Μποπάλ: όταν τα εντομοκτόνα εξοντώνουν ανθρώπους

31/12/2017
Comments off
190 Views

Στις αρχές Δεκέμβρη, συμπληρώθηκαν 33 χρόνια από το χειρότερο βιομηχανικό δυστύχημα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ένα δυστύχημα, που σκότωσε σχεδόν 4.000 ανθρώπους μέσα στις πρώτες ώρες από την εκδήλωσή του, ενώ συνέχισε το φονικό του έργο μέσα στους επόμενους μήνες και χρόνια, προκαλώντας ανυπολόγιστα θύματα, κυρίως εξαιτίας της τεράστιας αύξησης της βρεφικής θνησιμότητας.

Σε δεκάδες χιλιάδες ανέρχεται και ο αριθμός των ανθρώπων οι οποίοι συνέχισαν τη ζωή τους με μόνιμες βλάβες στην υγεία τους, με την τύφλωση να αποτελεί μια από τις πιο μαζικές παρενέργειες, ενώ πάνω από 550.000 άνθρωποι νοσηλεύτηκαν μετά το δυστύχημα.

Το χρονικό

Στην πόλη Μποπάλ της κεντρικής Ινδίας, οι φτωχοί κάτοικοι υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό την κατασκευή της μονάδας παραγωγής φυτοφαρμάκων της Union Carbide Corporation (UCC) στα μέσα της δεκαετίας του 70. Οι νέες θέσεις εργασίας ήταν καλοπληρωμένες και λειτούργησαν σαν δόλωμα. Η εταιρεία θα παρήγαγε το εντομοκτόνο Sevin, που εκείνη την περίοδο χρησιμοποιούταν μαζικά στις καλλιέργειες σε ολόκληρη τη χώρα, όπως και σε άλλες περιοχές της Ασίας.

Οι πιο φτωχοί κάτοικοι του Μποπάλ ζούσαν σε παραγκουπόλεις γύρω από τις εγκαταστάσεις της UCC. Εγκαταστάσεις στις οποίες ήταν αποθηκευμένες τεράστιες ποσότητες ισοκυανικού μεθυλίου (MIC), ενός χημικού που αποτελεί την πρώτη ύλη του εντομοκτόνου και θεωρείται μια από τις πιο επικίνδυνες ουσίες που έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ στη χημική βιομηχανία. Η εταιρεία φυσικά γνώριζε ότι η συγκεκριμένη ουσία έπρεπε να παραμένει σταθερά σε χαμηλές θερμοκρασίες που να μην ξεπερνούν τους 4,5 βαθμούς Κελσίου. Η επαφή του ισοκυανικού μεθυλίου με το νερό προκαλεί χημική αντίδραση, που αυξάνει δραματικά τη θερμοκρασία του και το μετατρέπει από υγρό σε αέριο.

Μέσα στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του εργοστασίου, οι ιδιοκτήτες του ανακαλύπτουν ότι το εντομοκτόνο δεν κάνει τις «χρυσές δουλειές» που περίμεναν. Ξεκινάνε οι περικοπές, τόσο σε προσωπικό, όσο και στα μέτρα ασφάλειας της εγκατάστασης. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι οι εγκαταστάσεις βρίσκονται μέσα σε κατοικημένες περιοχές, δεν υπάρχει κανένα σχέδιο εκκένωσης σε περίπτωση ατυχήματος, ούτε βέβαια οποιαδήποτε ενημέρωση των κατοίκων για τους κινδύνους.

