Ε, όχι! Θέλουν να κάνουν τη Σαμοθράκη δάσος από ανεμογεννήτριες!

p1010098
Της Ηλέκτρας Κλείτσα

 

Η Σαμοθράκη είναι γνωστή στον περισσότερο κόσμο σαν ένας εναλλακτικός τουριστικός προορισμός, χάρη στην άγρια βλάστηση, τις πηγές, τους καταρράκτες και τα εντυπωσιακά τοπία, που δικαίως αποτελούν πόλο έλξης για κάθε λάτρη της φυσικής ομορφιάς. Το βουνό Σάος είναι το ψηλότερο του Αιγαίου, με υψόμετρο που ξεπερνά τα 1.600 μέτρα, ενώ η βιοποικιλότητα του νησιού έχει προσελκύσει διεθνούς κύρους επιστήμονες. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στη Σαμοθράκη μπορεί να συναντήσει κανείς 1.441 είδη φυτών, από τα συνολικά 5.800 που υπάρχουν στη χώρα! Το βουνό, το οποίο καλύπτεται από δάση βελανιδιάς, πλατάνου, κέδρου κ.α., είναι ενταγμένο στο δίκτυο Natura 2000, αποτελεί δηλαδή προστατευόμενη περιοχή.

3ca7f752de-660x330

Κι όμως, αυτό το νησί και αυτό το βουνό, έχουν το τελευταίο διάστημα μπει στο στόχαστρο της «ανάπτυξης» και μάλιστα της «πράσινης»! Τα σχέδια για την κατασκευή ενός τεράστιου αιολικού πάρκου, με συνολικά 36 ανεμογεννήτριες, στη δεύτερη ψηλότερη κορυφή του βουνού (στις περιοχές Αμόνι και Λουλούδι) έχουν δικαίως θορυβήσει τους κατοίκους, αλλά και τους αμέτρητους επισκέπτες του νησιού.

Το σχέδιο

Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία δύο αιολικών εγκαταστάσεων, σε υψόμετρο 1.100 και 1.400 μέτρων, με τεράστιες ανεμογεννήτριες (ύψους 90 μέτρων) από την εταιρεία VOLTERRA AE. Το έργο υπολογίζεται ότι θα έχει συνολική δυναμικότητα 108 MW, ενώ τα ετήσια έσοδα θα ανέρχονται σε 35.000.000 ευρώ και σύμφωνα με ρεπορτάζ του e-evros.gr:

«το ανταποδοτικό όφελος για το νησί θα είναι της τάξης του 3% των ακαθάριστων εσόδων του ετήσιου κύκλου εργασιών».

Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, οι θέσεις εργασίας που θα προκύψουν ανέρχονται σε… 300! Και βέβαια πρόκειται για θέσεις εργασίας που θα διαρκέσουν όσο διαρκεί η κατασκευή του έργου.

Για να ανακεφαλαιώσουμε, τα οφέλη για το νησί, θα είναι 300 θέσεις εργασίας με ημερομηνία λήξης και περίπου 1 εκατ. ευρώ το χρόνο (αν οι υπολογισμοί της εταιρείας επαληθευτούν) μέρος του οποίου θα κατευθυνθεί στο λεγόμενο «Πράσινο Ταμείο», ενώ το υπόλοιπο θα μοιραστεί ανάμεσα στα δημοτικά ταμεία και τους κατοίκους, πιθανά με τη μορφή μείωσης στους λογαριασμούς ρεύματος. Προκειμένου να κερδίσουν τα παραπάνω, οι κάτοικοι πρέπει να συμφωνήσουν με την καταστροφή ενός σημαντικού τμήματος του βουνού και του δάσους. Πόσο μεγάλη όμως θα είναι η καταστροφή;

Ένα τσιμεντένιο δάσος

Η οικολογική καταστροφή ξεκινάει, πριν ακόμη οι ανεμογεννήτριες τοποθετηθούν στο σημείο για το οποίο προορίζονται. Για να μεταφερθούν, πρέπει καταρχήν να ανοίξουν μεγάλοι δρόμοι (έως και 40 μέτρων). Στη συνέχεια, πρέπει να δημιουργηθούν οι τσιμεντένιες βάσεις στις οποίες θα τοποθετηθούν, των οποίων το συνολικό βάρος υπολογίζεται στους 47 τόνους! 47 τόνοι τσιμέντο και δρόμοι 40 μέτρων, σε υψόμετρο πάνω από 1.100 μέτρα, σε ένα παρθένο τοπίο απεριόριστου φυσικού κάλους! Μπορεί κανείς να φανταστεί την επιβάρυνση που θα σημαίνουν όλα τα παραπάνω για το δάσος, τη χλωρίδα και την πανίδα, αλλά και τη ρύπανση του αέρα, των υπέργειων και υπόγειων νερών, κλπ, από το διαρκές πηγαινέλα που θα απαιτεί η συντήρηση ενός γιγάντιου έργου σαν αυτού που σχεδιάζεται.

