Διεθνής συνάντηση CWI – κείμενα και αποφάσεις

31/12/2016
Comments off
1,326 Views
Στα τέλη Νοέμβρη έγινε η ετήσια συνάντηση της συντονιστικής επιτροπής της CWI (Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή). Σ’ αυτή συμμετείχαν συνολικά γύρω στους 90 συντρόφους/ισσες από 35 χώρες και η συνάντηση διάρκεσε μια βδομάδα. Συζητήθηκαν οι διεθνείς εξελίξεις καθώς και τα καθήκοντα που προκύπτουν γενικά στη σημερινή διεθνή συγκυρία αλλά επίσης κι από ήπειρο σε ήπειρο. Υπήρξε μια πολύτιμη ανταλλαγή ενημερώσεων και ιδεών από τις εμπειρίες σε διαφορετικές χώρες και ηπείρους. Η συνάντηση έγινε σε ένα πολύ αισιόδοξο κλίμα καθώς παρά τις πολλές αρνητικές εξελίξεις στο πολιτικό επίπεδο διεθνώς, υπάρχουν πάρα πολύ σημαντικές διεργασίες στη βάση της κοινωνίας, μέσα στην εργατική τάξη και τα κοινωνικά κινήματα. Στη διάρκεια του 2016 η CWI σημείωσε μια σειρά από πολύ σημαντικές επιτυχίες: όπως την εκλογή 3 βουλευτών στο Ιρλανδικό κοινοβούλιο στις αρχές του χρόνου  την πολύ σημαντική παρουσία του αγγλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος στις εξελίξεις γύρω από την εμφάνιση του φαινομένου του Τζέρεμι Κόρμπιν και των διεργασιών μέσα στο Εργατικό Κόμμα  την προσέγγιση το ξεκίνημα διαδικασιών ενοποίησης με την πιο μεγάλη ισπανική οργάνωση της επαναστατικής Αριστεράς την El Militante/Izquierda Revolucionaria  και τέλος, και πιθανά το σημαντικότερο απ’ όλα, τις εξαιρετικές επιτυχίες της «Σοσιαλιστικής Εναλλακτικής» στις ΗΠΑ.
Ασφαλώς δεν υπάρχει η δυνατότητα για να μεταφερθεί όλος ο πλούτος των συζητήσεων αυτών μέσα από αρθρογραφία. Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μεταφράσουμε τις βασικές πολιτικές αποφάσεις της συνάντησης. Στις επόμενες μέρες θα αναρτήσουμε κείμενα που εγκρίθηκαν από τη συνάντηση και που αφορούν:
α) τη διεθνή κατάσταση σε δύο μέρη α’ και β’
β) την Ευρώπη
γ) τη Μέση Ανατολή
δ) τη Λατινική Αμερική

 

Διεθνής κατάσταση – μέρος 1ο: διεθνείς σχέσεις, Κίνα, Ασία, Αφρική

 

Το Παγκόσμιο Συνέδριό της CWI έλαβε χώρα πριν από περίπου ένα χρόνο και εξέδωσε ένα μακροσκελές κείμενο πάνω στις διεθνείς σχέσεις. Δεν είναι επομένως απαραίτητο να γραφεί ένα νέο, εξίσου αναλυτικό κείμενο πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μια σύνοψη των σημαντικών γεγονότων του πρόσφατου διαστήματος, όπως και των συμπερασμάτων που προκύπτουν από αυτά για την «Επιτροπή για μια Διεθνή των Εργαζομένων» – CWI, αλλά και για το εργατικό κίνημα, προετοιμάζοντάς μας για το μέλλον και ιδιαίτερα για το άμεσο μέλλον.

Η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού βαθαίνει και τα επιτελεία των αστών νιώθουν να τα διαπερνά τεράστια ανησυχία για το μέλλον του συστήματός τους, ακόμη περισσότερο από ότι ίσχυε ένα χρόνο πριν, κατά την περίοδο του τελευταίου μας συνεδρίου. Ένα μόνιμο θέμα που απασχολεί τα αστικά επιτελεία είναι η «αποκαθήλωση» και αμφισβήτηση του καπιταλισμού στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων σε μια σειρά ζητήματα: στο οικονομικό επίπεδο, στις παγκόσμιες σχέσεις, στο θέμα του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής και της αντανάκλασης αυτής της κατάστασης κοινωνικά και πολιτικά. Πάνω απ όλα υπάρχει ο πραγματικός φόβος –αν και δε συζητιέται ανοιχτά– ότι οι προφανείς αποτυχίες του συστήματος, το οδηγούν «στην κόψη του ξυραφιού»: πράγμα που στη γλώσσα των αστών αναλυτών μεταφράζεται σε μαζικά κοινωνικά ξεσπάσματα, ακόμη και επαναστατικές ανατροπές.

