Δολοφονούν Παλαιστίνιους για να συσπειρώσουν τους ψηφοφόρους τους

25/11/2012
Comments off
706 Views
Του Νίκου Κοκκάλη

Μετά από πολυήμερους βομβαρδισμούς συμφωνήθηκε νέα εκεχειρία ανάμεσα στην Χαμάς και το κράτος του Ισραήλ.  Η εκεχειρία έρχεται μετά από πολύνεκρες επιθέσεις του Ισραήλ, αποτέλεσμα των οποίων είναι μια πόλη που βρίσκεται στα πρόθυρα της γενοκτονίας. Μεγάλα κομμάτια της πόλης της Γάζας βρίσκονται χωρίς ηλεκτροδότηση και πόσιμο νερό, ενώ όσα νοσοκομεία έχουν παραμείνει λειτουργικά είναι υπερπλήρη από τραυματίες. Χιλιάδες παλαιστινιακές οικογένειες βρίσκονται κυριολεκτικά στο δρόμο, αφού τα σπίτια τους χτυπήθηκαν από πυραύλους του Ισραηλινού στρατού. Η κατάσταση μάλιστα αυτή αναμένεται να συνεχιστεί για πολύ καιρό ακόμα, μιας και ανάμεσα στα αντικείμενα που ο Ισραηλινός στρατός δεν αφήνει να περάσουν στην Γάζα, βρίσκονται και βασικά οικοδομικά υλικά όπως το τσιμέντο. Ταυτόχρονα φαίνεται να υπάρχει έλλειψη και σε άλλες απαραίτητες προμήθειες όπως φάρμακα. Ακόμα και η έννοια της κατάπαυσης του πυρός από πλευράς Ισραήλ είναι αμφισβητήσιμη, μιας και μόλις την Πέμπτη ένας εικοσάχρονος Παλαιστίνιος σκοτώθηκε και αρκετοί άλλοι τραυματίστηκαν από Ισραηλινά πυρά κοντά στην Μπεϊτ Χανούν.

Η χρονική στιγμή στην οποία η κυβέρνηση του Ισραήλ επέλεξε να πραγματοποιήσει αυτή την επίθεση δεν ήταν τυχαία. Κατ’ αρχήν βέβαια πρέπει να πούμε ότι οι δολοφονίες μέσα στην περιοχή της Γάζας δεν σταμάτησαν ποτέ. Την εβδομάδα που προηγήθηκε της «επίσημης» επίθεσης, εφτά Παλαιστίνιοι είχαν σκοτωθεί και άλλοι 52 είχαν τραυματιστεί από Ισραηλινά πυρά. Ο βασικός παράγοντας όμως που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το γεγονός ότι τον Ιανουάριο γίνονται εκλογές στο Ισραήλ. Και η προεκλογική περίοδος στο Ισραήλ πάντα συνοδεύεται από ένα διαγωνισμό επιθετικής ρητορικής κατά των Παλαιστινίων, από τους εκπροσώπους της Ισραηλινής άρχουσας τάξης.

Ένταση της ταξικής πάλης στο Ισραήλ 

Τα τελευταία χρόνια, η οικονομική και εργατική πολιτική των κυβερνήσεων του Ισραήλ έχει προκαλέσει πολύ σημαντικές αντιδράσεις στον Ισραηλινό λαό. Οι μνήμες από το κίνημα των «Αγανακτισμένων» του Ισραήλ, αλλά και από την γενική απεργία της 14ης Νοεμβρίου 2011, ενάντια στην εργασιακή ανασφάλεια, είναι ακόμα νωπές.

Εργατικές κινητοποιήσεις έγιναν και φέτος, με κυριότερη την απεργία στην εφημερίδα Haaretz (μια από τις μεγαλύτερες σε κυκλοφορία στην χώρα) τον Οκτώβριο, που οργανώθηκε σαν αντίδραση στις μειώσεις μισθών και τις απολύσεις που είχε ανακοινώσει η εργοδοσία. Η απεργία είχε καθολική συμμετοχή κι έφερε ως αποτέλεσμα την μη έκδοση του φύλου της επόμενης μέρας (4 Οκτωβρίου). Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης του Ισραήλ έχει βρεθεί απέναντι σε κεντρικές πολιτικές επιλογές της πολιτικής ελίτ της χώρας.

