένοι, που διαπαιδαγωγήθηκαν στο κομματικό σχολείο του Λένιν. Μα πρέπει να προσθέσουμε πως εκείνη η διεύθυνση, όσο κι αν έφτανε για να εξασφαλίσει τη νίκη της εξέγερσης, δεν ήταν σε θέση απ’ την αρχή να αποθέσει τη νίκη της στα χέρια της εργατικής πρωτοπορίας».

Η δυαδική εξουσία

Στις 28 του Φλεβάρη όλα είχαν τελειώσει. Ο Τσάρος δεν είχε συλληφθεί ακόμη, αλλά βρισκόταν ουσιαστικά υπό περιορισμό, με την έννοια ότι του ήταν αδύνατο να προσεγγίσει την πρωτεύουσα. Οι δυνάμεις της επανάστασης είχαν συγκροτηθεί στο Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Αντιπροσώπων, που στις 9 το βράδυ της προηγούμενης μέρας ξεκίνησε την παρθενική του συνεδρίαση. Ο πρόεδρος της Δούμας, Ροντζιάνκο, στο άκουσμα της είδησης ότι η προηγούμενη κυβέρνηση δεν υπήρχε πια «έπεσε βαρύς στην πολυθρόνα του και σκέπασε το πρόσωπό του και με τα δυο του χέρια… Θεέ μου, τι φρίκη! Δεν έχουμε πια εξουσία!… Η αναρχία! Το αίμα!… Κι άρχισε να σιγοκλαίει. Καθώς διαλυόταν το γέρικο φάντασμα της τσαρικής εξουσίας, ο Ροντζιάνκο ένιωθε δυστυχισμένος, εγκαταλειμμένος, ορφανός. Πόσο μακριά ήταν κείνη την ώρα από τη σκέψη πως την άλλη μέρα θα ’πρεπε να τεθεί επικεφαλής της επανάστασης!»

Μια νέα κυβέρνηση σχηματίστηκε σύντομα, αλλά στα μάτια και τα μυαλά των εξεγερμένων δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία για το ποιος είχε πραγματικά την εξουσία:

«Ο λαός έχει εμπιστοσύνη στο Σοβιέτ και ο λαός είναι οπλισμένος, που πάει να πει ότι το Σοβιέτ είναι κυβέρνηση. Έτσι το ’βλεπαν οι άνθρωποι – και δεν είχαν μήπως δίκιο;»

Ποιοι όμως αποτέλεσαν το Σοβιέτ; Όσο τα γεγονότα εξελίσσονται στο δρόμο, κάτω από τα πυρά του εχθρού, κυριαρχεί η πιο δραστήρια και μαχητική μειοψηφία, που αντλεί τη δύναμή της από την υποστήριξη ή έστω τη συμπάθεια της πλειοψηφίας. Μα τα πράγματα αλλάζουν με τη νίκη. Στις εκλογές για τα όργανα και τους θεσμούς της νικηφόρας επανάστασης συρρέουν άπειρα πιο πλατιές μάζες, που δεν καταλάβαιναν σε τι διαφέρουν οι Μπολσεβίκοι από τα άλλα σοσιαλιστικά κόμματα. Αυτό είναι αλήθεια τόσο για τους εργάτες, όσο, κυρίως, για τους στρατιώτες που δίνανε την εμπιστοσύνη τους σ’ αυτούς που στα λόγια τάσσονταν ενάντια στους μοναρχικούς αξιωματικούς και την αστική τάξη και ξέρανε να το διαλαλούν καλύτερα.

«Ωστόσο η μόνη έγνοια των σοσιαλιστών που βρέθηκαν τόσο εύκολα επικεφαλής των Σοβιέτ ήταν να μάθουν αν η αστική τάξη, πολιτικά απομονωμένη, μισητή στις μάζες, ολότελα εχθρική προς την επανάσταση, θα στέρξει να παραλάβει την εξουσία από τα χέρια τους. Μα καθώς οι αστοί δεν πρόκειται ν’ απαρνηθούν το πρόγραμμά τους, πρέπει εμείς, οι “σοσιαλιστές”, να παραιτηθούμε απ’ το δικό μας: να μη μιλάμε για τη μοναρχία, τον πόλεμο, το αγροτικό ζήτημα… Πώς εξηγούσαν οι συμφιλιωτές τη στάση τους; Είχαν πρώτα πρώτα ένα δογματικό επιχείρημα: μια και η επανάσταση είναι αστική, οι σοσιαλιστές δεν πρέπει να εκτεθούν παίρνοντας την εξουσία – ας αναλάβουν οι αστοί τις ευθύνες τους! Αυτό φαινόταν πολύ αδιάλλακτο, μα στην πραγματικότητα κάτω απ’ αυτή την “αδιαλλαξία” κρυβόταν η υποταγή τους απέναντι στη δύναμη του πλούτου, της μόρφωσης, της υπεροπτικής συμπεριφοράς. Οι μικροαστοί αναγνωρίζανε στη μπουρζουαζία κάτι σαν πρωταρχικό δικαίωμα στην εξουσία, ανεξάρτητα από τις σχέσεις των δυνάμεων.

– Και η δύναμη της ιδιοκτησίας; αντιλέγανε. Όμως η ιδιοκτησία είναι μια σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους. Αντιπροσωπεύει μια τεράστια δύναμη όσο έχει μαζί της τη γενική αναγνώριση που στηρίζεται πάνω σ’ ένα σύστημα καταναγκασμού που ονομάζεται Δίκαιο και Κράτος. Μα ίσα ίσα τα πράγματα βρισκόντουσαν σε τούτο, ότι το παλιό κράτος είχε καταρρεύσει και σ’ ολόκληρο το παλιό δίκαιο οι μάζες είχαν βάλει ένα μεγάλο ερωτηματικό».

