Είναι απαραίτητη η απαγόρευση κυκλοφορίας για να #μείνουμεσπίτι;

Σχόλιο απ’ το Ξεκίνημα

Ο γενικός περιορισμός της κυκλοφορίας με ελέγχους από την αστυνομία, που έχει επιβληθεί από το πρωί της Δευτέρας 23/3, είναι ένα μέτρο το οποίο έχει προκαλέσει αρκετές συζητήσεις για τη χρησιμότητα και τη σκοπιμότητά του.

Η ελληνική κοινωνία, στη συντριπτική της πλειοψηφία, έχει ανταποκριθεί εδώ και καιρό στα μέτρα αυτοπεριορισμού, μένοντας στο σπίτι, μειώνοντας τις μετακινήσεις, κρατώντας ασφαλείς αποστάσεις κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου σε ανοιχτό χώρο, χρησιμοποιώντας (στο βαθμό που μπορεί να τα προμηθευτεί) – μέσα ατομικής προστασίας, κατανοώντας το πρόβλημα της υψηλής μεταδοτικότητας του νέου κορονοϊού και δείχνοντας αλληλεγγύη στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Επιπλέον, ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας άρχισε να βοηθά έμπρακτα τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες να παραμείνουν προστατευμένες στο σπίτι, καλύπτοντας σ’ ένα βαθμό και το κενό που έχει αφήσει η διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών των Δήμων και του κρατικού μηχανισμού συνολικά. Πάρα πολλοί άνθρωποι άρχισαν να χτυπούν τις πόρτες ηλικιωμένων γειτόνων ή ανθρώπων με προβλήματα υγείας και να προσφέρονται να τους ψωνίσουν τρόφιμα, φάρμακα ή να τους βοηθήσουν με όποιον άλλο τρόπο μπορούν.

Την ίδια στιγμή βέβαια υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει μια μειοψηφία που υποτιμά ή δεν μπορεί να κατανοήσει το μέγεθος του κινδύνου και δεν λαμβάνει αυστηρά μέτρα αυτοπεριορισμού και (αυτό)προστασίας. Σε αυτούς ανήκουν πιθανά και πολλοί από αυτούς που μετακινήθηκαν προς τα χωριά και τα εξοχικά τους, μεταφέροντας ίσως τον ιό σε περιοχές που δεν είχε εξαπλωθεί και όπου οι υποδομές του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες!

Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε την παραπάνω μειοψηφία ως πρόσχημα για να επιβάλλει τον αστυνομικό έλεγχο σε όλες τις μετακινήσεις.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η μετακίνηση από τα αστικά κέντρα προς την επαρχία όφειλε να σταματήσει, με κάποιες πιθανές εξαιρέσεις (π.χ. παροχή βοήθειας προς ηλικιωμένους συγγενείς). Γι’ αυτό το λόγο θα μπορούσαν να υπάρχουν έλεγχοι στα λιμάνια, τις εθνικές οδούς κλπ – που δεν ταυτίζονται με μπλόκα πάνοπλων αστυνομικών αλλά θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται από μεικτά κλιμάκια τα οποία θα συμπεριλάμβαναν εργαζόμενους της πολιτικής προστασίας, των Δήμων κοκ.

Όμως, στις πόλεις ο αστυνομικός έλεγχος των μετακινήσεων και το να χρειάζεται κανείς «άδεια» και υπεύθυνη δήλωση για να περπατήσει ακόμα και 100 μέτρα από το σπίτι του, δεν έχει να προσφέρει τίποτα ουσιαστικό στη μάχη για τον περιορισμό της εξάπλωσης της πανδημίας. Το μόνο που περιορίζει στην πραγματικότητα είναι τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες. Κι αυτό δεν είναι καθόλου ένα ασήμαντο ζήτημα!

Το μεγαλύτερο μέρος των μετακινήσεων που γίνονταν και πριν την απαγόρευση (μετακίνηση προς και από την εργασία, σούπερ μάρκετ, φαρμακείο κλπ) θα συνεχίσουν να γίνονται, με τη διαφορά ότι η αστυνομία έχει το δικαίωμα να ελέγχει κάθε «κίνηση».

Αυτό δεν αποθαρρύνει όσους ανήκουν στη μειοψηφία που δεν κατανοεί γιατί πρέπει να αυτοπεριοριστεί, να κρατά αποστάσεις και να ακολουθεί αυστηρή υγιεινή και η οποία θα συνεχίζει να συναντιέται π.χ. σε σπίτια βρίσκοντας κάποιο πρόσχημα έκτακτης μετακίνησης (π.χ. επίσκεψη σε κοντινό σούπερ μάρκετ, γιατρό κλπ).

Για ένα κομμάτι των λαϊκών στρωμάτων ο αστυνομικός έλεγχος κάνει μια σειρά αναγκαίες μετακινήσεις «επικίνδυνες» καθώς η επιβολή προστίμου ή μη σε όσους τις πραγματοποιούν εξαρτάται από τον κάθε αστυνομικό. Τέτοιες είναι για παράδειγμα οι μετακινήσεις προς και από τη δουλειά για τους εργαζόμενους που έχουν εξαναγκαστεί να δουλεύουν «μαύρα», η μεταφορά συζύγου/συντρόφου στην εργασία με ΙΧ στο οποίο επιβαίνουν και ανήλικα παιδιά που δεν μπορούν να μείνουν μόνα στο σπίτι, αλλά ακόμα και η παροχή βοήθειας σε κάποιον που βρίσκεται σε ανάγκη (παρότι αυτή τυπικά προβλέπεται) κ.α.