Μέση Ανατολή

Όλες οι αντιδραστικές πτυχές του συστήματος και της αποτυχίας του συμπυκνώνονται στην αξεπέραστη κρίση στη Συρία και τη Μέση Ανατολή, με τις βαθιές θρησκευτικές διαμάχες, τις σφαγές αθώων και από τις δύο πλευρές του πολέμου και τη μαζική εγκατάλειψη της περιοχής από τους κατοίκους της, που μετακινούνται προς περισσότερο ασφαλή καταφύγια με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής.

Το γεγονός αυτό έχει μετατρέψει τη Μεσόγειο σε τάφο για δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Ακόμη κι αν τελικά καταφέρουν να φτάσουν στην «ασφάλεια» της Ευρώπης, βρίσκονται αντιμέτωποι με όλο και περισσότερους φράχτες, τείχη και συρματοπλέγματα, μια πραγματική ειρωνεία απέναντι στην «ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων», που υποτίθεται ότι αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις αρχές της Ε.Ε.

Ο πόλεμος και οι επιπτώσεις του στις γειτονικές χώρες, επαναφέρει, παρότι βέβαια σε πολύ μικρότερη κλίμακα, μια αναλογία με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήδη διαρκεί περίπου έξι χρόνια, χωρίς να διαφαίνεται το τέλος του. Οι «μεγάλες δυνάμεις» του πλανήτη, είναι όλες αναμεμειγμένες, ιδιαίτερα οι ΗΠΑ και η Ρωσία, με τους τοπικούς τους συμμάχους. Αλλά ούτε αυτοί, ούτε βέβαια οι αιματοβαμμένοι τζιχαντιστές με τις φασιστικές τους μεθόδους μπορούν να οδηγήσουν σε μια λύση. Μόνο η εργατική τάξη και ένα αναγεννημένο εργατικό κίνημα στην περιοχή, σε συνεργασία με το παγκόσμιο εργατικό κίνημα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια διέξοδο από αυτό τον αιματηρό βάλτο, μέσα από την ταξική ενότητα και τη σοσιαλιστική αλλαγή.

Η αποδυνάμωση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και οι σχέσεις ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις

Η ανικανότητα των μεγάλων δυνάμεων να δώσουν διέξοδο στην κρίση, είναι από μόνη της μια αντανάκλαση των ραγδαίων αλλαγών στις παγκόσμιες σχέσεις, ιδιαίτερα σε ότι έχει να κάνει με τη μείωση της δύναμης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Η φιλοσοφία του «τέλους της ιστορίας», η πιο διαδεδομένη ρήση μετά την κατάρρευση του σταλινισμού, έχει εδώ και καιρό απαξιωθεί. Επιπλέον, έχουν περάσει μόλις 13 χρόνια από τον πόλεμο στο Ιράκ, όταν ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός πλάσαρε το δόγμα του «μονοπολικού» κόσμου, προσπαθώντας να το ενισχύσει με την εικόνα της απόλυτης στρατιωτικής κυριαρχίας του. Σύμφωνα μ’ αυτό ο κόσμος θα αναγκαζόταν να χορεύει στο ρυθμό του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο.

Αυτό όμως τελικά κατέληξε σε ένα πολυ-πολικό δόγμα, με τις ΗΠΑ να αναγκάζονται να συνεργαστούν με τη Ρωσία και την Κίνα. Οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν τη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή, παρά την οικονομική της αδυναμία, όπως και την ανερχόμενη οικονομική δύναμη της Κίνας και την επίσης αυξανόμενη στρατιωτική επιρροή της, ως επί το πλείστο αλλά όχι αποκλειστικά, στην Ασία.

Στην πολύπλευρη σύρραξη στη Συρία, αν και στηρίζουν διαφορετικούς συμμάχους, οι ΗΠΑ και η Ρωσία ήταν υποχρεωμένες να συνεργαστούν ενάντια στον ISIS, την ίδια ώρα που αναγκάζονταν να επιφέρουν χτυπήματα η μια στην άλλη, σαν εγκληματίες αλυσοδεμένοι σε κάρο. Δεδομένων των αυξημένων εντάσεων δεν μπορούν να αποκλειστούν εντελώς μικρής κλίμακας στρατιωτικές διενέξεις μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ.

