«Είμαι πατριώτης, όχι εθνικιστής» – η αντίφαση σε μια ευρέως αποδεκτή άποψη

vagelis
Βαγγέλης Κολτσίδης
(πρόεδρος σωματείου εργαζομένων
CYTA)

 

Πολύς λόγος γίνεται στις μέρες μας με αφορμή το προσφυγικό θέμα για το αν πρέπει να συνεχίσουμε να βοηθάμε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, ανεξαρτήτου καταγωγής, ή αν αποτελούν εθνικό κίνδυνο. Κάπου εκεί ξεκινάει και η συζήτηση γύρω από έννοιες όπως ο πατριωτισμός και ο εθνικισμός.

Σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει και η είτε άμεση είτε έμμεση ρατσιστική ρητορική των κυρίαρχων Μ.Μ.Ε που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη σύμφωνα με τα συμφέροντα των ιδιοκτητών τους.

Σαν αποτέλεσμα, στα πλατιά λαϊκά στρώματα, ακόμη και αυτοί που δεν ενστερνίζονται την ίδια άποψη είναι διστακτικοί στο να συνεχίσουν να προσφέρουν βοήθεια γιατί δέχονται έντονη κριτική από τον κοινωνικό τους περίγυρο. Η δικαιολογία που συχνά ακούμε είναι ότι εμείς δεν είμαστε «εθνικιστές» είμαστε απλά «πατριώτες».

Είναι όμως τόσο αντιφατικές αυτές οι δύο έννοιες;

Ας δούμε πώς ορίζουν κάποιοι αστοί πολιτικοί επιστήμονες (και όχι ριζοσπάστες αντικαπιταλιστές) έννοιες όπως πατριωτισμός και εθνικισμός. Όπως γράφει ο Andrew Heywood

«Πατριωτισμός είναι η συναισθηματική προσκόλληση ή αγάπη για την πατρίδα μας. Είναι η αφοσίωση στα εθνικά ιδεώδη και η δημιουργία εθνικής συνείδησης. Δεν είναι όλοι οι πατριώτες εθνικιστές»

Με βάση αυτή την τοποθέτηση, εκ πρώτης όψεως, ο πατριωτισμός δεν αποτελεί οπωσδήποτε μια αρνητική έννοια που οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές και πρακτικές. Αποτελεί όμως την μαγιά για την ζύμωση του εθνικισμού όπως αναλύεται παρακάτω:

«Ο εθνικισμός αποτελεί δόγμα και εστιάζει στο έθνος υποστηρίζοντας ότι είναι η κεντρική αρχή της πολιτικής οργάνωσης»

«Η διαφορά είναι ότι ο πατριωτισμός αποτελεί την συναισθηματική βάση αγάπης για την πατρίδα και σταματάει εκεί, ενώ ο εθνικισμός συνεχίζει πάνω σε αυτή τη βάση και διατυπώνει πολιτικά αιτήματα

Οι άνθρωποι σαν κοινωνικά όντα επιθυμούν την επικοινωνία και την συναναστροφή με άλλους ανθρώπους. Ο εθνικισμός εκμεταλλεύεται την  «ευκολία» με την οποία επικοινωνούν άνθρωποι με κοινά έθιμα και συνήθειες, γλώσσα, θρησκεία και παραδόσεις, κοινή δηλαδή πατρίδα και εθνική καταγωγή, για να τους περιχαρακώσει.

Πάνω σε αυτή την βάση αναπτύσσεται και ο συντηρητικός εθνικισμός που παίρνει την μορφή μιας παραδοσιοκρατίας καθώς υπερασπίζεται ιδέες και θεσμούς του παρελθόντος. Για παράδειγμα τον βρετανικό εθνικό ύμνο αποτελεί το God Save the Queen («Ο Θεός να σώζει τη βασίλισσα») και είναι δείγμα της σύνδεσης του αγγλικού εθνικισμού με τον θεσμό της μοναρχίας.

Ο πατριωτισμός σαν βάση και κατ’ επέκταση ο εθνικισμός αποτελούν συντηρητικές πολιτικές απόψεις που δεν προάγουν την κοινωνική εξέλιξη ούτε καν τη δημοκρατία. Στο όνομα της «εθνικής ενότητας» και της υπεράσπισης της πατρίδας, αντιμετωπίζουν παντού εικονικούς εχθρούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς.

Εσωτερικούς εχθρούς αποτελούν οι ταξικοί αγώνες των καταπιεσμένων λαϊκών και εργατικών στρωμάτων και ο κίνδυνος κοινωνικής επανάστασης.

Εξωτερικούς εχθρούς αποτελούν η μετανάστευση και ο διεθνισμός αφού νιώθουν ότι απειλείται η αμιγής εθνική ταυτότητα. Αυτό όμως βάζει τους υποστηρικτές τέτοιων απόψεων στα  επικίνδυνα μονοπάτια του φυλετικού ρατσισμού.

«Οι εκκλήσεις για εθνική ενότητα και η πεποίθηση ότι αφοσίωση στην πατρίδα είναι ισχυρότερη από την ταξική αλληλεγγύη αποτελούν πάγιες θεματικές της συντηρητικής σκέψης. Ο εθνικισμός  σύμφωνα με τους υποστηρικτές του αποτελεί το αντίδοτο του σοσιαλισμού»

Σε περιπτώσεις πολιτικής αστάθειας και οικονομικής κρίσης αποτελούν όλα τα παραπάνω  μία σημαντική εφεδρεία για τους κρατικούς μηχανισμούς ώστε να διατηρηθεί το υπάρχων κοινωνικοοικονομικό σύστημα.

Αποτελεί πρώτη ύλη όμως και για τον επεκτατικό εθνικισμό και την χείριστη μορφή εξέλιξής του τον φασισμό.  Αυτή είναι και η σχέση συνδιαλλαγής του φασισμού με την άρχουσα τάξη που παρά το δημαγωγικό φιλολαϊκό προσωπείο του αποσκοπεί στην συντήρησή των κεκτημένων των λίγων έναντι των πολλών.

Ιστορική απόδειξη όλων των παραπάνω αποτελεί η γέννηση του φασισμού στην Ιταλία μετά το τέλος του Ά παγκοσμίου πολέμου  με τις ευλογίες του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου της χώρας. Όπως και στην Γερμανία με την χρηματοδότηση και στήριξη των Γερμανών βιομηχάνων μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα στίχων του Μάρτιν Νίμελερ Γερμανού λουθηρανού πάστορα βγαλμένο από την έξαρση του φασισμού τα χρόνια του μεσοπολέμου που θα πρέπει να το έχουμε υπόψη όταν αναπαράγουμε αψήφιστα πατριωτικά και εθνικιστικά συνθήματα:

«Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν τσιγγάνος.

Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν κομμουνιστής.

Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν εβραίος.

Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει»

 

_____________
[1] «Εισαγωγή στην Πολιτική», Andrew Heywood©2006

Θεματικές