Την ίδια στιγμή αυτό το μέτρο επιχειρεί να «κανονικοποιήσει» τον αστυνομικό έλεγχο στη συνείδηση της κοινωνίας και να καλλιεργήσει την ιδέα ότι ο περιορισμός δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και ο αστυνομικός έλεγχος λειτουργεί για το καλό της κοινωνίας.

Από την άλλη υπάρχουν μια σειρά ουσιαστικά και απολύτως απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπιστεί η εξάπλωση της επιδημίας και οι συνέπειές της, τα οποία η κυβέρνηση αρνείται να πάρει. 

Να σταματήσει άμεσα κάθε οικονομική δραστηριότητα η οποία δεν είναι αυτή τη στιγμή κοινωνικά αναγκαία, δε σχετίζεται δηλαδή με την τροφή, την υγεία και τις βασικές ανάγκες επιβίωσης.

Πρέπει να κλείσουν επιχειρήσεις και οι δημόσιες υπηρεσίες που δεν είναι εντελώς απαραίτητες για την παραγωγή ειδών και υπηρεσιών πρώτης ανάγκης, όπως τσιμεντοβιομηχανίες, ορυχεία, εργοστάσια παραγωγής γραφικής ύλης, υαλουργίες, υπουργείο πολιτισμού, υπουργείο τουρισμού κλπ,, έτσι ώστε να σταματήσει η διασπορά του ιού μέσω των (μαζικών) χώρων εργασίας. (Δείτε περισσότερα εδώ και εδώ).

Κλάδοι που πρέπει να παραμείνουν σε λειτουργία αλλά μπορούν να λειτουργήσουν με προσωπικό ασφαλείας ή/και τηλεργασία (π.χ. τηλεπικοινωνίες, ασφαλιστικές εταιρείες κλπ) πρέπει να προχωρήσουν σε αυτό το μέτρο παρέχοντας όλα τα μέτρα προστασίας στους εργαζόμενους καθώς και δωρεάν εξοπλισμό στην περίπτωση της τηλεργασίας.

Φυσικά τα παραπάνω μέτρα θα έπρεπε να ληφθούν σε συνδυασμό με την απαγόρευση όλων των απολύσεων ή τη δυσμενή μεταβολή των συμβάσεων και να συνεχίσουν οι εργαζόμενοι να λαμβάνουν τις πλήρεις αποδοχές τους με ευθύνη του μεγάλου κεφαλαίου και του κράτους. Αντί γι’ αυτά τα μέτρα η κυβέρνηση ρίχνει το βάρος και πάλι στους εργαζόμενους επιτρέποντας οριζόντια περικοπή 50% στους μισθούς, αναστολή συμβάσεων, απολύσεις (οι οποίες βρίσκονται στις 110.000) κοκ.

Επιπλέον η κυβέρνηση θα πρέπει να κατευθύνει μαζικά κονδύλια προς το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ). Η στάση της κυβέρνησης στο ζήτημα της υγείας καθαυτό είναι από υποκριτική έως εγκληματική. Είναι υποκριτική, γιατί προσπαθεί να παρουσιάσει τις 2.000 προσλήψεις υγειονομικών (κυρίως νοσηλευτών) ως «μέτρο για την καταπολέμηση του κορονοϊού», ενώ στην πραγματικότητα  αποτελούσε προεκλογική της δέσμευση. Και είναι εγκληματική, γιατί τα πραγματικά κενά είναι πολλαπλάσια.

Η ΟΕΝΓΕ υπολογίζει τις άμεσες ανάγκες σε υγειονομικούς στις 10.000! Την ίδια στιγμή καταγγέλλονται από προσωπικό διάφορων νοσοκομείων τραγικές ελλείψεις σε βασικό εξοπλισμό, όπως μάσκες, γάντια, οινόπνευμα κλπ. Επιπλέον, η κυβέρνηση αντί να προχωρήσει στο άνοιγμα νοσοκομείων που έκλεισαν τα χρόνια των μνημονίων (πάνω από 10), αντί να αυξήσει τα κρεβάτια ΜΕΘ (λειτουργούν 557 όταν για ένα πληθυσμό 11 εκατομμυρίων θα έπρεπε να λειτουργούν περίπου 3000), αντί να επιτάξει άμεσα, όλες τις ιδιωτικές κλινικές, τον εξοπλισμό, τα υλικά κλπ χωρίς αποζημίωση, επικεντρώνεται σε μια επικοινωνιακή προπαγάνδα που στοχεύει στην περίπτωση που «ξεφύγει» η επιδημία στην Ελλάδα να ρίξει την ευθύνη στον κόσμο που δεν κάθεται σπίτι και όχι στη διάλυση του ΕΣΥ και την άρνηση λήψης μέτρων που θα χτυπήσουν τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων (και στο χώρο της υγείας και συνολικά). (Περισσότερα για το ΕΣΥ εδώ και εδώ).

Τέλος η κυβέρνηση οφείλει να προμηθευτεί τεστ για τον κορονοϊό και να διεξάγει μαζικούς ελέγχους κατ’ αρχήν στους υγειονομικούς και στη συνέχεια σε ολόκληρη την κοινωνία, με μοναδικό υπεύθυνο το δημόσιο σύστημα υγείας. Με αυτό τον τρόπο μπορεί η εξάπλωση του ιού να περιοριστεί (θα εντοπίζονται και θα τίθενται σε απόλυτο περιορισμό οι φορείς του ιού), το σύστημα υγείας να μην «υπερφορτωθεί» και να αρθούν σταδιακά τα μέτρα μαζικής καραντίνας, διατηρώντας βέβαια όλες τις υπόλοιπες προφυλάξεις (αυτοπεριορισμό, υγιεινή, κλπ) μέχρι να βρεθεί αποτελεσματική θεραπεία και εμβόλιο.