Η παραχώρηση της «επίσημης» εξουσίας στους αστούς δεν ήταν –εννοείται– απόλυτη. Αλλιώς δεν θα υπήρχε καμιά διαρχία. Ανεξάρτητα από τα εξωτερικά σύμβολα, η εξουσία είναι αποτέλεσμα της σχέσης των δυνάμεων και αυτή η σχέση είχε ριζικά ανατραπεί με την επανάσταση.

«Την άλλη μέρα απ’ το σχηματισμό της φιλελεύθερης κυβέρνησης, οι αστοί ένιωσαν πως όχι μόνο δεν είχαν κατακτήσει την εξουσία, μα και την είχαν χάσει… ο τσαρισμός εγγυόταν στους ιδιοκτήτες τα εργοστάσιά τους, τη γη τους, τις τράπεζές τους, τα ακίνητά τους, τις εφημερίδες τους… Η επανάσταση του Φλεβάρη είχε αλλάξει την κατάσταση σε δυο αντίθετες κατευθύνσεις: εμπιστεύθηκε επίσημα στην μπουρζουαζία τα εξωτερικά σύμβολα της εξουσίας, μα, ταυτόχρονα, της αφαίρεσε τη μερίδα της πραγματικής δύναμης που διέθετε πριν την επανάσταση».

Όταν τους επόμενους μήνες αποκαλύφθηκε η πλήρης αδυναμία των αστών να λύσουν οποιοδήποτε ζήτημα, η «αδιαλλαξία» των μετριοπαθών σοσιαλιστών –Μενσεβίκων και Εσέρων– κάμφθηκε και μπήκαν στην κυβέρνηση. Και πάλι όμως, όχι για να προωθήσουν το δικό τους πρόγραμμα, αλλά για να σώσουν την αστική τάξη από την καταστροφή. Οι επόμενοι οχτώ μήνες, μέχρι τον Οκτώβρη, θα κυλούσαν σταθερά πάνω σ’ αυτό το μοτίβο.

Οι Μπολσεβίκοι

Ο μοναρχικός, πρώην μαρξιστής, Π. Στρούβε, έγραφε αργότερα: «Λογικό μέσα στην επανάσταση, πιστό στην ουσία της, ήταν μόνο το κόμμα των Μπολσεβίκων. Γι’ αυτό νίκησε». Και ο ηγέτης του αστικού κόμματος των Κα Ντε, Μιλιούκοβ: «Αυτοί ήξεραν που πηγαίνουν και βάδιζαν προς μία και μόνη κατεύθυνση, που την είχαν πάρει για πάντα, προς το σκοπό τους που καθημερινά πλησίαζε όλο και περισσότερο». Αυτές οι κρίσεις ήταν σωστές στη γενική τους μορφή, αλλά μόνο στη γενική τους μορφή. Είδαμε ότι ενώ το κόμμα καθυστέρησε χαρακτηριστικά κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, τα μέλη του βρισκόντουσαν χωρίς σκέψη στην πρώτη της γραμμή. Η κατάσταση δεν βελτιώθηκε όταν, στα μέσα του Μάρτη, γύρισαν από την εξορία όσοι απ’ τα ηγετικά του μέλη δεν βρισκόντουσαν στο εξωτερικό. Το αντίθετο μάλιστα.

Η τριάδα Στάλιν, Κάμενεφ, Μουράνοβ που ανέλαβε την ηγεσία και τη σύνταξη της εφημερίδας Πράβδα, του επίσημου οργάνου του κόμματος, γύρισε απότομα το τιμόνι προς τα δεξιά. Στο πρώτο άρθρο της καινούριας σύνταξης διακηρύχθηκε πως οι Μπολσεβίκοι «θα στήριζαν αποφασιστικά την προσωρινή κυβέρνηση, στο μέτρο που αυτή πολεμάει την αντίδραση και την αντεπανάσταση». Είναι η φόρμουλα που προξένησε το καυστικό σχόλιο του Λένιν πως ήταν «σα να ζητούσαν απ’ τους ιδιοκτήτες των οίκων ανοχής να εγκαταλείψουν την αμαρτία»…

«Η μέρα που βγήκε το πρώτο φύλλο της μεταμορφωμένης Πράβδα –διηγείται ο Σλιάπνικοβ – ήταν μέρα χαράς και αγαλλίασης για τους οπαδούς της εθνικής άμυνας. Ολόκληρο το ανάκτορο της Ταυρίδας (έδρα του Σοβιέτ και της Δούμας) αντηχούσε απ’ τη χαρμόσυνη είδηση: νίκη των μετριοπαθών, των λογικών Μπολσεβίκων πάνω στους εξτρεμιστές… Όταν εκείνο το φύλλο έφτασε στα εργοστάσια και τις εργατικές συνοικίες προξένησε βαθιά κατάπληξη στα μέλη μας και τους συμπαθούντες καθώς και σαρκαστική ικανοποίηση στους αντιπάλους μας».

Ο ερχομός του Λένιν στην Πετρούπολη σήμανε και την αρχή του επανεξοπλισμού του κόμματος. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περίφημες «Θέσεις» του που παρουσιάστηκαν στις 4 του Απρίλη, κυκλοφόρησαν αρχικά εξ ονόματος του ίδιου και μόνο. Στις 8 του Απρίλη, η Πράβδα εξακολουθούσε να επιμένει πως «Όσο για το γενικό σχήμα του συντρόφου Λένιν, μας φαίνεται απαράδεκτο, στο μέτρο που παρουσιάζει σαν περαιωμένη την αστικοδημοκρατική επανάσταση και υπολογίζει σε μιαν άμεση μετατροπή της σε σοσιαλιστική».

Λιγότερο από ένα μήνα μετά, η Συνδιάσκεψη των Μπολσεβίκων της Πετρούπολης υιοθετούσε αυτές τις θέσεις ομόφωνα!

Αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί από την προσωπική δημοτικότητα του Λένιν, που απείχε πολύ απ’ την αυθεντία με την οποία τον περιέβαλλε αργότερα η σταλινική σχολή. Ούτε υπήρχε κάποιου είδους «μηχανισμός» που μέσα στον χαοτικό Απρίλη θα μπορούσε να πείσει μία προς μία όλες τις αχτίδες του κόμματος. Οι θέσεις του Λένιν απλώς εξέφρασαν τους πόθους και τις ελπίδες του πιο προχωρημένου στρώματος της εργατικής τάξης, που οργανωνόταν κιόλας στους Μπολσεβίκους, αφήνοντας στην άκρη παλιές φόρμουλες και σχήματα.

«Στις Θέσεις του Απρίλη, που φάνηκαν τόσο παράδοξες, ο Λένιν στηριζόταν, ενάντια στην παλιά φόρμουλα, πάνω στη ζωντανή παράδοση του κόμματος, που ήταν ασυμφιλίωτη απέναντι στις κυρίαρχες τάξεις και εχθρική σε κάθε κλωθογύρισμα, ενώ οι “παλιοί μπολσεβίκοι” αντιτάσσανε μόνο αναμνήσεις, που αν και νωπές, είχαν κιόλας περάσει στα αρχεία. Ο Λένιν είχε ένα πολύ γερό στήριγμα, προετοιμασμένο από ολόκληρη την ιστορία της πάλης ανάμεσα στους Μπολσεβίκους και τους Μενσεβίκους».

Το κόμμα των Μπολσεβίκων, λοιπόν, δεν ξεπήδησε απ’ το κεφάλι του Λένιν πάνοπλο, όπως η θεά Αθήνα μέσα απ’ το κεφάλι του Δία.

«Το κόμμα για μας δεν είναι μηχανισμός που το αλάθητό του προστατεύεται με κυβερνητικά κατασταλτικά μέτρα, μα ένας πολύπλοκος οργανισμός που, όπως κάθε ζωντανό πράγμα, αναπτύσσεται μέσα σε αντιφάσεις. Η αποκάλυψη αυτών των αντιφάσεων και μαζί μ’ αυτές των δισταγμών και των λαθών του επιτελείου, δεν εξασθενίζει στο παραμικρό τη σημασία της γιγάντιας ιστορικής εργασίας που το Μπολσεβίκικο Κόμμα φορτώθηκε για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία».

Ανακατατάξεις μέσα στις μάζες

«Το Σοβιέτ ήταν το όργανο των εργατών και των στρατιωτών, δηλαδή των χωρικών. Η Προσωρινή Κυβέρνηση ήταν το όργανο της αστικής τάξης… Έτσι, στη χώρα υπήρχαν δυο ασυμβίβαστες κρατικές οργανώσεις: μια ιεραρχία από παλιούς και καινούριους κρατικούς λειτουργούς, που διορίζονταν από τα πάνω και είχαν επικεφαλής τους την Προσωρινή Κυβέρνηση κι ένα σύστημα από εκλεγμένα Σοβιέτ που οι διακλαδώσεις τους έφταναν ως τον πιο απομακρυσμένο λόχο του μετώπου. Αυτά τα δυο κυβερνητικά συστήματα στηριζόντουσαν πάνω σε διαφορετικές τάξεις που δεν είχαν λύσει ακόμα τους ιστορικούς τους λογαριασμούς».

Μα, ενώ στις κορυφές της πολιτικής φαινόταν να υπάρχει μια ισορροπία, έστω και αδιέξοδη, στη βάση της κοινωνίας τα ισοζύγια ήταν εντελώς διαφορετικά. Ο Λένιν ήξερε πολύ καλά τι έλεγε, όταν δήλωνε στις αρχές του Μάη πως «η χώρα βρίσκεται χίλιες φορές πιο αριστερά από την κυβέρνηση κι εκατό φορές πιο αριστερά από εμάς τους ίδιους. Όποιος ζήσει, θα δει».

«Αυτό», σχολιάζει ο Τρότσκι, «μπορεί να φαινόταν τουλάχιστον αβάσιμο. Γιατί, στο τέλος τέλος οι εργάτες κι οι στρατιώτες υποστήριζαν ακόμα τους συμφιλιωτές και στην πλειονότητά τους ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στους Μπολσεβίκους. Μα ο Λένιν έσκαβε βαθύτερα. Τα κοινωνικά ενδιαφέροντα των μαζών, το μίσος κι οι ελπίδες τους αναζητούσαν ακόμα την έκφρασή τους. Η συμφιλίωση ήταν ένας πρώτος σταθμός, μα οι μάζες ήταν άπειρα πιο αριστερά απ’ τους Τσερνόβ και τους Τσερετέλι. Αυτό που τους έλειπε ήταν η επίγνωση του ριζοσπαστισμού τους».

Η ανημποριά της κυβέρνησης και των μετριοπαθών σοσιαλιστών που την στήριζαν προερχόταν από την πλήρη διάσταση ανάμεσα στην ατζέντα τους και τις διαθέσεις των μαζών. Το κομβικό σημείο αυτής της ατζέντας ήταν ο πόλεμος. Οι αστοί εξακολουθούσαν να ελπίζουν στη νίκη, δηλαδή στο μελλοντικό πλιάτσικο, καθώς μάλιστα είχαν μόλις εισέλθει στον πόλεμο και οι ΗΠΑ. Δοκίμασαν τα πάντα, το σωβινισμό, τις απειλές, ακόμα και την επίσκεψη στα μέτωπα των φωτισμένων σοσιαλιστών της δυτικής Ευρώπης, που έφταναν στη Ρωσία για να ολοκληρώσουν το έργο που είχαν τόσο καλά επιτελέσει στις χώρες τους, να υποστηρίξουν δηλαδή τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο με τα εκατομμύρια των θυμάτων. «Ο πρόεδρος της 2ης Διεθνούς κι ο πρώην επιτελάρχης του τσάρου Νικόλαου βρήκαν έτσι μια κοινή γλώσσα στην πάλη για τα φωτεινά ιδεώδη της δημοκρατίας. Ο Ρενοντέλ, ένας από τους ηγέτες του γαλλικού σοσιαλισμού, μπόρεσε ν’ αναφωνήσει με ανακούφιση: “Τώρα μπορούμε να μιλάμε για τον πόλεμο του δικαίου χωρίς να κοκκινίζουμε!” Με τρίχρονη καθυστέρηση, η ανθρωπότητα μάθαινε πως κείνοι οι άνθρωποι είχαν κάποιο λόγο για να κοκκινίζουν»."

