Μπορεί «κάποια στιγμή να καεί», αλλά γιατί να είναι για πάντα; Με αφορμή τον Ερημίτη

Πολλή συζήτηση έχει γίνει τις τελευταίες μέρες για τις δηλώσεις του πρωθυπουργού λίγες εβδομάδες πριν τη φωτιά στον Ερημίτη, με τις οποίες δικαιολογούσε την τσιμεντοποίηση της περιοχής λέγοντας πως έτσι κι αλλιώς το δάσος «κάποια στιγμή θα καεί». Αυτή η στιγμή ήρθε πολύ γρήγορα, αφού η φωτιά της 16ης Αυγούστου κατέστρεψε πάνω από 300 στρέμματα δάσους στην περιοχή που προορίζεται για «τουριστική αξιοποίηση» στα πλαίσια του σχεδίου Kassiopi project. Η φωτιά μάλιστα «καθάρισε» ένα τμήμα της έκτασης των 36.000 τετραγωνικών μέτρων που προορίζεται να παραδοθεί στην «ανάπτυξη».

Οι ευθύνες της κυβέρνησης 

Πέρα από τα ειρωνικά σχόλια για τις «προφητικές ικανότητες» του πρωθυπουργού και την «οικογενειακή κατάρα» που κουβαλάει, υπάρχουν και τα σοβαρότερα, τα οποία κάνουν λόγο για άμεσες ευθύνες του ίδιου και της κυβέρνησης για την καταστροφή. Ο βουλευτής του ΜΕΡΑ25 Κ. Αρσένης, καλεί την κυβέρνηση να αναστείλει για 20 χρόνια την έκδοση οικοδομικών αδειών στην περιοχή προκειμένου να αποφύγει «τη σκιά της ηθικής αυτουργίας σε εμπρησμό». Στην πραγματικότητα βέβαια, όσο μεγαλύτερα είναι τα οικονομικά συμφέροντα με τα οποία ενδέχεται να συνδέεται ένας εμπρησμός, τόσο δυσκολότερο είναι να αποδειχτεί κάτι τέτοιο, όσο βαριά κι αν είναι η «σκιά».  

Στην περίπτωση του Ερημίτη, η φωτιά επεκτάθηκε και πολύ πέρα από το «φιλέτο» που προορίζεται για τσιμεντοποίηση, αν και γενικά δεν υπάρχει εμπόδιο μπροστά στο οποίο θα διστάσει η τουριστική ανάπτυξη. Είτε με τη φωτιά, είτε με τη μπουλντόζα, τα αποτελέσματα είναι πάνω κάτω τα ίδια: διαταραγμένα, διασπασμένα οικοσυστήματα, με σοβαρές επιπτώσεις στη χλωρίδα και την πανίδα, αλλά και πολυτελή θέρετρα που διατηρούν λίγη φύση γύρω γύρω, για χάρη της αισθητικής απόλαυσης των πλούσιων τουριστών που θα τα επισκέπτονται.  

Δάση που καίγονται για πάντα 

Τα δάση που καίγονται δεν είναι «τελειωμένη υπόθεση» όπως άφησε να εννοηθεί ο πρωθυπουργός. Αν ένα δάσος καεί, δεν είναι απαραίτητο να γίνει ξενοδοχείο, αντίθετα μπορεί να ξαναγίνει δάσος. Πριν πάμε εκεί βέβαια, όταν η κυβέρνηση μιας χώρας λέει με τόση ευκολία πως ένα δάσος κάποια στιγμή θα καεί, στην ουσία παραδέχεται πως δεν έχει καμία πρόθεση να δώσει τη μάχη της προστασίας του. Μια εικόνα στις τραγικές ελλείψεις της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, αλλά και της πλήρους διάλυσης της δασικής Υπηρεσίας είναι αρκετή για να το αντιληφθούμε. Τα τελευταία χρόνια όμως, η ιδέα πως ότι καίγεται χτίζεται, έχει αρχίσει να παρουσιάζεται σαν η μόνη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων. 

Το φυσιολογικό όμως, είναι τελείως διαφορετικό. Τα δάση μπορεί πράγματι να καούν και χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση (στις μέρες μας βέβαια αυτό αποτελεί εξαίρεση) αλλά καταφέρνουν να επανέλθουν ακόμη κι αν περάσει αρκετός χρόνος. Τα περισσότερα δάση χρειάζονται μερικές δεκαετίες για να αναγεννηθούν ανάλογα με το είδος τους. Κατά κανόνα μέσα σε περίπου τριάντα χρόνια σχηματίζεται εκ νέου ένα νεαρό πευκοδάσος, ενώ άλλα είδη δασών μπορεί να χρειαστούν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να επανέλθουν μετά τη φωτιά.

