CETA: ένας τεράστιος κίνδυνος για τους εργαζόμενους, το περιβάλλον, τα δικαιώματα

p1010098
Της Ηλέκτρας Κλείτσα

 

 

Πολύς λόγος έχει γίνει το τελευταίο διάστημα για τη CETA («Ολοκληρωμένη Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία» μεταξύ Ε.Ε. και Καναδά) που υπογράφηκε 30 Οκτώβρη, μετά από μαραθώνιες διαπραγματεύσεις. Η παραλίγο ανατροπή της συμφωνίας, όταν η βελγική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι δεν μπορούσε να την υπογράψει, εξαιτίας της απόρριψής της από το τοπικό κοινοβούλιο της Βαλονίας (η γαλλόφωνη περιοχή του Βελγίου) προκάλεσε από τεράστιο εκνευρισμό μέχρι και τρόμο στους εμπνευστές της συμφωνίας και κυρίως στις μεγάλες πολυεθνικές τόσο στην Ε.Ε., όσο και στον Καναδά.

Η κάμψη των αντιστάσεων του κοινοβουλίου της Βαλονίας και η υπογραφή της CETA αποτελεί νίκη για τις εν λόγω πολυεθνικές και έναν τεράστιο κίνδυνο για τους εργαζόμενους, το περιβάλλον, τη δικαιοσύνη και τα δημοκρατικά δικαιώματα.

tausende-menschen-an-der-demonstration-gegen-die-handelsabkommen-ceta-und-ttip-in-berlin-teil

Ιδιαίτερα αφού η CETA αποτελεί την πρώτη απο μιά σειρά «εμπορικές» διατλαντικές συμφωνίες (TTIP, TPP, TISA) που πίσω από το πέπλο της διευκόλυνσης των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των χωρών που τις υπογράφουν, κρύβουν μια τεράστια απειλή για τους κατοίκους του πλανήτη.

Τι είναι η CETA και οι αντίστοιχες συμφωνίες;

Η CETA, είναι μια εμπορική συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. και Καναδά. Αποτελεί τμήμα της συνολικής προσπάθειας, μέσω μιας σειράς αντίστοιχων συμφωνιών μεταξύ κρατών ή ηπείρων (π.χ. η TTIP μεταξύ ΗΠΑ και ΕE, η TPP μεταξύ ΗΠΑ και χωρών της Ασίας και της Νότιας Αμερικής, κ.α.) να αποκτήσουν οι μεγάλες πολυεθνικές του πλανήτη ακόμη ισχυρότερα δικαιώματα από αυτά που έχουν σήμερα.

Το περιεχόμενο και οι επιπτώσεις αυτών των συμφωνιών κρατήθηκαν για μεγάλο διάστημα επτασφράγιστο μυστικό, αφού οι εμπνευστές τους επέλεξαν να κρύψουν από τους πολίτες, αλλά ακόμη και από κράτη και κυβερνήσεις, το περιεχόμενό τους. Η μυστικότητα αυτή είναι από μόνη της αποκαλυπτική για το περιεχόμενο αυτών των συμφωνιών.

Οι συμφωνίες αυτές έχουν δύο βασικά χαρακτηριστικά: το πρώτο είναι ότι οδηγούν στην πλήρη ιδιωτικοποίηση όλων των δημόσιων υπηρεσιών, εκτός από αυτές που αφορούν τη «φύλαξη των συνόρων, το σύστημα δικαιοσύνης και την ασφάλεια…».

Η Υγεία, η Παιδεία, το ασφαλιστικό σύστημα, η ενέργεια, το νερό, η παραγωγή και η διανομή τροφής σε παγκόσμιο επίπεδο, θα πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν. Και βέβαια, οι ίδιες πολυεθνικές που θα αποκτήσουν όλα τα παραπάνω, θα αποκτήσουν ταυτόχρονα τον έλεγχο σε κάθε πτυχή της οικονομίας, αλλά και της ζωής του παγκόσμιου πληθυσμού.

Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό αυτών των συμφωνιών, είναι ότι επιτρέπουν στις μεγάλες εταιρείες να εξασφαλίσουν μεγαλύτερες ελευθερίες και άρση των περιορισμών σε μια σειρά ζητήματα που έχουν να κάνουν με τα εργασιακά δικαιώματα, τη διατροφική ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος, την προστασία των προσωπικών δεδομένων των πολιτών, κλπ.

Εξασφαλίζουν για παράδειγμα, ότι μια πολυεθνική που «περιορίζεται» από την εργατική νομοθεσία μιας χώρας (π.χ. υψηλότεροι μισθοί, ανθρώπινα ωράρια, κλπ) θα είναι ελεύθερη να παρακάμψει αυτά τα εμπόδια, αφού οι σχετικές εμπορικές συμφωνίες τοποθετούν τα κέρδη των εταιρειών πάνω από τη νομοθεσία των κρατών.

Στην περίπτωση δε που κάποιο «απείθαρχο» κράτος επιβάλει κάποιους συγκεκριμένους κανόνες και απαιτήσει από την εταιρεία να συμμορφωθεί, τότε η τελευταία δικαιούται να το στείλει στα δικαστήρια για «διαφυγόντα κέρδη».

Τα δικαστήρια στα οποία θα μπορούν να προσφεύγουν οι επιχειρήσεις εναντίον των κρατών που βλάπτουν τα συμφέροντά τους, δε θα είναι τα γνωστά μέχρι σήμερα διεθνή δικαστήρια. Θα είναι ιδιωτικά, θα συνεδριάζουν με μυστικότητα, ενώ δε θα υπάρχει δυνατότητα έφεσης (δείτε σχετικά την εκπομπή allert3 στην ΕΡΤ, http://ttip.ert.gr/)!