Μάταιος κόπος. Τα σχέδια για επίθεση ναυάγησαν, παρασύροντας μαζί τους και την κυβέρνηση. Οι συμφιλιωτές αναγκάστηκαν να παρατήσουν την «αδιαλλαξία» τους και να μπουν στη νέα κυβέρνηση, αλλά και πάλι σαν μειοψηφία, έξι υπουργοί από τους δεκαπέντε. Ήταν ένα βήμα που όλοι το είδαν με ικανοποίηση.

«Αν είναι καλό ένας Κερένσκι να είναι υπουργός, έξι Κερένσκι είναι ακόμα καλύτερα, σκεφτόντουσαν όλοι. Οι μάζες δεν ήξεραν ότι αυτό ονομάζεται συνασπισμός με την μπουρζουαζία και ότι αυτή ήθελε να κρυφτεί πίσω απ’ τους σοσιαλιστές για να χτυπήσει το λαό».

Και δεν ήταν μόνο ο πόλεμος. Οι εργάτες προσπαθούσαν να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους απέναντι στην επίθεση με τη μορφή των λοκ άουτ στην οποία προχωρούσαν οι βιομήχανοι. Οι αγρότες ζητούσαν γη. Η επιρροή των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστατών παρέμενε ισχυρή, αλλά σιγά σιγά έμενε ένα άδειο περιτύλιγμα.

«Ένας γραφιάς σε κάποιο εργαστήρι διηγείται πως, ύστερα απ’ το διάβασμα των αστικών εφημερίδων, οι στρατιώτες έβριζαν τους άγνωστους Μπολσεβίκους κι αμέσως μετά έπιαναν την κουβέντα για την ανάγκη να τερματιστεί ο πόλεμος και να δημευθούν τα χτήματα των ευγενών». Άλλωστε, ο ίδιος ο τύπος των πατριωτών έχτιζε με γρήγορα βήματα τη δημοτικότητα των Μπολσεβίκων: «Κάθε διαμαρτυρία από καταπιεζόμενους, κάθε δήμευση γης, κάθε πρόκληση αντεκδίκησης πάνω σ’ έναν μισητό αξιωματικό, αποδινόταν από τις εφημερίδες στους Μπολσεβίκους. Οι στρατιώτες συμπεραίνανε απ’ αυτό πως οι Μπολσεβίκοι ήταν δίκαιοι άνθρωποι».

Στο πρώτο Συνέδριο των Σοβιέτ οι Μπολσεβίκοι και οι σύμμαχοί τους κατείχαν ήδη το 1/5 των εδρών. Η πραγματική τους επιρροή όμως ήταν ήδη πολύ μεγαλύτερη. Ο Τρότσκι υπογραμμίζει την αντίφαση ανάμεσα στους φαινομενικούς και τους πραγματικούς συσχετισμούς της επανάστασης:

«Η ανάπτυξη της ταξικής πάλης δυνάμωνε σχεδόν αυτόματα την επιρροή των Μπολσεβίκων. Κάθε φορά που ήτανε για τα ζωτικά τους συμφέροντα, οι εργάτες αντιλαμβάνονταν καλά πως οι Μπολσεβίκοι δεν ήταν υστερόβουλοι, δεν κρύβανε τίποτα, πως μπορούσαν να βασιστούν σ’ αυτούς. Τις ώρες των συγκρούσεων όλοι στρεφόντουσαν προς τους Μπολσεβίκους… Στη Συνδιάσκεψη των Εργοστασιακών Επιτροπών της Πετρούπολης, στις αρχές του Ιούνη, 339 ψήφοι στους 421 τάχθηκαν με τη μπολσεβίκικη πρόταση. Αυτό το γεγονός πέρασε ολότελα απαρατήρητο από τον αστικό τύπο. Ωστόσο αυτό σήμαινε ότι στα ουσιαστικά ζητήματα της οικονομικής ζωής το προλεταριάτο της πρωτεύουσας, χωρίς να έχει ακόμα τον καιρό να ξεκόψει από τους συμφιλιωτές, είχε στην πραγματικότητα περάσει με το μέρος των Μπολσεβίκων.

Τέτοια είναι η διαλεκτική, η βαθιά και συνάμα απλή, της επανάστασης των καταπιεζομένων τάξεων. Ο πιο επικίνδυνος αντικατοπτρισμός της επανάστασης βρίσκεται σε τούτο, ότι ο αυτόματος μετρητής της δημοκρατίας προσθέτει μόνο γεγονότα, χτεσινά, σημερινά κι αυριανά και παρακινεί έτσι τους καθαρόαιμους δημοκράτες ν’ αναζητάνε το κεφάλι της επανάστασης εκεί που βρίσκεται η βαριά ουρά της. Ο Λένιν εκπαίδευε το κόμμα του να ξεχωρίζει το κεφάλι απ’ την ουρά».

Τα «Ιουλιανά»

Το βασικό σύνθημα της πάλης των Μπολσεβίκων ήταν «όλη η εξουσία στα σοβιέτ». Η τακτική τους, «να εξηγούν υπομονετικά». Μα μέσα στην επανάσταση φτάνει κάποιο σημείο όπου αυτό είναι πιο εύκολο να το λες απ’ ό,τι να το εφαρμόζεις.

Από τα μέσα του Ιούνη η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Όχι μόνο η οικονομική ζωή είχε σχεδόν διαλυθεί από τις άοκνες προσπάθειες των αστών να στραγγαλίσουν την εργατική τάξη, αλλά στο μέτωπο σχεδιαζόταν μεγάλη επίθεση για την οποία οι ξένες πρεσβείες πίεζαν αφόρητα. Το σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ, κάτω η κυβέρνηση» είχε αγκαλιάσει ολοκληρωτικά τους εργάτες και τη φρουρά της Πετρούπολης. Ωστόσο, η υπόλοιπη χώρα δεν ακολουθούσε ακόμα.

