Αύγουστος 1914: Ξεκινά η μεγάλη σφαγή του α’ Παγκόσμιου Πολέμου

03/08/2016
Comments off
1,272 Views
Σαν σήμερα, 3 Αυγούστου του 1914, η Γερμανία κηρύσσει τον πόλεμο στη Γαλλία. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος είναι γεγονός – θα κρατήσει 4 χρόνια και θα αφήσει πίσω του μια απίστευτη καταστροφή και εκατομμύρια θύματα πράγμα που θα οδηγήσει σε επαναστατικές εξεγέρσεις που θα σαρώσουν την Ευρώπη και θα γεννήσουν την Ρωσική Επανάσταση του Οκτώβρη του 17. Το  αφιέρωμα που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο Socialism Today, θεωρητικό περιοδικό του βρετανικού τμήματος της CWI, σε ειδική έκδοση αφιερωμένη στον α’ παγκ. πόλεμο. Το άρθρο είναι γραμμένο από τον σύντροφο Τόνι Σόνουα (Tony Saunois) και η μετάφραση έγινε από τη συντρόφισσα Άννα Κλείτσα.

 

Ονομάστηκε ο «Μεγάλος Πόλεμος», ο «Πόλεμος που θα τερμάτιζε τους Πολέμους». Ωστόσο, για τα δέκα εκατομμύρια των νεκρών και τα άλλα τόσα των σοβαρά τραυματισμένων, δεν υπάρχει κανένα «μεγαλείο». Οι μάχες που εκτυλίχτηκαν κατά τη διάρκειά του ήταν από τις πιο αιματηρές στην ανθρώπινη ιστορία.

Για παράδειγμα για να προελάσει μόλις 91 μέτρα στη μάχη της βελγικής πόλης Υπρ, ο βρετανικός στρατός μέτρησε απώλειες 13.000 ανδρών! Στη μάχη του Σομ, οι συνολικές απώλειες και των δύο πλευρών ήταν 1.100.000 άντρες. Την πρώτη μέρα αυτής της μάχης (του Σομ) ο βρετανικός στρατός έχασε 60.000 στρατιώτες, αριθμός που αποτελεί τη μεγαλύτερη απώλεια ανδρών που υπέστη στην ιστορία του. Κι όλα αυτά παρά το γεγονός ότι τις προηγούμενες έξι μέρες, οι γερμανικές γραμμές είχαν χτυπηθεί από τρία εκατομμύρια βόμβες!

Το 1918 οι δυνάμεις της Αντάντ (της συμμαχίας ανάμεσα στη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ρωσία και την Ιταλία) μετρούσαν 5,4 εκατομμύρια νεκρούς και 7 εκατομμύρια τραυματίες. Από την άλλη οι Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία) έχασαν 4 εκατομμύρια ανθρώπους και μέτρησαν 8,3 εκατομμύρια τραυματίες. Το μεγαλύτερο βάρος αυτού του μακάβριου απολογισμού το σήκωσαν οι νέοι, προερχόμενοι από την εργατική τάξη στρατιώτες.

article_5ea965afaedb783c_1370852830_9j-4aaqsk

Καθώς έχουν υπάρξει αμέτρητες μεταγενέστερες συγκρούσεις στην ιστορία του πλανήτη, είναι αυταπόδεικτο πως ο «Μεγάλος Πόλεμος» δεν σήμανε το τέλος των πολέμων. Οι συγκρούσεις στα Βαλκάνια τη δεκαετία του ’90, η σφαγή που εκτυλίσσεται σήμερα στη Συρία, στο Ιράκ και την Ουκρανία είναι απλά τα πιο πρόσφατα παραδείγματα. Στη Συρία οι εσωτερικοί πρόσφυγες φτάνουν τα 6.500.000, ενώ άλλα 3.000.000 άνθρωποι είναι εξόριστοι. Οι ανθρωποθυσίες, οι σκοτωμοί και η δυστυχία επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά μετά τον Πόλεμο που θα «τερμάτιζε τους πολέμους».

Ωστόσο, το λουτρό αίματος του 1914-18, ίσως είναι αυτό που έχει προκαλέσει τις εντονότερες συζητήσεις και τις περισσότερες αναλύσεις.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, έχουν εκδοθεί τουλάχιστον 25.000 βιβλία με θέμα τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Άλλωστε, ήταν η πρώτη παγκόσμια σύρραξη, που σήμανε το τέλος μιας ιστορικής εποχής και την αυγή μιας καινούριας, δίνοντας νέα μορφή στις διεθνείς και τις ταξικές σχέσεις. Στην αρχή αυτής της περιόδου αυτοκρατορίες κατέρρευσαν, άλλες απότομα και άλλες πιο σταδιακά και άδοξα. Ο πόλεμος άνοιξε το δρόμο της διαδοχής των ΗΠΑ στο θρόνο της μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής δύναμης, που κέρδισαν τον τίτλο από την Βρετανία. Αλλά πάνω απ’ όλα ήταν «η μαμή» του μεγαλύτερου γεγονότος της ανθρώπινης ιστορίας: της Ρώσικης Επανάστασης του 1917. Στη Ρωσία η εργατική τάξη κατάφερε να καταλάβει την εξουσία και την ίδια περίοδο επαναστατικά κύματα συγκλόνιζαν το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης.

