Εκλογές και αριστερά

27/11/2011
Comments off
739 Views

Άρθρο του Κυριάκου Χάλαρη

Επαναστατικές διεργασίες διαπερνούν την ελληνική κοινωνία. Φάνηκε ξεκάθαρα όλη την προηγούμενη περίοδο των αγώνων, των μαχητικών απεργιών, των εργατικών συγκεντρώσεων, των καταλήψεων δημόσιων κτιρίων. Αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στις εκδηλώσεις την 28η Οκτωβρίου. Φαίνεται ακόμα στις κινητοποιήσεις πολλών εργατικών χώρων, στο κίνημα «Δεν πληρώνω» που γιγαντώνεται μέρα με τη μέρα, κοκ.

Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, όπως αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις αντανακλά ένα έντονο κλίμα αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος. Η κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» και η όλο και μεγαλύτερη ταύτιση της ΝΔ με το μνημονιακό πρόγραμμα θα τείνουν να ενισχύουν αυτές τις διεργασίες.

Αντικειμενικά ο δρόμος για την Αριστερά έχει ανοίξει και δεν είναι μόνο οι δημοσκοπήσεις που το επιβεβαιώνουν. Είναι η διάθεση του κόσμου να αγωνιστεί, να βρει πολιτικές απαντήσεις στα ζητήματα της κρίσης, είναι η ανάγκη συντονισμού των αγώνων για να γίνουν αποτελεσματικοί. Είναι τελικά η αναζήτηση απαντήσεων στα ερωτήματα: πώς θα ρίξουμε την κυβέρνηση; Πως θα ανατρέψουμε την πολιτική των μνημονίων; Πώς θα απαντήσουμε στο ζήτημα του χρέους; Ποια κυβέρνηση είναι αυτή που θα μπορέσει να σταθεί στο πλάι των εργαζομένων και να αντιμετωπίσει την Τρόικα και τις αγορές; 

Ιστορική ευκαιρία για την Αριστερά

Αυτές οι συνθήκες δείχνουν ότι παρά την ανικανότητα της Αριστεράς όλα τα προηγούμενα χρόνια να συσπειρώσει και να εμπνεύσει την κοινωνία και να ανακόψει τις επιθέσεις των κυβερνήσεων, παρά τα  σοβαρά ελλείμματά της που δεν της επιτρέπουν να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τις πλατιές μάζες, σήμερα έχει μια καινούρια ευκαιρία. Η χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος, η ταύτιση όλων των υπόλοιπων κομμάτων με την Τρόικα και τις πολιτικές του μνημονίου δίνει τη δυνατότητα στα κόμματα της Αριστεράς να αναλάβουν τον ιστορικό τους ρόλο. Είναι όμως έτοιμα;

Συνεργασία της Αριστεράς

Το βάθεμα της οικονομικής κρίσης και η ξεκάθαρη αποτυχία του προγράμματος της Τρόικας έχει επιταχύνει τις εξελίξεις. Και έχει με τον τρόπο της ξεκαθαρίσει στη συνείδηση της κοινωνίας τη διαμόρφωση δύο στρατοπέδων. Από τη μια το στρατόπεδο των τραπεζιτών, γύρω από το οποίο συντάσσονται η ΕΕ, το ΔΝΤ, η ελληνική κυβέρνηση και τα κόμματα της  «εθνικής ενότητας» (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ και Μπακογιάννη). Από την άλλη το στρατόπεδο των εργαζομένων, των συνταξιούχων, των ανέργων, της νεολαίας, όλων αυτών που πληρώνουν τα βάρη της κρίσης. Και μαζί τους τα κόμματα της Αριστεράς που διαχωρίστηκαν πλήρως από τα μνημονιακά και μεσοπρόθεσμα προγράμματα.

Σήμερα, μπροστά στην πίεση του εργατικού κινήματος τα κόμματα της άρχουσας τάξης παραμέρισαν τις «διαφορές» τους  με ένα και μόνο στόχο: , να ισοπεδώσουν ότι κατάκτηση έχει απομείνει στους εργαζόμενους, να μεταφέρουν όσα περισσότερα βάρη γίνεται στις πλάτες μας..