«Οι πρωτοπόροι εργάτες θυμόντουσαν πως το Φλεβάρη οι ηγέτες ήταν έτοιμοι να δώσουν το σύνθημα της υποχώρησης ακριβώς την παραμονή της νίκης· πως το Μάρτη το οχτάωρο είχε κατακτηθεί με πρωτοβουλία της βάσης· πως τον Απρίλη ο Μιλιουκόβ είχε ανατραπεί από συντάγματα που ’χαν βγει αυθόρμητα στους δρόμους. Η αναπόληση αυτών των γεγονότων ερχόταν ν’ ανταμώσει τα αισθήματα των μαζών, τα τεντωμένα κι ανυπόμονα…

Έτσι, κάτω απ’ τις επίσημες οργανώσεις, πλέκονταν καινούριοι δεσμοί ανάμεσα στα εργοστάσια και τα συντάγματα τα πιο βουρλισμένα. Οι μάζες δεν είχαν την πρόθεση να σπάσουν με το Σοβιέτ, αντίθετα ήθελαν αυτό ν’ αναλάβει την εξουσία. Ακόμα λιγότερη διάθεση είχαν να σπάσουν με το μπολσεβίκικο κόμμα. Μα κι αυτό τους φαινόταν αναποφάσιστο. Ήθελαν να δώσουν μια σκουντιά, να φοβερίσουν την Εκτελεστική Επιτροπή, να σπρώξουνε μπροστά τους μπολσεβίκους…

Σε τέτοιους αυτοσχεδιασμούς συχνά γλιστράνε και στοιχεία τυχαία και όχι πάντα πολύ σίγουρα. Οι αναρχικοί ρίχνουν λάδι στη φωτιά, το ίδιο κι ορισμένοι πρωτάρηδες του μπολσεβικισμού, εξίσου ανυπόμονοι… Ο γενικός χαρακτήρας των γεγονότων διαγράφεται ολοκάθαρα: Η Πετρούπολη ένιωθε τη δύναμή της κι έπαιρνε φόρα χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω της ούτε στην επαρχία ούτε στο μέτωπο. Το ίδιο το μπολσεβίκικο κόμμα ήταν πια ανίκανο να τη συγκρατήσει. Εδώ, μπορούσε να βοηθήσει μόνο η πείρα».

Αυτή η πείρα, που ενάμισι χρόνο μετά θα πληρωνόταν τόσο σκληρά στη Γερμανία με τον αποκεφαλισμό και την ήττα της επανάστασης, στη Ρωσία έγινε κατορθωτό να μην αφήσει θανάσιμες πληγές. Οι Μπολσεβίκοι, παρότι αναγνώριζαν το πρώιμο της εξέγερσης, αποφάσισαν να τεθούν επικεφαλής και να της δώσουν συντεταγμένο χαρακτήρα. Τα κατάφεραν, αν και με μεγάλο κόστος. Τρεις μέρες μετά την έναρξη των γεγονότων, το κίνημα άρχισε να παρουσιάζει στοιχεία κόπωσης. Μονάδες πιστές στην κυβέρνηση άρχισαν να καταφθάνουν στην πρωτεύουσα και παρουσιάστηκαν «αδιάσειστα» ντοκουμέντα, ότι οι Μπολσεβίκοι ήταν πράκτορες των Γερμανών. Αυτό έκρινε την κατάσταση. Το κίνημα υποχρεώθηκε σε υποχώρηση. Το τυπογραφείο των Μπολσεβίκων καταστράφηκε. Ο Λένιν και ο Ζινόβιεφ αναγκάστηκαν να κρυφτούν για να αποφύγουν τη σύλληψη. Πολλές μονάδες που πρωτοστάτησαν στην εξέγερση διαλύθηκαν. Ο Τρότσκι και πολλοί άλλοι ηγέτες βρέθηκαν στη φυλακή.

«Τον Ιούλη, στη διακλάδωση των ιστορικών δρόμων, μόνο η επέμβαση του κόμματος των Μπολσεβίκων απάλειψε τις παραλλαγές ενός μοιραίου κινδύνου: είτε στο είδος των Ιουνιανών του 1848 είτε στο είδος της Παρισινής Κομμούνας του 1871. Μπαίνοντας θαρραλέα επικεφαλής του κινήματος, το κόμμα πέτυχε να σταματήσει τις μάζες τη στιγμή που η διαδήλωση άρχιζε να μετατρέπεται σε γενική αναμέτρηση ενόπλων δυνάμεων… Τα θύματα υπολογίστηκαν σε δεκάδες και όχι σε δεκάδες χιλιάδες. Η εργατική τάξη δε βγήκε απ’ τη δοκιμασία αποκεφαλισμένη και εξουθενωμένη. Διατήρησε τα μάχιμα στελέχη της στο ακέραιο κι αυτά τα στελέχη είχαν μάθει πολλά».

Το πραξικόπημα του Κορνίλοβ και το Ενιαίο Μέτωπο

Ο μήνας που ακολούθησε μπορεί να χαρακτηριστεί «ο μήνας της μεγάλης συκοφαντίας». Οι κατηγορίες και το κυνηγητό ενάντια στους Μπολσεβίκους ήταν στην ημερήσια διάταξη. Όποιος τολμούσε να μιλήσει ανοιχτά υπέρ τους συλλαμβανόταν. Κι όμως, μετά το πρώτο μούδιασμα, η υποστήριξη κι η επιρροή τους συνέχισε ν’ αυξάνεται. Για την αντίδραση ήταν πια φανερό ότι δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρουν οι σύμμαχοί της συμφιλιωτές να αποσπάσουν τις μάζες από τον μπολσεβικισμό. Έτσι αποφάσισαν να παίξουν το τελευταίο τους χαρτί: τη στρατιωτική δικτατορία.