Αλλά και στα παλαιστινιακά εδάφη διογκώνεται η αμφισβήτηση της κατά της Φατάχ.  Ταυτόχρονα, σημαντικά τμήματα του Παλαιστινιακού λαού έχουν αρχίσει να στρέφονται τόσο κατά της κυβέρνησης Φαγιάντ (Φατάχ), όσο και κατά της Συνθήκης του Παρισιού (οικονομικό απότοκο της συμφωνίας του Όσλο) αλλά και κατά της ίδιας της συμφωνίας του Όσλο. 

 

Σύμφωνα με την Συμφωνία του Παρισιού τα Παλαιστινιακά εδάφη οφείλουν να εισάγουν μια σειρά βασικά προϊόντα μόνο από το Ισραήλ. Επίσης πρέπει να πωλούνται περίπου στις τιμές του Ισραήλ (μέχρι 2% φθηνότερα από ότι στο Ισραήλ) την ίδια στιγμή που ο μέσος Παλαιστίνιος εργαζόμενος κερδίζει τα υποδεκαπλάσια χρήματα (τα Παλαιστινιακά εδάφη δεν μπορούν να έχουν δικό τους νόμισμα οπότε πρέπει να χρησιμοποιούν μόνο Σέκελ). Έτσι όταν το Ισραήλ ανακοίνωσε 17% αύξηση στις τιμές των καυσίμων, το ίδιο έγινε αυτόματα και στα Παλαιστινιακά εδάφη. Και συν τοις άλλοις, η Παλαιστινιακή Αρχή, χρωστούσε πάνω από ένα μισθό στους 150.000 δημοσίους υπαλλήλους της, φανερώνοντας την οικονομική κρίση που πλήττει τα Παλαιστινιακά εδάφη. Αυτό οδήγησε σε απόγνωση και πολλές απόπειρες αυτοκτονίας αλλά και σημαντικές κινητοποιήσεις από την Παλαιστινιακή νεολαία. 

Καθ’ όλο τον Σεπτέμβριο οι δυναμικές διαδηλώσεις και καταλήψεις δρόμων από την νεολαία «έδιναν και έπαιρναν» , ενώ στον  αγώνα μπήκαν δυναμικά και άλλα στρώματα του λαού, όπως οι οδηγοί ταξί, οι φορτηγατζήδες και οι δάσκαλοι, με παρόμοια αιτήματα. Για την ιστορία οι διαδηλωτές κέρδισαν κάποια μικρά οφέλη, όπως την μείωση του ΦΠΑ κατά 15%, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η υποδούλωση στις Ισραηλινές οικονομικές πολιτικές έχει σταματήσει, ούτε ότι η κοχλάζουσα οργή στην παλαιστινιακή κοινωνία θα σβήσει. 

Το Λικούντ Μπεϊτένου σε δεινή θέση

Μέσα σε αυτό το κλίμα της αμφισβήτησης τόσο της Φατάχ από τους Παλαιστινίους, όσο και της Ισραηλινής κυβέρνησης από μεγάλη μερίδα της Ισραηλινής κοινής γνώμης, έγινε η  τελευταία επίθεση. Και για αυτό το λόγο η τρόικα Λίμπερμαν (ακροδεξιός υπουργός εξωτερικών) Μπάρακ (υπουργός άμυνας) και Νετανιάχου (πρωθυπουργός) προχώρησε σε αυτήν την επίθεση έχοντας ως κύριο στόχο την συσπείρωση των ψηφοφόρων τους.  Ήταν τόσο δεινή η θέση του Likoud Beytenou (Κόμματος του Λίμπερμαν και του Νετανυάχου), που έπρεπε άμεσα να επαναπυροδοτηθεί η διαμάχη ανάμεσα σε Παλαιστίνιους και Ισραηλινούς, αλλά και να ματαιωθεί οποιαδήποτε προσπάθεια σύγκλισης όσον αφορά το παλαιστινιακό.

Διακηρυγμένος στόχος ήταν να ανακοπεί η δημοτικότητα της Χαμάς, αλλά και η νέα, από πλευράς Φατάχ, προσπάθεια για αναγνώριση της Παλαιστίνης σαν ανεξάρτητο κράτος. Όμως, από ό,τι φαίνεται τα αποτελέσματα, τουλάχιστον όσον αφορά το πρώτο, είναι ακριβώς τα αντίθετα. Όσον αφορά το δεύτερο, τα αποτελέσματα είναι αμφισβητούμενα.  