Οι εργαζόμενοι, όμως, ενώ θέλουν να  αντισταθούν και το αποδεικνύουν συνεχώς, δεν βλέπουν μια εναλλακτική πρόταση στο δικό τους στρατόπεδο που να θέλει να υπηρετήσει τα δικά τους συμφέροντα και να διεκδικήσει την εξουσία. Σήμερα μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε να υπάρξει μόνο με την συνεργασία και κοινή δράση της αριστεράς.

Το ΚΚΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παίρνουν στις δημοσκοπήσεις αθροιστικά ποσοστά που πλησιάζουν το 25%!
Είναι σίγουρο πως μια εκλογική συνεργασία των κομμάτων αυτών θα αποκτούσε ακόμα μεγαλύτερη δυναμική από ότι το  άθροισμα των ποσοστών τους ξεχωριστά, θα αποτελούσε μια ισχυρή, εκλογική έστω, απάντηση στην άρχουσα τάξη και θα δημιουργούσε και θα αναπτέρωνε τις ελπίδες σε πλατιά κομμάτια της κοινωνίας!

Άδωνης Γεωργιάδης: «Ευτυχώς που είναι και η Παπαρήγα

Πρόσφατα, στην τηλεοπτική του εκπομπή ο (υφυπουργός πλέον) Άδωνης Γεωργιάδης  ομολόγησε:

"Πράγματι… αν αθροίσεις τα ποσοστά της Αριστεράς… βγαίνει 30%. Ο Θεός να μας φυλάει! Ευτυχώς που είναι και η Παπαρήγα και λέει όχι".

Την κύρια ευθύνη για την «αδυναμία»  συνεργασίας την έχει το ΚΚΕ. Το οποίο αρνείται συστηματικά όχι μόνο να μπει σε μια τέτοια συζήτηση αλλά ακόμα και να διαδηλώσει με δυνάμεις του εργατικού κινήματος τις οποίες δεν ελέγχει. Το αποτέλεσμα είναι, έτσι, από τη μια να μπαίνει φρένο στην προοπτική μια εκλογικής συνεργασίας της αριστεράς και από την άλλη στο ίδιο το κίνημα να υπάρχει πολυδιάσπαση και κατακερματισμός.

 Για το ΚΚΕ η ελπίδα για μια ενωτική δράση με την υπόλοιπη αριστερά είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον. Όμως για τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν τίθεται καν προς συζήτηση  «κτυπάει», ιδιαίτερα καθώς οι δυνάμεις αυτές συνυπάρχουν σε μια σειρά από χώρους και λειτουργούν από κοινού σε μια σειρά από κινήματα:  στο Δεν Πληρώνω, στις φοιτητικές κινητοποιήσεις, στα Πρωτοβάθμια Σωματεία, σε πολλά τοπικά κινήματα και συνελεύσεις και σε πολλές κοινές εργατικές πορείες και άλλες διαδηλώσεις και δράσεις.

Πρόγραμμα εξουσίας

Αν αυτό που βλέπει ακόμα και ο Γεωργιάδης, δεν μπορούν να το δουν οι ηγεσίες της Αριστεράς, είναι επειδή δεν θέλουν! Και δεν θέλουν γιατί κατανοούν ότι μια τέτοια συνεργασία θα ανοίξει τη συζήτηση για την εξουσία της Αριστεράς – κι αυτό το φοβούνται, δεν θέλουν να δουν τον εαυτό τους ως διεκδικητή της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όλο το προηγούμενο διάστημα των απεργιών, των καταλήψεων και των αγώνων, ακόμα και όταν ολόκληρο το σύστημα έψαχνε με αγωνία πρωθυπουργό, οι ηγεσίες του ΚΚΕ αλλά και του ΣΥΝ ένα πράγμα είχαν να πουν:  «Εκλογές εδώ και τώρα». Οι εκλογές όμως δεν μπορούν από μόνες τους να βοηθήσουν το κίνημα να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις της κυβέρνησης. Πολύ περισσότερο δεν μπορούν να το βοηθήσουν να κερδίσει.