Η προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες ήταν άμεσα ορατή. Στη Γερμανία το 1918-19 ο Γουλιέλμος (τελευταίος αυτοκράτορας της Γερμανίας) αναγκάστηκε σε παραίτηση κάτω από την πίεση της σαρωτικής εργατικής εξέγερσης που διαπέρασε την χώρα. Η Βαυαρία κηρύχθηκε σοβιετική δημοκρατία και σχηματίστηκαν εργατικά συμβούλια στο Βερολίνο και άλλες πόλεις. Τον Αύγουστο του 1919, για σύντομο χρονικό διάστημα σχηματίστηκε η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία. Η Βρετανία κλονίστηκε από μαζικές απεργίες και πάνω από 50 καταγεγραμμένες στρατιωτικές και ναυτικές αποστασίες. Η απεργία των αστυνομικών το 1919 ανάγκασε τον πρωθυπουργό Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ να παραδεχτεί μετά από κάποια χρόνια: «εκείνη τη μέρα, η χώρα μας έφτασε πιο κοντά στον μπολσεβικισμό από ποτέ». Όμως, με εξαίρεση την Ρώσικη Επανάσταση, αυτά τα τεράστια εργατικά κινήματα τελικά ηττήθηκαν από τις λανθασμένες πολιτικές επιλογές των ηγεσιών τους. Η ήττα των επαναστάσεων στην Ευρώπη έριξε τους σπόρους για τη δεύτερη παγκόσμια διαμάχη του 1939- 45 και οι αιτίες αυτών των γεγονότων μπορούν να αναζητηθούν στην κληρονομιά που άφησε η μεγάλη σφαγή του 1914-18.

Ο πόλεμος του 1914 έθεσε σε κρίσιμη δοκιμασία το διεθνές εργατικό κίνημα. Με την εξαίρεση μιας μικρής μειοψηφίας, του Λένιν, του Τρότσκι και των Ρώσων επαναστατών, του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ στη Γερμανία, οι ηγεσίες των μαζικών εργατικών κομμάτων συνθηκολόγησαν η μία μετά την άλλη. Εγκατέλειψαν την ιδέα της διεθνούς, σοσιαλιστικής αντιπολεμικής θέσης και έσπευσαν να υποστηρίξουν ο καθένας τη δική του εθνική αστική τάξη.

Έτσι, δεν είναι να αναρωτιέται κανείς που αυτή η τεράστια τραγωδία στην ιστορία της ανθρωπότητας προκαλεί ακόμη τόση αντιπαράθεση και συζητήσεις. Πράγματι, έναν αιώνα μετά το ξεκίνημα του πολέμου, αστοί ιστορικοί όπως ο Νάιαλ Φέργκιουσον και ο Μαξ Χάστινγκς αναλύουν τις αιτίες του πολέμου και προσφέρουν ο καθένας τα δικά του συμπεράσματά. Όλοι οι απολογητές του καπιταλισμού δυσκολεύονται πολύ να δικαιολογήσουν αυτό τον πόλεμο. Για το 1939-45 μπορούν με ευκολία να μιλήσουν για τον πόλεμο κατά του φασισμού και την υπεράσπιση της δημοκρατίας, ώστε να δικαιολογήσουν τη σφαγή. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι καθόλου τόσο απλά στην ανάλυση του 1914-18.

Ο αγώνας για τις αγορές

Η αφορμή για την αρχή της σφαγής ήταν η δολοφονία του Αυστριακού Αρχιδούκα Φερδινάνδου στο Σεράγεβο στις 28 Ιουνίου του 1914. Μπορούσε όμως αυτό να είναι η πραγματική αιτία μιας παγκόσμιας σύρραξης; Μπορεί η εστία του πολέμου να ήταν η Ευρώπη, αλλά οι συγκρούσεις έφτασαν μέχρι την Αφρική, την Ασία, την Λατινική Αμερική και φυσικά, τις ΗΠΑ. Μπορεί η δολοφονία του Αρχιδούκα να ήταν η δικαιολογία για να ξαμολυθούν τα σκυλιά του πολέμου, ωστόσο οι πραγματικές αιτίες βρίσκονται αλλού. Ο πόλεμος ξέσπασε για να υπηρετήσει τη σύγκρουση των οικονομικών συμφερόντων, τη διαμάχη για τις αγορές, τις πολιτικές εξουσίες και το κύρος τους διεθνώς.