Για το ρόλο του δικτάτορα επιλέχθηκε ο μοναρχικός στρατηγός Κορνίλοβ, που αποφασίστηκε να βαδίσει προς την πρωτεύουσα για να αποκρούσει τάχα την επικείμενη εξέγερση των Μπολσεβίκων που χρηματοδοτούνταν, εννοείται, από το Γερμανικό Επιτελείο. Αυτή τη φορά το σκηνικό άλλαζε μόνο ως προς το γεγονός ότι ο στρατηγός δεν στρεφόταν πια μόνο εναντίον των «λενινιστών κατασκόπων», αλλά και εναντίον της επίσημης κυβέρνησης και του Κερένσκι, που στο μεταξύ είχε γίνει πρωθυπουργός.

Το πραξικόπημα του Κορνίλοβ αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο και τις τελικές εξετάσεις που είχαν να περάσουν οι Μπολσεβίκοι για ν’ αποδείξουν ότι μπορούσαν να φέρουν σε πέρας τα καθήκοντα που τους είχε αναθέσει η Ιστορία.

Εκείνη τη στιγμή, μην το ξεχνάμε, είναι ακόμα κυνηγημένοι, οι εφημερίδες τους έχουν κλείσει, οι ηγέτες τους βρίσκονται στην παρανομία ή στη φυλακή, όπου τους έχει ρίξει ο ίδιος ο Κερένσκι. Και όμως ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτονται ν’ ακολουθήσουν μια πολιτική «ίσων αποστάσεων». Ούτε και να προσπαθήσουν να ρίξουν οι ίδιοι την κυβέρνηση, μια επιχείρηση που τεχνικά δεν θα παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες. Είναι πρώτο το καθήκον να διαφυλάξουν την επανάσταση από τον άμεσο εχθρό. Ο Τρότσκι, μέσα στη φυλακή ακόμη, δίνει απλά μαθήματα της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου στους ναύτες που τον επισκέπτονται και τον ρωτούν αν ήρθε πια ο καιρός ν’ ανατρέψουν την κυβέρνηση: «Όχι, δεν είναι ακόμη καιρός. Στηρίξτε το τουφέκι στον ώμο του Κερένσκι και ρίξτε εναντίον του Κορνίλοβ. Ύστερα θα κανονίσουμε τους λογαριασμούς μας με τον Κερένσκι». Δεν είναι χωρίς σημασία να θυμηθούμε εδώ την «καθαρότητα» των κομμουνιστών στη Γερμανία δεκαπέντε χρόνια αργότερα, τη θεωρία του «σοσιαλφασισμού» και το σύνθημα «μετά τον Χίτλερ θα έρθει η σειρά μας»…

Στα σχέδια της αντίδρασης, οι εργάτες και οι στρατιώτες αντιτάχθηκαν με μια κινητοποίηση άνευ προηγουμένου. Ο ίδιος ο Κερένσκι αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι μόλις χρειάστηκε να γίνουν οχυρωματικά έργα για την άμυνα της πρωτεύουσας, «χιλιάδες εργάτες …με άμισθη εργασία εκτέλεσαν σε μερικές ώρες ένα έργο που χωρίς τη βοήθειά τους θα απαιτούσε πολλές μέρες».

Γιατί όμως απέτυχε τόσο οικτρά –στην ουσία διαλύθηκε προτού καν σχεδόν εκδηλωθεί– η συνωμοσία του Κορνίλοφ; Ο Τρότσκι εξηγεί τα αίτια:

«Η συνωμοσία καθοδηγούνταν από κύκλους που είναι συνηθισμένοι να μην κάνουν τίποτα, που δεν ξέρουν να κάνουν τίποτα χωρίς τα στοιχεία της βάσης, δίχως την εργατική δύναμη, δίχως το κρέας για τα κανόνια, δίχως ορντινάντσες, υπηρέτες, γραφιάδες, σοφέρ, βαστάζους, μαγείρισσες, πλύστρες, κλειδούχους, τηλεγραφητές, ιπποκόμους. Κι όλες αυτές οι ανθρώπινες ροδίτσες ήταν με το Σοβιέτ, ενάντια στον Κορνίλοβ. Η επανάσταση ήταν παντοδύναμη. Εισχωρούσε παντού, περικυκλώνοντας τη συνωμοσία. Είχε παντού το μάτι της, το αυτί της και το χέρι της».

Έτσι, το πραξικόπημα κατέληξε σε οπερέτα. Παρόλη τη συμμετοχή σ’ αυτό της συντριπτικής πλειοψηφίας των στρατηγών των Επιτελείων και την υποστήριξη από τους αστούς, που εκδηλώθηκε μεταξύ των άλλων και με τη ραγδαία άνοδο των τιμών στο χρηματιστήριο, βρέθηκε ανίκανο ακόμη και να πλησιάσει στην Πετρούπολη. «Οι σιδηροδρομικοί χαλούσαν κι έφραζαν τις γραμμές… Οι ταχυδρομικοί και τηλεγραφικοί υπάλληλοι άρχισαν να κατακρατούν και να στέλνουν στην Επιτροπή Άμυνας τα τηλεγραφήματα και τις διαταγές του Επιτελείου… Το συνδικάτο των τυπογράφων οργάνωσε σε μερικές ώρες την έκδοση των εφημερίδων της Δευτέρας για να ενημερωθεί ο πληθυσμός γύρω από τα γεγονότα… Ο στασιαστής στρατηγός είχε χτυπήσει το πόδι του στη γη κι από τη γη βγήκαν λεγεώνες – μόνο που ήταν λεγεώνες εχθρικές».