Συγκρούσεις μεταξύ τους υπάρχουν και σε άλλες περιοχές, όπως στην Ουκρανία, όπου όπως έχει σωστά παρατηρηθεί, οι ΗΠΑ προσπαθούν να περικυκλώσουν τη Ρωσία, επεκτείνοντας το ΝΑΤΟ. Ωστόσο, δεν πρόκειται για επανάληψη του «ψυχρού πολέμου», μιας σύγκρουσης δηλαδή ανάμεσα σε δύο διαφορετικά και ανταγωνιστικά μεταξύ τους κοινωνικά συστήματα, ένα καπιταλιστικό και ένα με κρατικοποιημένη, σχεδιασμένη οικονομία, που όμως ελεγχόταν από τη σταλινική γραφειοκρατία.

Σήμερα, η σύγκρουση γίνεται ανάμεσα σε δυο καπιταλιστικά κράτη για την αύξηση της ισχύος, της οικονομικής δύναμης και του κύρους τους, όπως και για την ενίσχυση των στρατιωτικών και στρατηγικών τους θέσεων. Αυτή η κατάσταση ωστόσο, δε θα οδηγήσει σε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο, όπως κάποιοι αστοί αναλυτές αφήνουν να αιωρείται, παρά το γεγονός ότι δεν μπορούν να αποκλειστούν συμβατικές πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα σε χώρες με πυρηνικό οπλοστάσιο, κάποιες από τις οποίες ενδέχεται να είναι σοβαρές. Χωρίς αμφιβολία, οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να υποβαθμίσουν και να περιορίσουν τη δύναμη της Ρωσίας, όπως και της Κίνας, τόσο στην Ασία, όσο και στον υπόλοιπο πλανήτη. Το πιθανότερο όμως είναι αυτή η προσπάθεια να πάρει τη μορφή μιας σειράς περιοριστικών μέτρων στον τομέα της οικονομίας και αλλού, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Αντίστοιχα μέτρα έχουν ήδη παρθεί εναντίον της Ρωσίας, μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και την ενσωμάτωση της Κριμαίας.

Θάλασσα της Νότιας Κίνας

Η «στροφή» προς τον Ειρηνικό που εγκαινίασε ο Ομπάμα, εξυπηρετεί τον ίδιο στόχο για περαιτέρω ενίσχυση της οικονομικής και στρατιωτικής θέσης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή, σε βάρος της Κίνας. Ωστόσο οι ΗΠΑ δεν μπορούν να τα έχουν όλα όπως τα θέλουν. Σε μια διαμάχη με την Κίνα οι ΗΠΑ εμφανίζονται προφανώς πιο αποδυναμωμένες, ιδιαίτερα καθώς ο Ομπάμα δεν κατάφερε να κερδίσει την απαιτούμενη υποστήριξη στην περιοχή για τη Συνθήκη TPP (εμπορική συνθήκη μεταξύ των ΗΠΑ και χωρών της Ασίας). Επιπλέον, στο εσωτερικό των ΗΠΑ και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, συνάντησε σημαντική αντίσταση τόσο σε σχέση με την TPP όσο και με την TTIP (αντίστοιχη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης). Οι Αμερικάνοι εργαζόμενοι, φοβούνται ότι η εφαρμογή αυτών των συμφωνιών θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερες απώλειες θέσεων εργασίας.

Στην Ασία, ακόμη και οι Φιλιππίνες, άλλοτε πιστός σύμμαχος των ΗΠΑ, έχουν απομακρυνθεί από την επιρροή τους. Ο αιμοδιψής πρόεδρος της χώρας, Ντουτέρτε, που έχει συγκρίνει τον εαυτό του με τον Χίτλερ, έχει απειλήσει με «στροφή» προς την ανάπτυξη σχέσεων με την Κίνα.

Πρόκειται για μανούβρες του Ντουτέρτε ανάμεσα στην Κίνα και τις ΗΠΑ, που αποσκοπούν στη βελτίωση της δικής του θέσης. Την ίδια ώρα όμως, αντανακλά τις αλλαγές που προκύπτουν στην περιοχή, σε σχέση με την Κίνα και τις ΗΠΑ. Κι αν οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι η κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη, η Κίνα κερδίζει έδαφος με μεγάλη ταχύτητα. Έχουν ήδη υπάρξει συγκρούσεις στη Νότια θάλασσα της Κίνας, μια περιοχή από όπου περνάει το 30% του εμπορίου του πλανήτη, συγκρούσεις που είναι πιθανό να αυξηθούν, όσο αυξάνεται το κυνήγι της ισχύος και της κυριαρχίας στην περιοχή.

Βρισκόμαστε πλέον αντιμέτωποι με μια ασταθή κατάσταση κυριαρχίας «τριών δυνάμεων» πάνω στον πλανήτη, με την Κίνα, τη Ρωσία και τις ΗΠΑ να ανταγωνίζονται για έλεγχο και για επιρροή. Οι ΗΠΑ παραμένουν στην πρώτη θέση, χάρη στην προηγούμενη πρωτοκαθεδρία τους σε οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. Δεδομένων όμως των σημερινών τάσεων η Κίνα μπορεί να εξελιχθεί στην κυρίαρχη δύναμη του πλανήτη. Αυτό βέβαια, θα εξαρτηθεί από το πώς θα αναπτυχθεί σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο στο άμεσο μέλλον αλλά και πιο μακροπρόθεσμα.

Κίνα

«Θα γεράσει η Κίνα προτού προλάβει να πλουτίσει;». Πρόκειται για μια ερώτηση που φέρνει αμέσως στο μυαλό το θέμα των δημογραφικών δεδομένων της Κίνας και της πρόσφατης εγκατάλειψης της πολιτικής του «ενός παιδιού» που κρατούσε πίσω την ανάπτυξη του πληθυσμού.

Με απλούς οικονομικούς όρους (μέγεθος ΑΕΠ) είναι σίγουρο ότι η Κίνα θα ξεπεράσει τις ΗΠΑ, όπως έχει σχολιαστεί από πολλούς. Όταν όμως συγκρίνουμε τη συνολική κατάσταση δυο οικονομιών, αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ αλλά και με την παραγωγικότητα, τον πλούτο και την αγοραστική δύναμη της κοινωνίας, κοκ. Από αυτή την άποψη, η Κίνα βρίσκεται πολύ πίσω από τις ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι η «μεσαία τάξη» έχει εμφανίσει σημαντική ανάπτυξη, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε μια σειρά από τις περισσότερο «ανεπτυγμένες» χώρες του νεοαποικιακού κόσμου.

Καθόλου απίθανες, επίσης, δεν είναι νέες μαζικές εξεγέρσεις, όπως έδειξε καθαρά το παράδειγμα του Γουκάν. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί ακόμη και στο αμέσως επόμενο διάστημα.

Η οικονομική μεγέθυνση καθώς και το εμπόριο με τον υπόλοιπο κόσμο έχουν σημαντικά επιβραδυνθεί. Πολλοί σοβαροί αστοί αναλυτές έχουν καθυστερημένα καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με εμάς και χαρακτηρίζουν πλέον την Κίνα σαν «κρατικό καπιταλισμό». Παρά τις πολλές αποφάσεις και διακηρύξεις του κινεζικού καθεστώτος για «άνοιγμα στις αγορές», η διάλυση του κρατικού τομέα δεν έχει ολοκληρωθεί. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το κράτος έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει με τρόπους που δε θα ήταν ανεκτοί στον καπιταλισμό των «ελεύθερων αγορών» στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και αλλού.

Το καθεστώς είχε τη δυνατότητα, ιδιαίτερα μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007 – 2008 να τροφοδοτήσει την οικονομία με τεράστια ποσά που προέρχονταν από δάνεια, γεγονός που με τη σειρά του οδήγησε το χρέος της Κίνας στο 270% του ΑΕΠ της – κάτι που αν συνέβαινε σε μια «καθαρή» καπιταλιστική χώρα της Δύσης, θα είχε ήδη οδηγήσει σε μια μνημειώδη κατάρρευση στα πρότυπα της Ελλάδας. Στο παρελθόν, κάθε ένα δολάριο δανεισμένου χρήματος, παρήγαγε ένα δολάριο οικονομικής μεγέθυνσης. Σήμερα, χρειάζονται έξι δανεισμένα δολάρια για να παράξουν ένα δολάριο ανάπτυξης.

Τα παραπάνω επέτρεψαν στην Κίνα να αψηφήσει τους νόμους της οικονομικής βαρύτητας και να συνεχίσει να αναπτύσσεται, αν και με χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με τα θεαματικά αποτελέσματα του παρελθόντος. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι κάποιες από τις χώρες του νεοαποικιακού κόσμου, μπορούσαν να στηριχτούν στην έκρηξη της ζήτησης πρώτων υλών που δημιουργούσε η ανάπτυξη της κινεζικής βιομηχανίας, κι έτσι να συνεχίσουν να αναπτύσσονται, την ώρα που ιδιαίτερα η Ευρώπη και οι ΗΠΑ, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος δεν είχαν συνέλθει από τις επιπτώσεις της κρίσης του 2007 – 2008.