Την περίοδο μέχρι το 1914, η Βρετανία ήταν η παγκόσμια υπερδύναμη, μια τεράστια αυτοκρατορία που κάλυπτε το 25% της επιφάνειας της γης. Οι περισσότερες περιοχές υπό την κυριαρχία της, είχαν αποικιστεί λίγο πριν τα μέσα του 19ου αιώνα και αποτελούσαν μια σημαντική πηγή πρώτων υλών, αλλά και σημαντικές αγορές. Όμως, η ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας μειωνόταν και η δύναμή της είχε αρχίσει να φθίνει. Η Γαλλία, η δεύτερη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή δύναμη, είχε αποικίες κυρίως στην Αφρική και την Άπω Ανατολή. Αν και μεγάλη, η αυτοκρατορία της Γαλλίας ήταν πολύ πιο πίσω από την βρετανική: έφτανε μόλις στο 1/5 της σε μέγεθος, ενώ η εκβιομηχάνιση προχωρούσε με πολύ πιο αργούς ρυθμούς.

Η νέο-δημιουργημένη Γερμανία του 1871, είχε αποικίες που έφταναν μόλις στο 1/3 αυτών της Γαλλίας. Ωστόσο, γνώριζε ραγδαία βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη: ενώ η Βρετανία παρήγαγε έξι εκατομμύρια τόνους χάλυβα, η Γερμανία παρήγαγε διπλάσια ποσότητα. Έτσι, η γερμανική αστική τάξη βρισκόταν σε άμεση ανάγκη για περισσότερες αποικίες, ώστε να επεκταθεί σε νέες, μεγαλύτερες αγορές και ταυτόχρονα να μπορεί να προμηθεύεται με πρώτες ύλες. Αυτή είναι η λογική της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης. Το πρόβλημα της ήταν το πώς θα τις εξασφάλιζε. Δεν υπήρχε χώρος για επέκταση στην Ευρώπη, ενώ σε σχέση με τις αποικίες, η Γαλλία κι η Βρετανία κατείχαν τη μερίδα του λέοντος. Ανατολικά, η Γερμανία έβρισκε εμπόδιο τόσο από βρετανό-γαλλικά συμφέροντα όσο και από την τσαρική Ρωσία που εξαπλωνόταν.

Αυτή η μάχη για τις αγορές βρίσκεται στον πυρήνα της μεγάλης πυρκαγιάς που θα άναβε το 1914. Η ανάγκη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, της βιομηχανίας, της επιστήμης και της τεχνολογίας, είχε επεκταθεί πέρα από τους περιορισμούς που έθεταν τα έθνη – κράτη. Οδήγησε τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να κατακτήσουν και να εκμεταλλευτούν νέες αποικίες στο κυνήγι των πρώτων υλών και των νέων αγορών. Ήδη η Βρετανία, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Πορτογαλία και η Γερμανία βρίσκονταν σε διένεξη, στη «διαμάχη για την Αφρική» κατά τον 19οαιώνα. Τελικά, αυτός ο ανταγωνιστικός πυρετός οδήγησε τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε μια τρομακτική σύγκρουση, καθώς η καθεμιά προσπαθούσε να εξασφαλίσει μεγαλύτερες αγορές, ή να υπερασπιστεί από τα νύχια των αναδυόμενων δυνάμεων αυτές που ήδη είχε. Κι όταν δεν μπορούν να βρεθούν νέες αγορές, ο καπιταλισμός οδηγείται στην καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, ώστε να ξεκινήσει την παραγωγική διαδικασία από την αρχή. Το τίμημα όμως αυτής της μάχης για εξουσία, το πληρώνει η εργατική τάξη όλων των χωρών.

Ορισμένοι αναλυτές επιχειρηματολόγησαν υπέρ της άποψης ότι αυτή η αντίφαση του καπιταλισμού ξεπεράστηκε όταν άρχισε να φαίνεται (όπως και στις μέρες μας) ότι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας είχε ολοκληρωθεί. Στις τέσσερις δεκαετίες που ακολούθησαν τον γαλλο-πρωσικό πόλεμο του 1870-71  υπήρξε μια περίοδος μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης, ενώ η παγκόσμια οικονομία ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό αλληλοεξαρτώμενη.

Ανάμεσα στο 1870 και το 1914 είχε πραγματοποιηθεί μια αξιοσημείωτη και ως τότε απρόβλεπτη οικονομική παγκοσμιοποίηση. Υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα σε εκείνη την περίοδο και την κατάσταση που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά την πτώση των σταλινικών καθεστώτων στη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη. Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας των τελευταίων δεκαετιών έχει βέβαια προχωρήσει περισσότερο από ποτέ, ωστόσο είναι λάθος να ισχυρίζεται κανείς ότι δεν υπήρχε ανάλογη ανάπτυξη πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επιπλέον, όπως και σήμερα, έτσι και το 1914, αυτό δε σήμαινε ότι τα έθνη – κράτη, ή τα συμφέροντα των εκάστοτε εγχώριων αστικών τάξεων είχαν παρακαμφθεί ή αποτελούσαν «διακοσμητικό στοιχείο» μιας προηγούμενης ιστορικής φάσης του καπιταλισμού. Ο πόλεμος του 1914-18 το απέδειξε περίτρανα. Τότε, όπως και σήμερα, παρά την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, οι αστικές τάξεις διαφορετικών χωρών εξακολουθούσαν να έχουν η καθεμιά τα δικά της ισχυρά ιστορικά, οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά και στρατηγικά συμφέροντα. Οι πρόσφατες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και οι τοπικές στρατιωτικές διαμάχες αποδεικνύουν πως η κάθε αστική τάξη δεν σταματά πουθενά μπροστά στην υπεράσπιση των δικών της οικονομικών, πολιτικών και στρατηγικών συμφερόντων.

