Δυο χρόνια μετά το Μάτι: Νέες καταστροφικές δασικές πυρκαγιές σε Κόρινθο και Ηλεία

Σχόλιο από το «Ξ»

Δύο χρόνια έχουν περάσει από την τραγωδία στο Μάτι, που συνέβη σχεδόν ταυτόχρονα με την τεράστια περιβαλλοντική καταστροφή που άφησε πίσω της η μεγάλη φωτιά στην Κινέττα Αττικής. Άλλος ένας χρόνος έχει περάσει από τη μεγάλη πυρκαγιά στα Γεράνεια, που άφησε το νομό Κορινθίας πολύ φτωχότερο σε δασικές εκτάσεις, καταστρέφοντας ένα από τα ωραιότερα δάση της χώρας.

Παρόλα όμως αυτά τίποτα δεν έχει αλλάξει ως προς την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών.

Ολόκληρη η χώρα και τις τελευταίες μέρες ιδιαίτερα η Αττική και η Πελοπόννησος, εξακολουθούν να πληρώνουν το βαρύ πλήγμα της απαξίωσης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και των περιβαλλοντοκτόνων πολιτικών που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις όλων των τελευταίων δεκαετιών.

Ο απολογισμός από τη φωτιά που ξεκίνησε από τις Κεχριές Κορινθίας υπολογίζεται κοντά στα 32.000 στρέμματα καμένου δάσους. Οι απώλειες από τη μεγάλη φωτιά στην Ηλεία, ήταν επίσης πολύ μεγάλες ενώ μεγάλες φωτιές είχαμε τις τελευταίες μέρες και στην Κερατέα, στο Πόρτο Γερμενό και αλλού.

Καταστροφικές ελλείψεις

Η Πυροσβεστική Υπηρεσία (ΠΥ) όχι μόνο δεν έχει γλιτώσει από τις περικοπές και την υποχρηματοδότηση όλων των τελευταίων χρόνων, αλλά όπως καταγγέλλουν αυτές τις μέρες συνδικαλιστές του χώρου στα Μέσα Ενημέρωσης, η τελευταία φορά που ανανεώθηκε ουσιαστικά ο εξοπλισμός ήταν πάνω από δεκαπέντε χρόνια πριν, ενόψει των ολυμπιακών αγώνων του 2004.

Από τότε και μέχρι σήμερα, τα απαραίτητα για τη λειτουργία του υλικά που αποκτά το Πυροσβεστικό Σώμα, από οχήματα μέχρι πυροσβεστικούς κάδους για ελικόπτερα, προέρχονται από δωρεές ιδιωτών.

Οι οποίες βέβαια δεν είναι σε καμία περίπτωση αρκετές, αφού σύμφωνα με τις ίδιες καταγγελίες το 15% των πυροσβεστικών οχημάτων βρίσκεται παροπλισμένο, ενώ ένα άλλο 15% αντιμετωπίζει διαρκώς βλάβες και «μπαινοβγαίνει στα συνεργεία».

Ούτε όμως και το σύνολο των γερασμένων εναέριων μέσων που διαθέτει η ΠΥ είναι πραγματικά διαθέσιμο, για αντίστοιχους λόγους, ενώ οι ελλείψεις σε προσωπικό μπαλώνονται με την προσωρινή πρόσληψη εποχικών πυροσβεστών. Όσο για τα Δασαρχεία και τη Δασική Υπηρεσία, είναι στην ουσία διαλυμένα, με αποτέλεσμα να μην παίρνονται ουσιαστικά μέτρα πρόληψης των δασικών πυρκαγιών, αλλά και συνολικής προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων.