Ωστόσο τα περισσότερα καμένα δάση δε χρειάζονται τεχνητή βοήθεια από τον άνθρωπο προκειμένου να ανακάμψουν, παρά μόνο να αφεθούν στην ησυχία τους. Δηλαδή να μείνουν μακριά τους οι μπουλντόζες και η «ανάπτυξη». Εξαίρεση αποτελούν αυτά που έχουν υποστεί απανωτές καταστροφές (δηλαδή καίγονται αρκετές φορές σε σύντομο διάστημα με αποτέλεσμα να μην προλάβει να δημιουργηθεί νέος σπόρος). Ακόμη και αυτά όμως που δεν έχουν τη δυνατότητα να αναγεννηθούν με φυσικό τρόπο, μπορούν να αναδασωθούν. 

Τις τελευταίες δεκαετίες ωστόσο, πληθαίνουν όλο και περισσότερο τα δάση τα οποία καίγονται, ή και εκχερσώνονται για πάντα. Είναι αυτά που δίνουν τη θέση τους σε αυθαίρετα κτίσματα, στην εξάπλωση οικισμών και πόλεων, σε «μεγάλα έργα» όπως για παράδειγμα το αρχέγονο δάσος στις Σκουριές Χαλκιδικής που εξαφανίστηκε για χάρη της δηλητηριώδους «ανάπτυξης» των εξορύξεων, σε πολυτελείς τουριστικούς παραδείσους όπως επιχειρείται στην περίπτωση του Ερημίτη, ή ακόμη και σε υποτιθέμενες «πράσινες» λύσεις, όπως η μαζική εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε κάθε «εύκαιρη» βουνοκορφή.  

Ένα εμπρηστικό μήνυμα 

Με αυτή την έννοια, η δήλωση του πρωθυπουργού δεν αφορούσε μόνο τον Ερημίτη. Αφορούσε όλα τα δάση της χώρας που μπαίνουν εμπόδιο στην «ανάπτυξη», με τον τρόπο που την εννοούν οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών και οι μεγάλες επιχειρήσεις. Όταν ο πρωθυπουργός έλεγε «κάποια στιγμή θα καεί», στην πραγματικότητα εννοούσε ότι τα δάση που καίγονται δεν έχουν καμία ελπίδα να ξαναγίνουν δάση, αν μπορούν να μετατραπούν σε κάτι πιο κερδοφόρο. Ότι ακόμη κι αν δεν καούν, μπορούν να μετατραπούν σε τσιμέντο και λεφτά μέσα από τις «νόμιμες» διαδικασίες. Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει τους επίδοξους επενδυτές ότι μπορούν να διαλέξουν όποιο «οικόπεδο» θέλουν.  

Το ίδιο έκανε εξάλλου και λίγους μήνες πριν με το νόμο Χατζηδάκη, ο οποίος στην ουσία νομιμοποιεί τα αυθαίρετα κτίσματα και οικισμούς σε δασικές εκτάσεις «τακτοποιώντας» τα για μέχρι και 30 χρόνια, ενώ επιτρέπει την εισβολή ιδιαίτερα επιβλαβών για το περιβάλλον «επενδύσεων» ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές και περιοχές natura. Δεν πρόκειται απλά για μια καταστροφική φωτιά που θα ακολουθηθεί από μια καταστροφική επένδυση, ούτε μόνο για τη «σκιά της ηθικής αυτουργίας σε εμπρησμό» που είναι βέβαια υπαρκτή. Πρόκειται για ένα εμπρηστικό μήνυμα που αφορά ολόκληρη τη χώρα. 

Οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών έχουν καταφέρει να καταστρέψουν φυσικό πλούτο που δε μπορεί να δημιουργηθεί μέσα σε μια νύχτα. Αρχαία δάση με σπάνια οικοσυστήματα, ακτές, ποτάμια και βιότοποι πουλιούνται πολύ φτηνά και οι μόνοι που κερδίζουν είναι οι επιχειρηματίες και οι κυβερνήσεις. Όσο για όλους και όλες εμάς, απλά πληρώνουμε τις συνέπειες στην υγεία και την ποιότητα ζωής μας.