Το βράδυ της 2ης Δεκέμβρη του 1984, την ώρα που οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων κοιμούνται, τεράστιες ποσότητες του χημικού MIC αεριοποιούνται μετά από επαφή με μικρή ποσότητα νερού. Το αέριο πια ισοκυανικό μεθύλιο «δραπετεύει» από τις εγκαταστάσεις της UCC και απλώνεται στην πόλη. Πανικόβλητοι κάτοικοι, που μπορεί να είχαν σωθεί αν υπήρχε η απλή οδηγία να μείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους και να σφραγίσουν κάθε χαραμάδα, βγαίνουν στους δρόμους και τρέχουν να σωθούν. Οι δρόμοι γεμίζουν πτώματα, ενώ στα νοσοκομεία της περιοχής προκαλείται το αδιαχώρητο.

33 χρόνια μετά, στην πόλη και στις γύρω περιοχές εξακολουθούν να γεννιούνται παιδιά με γενετικές ανωμαλίες ή άλλα σοβαρά προβλήματα υγείας. Κι όμως, η εταιρεία που ευθύνεται για την τραγωδία με τα δεκάδες χιλιάδες θύματα, πλήρωσε ως αποζημίωση μόλις  470 εκατ. δολάρια, παρά το γεγονός ότι η ινδική κυβέρνηση απαιτούσε τουλάχιστον 3 δις.

Ινδία: το πειραματόζωο των πολυεθνικών

Δεν είναι όμως μόνο η ιστορία του Μποπάλ που αποδεικνύει ότι οι μεγάλες εταιρείες παγκοσμίως παίζουν με τη ζωή και την ασφάλεια των πιο φτωχών κατοίκων του πλανήτη. Η Ινδία είναι ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα της παραπάνω πρακτικής.

Το 2002, η Monsanto διοχέτευσε στην ινδική αγορά ένα νέο, γενετικά τροποποιημένο σπόρο βαμβακιού, εφοδιασμένο με το «δικό του εντομοκτόνο», το οποίο υποσχόταν αύξηση της παραγωγής, όπως και μείωση των λιπασμάτων και των φυτοφαρμάκων, επομένως μείωση του κόστους για τους αγρότες.

Όσοι από αυτούς πείστηκαν να χρησιμοποιήσουν τον νέο σπόρο, όχι μόνο αναγκάστηκαν να δανειστούν για να τον αγοράσουν, αλλά υποχρεώθηκαν από την εταιρεία να αγοράζουν ξανά και ξανά το συγκεκριμένο σπόρο (μια και είναι «στείρος») ενώ μετά από μερικά χρόνια η ανάγκη για χρήση λιπασμάτων και εντομοκτόνων αυξήθηκε. Σταδιακά, οι Ινδοί αγρότες έφτασαν να εξαρτώνται ολοκληρωτικά από τα προϊόντα της Monsanto, που στοίχιζαν σχεδόν το 70% των εσόδων τους! Το αποτέλεσμα ήταν μέχρι το 2008 να έχουν οδηγηθεί στην αυτοκτονία 200.000 άνθρωποι! («Πεθαίνοντας στην αφθονία» – Εξάντας).

33 χρόνια μετά

Σήμερα, 33 χρόνια μετά το δυστύχημα στο Μποπάλ, εξακολουθούμε να ζούμε σε έναν κόσμο, όπου τα κέρδη των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μεγάλων πολυεθνικών, μπαίνουν πιο  πάνω από την ανθρώπινη ζωή και ασφάλεια, όπως και το περιβάλλον.

Από την ανυπολόγιστη οικολογική καταστροφή στον Κόλπο του Μεξικού το 2010, που προκλήθηκε από έκρηξη σε εξέδρα άντλησης πετρελαίου της BP, μέχρι τα εγκλήματα της Eldorado Gold στις Σκουριές της Χαλκιδικής, το σύστημα του κέρδους εξακολουθεί να απειλεί τον πλανήτη και τις ζωές μας.

Μέχρι ο παγκόσμιος πληθυσμός να απαλλαγεί από τα αρπακτικά που ξεζουμίζουν τους φυσικούς πόρους και παίζουν με το μέλλον του, το ερώτημα δεν είναι αν, αλλά πότε και που θα συμβεί το επόμενο Μποπάλ.

Θεματικές

,