Αυτό όμως ανήκει πλέον στο παρελθόν. Πέρα από εξεγέρσεις και επαναστατικά συμβάντα που πρέπει να περιμένουμε στην ίδια την Κίνα, η οικονομική ασφυξία του πλανήτη έχει φέρει και θα συνεχίσει να φέρνει τα καταστροφικά της αποτελέσματα στο νεοαποικιακό κόσμο. Η υποτιθέμενη «σταθερότητα» του νεοαποικιακού κόσμου, που «ανακαλύφθηκε» πρόσφατα, ήταν μια χίμαιρα βασισμένη στη φτώχεια και την εξαθλίωση των μαζών. Ακόμη κι αυτή η σταθερότητα όμως, θα διαλυθεί από την αγριότητα μια νέας κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος.

Αφρική

Η Αφρική έχει ήδη ζήσει μαζικές διαμαρτυρίες και επαναστατικά γεγονότα, όπως στο Κονγκό, όπου η επιτυχημένη γενική απεργία έδειξε «κίτρινη κάρτα» στο καθεστώς Καμπίλα, μετά από μια διετή κρίση που συντάραξε τη χώρα. Η πετρελαιοπαραγωγός Νιγηρία, η πιο πολυπληθής χώρα της Αφρικής, με πάνω από 200 εκατομμύρια κατοίκους, έχει βυθιστεί σε βαθιά κρίση, αποτέλεσμα της πτώσης της τιμής του πετρελαίου και την ακόλουθη εξάντληση των κρατικών εσόδων. Ο ίδιος ο πρόεδρος Μπουχάρι, περιέγραψε την ταχύτητα με την οποία χτύπησε η κρίση, λέγοντας ότι «ξαφνικά η Νιγηρία έγινε μια φτωχή χώρα».

Θα μπορούσε να θρηνεί όχι μόνο για την κατάσταση της χώρας του, αλλά και για το μέλλον ολόκληρης της ηπείρου, όσο βρίσκεται υπό την κυριαρχία του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Ο πληθυσμός της Νιγηρίας διπλασιάστηκε μέσα σε 30 χρόνια, ενώ υπολογίζεται ότι η Αφρική στο σύνολό της, θα διπλασιάσει τον πληθυσμό της, φτάνοντας τα 2,5 δισ. ανθρώπους μέχρι το 2050! Ο μισός πληθυσμός θα ζει στις πόλεις, με πλειοψηφία τη νεολαία, κάτι που θα οδηγήσει σε τεράστιες πιέσεις και κατάρρευση –αν δε δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και δεν αναπτυχθούν οι υποδομές– κάτι που δεν προβλέπεται να συμβαίνει σε μεγάλη κλίμακα σε αυτή τη νέα φάση της καπιταλιστικής κρίσης.

Πρέπει να θυμόμαστε, ότι οι επαναστάσεις της Βόρειας Αφρικής, γνωστές με το όνομα «αραβική άνοιξη», βάσισαν τη δύναμή τους σε αυτό που οι κοινωνιολόγοι αποκαλούν «διόγκωση της νεολαίας», δηλαδή μεγάλους νεανικούς πληθυσμούς, σε συνδυασμό με την αύξηση της ανεργίας. Οι δύο αυτοί παράγοντες σε μαζική κλίμακα, ένα φαινόμενο στο οποίο ο καπιταλισμός αδυνατεί να δώσει λύση, αποτελεί την εγγύηση για την ανάπτυξη μαζικών ξεσηκωμών και επαναστάσεων. Τα πρώτα δείγματα αυτής της κατάστασης είναι εμφανή σε μια σειρά χώρες, στις οποίες η CWI πρέπει να προσπαθήσει να ενισχύσει την παρουσία της. Η αποτυχία πάντως των ηγεσιών των συνδικάτων στη Νιγηρία, που απέτυχαν να οργανώσουν αποτελεσματικά τη γενική απεργία του περασμένου Μάη και οι αυξανόμενες εθνικές και θρησκευτικές συγκρούσεις στη χώρα, είναι μια προειδοποίηση για το τι μπορεί να προκύψει αν το εργατικό κίνημα δεν μπορέσει να προσφέρει διέξοδο στην κατάσταση. Η CWI έχει το καθήκον να τοποθετηθεί σωστά και να παρέμβει σε επίπεδο ηπείρου το επόμενο διάστημα, που θα είναι και το πιο σημαντικό για ολόκληρη την Αφρική.