Τι έρχεται πίσω από τη φωτιά

Ένα δάσος που καίγεται χρειάζεται κατά κανόνα μερικές δεκαετίες για να επανέλθει στην προηγούμενη κατάστασή του. Έτσι, οι επόμενες γενιές θα μπορούσαν να δουν την καταστροφή να αποκαθίσταται. Αυτό όμως προϋποθέτει να αφεθεί το δάσος να αναγεννηθεί. Στις μέρες μας αυτό που συνηθίζεται, είναι ένα δάσος που καίγεται να δίνει τη θέση του σε οτιδήποτε άλλο εκτός από ένα μελλοντικό αναγεννημένο δάσος.

Συνήθως, αυτό που έρχεται πίσω από τη φωτιά είναι η επέλαση της «ανάπτυξης»: είτε πρόκειται για τη νέα «μόδα» των αιολικών πάρκων που φυτρώνουν πλέον ανεξέλεγκτα σε όποια ελεύθερη βουνοκορφή βολεύει τον «επενδυτή», είτε πρόκειται για την «τουριστική αξιοποίηση» πρώην δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, είτε για τα διαρκώς αυξανόμενα αυθαίρετα, που με βάση τον πρόσφατο περιβαλλοντοκτόνο νόμο του Κ. Χατζηδάκη, «τακτοποιούνται» για τα επόμενα τριάντα χρόνια, γεγονός που ουσιαστικά ανοίγει το δρόμο για την οριστική νομιμοποίησή τους.

«Κάποια στιγμή θα καεί»

Μιλώντας για την «τουριστική αξιοποίηση», στην ουσία για την τσιμεντοποίηση που ετοιμάζεται στη σπάνιας φυσικής ομορφιάς περιοχή του Ερημίτη στην Κέρκυρα, ο πρωθυπουργός ανέφερε ανάμεσα σε άλλα, ότι έτσι κι αλλιώς το δάσος «κάποια στιγμή θα καεί», οπότε «κάνουμε το σωστό».

Η φράση αυτή δικαίως εξόργισε κάθε λογικό άνθρωπο που την άκουσε και βέβαια αναπαράχθηκε μαζικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με επικριτικά σχόλια. Πρόκειται για μια ευθεία προσβολή απέναντι στην τοπική κοινωνία που παλεύει για τη σωτηρία της περιοχής, η οποία έχει παραχωρηθεί σε ιδιώτη προκειμένου να οικοδομηθεί, αλλά και απέναντι στην κοινή λογική. Παράλληλα δείχνει με καθαρό τρόπο την αντίληψη της κυβέρνησης για τη φύση: τα δάση, οι παραλίες, οι φυσικοί πόροι, η χλωρίδα και η πανίδα, είναι όλα αναλώσιμα. Και εφόσον κάποια στιγμή θα καταστραφούν, θεωρούν ότι είναι προτιμότερο να βγουν τα μεγαλύτερα δυνατά κέρδη από την εκμετάλλευσή τους, για το ιδιωτικό κεφάλαιο.

Με βάση αυτή τη λογική, πρώτα απ’ όλα βγαίνει κερδισμένη η πολιτική της μετατροπής του περιβάλλοντος σε έρμαιο στην κερδοσκοπία του μεγάλου κεφαλαίου. Βγαίνει όμως κερδισμένη και η πολιτική των περικοπών και της υποχρηματοδότησης, αφού δεν έχει νόημα να επενδύει κανείς στα μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών, δεν έχει νόημα να χρηματοδοτείται επαρκώς η Πυροσβεστική Υπηρεσία για να περιφρουρεί τα δάση που «κάποια στιγμή θα καούν». Αυτή που βγαίνει χαμένη, πέρα από την ίδια τη φύση, είναι η ανθρώπινη κοινωνία, που χρειάζεται δάση, ελεύθερες και καθαρές παραλίες, νερό, οξυγόνο, επαφή με τη φύση, κι όχι «επενδύσεις» που καταστρέφουν όλα αυτά.

Όλα αυτά που προσπαθούν να μας στερήσουν, μπορούμε να τα σώσουμε μόνο με μαζικούς αγώνες για την προστασία του περιβάλλοντος.