Μετά την επανάσταση του Φλεβάρη, η εξουσία πήγε στους αστούς. Ύστερα, τον Απρίλη, η κυβέρνηση των αστών έδωσε τη θέση της σ’ ένα συνασπισμό κομμάτων, που αποδείχθηκε εξίσου ανίκανος. Τον Ιούνη και τον Ιούλη, τα κόμματα αυτά ήρθαν σε αντιπαράθεση, πρώτα ειρηνική κι έπειτα αιματηρή, ακριβώς με τις μάζες στις οποίες στήριζαν τη δύναμή τους. Η αντίδραση έβγαλε απ’ αυτό το σωστό συμπέρασμα πως οι μέρες της μετριοπάθειας είχαν τελειώσει και πως έμπαινε πλέον το δίλημμα: Κορνίλοβ ή Λένιν. Όταν αυτό το δίλημμα μπήκε στην πράξη ο Κορνίλοβ έπεσε σαν σάπιο φρούτο, παρόλο που εκείνη τη στιγμή ο Λένιν ήταν ακόμα υποχρεωμένος να κρύβεται. Έτσι η μόνη παραλλαγή που δεν είχε ακόμη δοκιμαστεί ήταν η παραλλαγή του μπολσεβικισμού.

Η κατάληψη της εξουσίας

«Το κύριο επιχείρημα των δημοκρατών ενάντια στην κατάληψη της εξουσίας στεκόταν σε τούτο, ότι οι εργαζόμενοι θα βρίσκονταν ανίκανοι να μανουβράρουνε τον κρατικό μηχανισμό. Τέτοιοι ήταν κατά βάθος και οι φόβοι των οπορτουνιστικών στοιχείων μέσα στον ίδιο τον μπολσεβικισμό… Κάθε μικροαστός είναι διαπαιδαγωγημένος με την υποταγή απέναντι σ’ αυτή τη μυστικιστική αρχή, που υψώνεται πάνω από ανθρώπους και τάξεις… Βγάζοντας ευλαβικά το καπέλο του, καμιά φορά και τα παπούτσια του, μπαίνει στις μύτες των ποδιών μέσα στο Ιερό του ειδώλου, όταν η τύχη ή η δύναμη των περιστάσεων τον κάνουν υπουργό. Δεν μπορεί να δικαιολογήσει αλλιώς αυτό το προνόμιο, παρά με την υποταγή του στον κρατικό μηχανισμό. Οι Ρώσοι ριζοσπάστες διανοούμενοι που δεν τολμούσαν, ακόμα και σε καιρό επανάστασης, να κολλήσουν στην εξουσία παρά μόνο πίσω απ’ τις πλάτες των ευγενών γαιοκτημόνων και των ανθρώπων του κεφαλαίου, έβλεπαν με φρίκη κι αγανάκτηση τους Μπολσεβίκους: αυτοί οι προπαγανδιστές του δρόμου, αυτοί οι δημαγωγοί, σκέφτονται να καταλάβουν τον κρατικό μηχανισμό!»

Πέρα απ’ αυτόν τον μυστικιστικό φόβο δεν είχε απομείνει πια τίποτε. Μέσα στο Σεπτέμβρη οι Μπολσεβίκοι κατακτούν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας, όπως και των κυριοτέρων πόλεων. Η πάλη για τη διεξαγωγή του 2ου Συνεδρίου των Σοβιέτ, που οι συμφιλιωτές, σίγουροι ότι θα είναι πια μειοψηφία, προσπαθούν συνεχώς να το αναβάλλουν, τους δίνει ακόμα μεγαλύτερη ώθηση. Η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν στηρίζεται πια πουθενά. Στη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη που έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην νέα κυβέρνηση, έπεσε με πάταγο η τοποθέτηση ενός ναύτη αντιπρόσωπου: «Η κυβέρνηση συνασπισμού δεν θα ’χει ούτε την εμπιστοσύνη ούτε την υποστήριξη του στόλου της Βαλτικής και της φρουράς της Φινλανδίας… Ενάντια στη δημιουργία της, οι ναύτες ύψωσαν τις σημαίες μάχης». Η περιφερειακή επιτροπή της Φινλανδίας αρνήθηκε να υπακούσει στις διαταγές του Κερένσκι. «Όταν αυτός απείλησε να συλλάβει τους κομισάριους των Σοβιέτ πήρε την απάντηση: “Η περιφερειακή επιτροπή δέχεται ατάραχη την πρόκληση της Προσωρινής Κυβέρνησης”. Ο Κερένσκι το βούλωσε». Το Σοβιέτ του Κίεβου, πήρε στις 15 του Σεπτέμβρη μια απόφαση η οποία αναγνώριζε το μελλοντικό Συνέδριο των Σοβιέτ σαν το «υπέρτατο όργανο εξουσίας». Στο Ιβάνοβο, όλα τα Σοβιέτ της επαρχίας κηρύχθηκαν ομόφωνα σε «κατάσταση ανοιχτής και αδυσώπητης πάλης με την Προσωρινή Κυβέρνηση».

Λίγες στιγμές πριν το αποφασιστικό σημείο, δεν υπάρχουν περιθώρια για κοινοβουλευτικά παιχνίδια. Οι Μπολσεβίκοι αποφασίζουν τελικά να αποχωρήσουν από το Προκοινοβούλιο (στο οποίο, ενάντια στις απόψεις του Λένιν και του Τρότσκι, είχαν αρχικά συμμετάσχει). Ο Τρότσκι, αρχηγός της αντιπροσωπείας των Μπολσεβίκων, δηλώνει στη συνεδρίαση της 7 του Οκτώβρη: «Εμείς, η φράξια των Μπολσεβίκων, δηλώνουμε: μ’ αυτή την κυβέρνηση που προδίνει το λαό, μ’ αυτό το Συμβούλιο που λιγοψυχάει μπροστά στην αντεπανάσταση, δεν έχουμε τίποτα το κοινό… Εγκαταλείποντας το Προσωρινό Συμβούλιο, κάνουμε έκκληση στην επαγρύπνηση και στο θάρρος των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών ολόκληρης της Ρωσίας. Η Πετρούπολη κινδυνεύει! Η επανάσταση κινδυνεύει! Ο λαός κινδυνεύει! Απευθυνόμαστε στο λαό. Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ!»