Επιπλέον, οι παραπάνω συμφωνίες αποτελούν μια τεράστια απειλή για το περιβάλλον και τη διατροφική ασφάλεια του πλανήτη. Ανάμεσα στις επιδιώξεις των πολυεθνικών τροφίμων για παράδειγμα, είναι η ελαχιστοποίηση στους ελέγχους ασφάλειας, η κατάργηση της υποχρεωτικής σήμανσης στα τρόφιμα που περιέχουν γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και η ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων τους στα ράφια των σούπερ μάρκετ των χωρών στις οποίες μέχρι σήμερα δεν έχουν πρόσβαση, λόγω αυστηρότερης νομοθεσίας σε σχέση με τη διατροφική ασφάλεια.

Από τη σκοπιά της ελληνικής κυβέρνησης

Λιγότερο από ένα μήνα πριν αλλάξει πόστο, ο πρώην υπουργός οικονομίας και νυν υπουργός περιβάλλοντος Γ. Σταθάκης, αναφερόμενος στη CETA, εξηγούσε ότι

«…μέσω της συμφωνίας θα απελευθερωθεί το εμπόριο και οι προμήθειες, γεγονός που θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό και θα δώσει ώθηση στην ελληνική ναυτιλία, ενώ παράλληλα θα προσελκύσει νέες επενδύσεις για τη χώρα μας, στο πλαίσιο και των ιδιωτικοποιήσεων…».

Πιο μετριοπαθείς απόψεις από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτή του ευρωβουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Σ. Κούλογλου, αρκέστηκαν στο να εξηγήσουν ότι για άλλη μια φορά… δεν υπήρχε εναλλακτική!

«Η ελληνική κυβέρνηση δε μπορούσε να βρεθεί μόνη ακόμα μια φορά απέναντι σε άλλους 26-27, που είναι υπέρ της συμφωνίας, είναι θέμα συσχετισμού δυνάμεων. Το γαλατικό χωριό το παίξαμε πέρυσι, στις περυσινές διαπραγματεύσεις και δυστυχώς δεν είχαμε θετική κατάληξη, γιατί ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν τελείως αρνητικός».

Δεν μπορούσαμε βέβαια να περιμένουμε πολλά από μια κυβέρνηση η οποία έχει συμβιβαστεί σε όλες τις απαιτήσεις των δανειστών και έχει μετατραπεί σε όργανο εφαρμογής των μηνμονίων και των πολιτικών λιτότητας που της υπαγορεύουν.

Το γεγονός όμως ότι αρκούσε έστω και ένα κράτος να αρνηθεί να υπογράψει τη συμφωνία προκειμένου να ανατραπεί, προκαλεί οργή απέναντι στους άλλοτε «αριστερούς», που θα «καταργούσανε τα μνημόνια», κλπ, ενώ στην περίπτωση της CETA, όχι μόνο δεν αντιστάθηκαν έστω και για τυπικούς λόγους, αλλά αντίθετα την υπερασπίζονται όπως ο υπουργός Σταθάκης!

Από τη σκοπιά της ελληνικής κοινωνίας

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η CETA θα μπορούσε να εξασφαλίσει τα κέρδη μιας σειράς πολυεθνικών, σε βάρος πάντα της κοινωνίας, των εργασιακών δικαιωμάτων, του περιβάλλοντος, κλπ. Μετά την υπογραφή της CETA, μια πολυεθνική που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, μπορεί να απαιτήσει ακόμη μεγαλύτερη συμπίεση των μισθών, ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, έτσι ώστε να μεγιστοποιηθούν τα κέρδη της, ανεξάρτητα από το αν η ελληνική νομοθεσία το επιτρέπει ή όχι και με τη δυνατότητα να οδηγήσει το ελληνικό κράτος στα δικαστήρια, στην περίπτωση που αυτό θα επιλέξει να υπερασπιστεί τους νόμους του.

Το πιο άμεσο και χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της καναδικής El Dorado Gold. Η CETA αποτελεί πολυπόθητο «δώρο» για την εταιρεία, που τα τελευταία χρόνια βρίσκεται αντιμέτωπη με το κίνημα υπεράσπισης του φυσικού πλούτου της Βορειοανατολικής Χαλκιδικής.

Η υπογραφή της συμφωνίας, δίνει στην εταιρεία τη δυνατότητα να αγνοήσει ακόμη και αυτή την ανεπαρκή περιβαλλοντική νομοθεσία, εξασφαλίζοντας ότι κανένας περιβαλλοντικός όρος από την πλευρά του ελληνικού κράτους στα πλαίσια της εξόρυξης δε θα μπεί πάνω από τα κέρδη της. Και βέβαια, σε περίπτωση που η ελληνική κυβέρνηση ακύρωνε την άδεια εξόρυξης στις Σκουριές (κάτι βέβαια που δε δείχνει καμία διάθεση να κάνει) θα μπορούσε να βρεθεί κατηγορούμενη από την εταιρεία, για «διαφυγόντα κέρδη»!

Αυτές και πολλές άλλες, είναι οι «διευκολύνσεις» που παρέχει στις μεγάλες πολυεθνικές η CETA και οι αντίστοιχες συμφωνίες. Διευκολύνσεις, που από όσα δείχνει η μέχρι στιγμής εμπειρία, τα κράτη που αφορούν αυτές οι συμφωνίες, δεν είναι διατεθειμένα να σταματήσουν. Έτσι, η μόνη δύναμη που μπορεί να μπει εμπόδιο στη μετατροπή του πλανήτη σε μια γιγάντια δικτατορία των αγορών, είναι οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες, όχι μόνο ενάντια στις δριμύες επιπτώσεις των διατλαντικών συμφωνιών, αλλά με στόχο τη συνολική ανατροπή τους.

 

 

 


Σχετικά άρθρα: