Από τι κινδυνεύουν και πως μπορούμε να σώσουμε τα δάση του πλανήτη;

Βαγγέλης Στογιάννης, Ηλέκτρα Κλείτσα

Το καλοκαίρι του 2020 για το βόρειο ημισφαίριο της γης έχει φτάσει. Τις επόμενες εβδομάδες και μήνες μεγάλα τμήματα της Ευρώπης, της βόρειας Αμερικής και της Ασίας, θα βρεθούν ξανά μπροστά στην απειλή των δασικών πυρκαγιών. Οι αυξημένες ανάγκες για προστασία των δασών έρχονται σε μια φάση που ολόκληρος ο πλανήτης βρίσκεται στη μέση μιας από τις σοβαρότερες υγειονομικές κρίσεις στην ιστορία του. Οι κρατικές υποδομές και υπηρεσίες αντιμετώπισης κρίσεων στις περισσότερες χώρες του κόσμου, ήδη αποδυναμωμένες μετά από χρόνια, ή και δεκαετίες περικοπών και λιτότητας, βρίσκονται στο χείλος της κατάρρευσης εξαιτίας της κρίσης του κορονοϊού.

Την ίδια ώρα το ξέσπασμα αυτής της κρίσης αναδεικνύει μια σειρά ζητήματα που μπορεί σε πρώτη φάση να περνάνε απαρατήρητα μέσα στην καταστροφή και τους θανάτους, αλλά έχουν ιδιαίτερη σημασία ως προς την εξήγηση της προέλευσης της πανδημίας. Όλο και περισσότερες έρευνες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι ασθένειες των άγριων ζώων που μεταδίδονται στον άνθρωπο, όπως η νόσος Covid19, θα έρχονται όλο και πιο κοντά στο είδος μας, όσο προχωράει η καταστροφή των δασικών εκτάσεων του πλανήτη και επεκτείνεται η χρήση των άγριων ζώων από τους ανθρώπους για τροφή.

Ζωονόσοι, ιοί και βακτήρια που είναι συνηθισμένα σε κάποιο είδος πανίδας και οι οποίοι μπορούν να μεταδοθούν στους ανθρώπους, είναι πιθανότερο να μολύνουν ανθρώπινες κοινότητες όταν τα δάση και τα οικοσυστήματα καταστρέφονται και τα άγρια ζώα αναγκάζονται να μετακινηθούν πιο κοντά σε αυτές, ή όταν οι άνθρωποι καταστρέφουν μεγάλα τμήματα των δασών για να τα εκμεταλλευτούν και έρχονται σε κοντινότερη επαφή με την άγρια ζωή. Μελέτες των προηγούμενων χρόνων για παράδειγμα, συνδέουν τα ξεσπάσματα του ιού Ebola με την καταστροφή των αφρικανικών δασών ή ασθένειες όπως αυτή που προκάλεσε ο ιός Nipah στην Ινδονησία με τις μεγάλες δασικές πυρκαγιές που έπληξαν τη χώρα το 1997, αναγκάζοντας μεγάλους πληθυσμούς νυχτερίδων να μεταναστεύσουν.

Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η συνεχιζόμενη «εισβολή» στα δάση, όπως και το κυνήγι άγριων ζώων, ή η εκτροφή τους για ανθρώπινη κατανάλωση, θα φέρει τόσο τα ίδια τα ζώα, όσο και τα μικρόβια τους σε όλο και πιο κοντινή επαφή με τον άνθρωπο, γεγονός που θα εντείνει το ενδεχόμενο να ξεσπάνε όλο και πιο συχνά νέες, άγνωστες μέχρι σήμερα ασθένειες. Όλα τα παραπάνω κάνουν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για προστασία των δασών που έχουν απομείνει στον πλανήτη, ιδιαίτερα μετά τις καταστροφές της προηγούμενης χρονιάς.

Η προηγούμενη χρονιά

Το 2019 ήταν μια χρονιά που σημαδεύτηκε από τις απώλειες τεράστιων δασικών εκτάσεων, από τον Αμαζόνιο και τη Σιβηρία μέχρι την Αυστραλία. Ολόκληρος ο κόσμος παρακολούθησε με αγωνία τις ανυπολόγιστες καταστροφές που υπέστησαν κάποια από τα σημαντικότερα δάση του πλανήτη. Κάθε χρόνος που περνάει η γη γίνεται φτωχότερη, αφού σε πολλές περιπτώσεις, αυτής της κλίμακας οι καταστροφές σημαίνουν τη συνολική εξαφάνιση ειδών χλωρίδας και πανίδας, γεγονός που διαταράσσει την ισορροπία μεγάλης σημασίας οικοσυστημάτων.

Τι σημαίνουν όμως τα δάση για τον άνθρωπο, τις υπόλοιπες μορφές ζωής και τον πλανήτη συνολικά; Ποιοι είναι οι πραγματικοί κίνδυνοι που απειλούν τα δάση και κάθε μορφή ζωής που φιλοξενούν; Πόσο μεγάλες και πόσο ανεπανόρθωτες είναι οι απώλειες των τελευταίων χρόνων; Και τι μπορούμε να κάνουμε για να σώσουμε τα δάση του πλανήτη, να αποκαταστήσουμε αυτά που χάθηκαν και να αποτρέψουμε την ολοκληρωτική καταστροφή που απειλεί να φέρει η επέλαση του καπιταλισμού σε κάθε έμβιο ον αυτής της γης;

Η σημασία των δασών για τον άνθρωπο και τον πλανήτη

Πολλές φορές έχουμε ακούσει ότι χρειαζόμαστε τα δάση γιατί παράγουν το οξυγόνο που αναπνέουμε. Στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο ποσοστό, περίπου 80% του οξυγόνου που υπάρχει στην ατμόσφαιρα δεν παράγεται από τα δάση, αλλά από τα υδρόβια φυτά των ωκεανών και κυρίως από το φυτοπλαγκτόν. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι τα δάση δεν παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ποιότητα του αέρα. Αφενός παράγουν σχεδόν το σύνολο του οξυγόνου των χερσαίων οικοσυστημάτων (το υπόλοιπο περίπου 20% του οξυγόνου του πλανήτη) ποσοστό που δεν είναι καθόλου αμελητέο. Αφετέρου, τα δάση φιλτράρουν τον αέρα, δεσμεύοντας ρύπους όπως το διοξείδιο του άνθρακα, ενώ παράλληλα πολλά είδη φυτών μπορούν δεσμεύουν από το έδαφος τοξικές ουσίες όπως είναι τα βαρέα μέταλλα (π.χ. κάποια είδη άγριων πανσέδων της Κεντρικής Ευρώπης).