Η επικείμενη καταστροφή

Εκτός από τη βασική αιτία για το ξέσπασμα του «Μεγάλου Πολέμου», τη διαμάχη για τις αποικίες και τις αγορές, υπήρξαν κι άλλοι ιστορικοί παράγοντες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια των καπιταλιστών της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας και της τσαρικής Ρωσίας να υπερασπιστούν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Ο γαλλο-πρωσικός πόλεμος του 1870-71, είχε σαν αποτέλεσμα την ενοποίηση της Γερμανίας κι άνοιξε το δρόμο για τη ραγδαία οικονομική της ανάπτυξη. Η Γαλλία, αντίθετα, βγήκε από τον πόλεμο αποδυναμωμένη. Η έκβαση αυτού του πολέμου, μεταξύ άλλων, άφησε πίσω της μια «κληρονομιά» σημαντική για τις εξελίξεις του 1914. Ο Καρλ Μαρξ είχε γράψει γι αυτές τις εξελίξεις κατά τη διάρκεια του γαλλο-πρωσικού πολέμου, κάνοντας την εκτίμηση ότι οι επιπτώσεις της αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων θα οδηγούσε «σε πόλεμο ανάμεσα στην Ρωσία και την Γερμανία». Στο ίδιο κείμενο εκτιμούσε επίσης ότι αυτή η διαμάχη θα έπαιζε «τον ρόλο της μαμής στην αναπόφευκτη κοινωνική επανάσταση της Ρωσίας». (Γράμμα στον Φρίντριχ Σόργκε(Freidrich Sorge) 1 Σεπτέμβρη 1870).

imagehandler_248

Η αποδυναμωμένη Γαλλία έχασε μέρος της επικράτειάς της, την Αλσατία-Λορένη κι αναγκάστηκε να πληρώσει τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις στη Γερμανία. Η Γαλλία δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει στρατιωτικά τη Γερμανία το 1914, καθώς είχε τον μισό της πληθυσμό και πολύ κατώτερο εξοπλισμό. Η μαροκινή κρίση του 1905 και η κρίση του Αγκαντίρ το 1911 άνοιγαν το δρόμο της γαλλο-γερμανικής σύγκρουσης καθώς η Γερμανία έμπαινε εμπόδιο στην αποικιοκρατική εξάπλωση της Γαλλίας.

Το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων το 1912 ήταν ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα προς τον πόλεμο του 1914-18.

Στο σημείο αυτό, ήταν πια αναμενόμενο πως θα υπάρξει πανευρωπαϊκή σύρραξη. Στις 8 Δεκέμβρη του 1912, ο Γερμανός αυτοκράτορας Βίλχελμ ο Δεύτερος, συγκάλεσε το Αυτοκρατορικό Πολεμικό Συμβούλιο στο Βερολίνο. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες συμφώνησαν πως ο πόλεμος θα ήταν αναπόφευκτος σε κάποια φάση, όμως θα έπρεπε να καθυστερήσει ώστε να δοθεί χρόνος για την ενδυνάμωση του γερμανικού ναυτικού. Παρά το ότι δεν υπήρξε κάποιο επίσημο συμπέρασμα από αυτή τη συνεδρίαση, ήταν ολοφάνερο ότι ο πόλεμος προετοιμαζόταν. Πράγματι, από τα τέλη του 19ου αιώνα ως το 1914, όλες οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης είχαν προχωρήσει σε τεράστια επέκταση του στρατιωτικού τους εξοπλισμού.

Η προοπτική αυτή όμως, ήταν ξεκάθαρη και για το εργατικό κίνημα. Το Νοέμβρη του 1912, πάνω από 500 αντιπρόσωποι της Δεύτερης («Σοσιαλιστικής») Διεθνούς συναντήθηκαν στην ελβετική πόλη Βασιλεία. Συμφώνησαν στην εναντίωση στους Βαλκανικούς πολέμους και τη μετατροπή τους σε πανευρωπαϊκή ταξική αναμέτρηση προς την υπεράσπιση των συμφερόντων της διεθνούς εργατικής τάξης και για τη σοσιαλιστική ανατροπή. Όμως, εντελώς σκανδαλωδώς, ένας προς έναν οι ηγέτες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων τελικά συνθηκολόγησαν και κατέληξαν να υποστηρίζουν ο καθένας την δική του, εγχώρια αστική τάξη.   

Η υπό κατάρρευση Αυστροουγγρική αυτοκρατορία πέρασε σε δράση ενάντια στην προσπάθεια της Σερβίας να επεκταθεί στα Βαλκάνια, προσπαθώντας να αποφύγει την ακόμη μεγαλύτερη αποδυνάμωση στην οποία θα την οδηγούσε αυτή η προοπτική. Το ξέσπασμα των Βαλκανικών πολέμων το 1912 ήταν ιδιαίτερα κρίσιμο σε αυτήν τη διένεξη. Η τσαρική Ρωσία υποστήριξε τη Σερβία, ώστε να διευρύνει και τα δικά της συμφέροντα στην περιοχή. Η Γερμανία υποχρεώθηκε να υποστηρίξει την Αυστρία. Έτσι, όταν η Ρωσία διέταξε την πλήρη κινητοποίηση των στρατιωτικών της δυνάμεων σαν ανταπάντηση στην κήρυξη του πολέμου από την Αυστροουγγαρία στη Σερβία (28 Ιουλίου 1914), η Γερμανία ανταπάντησε με κήρυξη πολέμου ενάντια στην Ρωσία και τη Γαλλία (1-3 Αυγούστου 1914). Όταν η Γερμανία εισέβαλε στο Βέλγιο ώστε να καταφέρει στη συνέχεια να εισβάλει και στη Γαλλία, η Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στην Γερμανία.

Το ξέσπασμα του πολέμου

Ο οικονομικός επεκτατισμός ήταν το κυρίαρχο στοιχείο μιας περιόδου 40 χρόνων που τελικά οδήγησε στον πόλεμο. Το 1913, απεργίες και διαδηλώσεις είχαν ξεσπάσει σε όλες τις μεγάλες χώρες, καθώς οι εργάτες ζητούσαν το μερίδιό τους από την πίτα της οικονομικής ανάπτυξης. Το γερμανικό εργατικό κόμμα, το SPD, αύξησε σημαντικά τη δύναμη του στις εκλογές του 1912. Ωστόσο, μόλις το 1913, η έναρξη της οικονομικής κρίσης σηματοδότησε μια απότομη αλλαγή. Οι άρχουσες τάξεις ανησυχούσαν πως η ταξική πάλη θα οξυνόταν ακόμη παραπάνω. Η απειλή του πολέμου ήταν η κοινή τους τακτική προκειμένου να ανακόψουν μια τέτοια εξέλιξη.

Η εθνικιστική προπαγάνδα από όλες τις πλευρές είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός εξαιρετικά έντονου πατριωτικού κύματος κατά την έναρξη του πολέμου. Όπως πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, όλες οι κυβερνήσεις ισχυρίζονταν πως ο πόλεμος ήταν δίκαιος και πως δε θα διαρκούσε πολύ. Στη Γερμανία το βασικό σύνθημα ήταν «πίσω στην πατρίδα πριν πέσουν τα φύλλα» και στην Αγγλία «όλα θα έχουν τελειώσει πριν τα Χριστούγεννα». Όμως, η αστική τάξη στην πραγματικότητα είχε πολύ πιο ρεαλιστική προσέγγιση για την κατάσταση, απλά την κρατούσε για τον εαυτό της. Ο Σερ Έντουαρντ Γκρέι, υπουργός εξωτερικών της Βρετανίας, σχολίασε:

«Τα φώτα σβήνουν σε όλη την Ευρώπη και δεν θα τα ξαναδούμε αναμμένα για όσο ζούμε».  

Στις περισσότερες χώρες υπήρχαν αντιπολεμικές διαδηλώσεις. Στη Γερμανία οι διαδηλωτές έφταναν τις εκατοντάδες χιλιάδες και υπήρξαν πολλοί αντιρρησίες συνείδησης. Ωστόσο, αυτό που τελικά επικράτησε στην απαρχή του πολέμου ήταν ο εθνικιστικός πυρετός. Η αντιμετώπιση των αντιρρησιών συνείδησης είχε μεγάλη διαφορά στα 1914-18 από ότι στα 1939-45. Στην περίπτωση του Β’ Παγκόσμιο Πολέμου, η διαμάχη στην Αγγλία είχε τον μανδύα της «πάλης ενάντια στον φασισμό» και όσοι αρνούνταν την στράτευση αντιμετωπίζονταν ως δειλοί, ανέτοιμοι να αντιμετωπίσουν τον «εχθρό προ των πυλών». Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κατάσταση δεν ήταν η ίδια.