Έχουμε ήδη σημαντικές δυνάμεις και παρέμβαση στις δυο σημαντικότερες χώρες της Υποσαχάρειας Αφρικής, τη Νιγηρία και τη Νότια Αφρική, τις πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικά αυτή τη στιγμή και επιπλέον, χώρες με ισχυρό εργατικό κίνημα και επαναστατικές παραδόσεις.

Η Νιγηρία ήδη δείχνει ποιο μπορεί να είναι το μέλλον ολόκληρης της ηπείρου, με περίπου 50% ανεργία στους νέους και με τις επισφαλείς σχέσεις εργασίας να κυριαρχούν. Υπολογίζεται ότι μέχρι το 2034, η αφρικανική ήπειρος θα έχει το μεγαλύτερο εργασιακά ενεργό πληθυσμό του πλανήτη.

Δεδομένης της παρουσίας ενός ισχυρού τμήματος της CWI στη Νιγηρία, μπορούμε να παίξουμε σημαντικό ρόλο στις κοινωνικές εκρήξεις που μπορεί να εμφανιστούν το επόμενο διάστημα. Πέρα από τη Νιγηρία όμως, δεν υπάρχει ούτε ένα σταθερό καθεστώς σε ολόκληρη την Υποσαχάρεια Αφρική.

Η Αιθιοπία βρίσκεται επίσης αντιμέτωπη με μαζικές εξεγέρσεις ενάντια σε μια κυβέρνηση που βασίζεται σε μια μειοψηφία του πληθυσμού, τους Τίγκραγιανς (Tigrayans) που αποτελούν μόλις 6% του συνόλου, και η οποία έχει ήδη δολοφονήσει 500 ανθρώπους. Σε ένα περιστατικό αντίστοιχο της Πλατείας Τιεν Αν Μεν, η καταστολή κατάφερε μόνο να γιγαντώσει τη δυσαρέσκεια και τις αντιπολιτευτικές φωνές ανάμεσα στην πλειοψηφία της κοινωνίας. Όπως φαίνεται, το παράδειγμα που προσπαθεί να μιμηθεί η άρχουσα ελίτ της Αιθιοπίας είναι η Κίνα. Αυτό έχει οδηγήσει σε μια θεαματική ετήσια ανάπτυξη της τάξης του 9% από το 2000 και μετά, γεγονός που σύμφωνα με το ΔΝΤ έχει τετραπλασιάσει το μέσο όρο του κατακεφαλήν εισοδήματος. Τα παραπάνω βασίστηκαν σε ξένες επενδύσεις, από την Κίνα, την Τουρκία και τις ΗΠΑ. Την ίδια ώρα, αυτή η ανάπτυξη της οικονομίας έχει οδηγήσει και στην ανασυγκρότηση και ενίσχυση του ρόλου της εργατικής τάξης, που μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο σε μελλοντικά επαναστατικά γεγονότα.

Για εμάς, σαν CWI, αλλά και για το σύνολο της αφρικανικής ηπείρου και της εργατική της τάξης, η Νότια Αφρική κατέχει μια κεντρική θέση, ως η πιο ανεπτυγμένη βιομηχανικά χώρα στην ήπειρο. Η πρώτη νίκη του Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου και η αρχική ανάπτυξη των ανεξάρτητων εργατικών οργανώσεων και των συνδικάτων, αποτέλεσε ένα μεγάλο βήμα για τη χώρα. Το βήμα αυτό δημιούργησε την προοπτική και την ελπίδα για την απελευθέρωση των μαζών της Νότιας Αφρικής από το μισητό καθεστώς του Απαρτχάιντ μέσα από τον δρόμο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Το Cosatu, η Αφρικανική Συνομοσπονδία Εργατών, άλλοτε ένας μαζικός πόλος έλξης που ενοποιούσε το εργατικό κίνημα, έχει πλέον μετακινηθεί δεξιά και διασπαστεί. Το NUMSA, το Συνδικάτο των Μεταλλεργατών, αποτελεί αυτό το διάστημα το καλύτερο όχημα για το χτίσιμο ενός ανεξάρτητου εργατικού κινήματος.