Όσο νεαρότερο είναι ένα φυτό, τόσο μεγαλύτερες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα δεσμεύει, καθώς το χρειάζεται για τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης, που είναι πιο εντατική κατά την περίοδο της ανάπτυξής του. Ένα ηλικιωμένο δέντρο, λειτουργεί κατά κύριο λόγο ως αποθήκη διοξειδίου του άνθρακα, ενώ όταν πεθαίνει και κυρίως όταν καίγεται, το αποθηκευμένο διοξείδιο του άνθρακα απελευθερώνεται ξανά στην ατμόσφαιρα.

Τα δέντρα αποτελούνται κατά το ήμισυ περίπου από νερό και χρειάζονται μεγάλες ποσότητες για να επιβιώσουν. Πέρα όμως από το να καταναλώνουν νερό, τα δάση αποτελούν εγγύηση για την ποιότητα των υδατικών αποθεμάτων που καταναλώνουν οι υπόλοιποι οργανισμοί και τελικά οι άνθρωποι. Το ριζικό σύστημα των δέντρων συγκρατεί, φιλτράρει και οδηγεί το νερό στις υπόγειες αποθήκες του, ή στο σχηματισμό ρεμάτων, ποταμών, καταρρακτών κλπ. Το δάσος αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές πηγές πόσιμου νερού για τον άνθρωπο.

Πέρα από τα παραπάνω, τα δάση προστατεύουν το έδαφος από τη διάβρωση εξαιτίας των ανέμων ή των έντονων βροχοπτώσεων. Για να δημιουργηθεί ένα εκατοστό χώματος χρειάζονται 200-400 χρόνια, ανάλογα με το κλίμα που επικρατεί στην περιοχή, ενώ για να συγκεντρωθούν αρκετά θρεπτικά συστατικά που θα κάνουν το έδαφος γόνιμο χρειάζονται από 1000 έως 3000 χρόνια! Γι’ αυτό το χώμα συγκαταλέγεται στους μη ανανεώσιμους φυσικούς πόρους. Στα εδάφη που έχουν αποδασωθεί όμως, ένα εκατοστό πολύτιμου χώματος μπορεί να χαθεί μετά από μερικές έντονες βροχοπτώσεις και ισχυρούς ανέμους.

Τα δάση ρυθμίζουν ακόμα τη θερμοκρασία σε τοπικό επίπεδο. Υπολογίζεται ότι ένα δάσος μειώνει τη μέση ετήσια θερμοκρασία μιας περιοχής κατά 0,8 έως 1,8 βαθμούς της κλίμακας Φαρενάιτ, δηλαδή από περίπου μισό, ως ένα βαθμό Κελσίου σε ύψος ενάμισι μέτρου πάνω από το έδαφος.

Τα δάση αποτελούν το σπίτι και το καταφύγιο εκατομμυρίων ειδών χλωρίδας και πανίδας – πολλά από τα οποία βρίσκονται σήμερα στο χείλος της εξαφάνισης. Από το σύνολο των περίπου 8,7 εκατομμυρίων ειδών ζώων, φυτών, εντόμων και μικροοργανισμών, μόλις το 1,2 έχει ταξινομηθεί και περιγραφεί από την επιστημονική κοινότητα. Υπολογίζεται πάντως ότι το 80% της χερσαίας βιοποικιλότητας (όλων δηλαδή των μορφών ζωής πέραν των υδρόβιων) του πλανήτη κατοικεί στα δάση – ανάμεσά τους και περίπου 300 εκατομμύρια άνθρωποι. Ταυτόχρονα, περίπου άλλο 1,5 δις εξαρτά την επιβίωσή του από δραστηριότητες που σχετίζονται με τα δάση.

Ακόμη, στα δάση και στις ανοιχτές ακαλλιέργητες εκτάσεις, μπορεί κανείς να εντοπίσει τους άγριους προγόνους των αγροτικών φυτών που καλλιεργεί και καταναλίσκει ο άνθρωπος. Σήμερα, η παγκόσμια βιομηχανία τροφίμων και η βιομηχανικής κλίμακας γεωργία απειλούν τη διατροφική ασφάλεια της ανθρωπότητας, επιλέγοντας καταστροφικές μεθόδους καλλιέργειας, αλλά και μειώνοντας τη γενετική ποικιλομορφία των καλλιεργούμενων φυτών, ενώ αυξάνουν την ευαλωτότητά τους σε παλιές και νέες ασθένειες και παράσιτα καθώς και στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής κλπ.

Έτσι, δεν είναι καθόλου απίθανο στο μέλλον να έρθουμε αντιμέτωποι με την πλήρη καταστροφή όλων των ποικιλιών κάποιου καλλιεργούμενου φυτού. Σε περίπτωση που συμβεί αυτό, η ανάκτηση των αγροτικών αυτών φυτών, θα μπορούσε να προκύψει από τους άγριους προγόνους τους που ακόμα επιβιώνουν κυρίως στα δάση και στις χέρσες εκτάσεις του πλανήτη. Στα ελληνικά δάση για παράδειγμα, μπορούν να εντοπιστούν οι άγριοι πρόγονοι φυτών όπως το καρότο, το σιτάρι, το σκόρδο, η ελιά κλπ, σε δάση της Ασίας φιλοξενείται ο πρόγονος των ποικιλιών ρυζιού, μελιτζάνας, κ.α., ενώ σε δάση της Αμερικής βρίσκουμε τους άγριους προγόνους του καλαμποκιού, της πατάτας, της ντομάτας, του βαμβακιού και πολλών ακόμη αγροτικών φυτών. Εάν καταστραφούν αυτά τα οικοσυστήματα όπου κατοικούν οι άγριοι πρόγονοι των αγροτικών φυτών, η ανθρωπότητα δε θα έχει τρόπο να ανακτήσει όσα από αυτά θα έχουν ενδεχομένως χαθεί.

Για αυτούς και πολλούς ακόμη λόγους, η ύπαρξη των δασών είναι ζωτικής σημασίας για κάθε οργανισμό που κατοικεί στον πλανήτη.

Ο ρόλος της φωτιάς στον κύκλο ζωής των δασών

Από την εμφάνιση και το σχηματισμό των δασών στον πλανήτη, η φωτιά αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής και της ανανέωσής τους. Τα δάση τρέφονται από τον ίδιο τον εαυτό τους, δηλαδή από τη νεκρή βιομάζα που αποσυντίθεται (στρώματα φυλλωμάτων, βελονών, φλούδες και κλαδιά, νεκρά δέντρα, κλπ). Όταν τα δάση μαζεύουν μεγάλο όγκο νεκρής, ή γερασμένης βιομάζας, όταν δηλαδή πέφτει στο έδαφος μεγαλύτερος όγκος από αυτόν που μπορεί να διασπαστεί (η περίπτωση των δασών της εύκρατης κυρίως ζώνης) δεν υπάρχουν ο επαρκής χώρος και οι κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη νέων φυτών. Σε αυτή την περίπτωση, η λύση που προσφέρει η ίδια η φύση από την εποχή της εμφάνισης της βλάστησης στον πλανήτη είναι η φωτιά. Μέσα από τη διαδικασία της καύσης, οι δασικές εκτάσεις που χρειάζονταν ανανέωση, όχι μόνο αποκτούν τον απαραίτητο χώρο για τη νέα βλάστηση, αλλά καταφέρνουν και να μετατρέψουν πιο εύκολα τη νεκρή βιομάζα σε θρεπτικά συστατικά. Σύμφωνα με τη Δασική Υπηρεσία της Φλόριντα στις ΗΠΑ:

«Η φωτιά διασπά σύνθετα οργανικά μόρια σε μικρότερα – το ίδιο πράγμα συμβαίνει όταν χωνεύουμε το φαγητό. Οι πρωτεΐνες που βρίσκονται σε ένα κομμάτι κρέας δε μπορούν να χρησιμοποιηθούν απευθείας από το ανθρώπινο σώμα για να δημιουργηθούν κύτταρα και ιστός. Πρέπει να φάμε το κρέας και στη συνέχεια μεγαλύτερα μόρια πρωτεΐνης σπάνε σε μικρότερα μόρια αμινοξέων, που ανακυκλώνονται μέσα στο σώμα μας και ξαναχτίζονται με τη μορφή ανθρώπινου ιστού. Όταν η φωτιά μετατρέπει έναν κορμό σε στάχτη, θρεπτικά συστατικά και χημικές ενώσεις απελευθερώνονται και παίρνουν μορφή που είναι πιο εύκολα διαλυτή στο νερό. Σε αυτή τη διαλυτή μορφή, τα θρεπτικά συστατικά εισέρχονται στο έδαφος και χρησιμοποιούνται ξανά για την ανάπτυξη νέων φυτών … η φωτιά αλλάζει τόσο τη σύσταση όσο και την πυκνότητα του δάσους. Αυτές οι αλλαγές θα παραμείνουν για πολλά χρόνια και θα καθορίσουν το ποια καύσιμα θα είναι διαθέσιμα στον επόμενο κύκλο της φωτιάς».

Ανάλογα με τον τύπο του δάσους, η αναγκαία καύσιμη ύλη για την απελευθέρωση αυτής της διαδικασίας μπορεί να συγκεντρωθεί συντομότερα ή αργότερα. Κάποια δάση, όπως για παράδειγμα, πολλά ηλικιωμένα δάση κωνοφόρων, είναι πυρόφιλα. Χρειάζονται δηλαδή τη φωτιά προκειμένου να αναγεννηθούν. Το πλατανόδασος ή το δρυοδάσος, από την άλλη, όπως και τα τροπικά δάση, μπορεί να υποστούν περιοδικά ζημιές από φωτιές, αλλά αυτό συμβαίνει κατά κανόνα σε αραιές περιόδους, με αποτέλεσμα να καταφέρουν να αναγεννηθούν, αν βέβαια παραμείνουν ανενόχλητα. Κάθε δάσος όμως της εύκρατης ζώνης, θα χρειαστεί κάποια στιγμή να «καθαρίσει» τον όγκο νεκρής βιομάζας που έχει συγκεντρώσει, είτε χρειαστεί να περάσουν δεκάδες, είτε εκατοντάδες χρόνια.

Πρωτόγνωροι ρυθμοί καταστροφής των δασών

Γιατί λοιπόν «μας πιάνει η ψυχή μας» κάθε φορά που ένα δάσος καίγεται; Εφόσον πρόκειται για μια φυσική διαδικασία, μήπως δε θα έπρεπε να ανησυχούμε τόσο; Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο πρέπει να ανησυχούμε, είναι ότι σήμερα στην πλειοψηφία τους, οι δασικές φωτιές δε σχετίζονται με τις τυχαίες πυρκαγιές που σε αραιά διαστήματα προσβάλουν ηλικιακά ώριμα κυρίως δάση, αλλά έχουν ανθρωπογενή αίτια και καταστροφικά επακόλουθα. 

Μέχρι και πριν από μερικές δεκαετίες, μετά από μια δασική πυρκαγιά σε ένα ώριμο δάσος, ακολουθούσε η διαδικασία της φυσικής αναγέννησης του. Σήμερα, όλο και πιο συχνά, αυτό που ακολουθεί είναι η επέλαση κάθε είδους επιχειρηματικών συμφερόντων. Η κυρίαρχη λογική είναι περίπου η ίδια σε ολόκληρο τον κόσμο: ό,τι καίγεται μετατρέπεται σε κέρδη.

Έτσι, τα καμένα -ή και εκχερσωμένα για τον ίδιο σκοπό- τροπικά δάση της Ινδονησίας μετατρέπονται σε εκτάσεις καλλιέργειας φοινικόδεντρων για την παραγωγή φοινικελαίου, του πιο κοινού ελαίου παγκοσμίως στα συσκευασμένα τρόφιμα και σε μια σειρά άλλα προϊόντα. Οι αχανείς δασικές εκτάσεις του Αμαζονίου που χάθηκαν το περασμένο καλοκαίρι του 2019 μετατρέπονται σε τεράστιες κτηνοτροφικές μονάδες, βοσκοτόπια, εντατικές καλλιέργειες ζωοτροφών βιομηχανικού τύπου και πεδία εξόρυξης πολύτιμων μετάλλων και σπάνιων γαιών. Σε μικρότερη κλίμακα, πολλά από τα μεσογειακά δάση που καταστρέφονται, συχνά δίνουν τη θέση τους σε κάποιας μορφής οικιστική ή τουριστική «ανάπτυξη», ή ακόμη και στην υποτιθέμενη «πράσινη ανάπτυξη» των ανεμογεννητριών που τοποθετούνται σε άλλοτε καταπράσινες κορυφογραμμές, διασπώντας τη συνέχεια των δασικών οικοσυστημάτων και καθιστώντας τα εξαιρετικά ευάλωτα.

Ο ρυθμός με τον οποίο καταστρέφονται τα δάση της γης έχει ξεφύγει από κάθε μέτρο. Επιπλέον, οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές μπορεί να έχουν συνέπειες όχι μόνο για τα δασικά οικοσυστήματα που καταστρέφονται, αλλά και για γειτονικά σε αυτά. Για παράδειγμα, η καταστροφή ενός δάσους οδηγεί σε αύξηση της θερμοκρασίας και πτώση της υγρασίας της ευρύτερης περιοχής, πράγμα που κάνει τα γειτονικά δάση ακόμη πιο ευάλωτα στη φωτιά.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η αύξηση της θερμοκρασίας από την κλιματική αλλαγή επιδρά με ανάλογο τρόπο στα δάση, αυξάνοντας την ευαλωτότητά τους σε παράσιτα και ασθένειες. Όσον αφορά τις φωτιές είναι χαρακτηριστικό το στοιχείο που έχει δημοσιεύσει η Δασική Υπηρεσία των ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία οι επικίνδυνες για πυρκαγιά μέρες έχουν αυξηθεί κατά 78 ανά έτος, σε σχέση με πριν 40 χρόνια.

Αυστραλία

Στα τέλη του 2019 και τις αρχές του 2020, ο πλανήτης παρακολούθησε σοκαρισμένος τις σκηνές χάους που επικράτησαν στις παράλιες περιοχές της Αυστραλίας στις οποίες εκδηλώθηκαν τεράστιες δασικές πυρκαγιές. Δεκάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν, η αέρια ρύπανση έπνιξε τις μεγάλες πόλεις της χώρας, πολλοί έμειναν για μεγάλα διαστήματα χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν, ή έχασαν τα σπίτια τους, ενώ το μεγαλύτερο θύμα ήταν η πανίδα της χώρας, που αποδεκατίστηκε. Όμως τι ακριβώς συνέβη με τη βλάστηση;

Τα δάση ευκαλύπτου

Τα δάση της Αυστραλίας είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, αφού αποτελούνται στη μεγάλη τους πλειοψηφία από ευκαλύπτους. Πρόκειται για ένα δέντρο ιδιαίτερα εύφλεκτο, χάρη στο έλαιο που υπάρχει στα φύλλα και το φλοιό του, αλλά και το πολύ λεπτό εξωτερικό του στρώμα που «ξεφλουδίζει» κάθε φορά που ανανεώνεται και κρέμεται από τον κορμό του. Είναι επίσης ένα δέντρο πολύ ανθεκτικό στη φωτιά, για την ακρίβεια συνήθως επωφελείται από το πέρασμά της. Ένας ευκάλυπτος που μοιάζει καμένος και κατεστραμμένος, σπάνια είναι πράγματι νεκρός. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα φύλλα και το εξωτερικό μέρος του φλοιού έχουν καεί, αλλά το δέντρο παραμένει ζωντανό και πετάει σε λίγες μέρες νέους βλαστούς.

Τι συμβαίνει όμως με τα είδη που ζουν δίπλα στον ευκάλυπτο; Τόσο η πανίδα, όσο και η λιγοστή χλωρίδα που καταφέρνει να φυτρώσει στη σκιά του και στο γεμάτο τανίνες έδαφος κάτω από αυτόν είναι πολύ πιο ευάλωτα στη φωτιά (οι τανίνες και άλλες ουσίες που σωρεύονται στο επιφανειακό έδαφος από τη νεκρή βιομάζα των ευκαλύπτων, είτε καθιστούν εντελώς αδύνατη, είτε αναστέλλον σημαντικά τη βλάστηση άλλων φυτικών ειδών που υπάρχουν στον υπόροφο αυτών των δασών). Σύμφωνα με τον καθηγητή David Bowman του πανεπιστημίου της Τασμανίας, δεν είναι καθαρό αν οι ευκάλυπτοι απλά εξελίχθηκαν έτσι ώστε να επιβιώνουν στη φωτιά, ή αν την προκαλούν προκειμένου να αφανίσουν ολοκληρωτικά τους ανταγωνιστές τους. Για την ακρίβεια, μιλάει για την πιθανότητα ο ευκάλυπτος να έχει «εξελιχθεί έτσι ώστε να καίει τους γείτονές του».

Δεν έχει βέβαια κανένα νόημα να «κατηγορήσει» κάποιος ένα φυτό για τις «μεθόδους» επιβίωσής του, πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για ένα γηγενές δέντρο, που έχει εξελιχθεί εδώ και χιλιετίες μέσα στο συγκεκριμένο οικοσύστημα. Αντίθετα, το γεγονός ότι αυτή η τεράστια καταστροφή έχει αφήσει πίσω της «επιζώντες», το γεγονός ότι τα δάση που κάηκαν έχουν τη δυνατότητα να επανέλθουν σύντομα στην προηγούμενη τους κατάσταση, είναι ανακουφιστικό –παρά τις τεράστιες απώλειες που υπέστη η πανίδα της περιοχής. Θα αφεθεί όμως η φύση να ανακάμψει;

Στο βάθος εξορύξεις

Το νησί Κανγκουρό είναι το τρίτο μεγαλύτερο της χώρας και έγινε πασίγνωστο εξαιτίας των μεγάλων καταστροφών που υπέστη κατά τη διάρκεια των πυρκαγιών. Ένα καταφύγιο άγριας πανίδας, το σπίτι απειλούμενων ειδών, που κάηκε σχεδόν κατά το ήμισυ στις αρχές του Γενάρη. Το νησί Κανγκουρό όμως έχει κάτι ακόμη: πιθανά το υπέδαφός του κρύβει σημαντικές ποσότητες λιθίου, αλλά και χρυσού και άλλων πολύτιμων μετάλλων. Το τελευταίο διάστημα, μια σειρά εξορυκτικές εταιρείες έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη διερεύνηση ύπαρξης των σχετικών μεταλλευμάτων στο νησί. Η εταιρεία «Lithium Australia» διεκδικεί τα κοιτάσματα λιθίου που ενδεχομένως κρύβονται στο παλιό ορυχείο Dudley ενώ η «Auroch Minerals» ενδιαφέρεται να ερευνήσει και να εξορύξει χρυσό από τα ορυχεία Kohinoor και Grainger.

Τα συγκεκριμένα παλιά ορυχεία δε βρίσκονται πάνω στις καμένες περιοχές, αλλά αρκετά κοντά σε αυτές, αφού η συνολική έκταση του νησιού δεν ξεπερνά τα 4.405 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή περίπου όσο η μισή Κρήτη. Πρακτικά δηλαδή, δίπλα σε εκτάσεις που προσπαθούν να ανακάμψουν από τη φωτιά, το σχέδιο είναι να κατασκευαστούν ορυχεία, τα οποία θα εκτοπίσουν ακόμη περισσότερα κομμάτια δάσους, ενώ θα προσθέσουν στο τοπίο ρυπογόνες εγκαταστάσεις, επέκταση του οδικού δικτύου, κρατήρες εξόρυξης και άλλες καταστροφικές περιβαλλοντικά δραστηριότητες. Μια ματιά στο τοπίο των Σκουριών στη Χαλκιδική, πριν και μετά την επέμβαση της Eldorado Gold δίνει μια αρκετά καθαρή εικόνα των λόγων για τους οποίους δάση και εξορύξεις δε μπορούν να συνυπάρξουν.  

Κοάλα, αγελάδες και καμήλες

Κι αν η βλάστηση της περιοχής είναι στην πραγματικότητα πιο ζωντανή από όσο δείχνει, δεν ισχύει το ίδιο για τα αμέτρητα ζώα που χάθηκαν. Τα μέσα ενημέρωσης έκαναν λόγο για έναν αριθμό κοντά στα δύο δισεκατομμύρια. Δεν πρόκειται βέβαια μόνο για άγρια πανίδα (που περιλαμβάνει από θηλαστικά μέχρι πτηνά, ερπετά, έντομα, κλπ) αλλά και για οικόσιτα, κτηνοτροφικά ζώα. Η Αυστραλία είναι μια χώρα που βασίζει σημαντικό κομμάτι της οικονομίας της στην κτηνοτροφία, παρά το γεγονός ότι στο μεγαλύτερο τμήμα της είναι ένας τόπος ξερός, με περιορισμένα αποθέματα νερού. Ενδεικτικά, με βάση στοιχεία του 2018, στην Αυστραλία εκτρέφονται πάνω από 25 εκατομμύρια βοοειδή, 71 εκατομμύρια αιγοπρόβατα και τρία εκατομμύρια γουρούνια. Πρόκειται για μια τερατώδη κτηνοτροφική ανάπτυξη, στην πιο άνυδρη ήπειρο της γης, σε μια χώρα μόλις 25 εκατομμυρίων ανθρώπων, πολλαπλάσια από τις διατροφικές της ανάγκες, με ξεκάθαρο στόχο τις εξαγωγές. 

Ειδικά τα βοοειδή και τα αιγοπρόβατα, εκτρέφονται κυρίως σε τεράστιες περιφραγμένες εκτατικές εκτροφές, γύρω από τις δυσεύρετες πηγές νερού, σε περιοχές με χαμηλή βλάστηση στην ενδοχώρα, κοντά στα δάση. Έτσι, ένας πολύ μεγάλος αριθμός ζώων παγιδεύτηκε από τις περιφράξεις και κάηκε, όπως συνέβη και με τα άγρια ζώα που εγκλωβίστηκαν σε δασικές εκτάσεις. Σε κάθε περίπτωση, οι μεγάλες απώλειες σε άγρια και οικόσιτη πανίδα, έφεραν στο προσκήνιο την τεράστια υποκρισία της αυστραλιανής κυβέρνησης σε μια σειρά ζητήματα.

Ολόκληρος ο πλανήτης θρήνησε -δικαίως- το «ντροπαλό» κοάλα, τον τρισχαριτωμένο φασκωλόμυ, τα καγκουρό, τις έχιδνες, τα πτηνά και τα ερπετά των αυστραλιανών δασών. Την ίδια περίοδο όμως, η κυβέρνηση της χώρας αποφάσισε να εκτελέσει πάνω από πέντε χιλιάδες καμήλες πυροβολώντας τες από ελικόπτερα, επειδή κατανάλωναν «πολύ νερό», στην πραγματικότητα επειδή οι καμήλες τις ξερές χρονιές όπως η αυτή που πέρασε, έχουν την κακή συνήθεια να ρίχνουν τους φράχτες και να προσπαθούν να πιούν το νερό των βοοειδών ή των προβάτων. Η ίδια κυβέρνηση έχει όμως δώσει άδειες εξόρυξης άνθρακα στην εταιρεία Adani στην επαρχία Κουίνσλαντ, μια διαδικασία που θα αποστραγγίσει τους υπόγειους υδροφορείς της περιοχής, αφού υπολογίζεται ότι θα απαιτήσει περίπου 12 δις λίτρα νερό το χρόνο.

Όχι βέβαια ότι οι καμήλες βρέθηκαν ελεύθερες στην αυστραλιανή έρημο με δική τους πρωτοβουλία. Σήμερα η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με τα επακόλουθα της εισαγωγής αρκετών χιλιάδων καμηλών από την Αραβική Χερσόνησο ανάμεσα στα 1870 και 1920, καθώς πρόκειται για ζώο ανθεκτικό και δυνατό, ιδανικό για τη μεταφορά φορτίων στους ξερότοπους της αυστραλιανής ενδοχώρας. Όταν η τεχνολογία άφησε πίσω την καμήλα, τα ζώα αφέθηκαν ελεύθερα στην έρημο, όπου έχουν προσαρμοστεί και αντιμετωπίζουν ελάχιστους φυσικούς εχθρούς, με αποτέλεσμα την εκτόξευση του αριθμού τους (σήμερα στη χώρα ζουν περισσότερες από ένα εκατομμύριο καμήλες – ο μεγαλύτερος πληθυσμός καμήλων σε άγρια κατάσταση στον κόσμο). Ένας από τους ελάχιστους φυσικούς θηρευτές που μπορούσε να συμβάλει στον έλεγχο του πληθυσμού της καμήλας, το ντίνγκο, ή αλλιώς ο άγριος σκύλος της Αυστραλίας, βρίσκεται επίσης υπό εξαφάνιση, επειδή η αναζήτηση τροφής το οδηγεί συχνά σε επιδρομές σε κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, κάτι που συνεπάγεται τον απηνή διωγμό του.

Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζει η Αυστραλία και με άλλα πρώην κτηνοτροφικά ζώα που εισήχθησαν από τους αποίκους, όπως τα άλογα (ο πληθυσμός των άγριων αλόγων στην Αυστραλία μπορεί να φτάνει το ένα εκατομμύριο) και τα γουρούνια (ο πληθυσμός των γουρουνιών που ζουν σε άγρια κατάσταση κάποιες ευνοϊκές για αυτά χρονιές φτάνει τα 24 εκατομμύρια).

Πριν εκτοπιστούν οι Αβορίγινες…

Ας γυρίσουμε όμως στα δάση της Αυστραλίας. Όπως τα γηγενή είδη της χλωρίδας και της πανίδας, έτσι και οι άνθρωποι που βρίσκονται εδώ και χιλιετίες στην περιοχή, βιώνουν τις επιπτώσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οι Αβορίγινες, παραδοσιακοί κάτοικοι και φύλακες των δασών, από τον εποικισμό της Αυστραλίας μέχρι σήμερα έχουν σε μεγάλο βαθμό εκδιωχθεί από τις περιοχές τους. Πολλοί από αυτούς που κατάφεραν να επιβιώσουν από την αποικιοκρατική επέλαση, αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν στις πόλεις, όπου αποτελούν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Από την κατάσταση αυτή δεν υποφέρουν μόνο οι άνθρωποι, αλλά και τα δάση.

Χρειάστηκε να φτάσουμε στην τεράστια καταστροφή του Δεκέμβρη και του Γενάρη για να ακουστεί η ιστορία τους. Οι Αβορίγινες εξηγούν ότι το δάσος χρειάζεται τη φωτιά, αλλά με ελεγχόμενο τρόπο, προκειμένου να καθαριστεί η καύσιμη ύλη που μπορεί να οδηγήσει στο μέλλον σε μεγάλες, ανεξέλεγκτες δασικές πυρκαγιές. Τους κρύους, υγρούς μήνες του χρόνου, οι λιγοστοί Αβορίγινες που έχουν απομείνει στα δάση της Αυστραλίας, καίνε τη χαμηλή βλάστηση και τη νεκρή βιομάζα που πέφτει από τα δέντρα, μειώνοντας τον κίνδυνο για μεγάλες, καταστροφικές φωτιές κατά τους ζεστούς, ξερούς μήνες. Ωστόσο ο διωγμός των αυτοχθόνων κοινοτήτων από τις εστίες τους και η τεράστια μείωση του πληθυσμού τους, σημαίνει ότι πλέον ουσιαστικά κανένας δεν προστατεύει τα δάση κατά αυτό τον τρόπο.

Τελικά ποιος έχει μείνει;

Ποιος έχει απομείνει να προστατεύει τα δάση, από τη στιγμή που οι παραδοσιακοί τους φύλακες εκδιώχθηκαν; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτή είναι δουλειά της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Μόνο που στην Αυστραλία, η Πυροσβεστική Υπηρεσία, ή τουλάχιστον το τμήμα της που ασχολείται με τα δάση και την ύπαιθρο, αποτελείται στο μεγαλύτερο τμήμα της από εθελοντές. Από ανθρώπους που προσφέρουν το χρόνο τους, συχνά αναγκάζονται να αφήσουν τις δουλειές τους και να παραμείνουν απλήρωτοι για μεγάλα διαστήματα, κατά τα οποία προσπαθούν να καταπολεμήσουν μεγάλης έντασης δασικές πυρκαγιές, με τον υποτυπώδη εξοπλισμό και μέσα προστασίας που τους παρέχονται από το κράτος.

Στην Αυστραλία η Πυροσβεστική Υπηρεσία χωρίζεται στο κομμάτι που ασχολείται με τα αστικά συμβάντα και αποτελείται στη μεγάλη της πλειοψηφία από επαγγελματίες και στο δασικό, ή επαρχιακό κομμάτι, που αποτελείται κατά βάση από εθελοντές. Πρακτικά δηλαδή, το κράτος δεν έχει φροντίσει να χτίσει έναν επαγγελματικό, ενιαία εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο μηχανισμό για την καταπολέμηση των δασικών πυρκαγιών, αλλά βασίζεται στη διάθεση για προσφορά των πολιτών!

Και ενώ η ανιδιοτελής προσφορά στην κοινότητα και το φυσικό περιβάλλον είναι ιδιαίτερα σημαντική και απαραίτητη, δε μπορεί να αποτελεί το άλλοθι της κάθε κυβέρνησης, προκειμένου να γλιτώνει τις δαπάνες που οφείλει να κάνει για να διατηρήσει τους κατοίκους ασφαλείς και να προστατέψει το περιβάλλον. Στην Αυστραλία ωστόσο οι κυβερνήσεις όλων των τελευταίων χρόνων αποποιούνται με προκλητικό τρόπο τις ευθύνες τους απέναντι στους πολίτες και το περιβάλλον. Τον περασμένο Δεκέμβρη μάλιστα, ο πρωθυπουργός Σκοτ Μόρισον αρνήθηκε να συζητήσει την ενίσχυση του εθελοντικού τμήματος της Πυροσβεστικής, λέγοντας ότι οι εθελοντές «είναι εκεί επειδή το θέλουν»!

Αμαζόνιος

Τον Ιούλη του 2019 κυκλοφόρησε η είδηση ότι από τις αρχές του χρόνου, όταν ο Ζαίχ Μπολσονάρου ανέλαβε την προεδρία της Βραζιλίας, ο ρυθμός αποδάσωσης του Αμαζονίου εκτοξεύθηκε, φτάνοντας σε απώλειες εκτάσεων ίσων με ένα γήπεδο ποδοσφαίρου κάθε λεπτό. Μέσα σε περίπου ένα μήνα, η είδηση αυτή ήταν ήδη ξεπερασμένη. Αμέτρητες πυρκαγιές ξεσπάσανε σχεδόν ταυτόχρονα, σε πολλά, απομακρυσμένα μεταξύ τους σημεία του Αμαζονίου, προκαλώντας απώλειες άνευ προηγουμένου στο μεγαλύτερο τροπικό δάσος του πλανήτη.

Οι επιπτώσεις είναι ανυπολόγιστες και αφορούν κυριολεκτικά τα πάντα: από την επιβάρυνση της ατμόσφαιρας των περισσότερων χωρών της ηπείρου, την απορρύθμιση του κλίματος και της θερμοκρασίας της περιοχής, αλλά και του αχανούς συστήματος των ποταμών και των υπόγειων υδροφορέων (αφού όπως είδαμε πιο πάνω, τα δάση ρυθμίζουν τη θερμοκρασία και κατευθύνουν με το ριζικό τους σύστημα τα υπόγεια νερά, σχηματίζοντας ποτάμια, καταρράκτες, ρέματα, υπόγειες και υπέργειες πηγές, κλπ), μέχρι την εξαφάνιση άγνωστου αριθμού ειδών χλωρίδας και πανίδας, πολλά εκ των οποίων ενδεχομένως δεν είχαν καν προλάβει να εντοπιστούν και να περιγραφούν από την επιστημονική κοινότητα.

Με λίγα λόγια, οι φωτιές του καλοκαιριού του 2019 στον Αμαζόνιο, κατά πάσα πιθανότητα αφάνισαν από τη γη είδη που δε μάθαμε ποτέ ότι υπήρξαν. Είναι χαρακτηριστικό, ότι με βάση έρευνα του 2017, στο δάσος του Αμαζονίου ανακαλύπτεται ένα νέο είδος κάθε δύο μέρες. Δεδομένου λοιπόν ότι δε μπορούμε να έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα ως προς το τι έχει χαθεί, είναι αδύνατο να υπολογιστεί ο ρόλος και το μέγεθος των απωλειών στη συνολική λειτουργία του οικοσυστήματος. Το σίγουρο είναι ότι έχει χαθεί σημαντικό τμήμα της βιοποικιλότητας του δάσους του Αμαζονίου, που αντίστοιχή της δεν υπάρχει πουθενά στον πλανήτη.

Ιθαγενείς

Μεγάλες ήταν και οι απώλειες για τις ιθαγενικές φυλές του Αμαζονίου, τους ανθρώπους που παρά τους διωγμούς από τις πολυεθνικές που απειλούν το δάσος, εξακολουθούν να ζουν μέσα στην καρδιά του Αμαζονίου, προστατεύοντας τον και εξαρτώντας την ύπαρξή τους από το δασικό οικοσύστημα που τον περιβάλλει. Όπως και με τα είδη των ζώων και των φυτών, ενδεχομένως δε θα μάθουμε ποτέ πόσοι από τους ανθρώπους που κατοικούν στο δάσος χάθηκαν κατά τη διάρκεια των πυρκαγιών, ενώ υπάρχουν αναφορές για ολόκληρες φυλές αυτοχθόνων που αγνοούνται. Αυτό που ξέρουμε σίγουρα, είναι ότι οι φυλές αυτοχθόνων του Αμαζονίου δίνουν μια διαρκή μάχη με τα συμφέροντα που απειλούν το σπίτι τους και πολλοί χάνουν τη ζωή τους σε αυτή τη μάχη, με ή χωρίς φωτιές.

Οι Ινδιάνοι εκδιώκονται με απειλές και δολοφονίες από εταιρείες ενέργειας και εξορύξεων, που θέλουν να μετατρέψουν το δάσος σε εξορυκτικούς κρατήρες, αναζητώντας χρυσόπετρέλαιο, κ.α. Ταυτόχρονα, την ίδια τακτική ακολουθούν οι μεγάλες εταιρείες και οι πολυεθνικές αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής που επιχειρούν τη μετατροπή ακόμη μεγαλύτερων δασικών εκτάσεων σε τεράστιες κτηνοτροφικές μονάδες και καλλιέργειες βιομηχανικού τύπου, βοσκοτόπια κλπ. Κάποιες φορές οι μάχες των ιθαγενών ενάντια στις εταιρείες είναι νικηφόρες. Τις περισσότερες όμως η επέλαση της «ανάπτυξης» είναι ασυγκράτητη.

Χωράφια μιας χρήσης

Οι μεγαλύτερες καταστροφές που έχουν προκληθεί και συνεχίζουν να προκαλούνται στο τροπικό δάσος, σχετίζονται με την προσπάθεια ανεύρεσης εκτάσεων για νέες κτηνοτροφικές μονάδες και νέα «χωράφια». Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει, είναι τελικά, πόσα «χωράφια» χρειάζονται στον πλανήτη. Δεδομένου ότι ο Αμαζόνιος εκχερσώνεται για τον ίδιο λόγο εδώ και δεκαετίες, δε θα έπρεπε κάποια στιγμή τα νέα «χωράφια» να είναι αρκετά, ώστε οι μεγάλες επιχειρήσεις να συνεχίσουν να βγάζουν κέρδη, χωρίς να χρειάζεται να συνεχιστεί η επέλαση;

Στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι εφικτό, γιατί το έδαφος γύρω από τον Αμαζόνιο δεν είναι κατάλληλο για να παράγει αγροτικά προϊόντα στην κλίμακα μάλιστα που απαιτούν οι μεγάλες πολυεθνικές των τροφίμων. Είναι κατάλληλο για να συντηρεί αιωνόβια τροπικά δάση αλλά πολύ φτωχό σε θρεπτικά συστατικά που απαιτούνται στην αγροτική παραγωγή. Έτσι, μετά από μερικές χρονιές παραγωγής, το «χωράφι» αχρηστεύεται καθώς τα θρεπτικά συστατικά του εδάφους εξαντλούνται. Η αγροτική παραγωγή μπορεί να συντηρηθεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα με τη χρήση λιπασμάτων και άλλων αγροχημικών, αλλά σύντομα, οι εταιρείες παραγωγής αγροτικών προϊόντων και ζωοτροφών ψάχνουν το επόμενο «χωράφι», στο επόμενο εξίσου ακατάλληλο κομμάτι του Αμαζονίου.

Στα περισσότερα δάση του πλανήτη, το έδαφος περιέχει αρκετά θρεπτικά συστατικά και σε πολλές περιπτώσεις η «τροφή», δηλαδή η νεκρή βιομάζα, παράγεται με γρηγορότερους ρυθμούς από ότι διασπάται και έτσι καταλήγει να συσσωρεύεται. Αυτό δεν ισχύει για το δάσος του Αμαζονίου, όπου το έδαφος είναι λεπτό, αμμώδες και άγονο, χωρίς πλεόνασμα σε θρεπτικά συστατικά. Τα γιγάντια δέντρα καταφέρνουν να επιβιώσουν καταναλίσκοντας άμεσα κάθε είδος ζωής που πεθαίνει και αποσυντίθεται και έτσι δεν απομένει τίποτα, όχι απλά για να συσσωρευτεί νεκρή βιομάζα, αλλά ούτε καν για να προλάβει το έδαφος να εμπλουτιστεί με θρεπτικά συστατικά. Επομένως το έδαφος της περιοχής δε μπορεί να συντηρήσει την παραγωγή σόγιας, καλαμποκιού ή οποιουδήποτε άλλου αγροτικού προϊόντος και μάλιστα σε βιομηχανική κλίμακα.

Έτσι, αιώνες φυσικής ιστορίας, ανυπολόγιστης αξίας φυσικός πλούτος, πολιτισμική κληρονομιά, αχαρτογράφητη βιοποικιλότητα, ανθρώπινες ζωές, καταστρέφονται για να δώσουν εφήμερη παραγωγή αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων και κέρδη στις μεγάλες πολυεθνικές των τροφίμων. Αυτή η εικόνα συνοψίζει τον απόλυτο παραλογισμό που ονομάζεται καπιταλιστικό σύστημα.

Πως θα προστατέψουμε τα δάση;

Τα δάση του πλανήτη βρίσκονται σήμερα σε θανάσιμο κίνδυνο. Απειλούνται από την άνοδο της θερμοκρασίας, τις μεταβολές στα επίπεδα υγρασίας, την ανάπτυξη νέων ασθενειών και παρασίτων που σχετίζονται με τις αλλαγές στο κλίμα. Πάνω απ’ όλα όμως απειλούνται από την εισβολή κάθε είδους επιχειρηματικών συμφερόντων, είτε σε ζωντανές δασικές εκτάσεις, είτε σε αυτές που έχουν καταστραφεί από πυρκαγιές. Ο κύριος εχθρός των δασών και της φύσης έχει όνομα και λέγεται καπιταλισμός.

Αποτελεί ουτοπία να πιστεύει κανείς ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις του πλανήτη είναι δυνατό να προστατευτούν στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Η καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας έχει οδηγήσει τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων τα τελευταία 80 χρόνια σε τερατώδη αστικά κέντρα σε όλες τις χώρες του κόσμου. Οι συγκεντρωμένοι σε αυτά τα αστικά κέντρα πληθυσμοί απαιτούν για τη συντήρησή τους μια αέναη και γιγάντια μεταφορά πόρων από την περιφέρεια σε αυτές τις μεγαλουπόλεις. Αυτή η διαδικασία μεταξύ άλλων, συνεπάγεται και την πληθυσμιακή κατάρρευση της υπαίθρου, που χρησιμοποιείται κυρίως ως δεξαμενή εξασφάλισης φυσικών πόρων.

Η βιομηχανική γεωργία και κυρίως η βιομηχανική κτηνοτροφία σήμερα δεν παράγουν τρόφιμα αναγκαία για τη συντήρηση αυτών των πληθυσμών, αλλά προϊόντα (διατροφικά υπερκαταναλωτικά αγαθά) προκειμένου να καλύψουν τη ζήτηση ενός εμπορευματοποιημένου καταναλωτικού προτύπου που δεν έχει καμία σχέση με τις πραγματικές διατροφικές ανάγκες. Έτσι, για τη βιομηχανία παραγωγής αυτών των «τροφίμων» και ειδικά για την υπερεντατική εκτροφή ζώων αποτελεί μονόδρομο η διαρκής επέκταση μέσα σε δάση και χέρσες εκτάσεις προκειμένου να εξασφαλιστούν η παραγωγή ζωοτροφών και το νερό που χρειάζεται για τη συντήρηση των γιγαντιαίων εκτροφών ζώων που καθόλου δε χρειαζόμαστε για την τροφή μας.

Είναι λοιπόν σαφές ότι χωρίς οι κοινωνίες μας να αντικαταστήσουν τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της οικονομίας με έναν άλλο, δίκαιο, βασισμένο στην ιεράρχηση και κάλυψη των πραγματικών αναγκών μας, με κεντρικό σχεδιασμό της παραγωγικής διαδικασίας, η καταστροφική πίεση που δέχονται δάση και δασικά οικοσυστήματα στον πλανήτη δεν πρόκειται να σταματήσει. Έτσι, η ανατροπή και η αντικατάσταση του καπιταλιστικού συστήματος είναι πλέον μονόδρομος για την ανθρωπότητα.

Παράλληλα όμως, τα περιβαλλοντικά κινήματα, οι τοπικές κοινότητες, οι επιστημονικοί φορείς, τα κόμματα και οι οργανώσεις της Αριστεράς που παλεύουν για το χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας και για ένα βιώσιμο μέλλον, είναι ανάγκη να υιοθετήσουν και να παλέψουν για συγκεκριμένα μέτρα, τόσο σε τοπικό, εθνικό, αλλά και παγκόσμιο επίπεδο:

  • Καμία επιχειρηματική δραστηριότητα μέσα σε ζωντανές δασικές εκτάσεις που δε συμβαδίζει με την προστασία του δάσους και όλης της βιοποικιλότητας σε αυτό.
  • Καμία επιχειρηματική δραστηριότητα σε δάση που έχουν καταστραφεί από πυρκαγιές. Άμεση λήψη μέτρων προστασίας τους εδάφους από την διάβρωση και της διαδικασίας φυσικής αναγέννησης. Τεχνητή αναδάσωση, στη βάση σωστής επιστημονικής μελέτης και τεκμηρίωσης, μόνο όπου δεν μπορεί να επιτευχθεί φυσική αναδάσωση.
  • Σταδιακή αποκατάσταση των δασών που έχουν καταστραφεί από τις πολυεθνικές των τροφίμων και των εξορύξεων.
  • Χαρακτηρισμός του συνόλου των τροπικών δασών που απομένουν σε ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης με απαγόρευση οποιασδήποτε εξωγενούς ανθρώπινης παρέμβασης.
  • Σεβασμό στους αυτόχθονες πληθυσμούς που κατοικούν στα δάση. Μελέτη των μεθόδων προστασίας των δασών που εφαρμόζουν και ενίσχυσή τους με τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, χωρίς παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής των κοινοτήτων.
  • Προστασία της πανίδας των δασών, ενίσχυση των απειλούμενων ειδών και της φυσικής ισορροπίας των δασικών οικοσυστημάτων.
  • Διαχείριση και προστασία των δασών με δραστική αύξηση των δαπανών για την προληπτική μείωση των κινδύνων που τα απειλούν:
    – Έργα πρόληψης και πυρόσβεσης, δεξαμενές, δασικοί δρόμοι, παρατηρητήρια, ειδικά στα δάση της εύκρατης ζώνης.
    – Καθαρισμοί από την πλεονάζουσα νεκρή βιομάζα και από τα άρρωστα δέντρα, όπου οι σαπροφυτικοί μύκητες δε μπορούν να την αποδομήσουν γρήγορα. 
    – Κατασκευή αντιπυρικών ζωνών, ζωνών βλάστησης ανθεκτικής στη φωτιά, ή στεγασμένων αντιπυρικών ζωνών (καθαρισμός του υπορόφου και επαρκής απόσταση ανάμεσα στα δέντρα) ή συνδυασμό τους, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε οικοσυστήματος.
  • Δραστική αύξηση των δαπανών για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών, μαζικές προσλήψεις δασικών υπαλλήλων, πυροσβεστών, επαρκή, σύγχρονα μέσα πυρόσβεσης, οχήματα, εναέρια μέσα, κλπ.
  • Η αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών πρέπει να είναι αποκλειστική ευθύνη επαγγελματικών κρατικών δομών και δε νοείται να βασίζεται στην εθελοντική προσφορά όπως συμβαίνει στην Αυστραλία (η εθελοντική προσφορά πρέπει να είναι επικουρική) ή πολύ περισσότερο στην καταναγκαστική κινητοποίηση ανεκπαίδευτων ανθρώπων, όπως συμβαίνει με τους καταδίκους των φυλακών στις ΗΠΑ, ή με την κινητοποίηση του στρατού στη Ρωσία και σε διάφορες άλλες χώρες.
  • Ενίσχυση των εθελοντών με εξοπλισμό, μέσα προστασίας, διευκόλυνση της συμμετοχής τους στην προσπάθεια κατάσβεσης με πληρωμένες άδειες, ασφαλιστική κάλυψη για όσο καιρό χρειαστεί να απουσιάσουν από τη δουλειά τους, κλπ.

Εάν θέλουμε να αντιστραφεί ο όλεθρος που σήμερα βυθίζει την ανθρωπότητα και τον πλανήτη όλο και βαθύτερα στην περιβαλλοντική καταστροφή, υπονομεύοντας την επιβίωσή μας ως είδος, η Αριστερά και τα περιβαλλοντικά κινήματα πρέπει να μετατρέψουν όλα τα παραπάνω σε κτήμα της ανθρωπότητας. Αποτελεί επιτακτική ανάγκη να επιχειρήσουμε την αναγκαία μετάβαση σε μια δίκαιη για τους ανθρώπους και τη ζωή κοινωνία. Ακόμα και αν κάτι τέτοιο φαίνεται σήμερα σε πολλούς από μας εξαιρετικά απομακρυσμένο ή ακόμα και αδύνατο, το διακύβευμα για τη συντριπτική πλειοψηφία της ανθρωπότητας, των «από τα κάτω», είναι τόσο μεγάλο, που είτε θα αποφασίσουμε να επιχειρήσουμε το «αδύνατο», είτε πολύ γρήγορα θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το αδιανόητο.