Πρόσφατα, ο ιστορικός Νάιαλ Φέργκιουσον, υποστήριξε πως η Βρετανία έπρεπε να μείνει έξω από τον Πόλεμο και πως θα ήταν καλύτερα αν επέτρεπε στη Γερμανία να κυριαρχήσει στην Ευρώπη. Συνεχίζει λέγοντας πως αν η Βρετανία δεν είχε κατασπαταλήσει τεράστιους πόρους με τη συμμετοχή της στον πόλεμο, θα ήταν σε καλύτερη θέση να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της. Πράγματι ο πόλεμος κόστισε πολύ ακριβά στον αγγλικό ιμπεριαλισμό, όπως άλλωστε και στις υπόλοιπες δυνάμεις. Είχε χρηματοδοτήσει το μεγαλύτερο μέρος του κόστους του πολέμου για την Αντάντ μέχρι το 1916, ανέλαβε όλο το κόστος της Ιταλίας και τα 2/3 της Γαλλίας και της Ρωσίας. Τα αποθέματα χρυσού, οι επενδύσεις στο εξωτερικό και οι ιδιωτικές πιστώσεις εξαντλήθηκαν. Η Βρετανία αναγκάστηκε να δανειστεί 4 δις. δολάρια από τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με υπολογισμούς, η Βρετανία κι ολόκληρη η αυτοκρατορία της ξόδεψαν 47 δις δολάρια για την χρηματοδότηση των πολεμικών της αναγκών ενώ η Γερμανία ξόδεψε περίπου 45 δις δολάρια.

Όμως, πώς θα μπορούσε ο βρετανικός ιμπεριαλισμός να μείνει εκτός πολέμου και να επιτρέψει στο βασικό του ανταγωνιστή να εδραιωθεί και να επεκτείνει περισσότερο την αυτοκρατορία του; Αν ο γερμανικός ιμπεριαλισμός είχε βγει νικητής, θα ήταν σε πολύ ισχυρότερη θέση οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά και θα απειλούσε τα βρετανικά συμφέροντα. Άλλωστε, ο πόλεμος από μόνος του έχει δική του λογική και κανόνες, στα πλαίσια του πολέμου διακυβεύεται εκτός των άλλων το κύρος της κάθε άρχουσας τάξης. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, ακόμη κι αν καθυστερούσε για κάποιο χρονικό διάστημα. Οι αφηρημένες ονειροπολήσεις του Φέργκιουσον είναι απόλυτα ασύνδετες με την πραγματικότητα και τα συμφέροντα των καπιταλιστών όταν βρίσκονται μπροστά σε τέτοιες διαμάχες. Άλλοι ιστορικοί, όπως ο Μαξ Χάστινγκς, κάνουν πιο ρεαλιστικές εκτιμήσεις για την εποχή και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Ωστόσο, αυτό το γεγονός από μόνο του είναι η καταδίκη του καπιταλιστικού συστήματος το οποίο υποστηρίζουν.

Επαναστατικό Κύμα

Το κύμα του πατριωτισμού που επικρατούσε στην αρχή αντικαταστάθηκε από τη μαζική εναντίωση στον πόλεμο, όσο εκατομμύρια άνθρωποι κι από τις δυο πλευρές βίωναν την κόλαση των χαρακωμάτων. Οι στρατιώτες συμφιλιώθηκαν τα Χριστούγεννα του 1914 παίζοντας ανεπίσημα φιλικά ποδοσφαιρικά παιχνίδια. Η μεγάλη Ρώσικη Επανάσταση αποτέλεσε την πρώτη αποφασιστική διακοπή του πολέμου καθώς η σφαγή συνεχιζόταν. Η κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους έβαλε τέλος στον πόλεμο στο ανατολικό μέτωπο και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία αντιπολεμικών κινημάτων και στις δυο πλευρές. Μετά την επανάσταση, το 1918, τεράστιες απεργίες ξέσπασαν στη Γερμανία.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχε πλέον γίνει καθαρό ότι η σφαγή ήταν μάταιη, επέδρασαν αποφασιστικά στη μεταμόρφωση των απόψεων εκατομμυρίων ανθρώπων, ειδικά των στρατιωτών και των ναυτών. Ανταρσίες ξεσπούσαν στα γαλλικά και τα βρετανικά στρατεύματα. Στη Γαλλία, φαντάροι του δυτικού μετώπου πήραν τη διαταγή για μια δεύτερη, καταστροφική μάχη στο Άιν στη βόρεια Γαλλία. Τους υποσχέθηκαν πως η μάχη θα σηματοδοτούσε το οριστικό τέλος του πολέμου μέσα σε δύο μέρες. Η επίθεση απέτυχε και οι στρατιώτες αμέσως έκαναν στροφή 180 μοιρών: περίπου οι μισές μεραρχίες πεζικού του δυτικού μετώπου εξεγέρθηκαν εμπνευσμένες από τη Ρωσική Επανάσταση. Τρεις χιλιάδες τετρακόσιοι στρατιώτες κατέληξαν στο στρατοδικείο.

Τον Αύγουστο του 1917 ξέσπασε η ανταρσία στο γερμανικό θωρηκτό «Αντιβασιλεύς Λεοπόλδος» (Prinzregent Luitpold) που βρισκόταν βόρεια, στο λιμάνι του Βιλχελμσχάφεν. Τετρακόσιοι ναυτικοί βγήκαν στη στεριά κι ενώθηκαν με μια διαδήλωση που απαιτούσε τον άμεσο τερματισμό του πολέμου. Στις 3 Νοέμβρη του 1918 ο στόλος στασίασε στο Κίελο και ύψωσε την κόκκινη σημαία πυροδοτώντας ένα επαναστατικό κύμα σε ολόκληρη την Γερμανία. Η βρετανική εφημερίδα «The Independent» δημοσίευσε πρόσφατα ένα συγκινητικό γράμμα που έστειλε στους γονείς του ένας Γερμανός νεαρός, βαθμοφόρος του ναυτικού:

«καταδικάστηκα σε θάνατο σήμερα, 11 Σεπτέμβρη 1917. Μόνο εγώ κι ακόμη ένας σύντροφοςΟι υπόλοιποι καταδικάστηκαν σε 15 χρόνια φυλακή… Είμαι η θυσία της λαχτάρας μας για ειρήνη και θα ακολουθήσουν κι άλλοι… Δεν μου αρέσει που θα πεθάνω τόσο νέος, αλλά θα πεθάνω με μια κατάρα ενάντια στο γερμανικό μιλιταριστικό καθεστώς».

Αυτά τα γεγονότα, αλλά κυρίως η Ρωσική Επανάσταση, είχαν αποφασιστική σημασία για τον τερματισμό του μισητού πολέμου, το τέλος του οποίου ήταν η αρχή για ένα επαναστατικό κύμα σε όλη την Ευρώπη που τρομοκράτησε τις αστικές τάξεις διεθνώς. Όμως, με μόνη εξαίρεση τη Ρωσία, αυτά τα μαζικά κινήματα δεν κατέληξαν στην κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη.

Το τέλος του πολέμου σηματοδότησε επίσης νέους συσχετισμούς δυνάμεων ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές κι έφερε μια νέα πραγματικότητα στον πλανήτη. Ο θρίαμβος των Μπολσεβίκων στη Ρωσία εισήγαγε έναν εντελώς νέο παράγοντα που έπρεπε τώρα να αντιμετωπίσουν οι κυρίαρχες τάξεις. Η συνθήκη των Βερσαλλιών ανάγκαζε την Γερμανία να πληρώσει τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις -22 δις αγγλικές λίρες εκείνη την περίοδο- κάτι που όπως ήταν φυσικό έφερε καταστροφικές επιπτώσεις στην οικονομία της χώρας. Η τελευταία δόση των 59 εκατομμυρίων λιρών πληρώθηκε μόλις το 2010, δηλαδή 92 ολόκληρα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου! Η αποτυχία της γερμανικής επανάστασης και οι λανθασμένες επιλογές των ηγεσιών του εργατικού κινήματος άνοιξαν τον δρόμο για τον θρίαμβο του Χίτλερ το 1933, που όπως είναι γνωστό, οδήγησε σε νέο πολεμικό ξέσπασμα το 1939. Οι επιπτώσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου επιτάχυναν επίσης την πτώση του βρετανικού ιμπεριαλισμού, ανοίγοντας το δρόμο ώστε να γίνουν οι ΗΠΑ η κυρίαρχη ιμπεριαλιστική δύναμη από το 1920 και μετά.

trenches

Επιπλέον, η ήττα της γερμανικής επανάστασης και των επαναστάσεων στην υπόλοιπη Ευρώπη σήμαινε και κάτι ακόμη: την απομόνωση της Ρωσίας. Τελικά, αυτό θα οδηγούσε στον εκφυλισμό της ρώσικης επανάστασης και στην δημιουργία μιας γραφειοκρατικής, σταλινικής κάστας. Το σταλινικό καθεστώς παραμόρφωσε τερατωδώς την έννοια του σοσιαλισμού, κατόρθωσε όμως να βάλει σημαντικό φρένο στις επιδιώξεις των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οι τελευταίες έμειναν προσκολλημένες μεταξύ τους και σε μεγάλο βαθμό κατάφεραν να κρύβουν τις διαφορές τους, ενάντια στον κοινό εχθρό που αντιπροσώπευε μια εναλλακτική στον καπιταλισμό, ένα κοινωνικό σύστημα βασισμένο στην εθνικοποίηση και το σχεδιασμό της οικονομίας. Το καθεστώς της Ρωσίας κατάφερε να  παραμείνει το αντίπαλο δέος, ο «κοινός εχθρός», παρά τις βαθιά αντιδημοκρατικές, γραφειοκρατικές και απολυταρχικές μεθόδους που χρησιμοποιούσε για να εξουσιάζει.

Νέοι πόλεμοι

Παρόλα αυτά, η πτώση αυτών των καθεστώτων και η παλινόρθωση του καπιταλισμού έχει ξανανοίξει τις παλιές και νέες διαμάχες που υπάρχουν ανάμεσα στις καπιταλιστικές δυνάμεις. Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας που έχει φτάσει σε ασύλληπτα επίπεδα, ακόμη παραπάνω από την περίοδο 1870- 1914, αποκαλύπτει ξεκάθαρα γι άλλη μια φορά πως οι παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν τα όρια των εθνικών κρατών. Και πάλι ωστόσο, οι πρόσφατες διαμάχες ανάμεσα στις υπερδυνάμεις αποκαλύπτουν πως και το έθνος – κράτος δεν είναι ακόμη ιστορικά ξεπερασμένο, καθώς η εκάστοτε άρχουσα τάξη αγωνίζεται για να διατηρήσει τα δικά της οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά και στρατηγικά συμφέροντα. Η ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας στην Ασία, η κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Βαλκανική κρίση της δεκαετίας του ’90, ακόμη κι η σημερινή σύρραξη Ουκρανίας – Ρωσίας, είναι όλα ενδείξεις της διαμάχης που μαίνεται ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Στη ρίζα της διαμάχης δεν βρίσκεται τίποτα άλλο από την προσπάθεια να αποκτήσουν νέες σφαίρες επιρροής και νέες αγορές, όπως συνέβη και στον πόλεμο του 1914-18.

Πολλοί σήμερα αναρωτιούνται αν αυτή η κατάσταση θα οδηγήσει σε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο. Αν και οι ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη δύναμη σήμερα, η δύναμή της μειώνεται, όπως αντίστοιχα μειωνόταν η ισχύς της Βρετανίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Ακόμη κι έτσι, παραμένει η παγκόσμια υπερδύναμη και προηγείται κατά πολύ της Κίνας και της Ιαπωνίας. Οι υπόλοιπες αναδυόμενες δυνάμεις, η Ρωσία, η Ινδία και η Βραζιλία παραμένουν πολύ πίσω από τις ΗΠΑ, αλλά αγωνίζονται να αυξήσουν την επιρροή τους στις περιοχές της η καθεμία. Η αποδυνάμωση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού φάνηκε ξεκάθαρα στην πρόσφατη αδυναμία της να επέμβει απευθείας στην Συρία αλλά και στην Ρωσο-Ουκρανική διαμάχη. Οι καταστροφικές συνέπειες της εισβολής στο Ιράκ το 2003 έχουν περιπλέξει εξαιρετικά την κατάσταση. Έτσι, δεν είναι πλέον τόσο απλό να επαναλάβουν τέτοιες στρατιωτικές επεμβάσεις, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η Βρετανία, ούτε άλλες δυνάμεις.

Όμως, όπως δείχνουν οι πρόσφατες εξελίξεις, μέσα σε αυτή την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης και του ανταγωνισμού για την εκμετάλλευση των περιορισμένων αγορών, είναι πολύ πιθανό το σενάριο τοπικών στρατιωτικών συγκρούσεων και πολέμων. Προς το παρόν, η ισορροπία των κοινωνικών και ταξικών δυνάμεων εμποδίζει για το προβλεπτό μέλλον το ξέσπασμα παγκοσμίου πολέμου όπως τον γνώρισε η ανθρωπότητα κατά το 1914-18 και ξανά κατά το 1939-45. Οι επιπτώσεις μιας παγκόσμιας σύρραξης, σήμερα, με την ύπαρξη πυρηνικών όπλων, θα σήμαινε την απόλυτη καταστροφή και το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον φόβο της άρχουσας τάξης για κοινωνικές εκρήξεις ή μια επερχόμενη επανάσταση, βάζουν φρένο στα σενάρια για ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο την περίοδο που διανύουμε.

Η αθλιότητα του πολέμου και η δυστυχία που βιώνουν μεγάλα κομμάτια της ανθρωπότητας μετά τις καταστροφές που βίωσαν η Συρία, το Ιράκ, η Ρωσία και η Ουκρανία, καθώς και πολλές άλλες περιοχές, αναδεικνύουν τις αιματηρές και απάνθρωπες επιπτώσεις του σύγχρονου καπιταλισμού και μας επιτρέπουν να φανταστούμε τις τρομακτικές συνέπειες νέων μελλοντικών συγκρούσεων, που μπορούν να αποτραπούν μόνο με την ανατροπή του. Η περίοδος 1914-18 έχει πολλά να διδάξει τη νεολαία και τους εργαζόμενους του σήμερα. Η ανάγκη για μαζικά, ανεξάρτητα εργατικά κόμματα που να παλεύουν για τη δημιουργία μιας διεθνούς σοσιαλιστικής εναλλακτικής απέναντι στον καπιταλισμό είναι σήμερα τόσο αναγκαία όσο ήταν και το 1914, αν θέλουμε να αποφύγουμε νέα λουτρά αίματος. Μόνο ένας σοσιαλιστικός κόσμος, βασισμένος στο δημοκρατικό σχεδιασμό της οικονομίας μπορεί να προσφέρει εναλλακτική λύση στην σημερινή πηγή της διαμάχης: στη διαρκή πάλη του καπιταλισμού για νέες αγορές, για τη διατήρηση των οικονομικών του συμφερόντων και τις αναπόφευκτες συγκρούσεις που δημιουργούνται στο εσωτερικό του.