Οι αντιδράσεις της Δύσης και του Αραβικού Συνδέσμου

Οι κυβερνήσεις Ομπάμα και Κάμερον έσπευσαν, πρώτες πρώτες να υποστηρίξουν το «δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα»,  με την υπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ Χίλαρυ Κλίντον να ζητά «αυτοσυγκράτηση» από το Ισραήλ.  Αναμενόμενη αντίδραση, δεδομένου ότι ο πυρήνας της εξωτερικής πολιτικής των ιμπεριαλιστών δεν αλλάζει σχεδόν ποτέ. Αυτό που υπό κανονικές συνθήκες προκαλεί εντύπωση είναι η σχετικά «ήπια» αντίδραση του Αραβικού συνδέσμου. Αλλά και αυτό δεν είναι κάτι το εντυπωσιακό. Από την μία πλευρά δείχνει την απροθυμία των κυβερνήσεων των κρατών του Κόλπου να βρεθούν «απέναντι» στον Αμερικανικό παράγοντα, και την αδυναμία των υπόλοιπων Αράβων ηγετών να κάνουν το ο,τιδήποτε, υπέρ των Παλαιστινίων. 

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή είναι έκρυθμη

Την ίδια στιγμή μια σειρά αραβικά καθεστώτα είναι αντιμέτωπα με εσωτερική κρίση. Το καθεστώς Άσσαντ φαίνεται να πνέει τα λοίσθια, με τους αντάρτες να μπορούν πλέον να χτυπούν εύκολα την Δαμασκό και άλλες νευραλγικές πόλεις. Αυτό επηρεάζει και την κατάσταση της «φυσικής» της συμμάχου, της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, και εξηγεί την απραξία της, σε σχέση με την τελευταία παρόμοια επίθεση του Ισραήλ στην Γάζα. Η κυβέρνηση του, παραδοσιακά, ασταθούς Λιβάνου δεν θέλει να βρεθεί απέναντι στο Ισραήλ, την στιγμή μάλιστα που φοβάται την «συριοποίηση» της χώρας. Στα Ανατολικά το βασίλειο των Χασεμιτών στην Ιορδανία, παραδοσιακών συμμάχων του Ισραήλ, κλυδωνίζεται από την λαϊκή δυσαρέσκεια και μια εξέγερση που φέρει τα χαρακτηριστικά της Αραβικής Άνοιξης. Και στην Αίγυπτο η κυβέρνηση Μόρσι έχει να αντιμετωπίσει την εσωτερική δυσαρέσκεια ούτως ή άλλως, παρότι ο Μόρσι ήταν αυτός που έδειξε και την περισσότερη κινητικότητα διαμαρτυρόμενος για την επίθεση και δηλώνοντας συμπαράσταση στους Παλαιστίνιους επισκεπτόμενος τη Γάζα. Όμως τόσο η επίσκεψη του στην Γάζα όσο και η συμμετοχή του στο διπλωματικό παιχνίδι γύρω από την εκεχειρία δεν είναι τίποτα παραπάνω από επικοινωνιακές κινήσεις. Ο Μόρσι προσπαθεί να οικοδομήσει τόσο προς το εσωτερικό όσο και προς το εξωτερικό το προφίλ ενός «Αιγύπτιου Ερντογάν» και προσπαθεί να γίνει ο καλός αντικαταστάτης του Μουμπάρακ, «συνεργαζόμενος» τόσο με το ΔΝΤ όσο και με την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Η επίλυση του Μεσανατολικού είναι σοσιαλιστική

Ένα είναι το συμπέρασμα. Καμία αστική η θρησκευτική κυβέρνηση και κανένας εθνικισμός δεν θα λύσει το Μεσανατολικό. Η λύση θα μπορέσει να δοθεί μόνο από την ενωμένη και κοινή πάλη Ισραηλινών, Αράβων, Κούρδων, Χριστιανών και Μουσουλμάνων εργαζομένων. Οι οποιεσδήποτε λύσεις παρουσιαστούν από αστικές ή θρησκευτικές κυβερνήσεις θα είναι, στη καλύτερη περίπτωση, ημίμετρα. Μόνο η Αριστερά μπορεί, στο βαθμό που προχωρήσει στο χτίσιμο ενός κοινού ταξικού μετώπου των εργαζομένων στο Ισραήλ, την Παλαιστίνη και τις γύρω χώρες, για την ανατροπή των καπιταλιστικών και εθνικιστικών ανταγωνισμών και το χτίσιμο του σοσιαλισμού και της εργατικής δημοκρατίας στην περιοχή.