Κανένα από τα κόμματα της αριστεράς (ούτε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ) δεν έκανε συγκεκριμένες προτάσεις κλιμάκωσης του αγώνα μετά τη 48ωρη. Κανένα κόμμα της Αριστεράς δεν μπήκε μπροστά στο συντονισμό των απεργιακών κινητοποιήσεων και καταλήψεων δημόσιων κτιρίων. Κανένα δεν συνέδεσε την πτώση της κυβέρνησης της Τρόικα με μια κυβέρνηση των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, στην ουσία δηλαδή μια κυβέρνηση της Αριστεράς. 

Με ποιο πρόγραμμα

Το ΚΚΕ, μέχρι τώρα, προγραμματικά, είναι πιο μπροστά από το ΣΥΡΙΖΑ. Βάζει καθαρά το θέμα της μονομερούς άρνησης πληρωμής του χρέους, μιλά για κατάργηση στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και για εθνικοποίηση τραπεζών. Παρόλα αυτά δεν συνδέει αυτά τα αιτήματα με το άμεσο ξεκίνημα της πάλης για ανατροπή του συστήματος. Μιλά γενικά για «λαϊκή εξουσία» χωρίς να ξεκαθαρίζει τι ακριβώς σημαίνει αυτό (ανατροπή του καπιταλισμού ή όχι;).

Σε κάθε ευκαιρία η γραμματέας του κόμματος βάζει σαν άμεσο στόχο την αποδυνάμωση των δύο  μεγάλων κομμάτων ώστε η επόμενη κυβέρνηση που θα προκύψει να είναι ακόμα πιο αδύναμη. Με αυτόν τον τρόπο όμως, αλλά και με άλλες δηλώσεις του τύπου «η κατάσταση δεν είναι επαναστατική» (Άλτερ 20/10/11) παραπέμπει το ζήτημα της ανατροπής του συστήματος αλλά και της εφαρμογής του ίδιου του προγράμματος του ΚΚΕ στις καλένδες.

Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ενιαίες θέσεις. Αυτό που κυριαρχεί είναι οι θέσεις του ΣΥΝ οι οποίες είναι πίσω, πολύ πίσω από τις ανάγκες του κινήματος. Οι θέσεις του για έκδοση ευρωομολόγου έχουν υιοθετηθεί πλέον ακόμα και μέσα στην ΕΕ. Οι θέσεις για τύπωμα χρήματος από την ΕΚΤ για να «δανειστούμε χαμηλότοκα»  συζητιούνται ανοιχτά μέσα στις γραμμές των επιτελείων της ΕΕ. Ουσιαστικά η ηγεσία του ΣΥΝ έχει αναλάβει το ρόλο του συμβούλου στην κυβέρνηση και την ΕΕ – δηλαδή στα επιτελεία του αντιπάλου. Διστάζει ακόμα και σήμερα να μιλήσει για άρνηση πληρωμής του χρέους, για εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Βέβαια κομμάτια του ΣΥΝ και σίγουρα του ΣΥΡΙΖΑ έχουν υιοθετήσει πιο ριζοσπαστικές θέσεις. Αυτό όμως που καταλαβαίνουν όλοι είναι αυτά που λέει  η επίσημη γραμμή και ηγεσία του κόμματος.

Παρόλα αυτά  η κατάσταση αντικειμενικά σπρώχνει την κοινωνία προς τα αριστερά. Στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν, η κατάσταση αυτή θα αποτυπωθεί ακόμα πιο ξεκάθαρα. Και τότε, με ποσοστά που θα βάζουν  νέα καθήκοντα, πολύ μεγαλύτερα,   οι σημερινές ηγεσίες των κομμάτων της Αριστεράς θα βρεθούν αντιμέτωπες με νέα μεγάλα τεστ. Η βάση της Αριστεράς θα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για την περίπτωση νέας αποτυχίας των ηγεσιών της. Τότε θα χρειάζονται τολμηρές πρωτοβουλίες σε επίπεδο βάσης, για το χτίσιμο μιας νέας, εναλλακτικής αριστεράς, που να συσπειρώνει ότι καλύτερο υπάρχει μέσα στα μαζικά κόμματα και έξω από αυτά – με βάση τις πιο πάνω θέσεις και πρόγραμμα.