Μυστικά και ήσυχα

Ένα από τα σημεία που έχουν δικαιολογημένα προκαλέσει την οργή των κατοίκων που αντιδρούν στο έργο, είναι το γεγονός ότι ενημερώθηκαν για το έργο και τις επιπτώσεις του, κατόπιν εορτής. Αντιγράφουμε από το ρεπορτάζ του alterthess.gr, το οποίο μεταφέρει σημεία από συνέντευξη του Γιώργου Μασκαλίδη, αντιπρόεδρου του συλλόγου «Βιώσιμη Σαμοθράκη»:

«…η πράξη χαρακτηρισμού της περιοχής από το δασαρχείο έγινε το Δεκέμβριο του 2016 χωρίς κανένας κάτοικος  να έχει ενημέρωση για τη δυνατότητα προσφυγής σε διάστημα 30 ημερών. Ο αποχαρακτηρισμός έγινε χωρίς να έχει προηγηθεί διαβούλευση, η έγκριση από την ΡΑΕ έχει ήδη δοθεί από το 2015, ενώ ακόμη δεν έχει εγκριθεί η ΜΠΕ (σ.σ. Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων) έτσι ώστε να γνωρίζουν οι κάτοικοι με στοιχεία τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και γενικότερα στη ζωή τους…».

Για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία τα περιβαλλοντικά εγκλήματα που συντελούνται σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν πάρει τη μορφή χιονοστιβάδας. Η κλιματική αλλαγή, αποτέλεσμα των ανεξέλεγκτων εκπομπών αερίων ρύπων, απειλεί μέσα στις επόμενες δεκαετίες να εκτοξεύσει τη θερμοκρασία της γης σε 2 – 2,5 βαθμούς Κελσίου πάνω από τα επίπεδα στα οποία βρισκόταν πριν από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης. Ένα τέτοιο σενάριο, χαρακτηρίζεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων ως μη αναστρέψιμο για το μέλλον του πλανήτη.

Σαφώς, η απάντηση σε ένα τέτοιο εφιαλτικό μέλλον, βρίσκεται κατά κύριο λόγο στην αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων με Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) ανάμεσα στις οποίες και η αιολική. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, που εδώ και δεκαετίες έχει καταδικάσει περιοχές όπως η Δυτική Μακεδονία σε αργό θάνατο, προκειμένου να εξασφαλίσει την ηλεκτροδότησή της και που διαθέτει τεράστιες δυνατότητες αξιοποίησης του ήλιου, του αέρα και άλλων ανανεώσιμων πηγών, η μετάβαση απαιτείται να γίνει άμεσα.

Αξιοποίηση των ΑΠΕ όμως, δεν μπορεί να σημαίνει «φυτεύω ανεμογεννήτριες σε όποια βουνοκορφή βρω εύκαιρη». Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να σημαίνει την εγκατάσταση αιολικών ή φωτοβολταϊκών πάρκων μέσα σε παρθένα δάση, ή άλλες προστατευόμενες περιοχές! Και βέβαια δε μπορεί να σημαίνει την ανάθεσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα φροντίσουν πριν απ όλα να εξασφαλίσουν τα κέρδη τους, αδιαφορώντας πλήρως για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις ή το κοινωνικό κόστος.

Η στροφή στις ΑΠΕ, πρέπει να γίνει στο πλαίσιο ενός συνολικού σχεδιασμού από την πλευρά του Δημοσίου, λαμβάνοντας υπόψη τις συνολικές ενεργειακές ανάγκες της χώρας και με μια σειρά προϋποθέσεις:

  • ουσιαστική μελέτη ως προς τα κατάλληλα έργα ανάλογα με την περιοχή
  • με συγκεκριμένο σχέδιο και χρονοδιάγραμμα ως προς την πλήρη εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων
  • με μέριμνα για τους εργαζόμενους που απασχολούνται σήμερα στον τομέα των ορυκτών καυσίμων, επιμόρφωση και τοποθέτησή τους στις εναλλακτικές ενεργειακές εγκαταστάσεις
  • με σεβασμό στο φυσικό πλούτο της χώρας και ιδιαίτερα σε δασικές ή προστατευόμενες περιοχές
  • με προσοχή ώστε η εγκατάσταση και η λειτουργία τους να μην επηρεάζει αρνητικά άλλες δραστηριότητες όπως τουρισμός, γεωργία, κτηνοτροφία, κτλ