Ο Τρότσκι περιγράφει τη δυναμική της επαναστατικής ανόδου των μαζών που, μέσα από διακυμάνσεις, οδηγεί στην ωρίμανση των συνθηκών για την κατάληψη της εξουσίας – μια ευνοϊκή κατάσταση που διαρκεί μόνο για ένα περιορισμένο διάστημα:

«Μόλις οι Μπολσεβίκοι πήραν στα χέρια τους τα Σοβιέτ στις δυο πρωτεύουσες, ο Λένιν είπε: “Η ώρα μας έφτασε”. Τον Απρίλη και τον Ιούλη προσπαθούσε να συγκρατήσει· τον Αύγουστο προετοίμαζε θεωρητικά τον καινούριο σταθμό από τα μέσα του Σεπτέμβρη σπρώχνει, πιέζει μ’ όλες του τις δυνάμεις. Ο κίνδυνος τώρα δεν είναι να πας πολύ γρήγορα, είναι να αργοπορήσεις.

Θεωρητικά μιλώντας, η πιο πλεονεκτική στιγμή για την εξέγερση προσδιορίζεται σε κάποιο χρονικό σημείο. Να πιάσουμε πρακτικά ακριβώς το ιδεατό σημείο δε θα μπορούσε, εννοείται, να γίνει λόγος γι’ αυτό… Οι Μπολσεβίκοι μπορούσαν να πάρουν την εξουσία στην Πετρούπολη απ’ τις αρχές ακόμα του Ιούλη. Όμως σ’ αυτή την περίπτωση δε θα την είχαν κρατήσει. Από τα μέσα του Σεπτέμβρη μπορούσαν κιόλας να ελπίζουν πως όχι μόνο θα την κατακτούσαν μα και θα κατάφερναν να την κρατήσουν στα χέρια τους. Αν οι Μπολσεβίκοι είχαν αργήσει τον Οκτώβρη, θα είχαν ακόμα, ενδεχομένως αλλά όχι σίγουρα, κάθε άλλο, για ορισμένο χρόνο τη δυνατότητα να ξανακερδίσουν το χαμένο έδαφος. Μπορεί να δεχτεί κανείς με επιφυλάξεις ότι για τρεις-τέσσερις μήνες, λόγου χάρη απ’ το Σεπτέμβρη ως το Δεκέμβρη, οι πολιτικοί όροι της εξέγερσης υπήρχαν. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, που είναι πιο εύκολο να τα καθορίσεις από τα ύστερα παρά τη στιγμή της δράσης, το κόμμα είχε κάποια ελευθερία επιλογής, που γεννούσε αναπόφευκτες, καμιά φορά σοβαρές, διαφωνίες πρακτικού χαρακτήρα».

Δεν υπάρχει εδώ ο χώρος ν’ αναφερθούμε με λεπτομέρεια στα γεγονότα που κορυφώθηκαν στις 25 του Οκτώβρη και που είναι άλλωστε αρκετά γνωστά. Αρκεί να σημειώσουμε μόνο πως η διάγνωση για το επίκαιρο της εξέγερσης αποδεικνύεται περίτρανα σωστή από το γεγονός ότι στρατιωτικά η επιχείρηση δεν παρουσίασε καμιά σοβαρή δυσκολία και επιτεύχθηκε σχεδόν χωρίς καθόλου θύματα.

Αυτή η διάγνωση για το ρυθμό δεν υπήρξε ωστόσο ομόφωνη μέσα στο κόμμα. Χαρακτηριστικότερη ήταν η αντίθεση των Κάμενεφ και Ζινόβιεφ, που έσπευσαν να εκφράσουν δημόσια τις αντιρρήσεις τους, προκαλώντας την έκρηξη του Λένιν:

«… βρίσκουμε πως το να πάρουμε πάνω μας την πρωτοβουλία της ένοπλης εξέγερσης την τωρινή στιγμή, μ’ αυτό το συσχετισμό κοινωνικών δυνάμεων… θα ’τανε διάβημα απαράδεκτο, επικίνδυνο για το προλεταριάτο και την επανάσταση… Να τα παίξουμε όλα για όλα πάνω στο χαρτί του ξεσηκωμού τούτες τις προσεχείς μέρες, θα ’τανε πράξη απελπισίας. Το κόμμα μας είναι πάρα πολύ ισχυρό, έχει μπροστά του πολύ μεγάλο μέλλον για να κάνει τέτοια βήματα…» Οι οπορτουνιστές «νιώθουν πάντα “πάρα πολύ ισχυροί” όταν είναι ν’ αποφύγουν να ριχτούν στην πάλη».

Αυτοί που αντιτάσσονταν στην εξέγερση δε διαφωνούσαν για πρακτικά ζητήματα. Φανταζόντουσαν πως οι Μπολσεβίκοι θα μπορούσαν να αρκεστούν στο ρόλο μιας ισχυρής αριστερής αντιπολίτευσης μέσα σε μια λίγο πολύ σταθερή δημοκρατία. Η «περίσκεψή» τους δεν τους άφηνε να συνειδητοποιήσουν πως η επαναστατική κατάσταση δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα και πως το μέλλον της Ρωσίας, αν δεν έπαιρναν την εξουσία οι Μπολσεβίκοι μέσω των Σοβιέτ, δε θα ήτανε η δημοκρατία αλλά ένα δικτατορικό καθεστώς φασιστικού τύπου. Αυτό θα το απέδειχνε περίτρανα αλλά δυστυχώς αρνητικά η ιστορία της Ευρώπης των επόμενων δύο δεκαετιών. Η Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης του Τρότσκι, γραμμένη λίγο πριν από την άνοδο του Χίτλερ στη Γερμανία, τεκμηριώνει θετικά την ίδια αλήθεια. Παρέχει μια ανεκτίμητη πηγή γνώσης και εκπαίδευσης για τη νέα γενιά που θα δώσει τις επαναστατικές μάχες του αύριο.