Η ηγεσία του Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου (ΕΑΚ ) είχε ξεκινήσει τη δεξιά στροφή από τον καιρό που ο Μαντέλα ήταν ακόμη φυλακισμένος και αφιέρωσε όλες της τις προσπάθειες στο να εκτροχιάσει τα εκπληκτικά επαναστατικά κινήματα της νοτιοαφρικανικής επανάστασης. Το σημερινό καθεστώς, υπό την ηγεσία του Ζούμα εκπροσωπεί τον εκφυλισμό του ΕΑΚ, με κεντρικό χαρακτηριστικό την οργανική διαφθορά, που περιλαμβάνει προκλητικά πολυτελή παλάτια, σε πλήρη αντίθεση με την δραματική φτώχεια των μαζών, της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

Στις φετινές τοπικές εκλογές το ΕΑΚ πήρε το χειρότερο ποσοστό στην ιστορία του, με τις φωνές που ζητούν την παραίτηση του Ζούμα να αυξάνονται. Η κυβέρνηση πολιορκείται: από τα αριστερά, από το εργατικό κίνημα που οργανώνει απεργιακές κινητοποιήσεις ενάντια στην άνοδο του κόστους διαβίωσης αλλά και από το φοιτητικό κίνημα που έχει διοργανώσει επιτυχημένους αγώνες ενάντια στην επιβολή διδάκτρων στα πανεπιστήμια και την ανισότητα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Από τα δεξιά, είναι στριμωγμένη από την εκλογική νίκη της «Δημοκρατικής Συμμαχίας», ενός πολιτικού μορφώματος που έχει τις ρίζες του στο καθεστώς του Απαρτχάιντ, στο Γιοχάνεσμπουργκ και το Κέηπ Τάουν.

Οι «Μαχητές της Οικονομικής Ελευθερίας», υπό την ηγεσία του πρώην επικεφαλής της νεολαίας του ΕΑΚ, Μαλέμα, αποτελούν ένα κίνημα «από τα αριστερά», αλλά με διαστρεβλωμένο τρόπο.   Η επιτυχία τους βασίζεται ως ένα βαθμό στην άρνηση των συνδικαλιστικών ηγεσιών, ιδιαίτερα του NUMSA να πάρουν το δρόμο του χτισίματος ενός νέου εργατικού κόμματος, κάτι που το WASP (σημ. σύνταξης: «Κόμμα Εργατών και Σοσιαλιστών» – το τμήμα της CWI στη Νότια Αφρική) δεν κουράζεται να προτείνει. Η δημιουργία ενός τέτοιου κόμματος κάτι που αναπόφευκτα θα προκύψει στο μέλλον, μέσα από τους μεγάλους ταξικούς αγώνες που διαπερνούν τη Νοτιαφρικανική κοινωνία, θα οδηγήσει στην κατάληψη σημαντικών τμημάτων του πολιτικού εδάφους, που αυτή τη στιγμή διεκδικούν οι «Μαχητές της Οικονομικής Ελευθερίας».

Νότια Ασία

Με μια παρόμοια πολωμένη περίοδο ταραχών και συγκρούσεων βρίσκεται αντιμέτωπη και η Ασία. Οι πρόσφατες διαμάχες μεταξύ του ασιατικού γίγαντα της Ινδίας και του Πακιστάν έχουν ανοίξει την προοπτική, ή τουλάχιστον την απειλή, του πολέμου μεταξύ των δυο χωρών που ερίζουν για τμήματα του Κασμίρ. Η προοπτική ένοπλης σύρραξης ανάμεσα στις δύο αυτές χώρες είναι κάτι το πραγματικά επικίνδυνο με δεδομένο ότι και οι δύο χώρες διαθέτουν πυρηνικό οπλοστάσιο – αλλά είναι μάλλον απίθανο να οδηγήσει σε πιο γενικευμένες συγκρούσεις και ολοκληρωτικό πόλεμο.

Έχοντας κατά νου σε μεγάλο βαθμό τις ΗΠΑ και με βάση τις πρόσφατες εμπειρίες που έζησε η χώρα του στα χέρια τρομοκρατών, ο Ινδός πρωθυπουργός Μόντι, επιτέθηκε στο Πακιστάν, αποκαλώντας το «μητέρα της τρομοκρατίας» – ελπίζοντας έτσι να εξασφαλίσει υποστήριξη και υλική βοήθεια για την Ινδία, σε βάρος του Πακιστάν. Υπάρχει μια αλήθεια στα λεγόμενά του, δεδομένου ότι το Πακιστάν και πιο συγκεκριμένα ο πακιστανικός στρατός, από την αρχή είχε υιοθετήσει και χρησιμοποιήσει τους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν ενάντια στη Ρωσία. Ακόμη και μετά την αποχώρηση των Ρώσων, όταν οι Ταλιμπάν και η Αλ Κάιντα στράφηκαν ενάντια στους πρώην ευεργέτες τους, τις ΗΠΑ, ο πακιστανικός στρατός και ιδιαίτερα οι μυστικές του υπηρεσίες (ISI) αν και στα λόγια καταδίκαζαν τις τρομοκρατικές οργανώσεις, στην ουσία δεν έκαναν τίποτα εναντίον τους.

Στην πραγματικότητα, οι Ταλιμπάν, από τη βάση τους στο Αφγανιστάν, αξιοποιήθηκαν ως «ρυθμιστής» ενάντια στην αυξανόμενη δύναμη της Ινδίας. Επιπλέον, το πακιστανικό καθεστώς δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα στο να επιτρέψει την ανάπτυξη φανατικών εγχώριων τρομοκρατικών οργανώσεων που θα μπορούσαν, κατά περίπτωση, να αξιοποιούνται για επιθέσεις ενάντια στην ίδια την Ινδία. Σήμερα ωστόσο, ο στρατός έχει στραφεί ενάντια στους Ταλιμπάν, αποφασισμένος να τους δώσει μερικά γερά «μαθήματα» μετά τις αιματηρές επιθέσεις ενάντια σε στρατιωτικές σχολές στην πακιστανική πόλη Πεσαβάρ. Αυτό, περιορίζει τη δυνατότητα των Ταλιμπάν να λύνουν και να δένουν σε μεγάλες εκτάσεις της πακιστανικής επαρχίας – ο στρατός μπορεί να τους συντρίψει αν ξεπεράσουν τα όρια. Αυτό σε συνδυασμό με την ανάπτυξη κάποιας βιομηχανοποίησης –με κεφάλαια από την Κίνα– σημαίνει πως δημιουργείται ξανά η δυνατότητα ανάκαμψης του εργατικού κινήματος και ενός πολιτικού φορέα που να εκπροσωπεί τα εργατικά συμφέροντα και τα λαϊκά στρώματα.

Στην ίδια την Ινδία, τα οικονομικά πυροτεχνήματα που υποσχόταν το καθεστώς Μόντι με την άνοδό του στην εξουσία, όπως είχαμε προβλέψει δεν έγιναν πραγματικότητα. Αντίθετα, οι οικονομικές συνθήκες στις οποίες ζουν οι μάζες, όχι μόνο δεν έχουν βελτιωθεί, αλλά παραμένουν στάσιμες και σε κάποια τμήματα της χώρας έχουν επιδεινωθεί. Αυτό το γεγονός, όπως και η πρόσφατη επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα, προκάλεσαν την τελευταία γενική απεργία, στην οποία πήραν μέρος 180 εκατομμύρια άνθρωποι. Αυτό υπογραμμίζει τη μεγάλη δύναμη που εκπροσωπεί το ινδικό εργατικό κίνημα, η οποία όμως σήμερα φρενάρεται και φιμώνεται από τις ηγεσίες των συνδικάτων. Οι τελευταίες, δεν έκαναν τίποτα προκειμένου να εξασφαλίσουν την επιτυχία της απεργίας (η οποία όμως ήταν γεγονός, παρόλα αυτά) αλλά πολύ περισσότερο για να προετοιμάσουν την εργατική τάξη και μαζί με αυτή τα πλατιά φτωχοποιημένα στρώματα του ινδικού πληθυσμού, για περαιτέρω δράση ενάντια στο σάπιο ινδικό καπιταλισμό τον οποίο εκπροσωπεί η κυβέρνηση Μόντι.

Μια νέα επαναστατική διάθεση, ιδιαίτερα ανάμεσα στη νεολαία και τα πιο καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας έχει επιτρέψει στη CWI να αρχίσει να χτίζει μια αποτελεσματική οργάνωση σε εθνικό πια επίπεδο, που αν πετύχει τους στόχους της θα λειτουργήσει σα μαγνήτης για τους καλύτερους και τους πιο σοβαρούς μαχητές στην ευρύτερη περιοχή, σε συνδυασμό με τη δουλειά μας στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στη Σρι Λάνκα.

 

 

Το επόμενο, β’ μέρος της απόφασης σχετικά με τη Διεθνή Κατάσταση θα αφορά την πορεία της διεθνούς οικονομίας, τις εξελίξεις στις ΗΠΑ και τα προχωρήματα στην ταξική συνείδηση μαζικών κομματιών του εργατικού κινήματος και των κοινωνικών κινημάτων. Θα δημοσιευθεί 2 -1-2017. Στη συνέχεια θα ακολουθήσουν οι αποφάσεις για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική.