Απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό και την Ακροδεξιά: (για) ποια Αριστερά στην Ευρώπη;

08/07/2018
Comments off
410 Views
Το Σάββατο 30 Ιούνη, στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ της Αθήνας διοργανώθηκε συζήτηση με θέμα:
«Απέναντι στον νεοφιλελεύθερο ολοκληρωτισμό, και την ακροδεξιά επέλαση: (για) ποια Αριστερά στην Ευρώπη;»
Για τη συζήτηση αυτή καθώς και γενικά για το αντιρατσιστικό φεστιβάλ δείτε: 21ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας 29/6-1/7.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι βασισμένο στην εισαγωγική ομιλία που έκανε στη συζήτηση αυτή ο σ. Α. Παγιάτσος και καταπιάνεται με τις βασικές θέσεις και τις προτάσεις του «Ξ» για τα συγκεκριμένα ζητήματα και τη σημερινή συγκυρία. Στο πάνελ των ομιλητών ήταν ακόμα η Έλσα Παπαγεωργίου, εκπαιδευτικός, και ο Μάουρο Πίντο από τα κοινωνικά κινήματα της Νάπολης στην Ιταλία.

 

Το θέμα είναι εξαιρετικά πλατύ και τα θέματα που ανοίγει πολλά και μεγάλα. Τα δεδομένα όμως είναι γνωστά. Η νεοφιλελεύθερη επέλαση συνεχίζεται με αμείωτη ένταση για τρίτη συνεχόμενη δεκαετία. Η Ελλάδα είναι το πειραματόζωο στο οποίο επιβλήθηκε η πιο βάρβαρη εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων επιλογών. Η Ακροδεξιά ενισχύεται στη μια χώρα μετά την άλλη – σε μια σειρά χώρες βρίσκεται στην κυβέρνηση, όπως Ιταλία, Ουγγαρία, Πολωνία, Αυστρία, σε άλλες απειλεί να την πάρει, όπως Γαλλία και Ολλανδία ενώ στη Γερμανία είναι σε θέση να καθορίζει την ατζέντα της κυβέρνησης. Για την ίδια την άρχουσα τάξη, η άνοδος της Ακροδεξιάς, θέτει σε αμφιβολία βασικές επιλογές της όπως είναι η ΕΕ και η Ευρωζώνη. Όλα αυτά θέτουν το ερώτημα (από τη δική μας σκοπιά, το πιο σημαντικό) «που βαδίζει η Αριστερά», «τι Αριστερά χρειαζόμαστε» και «πώς θα τη χτίσουμε». Σαν «Ξ» καταθέτουμε, σε συντομία, 11 σημεία σχετικά μ’ αυτή τη συζήτηση.

1. Τι καθορίζει και τι επιτρέπει την επιθετικότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού σήμερα

Η ένταση της επιθετικότητας του κεφαλαίου έχει κατ’ αρχήν να κάνει με το γεγονός ότι το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται σε βαθιά οργανική κρίση. Η διεθνής ύφεση του 2008 που, ειδικά στην περιοχή μας, πήρε τη συγκεκριμένη μορφή της κρίσης του χρέους που όλοι ζήσαμε, έκλεισε ένα κύκλο, έτσι ώστε σήμερα να υπάρχουν θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία, αλλά άφησε πίσω της μια ωρολογιακή βόμβα. Είναι θέμα χρόνου πότε θα έχουμε την επόμενη βουτιά, με τη διεθνή οικονομία να βρίσκεται από πολλές απόψεις σε πιο αδύναμη θέση από ότι ήταν το 2007, πριν το ξέσπασμα της ύφεσης.

Με τα δεδομένα αυτά, και σε συνδυασμό με τον σκληρό ανταγωνισμό για παγκόσμια κυριαρχία ανάμεσα στα μεγάλα οικονομικά μπλοκ, κράτη και πολυεθνικές, το σύστημα δεν παρέχει καμία ουσιαστική δυνατότητα για φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις.

Θα συνεχίσει, σαν γενική τάση, να χτυπά το βιοτικό επίπεδο και τις κατακτήσεις, πράγμα βέβαια δεν αναιρεί το να υποχωρεί προσωρινά όταν είναι αντιμέτωπο με μεγάλες εργατικές-κοινωνικές αναταράξεις.

Ο δεύτερος παράγοντας που επιτρέπει στην τάξη των καπιταλιστών να χτυπά ανελέητα, είναι το γεγονός πώς ξέρει πως δεν έχει πραγματικό αντίπαλο.

Η άρχουσα τάξη ξέρει πως η εργατική τάξη είναι ικανή για μεγάλους αγώνες, για κοινωνικές εκρήξεις ακόμα και για επαναστάσεις, όπως έχει δείξει και το πρόσφατο παράδειγμα της «Αραβικής Άνοιξης», αλλά δεν νοιώθει να απειλείται η εξουσία της. Και αυτό γιατί ξέρει πως χωρίς ηγεσία τα λαϊκά στρώματα δεν μπορούν πραγματικά να απειλήσουν το σύστημα. Χωρίς ένα επαναστατικό πολιτικό φορέα επικεφαλής των μεγάλων κοινωνικών αγώνων, ακόμα και η πιο ηρωική επανάσταση είναι καταδικασμένη σε ήττα – όπως αποδείχτηκε ξανά στην περίπτωση των αραβικών επαναστάσεων. Αυτό το γνωρίζει η άρχουσα τάξη, αλλά δυστυχώς δεν το κατανοεί στην πλήρη του έκταση το εργατικό κίνημα.

Ο παράγοντας αυτός είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της «Μετα-Σταλινικής» εποχής στην οποία ζούμε.

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 και η συνακόλουθη κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του Ανατολικού Μπλοκ, άφησε τον καπιταλισμό χωρίς «αντίπαλο δέος». Εξακολουθούμε να ζούμε στην εποχή που ακολούθησε την κατάρρευση του Σταλινισμού και αντιμετωπίζουμε ακόμα τις συνέπειες της, παρότι όχι με την ένταση της δεκαετίας του ’90.

Αυτή η εποχή θα τελειώσει πραγματικά μόνο όταν το κίνημα καταφέρει να χτίσει νέες μαζικές οργανώσεις που να μπορούν στα σοβαρά (κι όχι μόνο στα λόγια, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ) να αμφισβητήσουν το σύστημα. Η εμφάνιση τέτοιων νέων πολιτικών σχηματισμών της Αριστεράς δεν είναι κάτι που πέφτει από τον ουρανό, είναι άρρηκτα δεμένη με την ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων και αντιστάσεων.

2. Αντιστάσεις και κινήματα

Η εικόνα σε ότι αφορά την κατάσταση των κινημάτων και τις διεργασίες στη βάση των κοινωνιών εμφανίζει, αναπόφευκτα, μεγάλες διαφορές. Υπάρχουν χώρες που περνούν φάση σοβαρής ήττας όπως είναι η Ελλάδα – όπου κυριαρχεί η απογοήτευση και η αίσθηση της αδυναμίας στο να αντιμετωπιστεί η επίθεση του κεφαλαίου. Η Ελλάδα όμως δεν είναι ο κανόνας. Έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία να παρακολουθούμε τις χώρες στις οποίες τα κινήματα είναι σε φάση ανόδου και μάλιστα καταφέρνουν να νικήσουν. Αξίζει να σταθούμε σε 3 παραδείγματα.

Ιρλανδία: Τα τελευταία 3 χρόνια είχαμε τρεις εξαιρετικά σημαντικές νίκες. Το 2016 ένα εκπληκτικό κίνημα άρνησης πληρωμής αγκάλιασε το 75% του πληθυσμού της χώρας και ανάγκασε την ιρλανδική κυβέρνηση να αποσύρει τη φορολογία στο νερό – έτσι η υδατοπρομήθεια παραμένει δωρεάν για όλα τα νοικοκυριά της χώρας. Το 2017 είχαμε την τεράστια νίκη των αγωνιστών του Jobstown – την αποτυχία της κυβερνητικής σκευωρίας να ασκήσει διώξεις και να φυλακίσει τους πρωταγωνιστές του κινήματος ενάντια στη φορολογία του νερού. Τέλος, τον περασμένο Μάη είχαμε το ιστορικό δημοψήφισμα που επέβαλε το δικαίωμα στην άμβλωση – και με ποσοστά εντυπωσιακά ψηλά, όπως 77% στο Δουβλίνο και 84% μέσα στη νεολαία (μέχρι 24 χρόνων).

Ισπανία: Η πρόσφατη πτώση του Ραχόι ήταν αποτέλεσμα των κινημάτων που συγκλονίζουν την Ισπανία τα τελευταία χρόνια. Όπως το γυναικείο κίνημα, που στις 8 Μάρτη κατέβασε 5 εκατομμύρια γυναίκες σε απεργία και το οποίο συνεχίζεται ενάντια στην «αγέλη» των βιαστών και το δικαστικό σύστημα· το νεολαιίστικο κίνημα, μαθητών και φοιτητών, που έβγαλε 2 εκατομμύρια στους δρόμους και ανάγκασε την κυβέρνηση να αποσύρει την «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση»· τα εθνικά κινήματα όπως αυτό των Καταλανών, που περιέχουν έντονα επαναστατικά στοιχεία και διεργασίες.

ΗΠΑ: Ίσως το σημαντικότερο παράδειγμα απ’ όλα να είναι οι ΗΠΑ, λόγω του βάρους τους στην παγκόσμια σκηνή. Το κίνημα για 15 $ την ώρα βασικό μισθό έχει διαπεράσει τη χώρα και έχει επιβληθεί νομοθετικά σε δύο πολιτείες, στο Σιάτλ και στη Μιννεάπολη! Πρόκειται για σχεδόν διπλασιασμό του βασικού μισθού! Το γυναικείο κίνημα έβγαλε εκατομμύρια στους δρόμους, ιδιαίτερα μετά την άνοδο στην προεδρεία του σεξιστή Τράμπ. Αντίστοιχο δυναμισμό έχει δείξει το κίνημα για την υπεράσπιση των μαύρων, το Black Lives Matter. Το μαθητικό κίνημα βγήκε μαζικά στους δρόμους σε πανεθνική βάση, ενάντια στη βία στα σχολεία και ενάντια στην οπλοκατοχή. Και πολλά άλλα ιστορικής σημασίας τοπικά κινήματα, όπως στο Ουισκόνσιν, τη Δυτική Βιρτζίνια, κλπ, κλπ. Σαν αντανάκλαση αυτών των διεργασιών η λέξη «Σοσιαλισμός» ήταν πρώτη σε αναζητήσεις στο google – μιλάμε για τη χώρα στην οποία η λέξη σοσιαλιστής αντιστοιχούσε σε βρισιά μέχρι πριν μερικά χρόνια… Φέτος ο Μάρξ φαίνεται πως θα έχει την τιμητική του στο google!

Χρειάζεται να παρακολουθούμε τις εξελίξεις διεθνώς και ειδικά παραδείγματα όπως αυτά, τα οποία σε επόμενη φάση θα λειτουργούν υποβοηθητικά στην προσπάθεια του ελληνικού κινήματος να ανακάμψει.

3. Νέοι αριστεροί σχηματισμοί – η σημασία τους, τα όριά τους

Όπως αναφέρθηκε, χωρίς πολιτικούς φορείς στην υπηρεσία των συμφερόντων τους τα εργατικά και λαϊκά στρώματα δεν έχουν τη δυνατότητα να καταφέρουν νίκες ενάντια στο σύστημα, πολύ περισσότερο να το ανατρέψουν. Στη Μετα-Σταλινική εποχή είχαμε την κατάρρευση των παραδοσιακών οργανώσεων της Αριστεράς. Η παλιά αριστερή Σοσιαλδημοκρατία «αστικοποιήθηκε», μετακινήθηκε δηλαδή τόσο πολύ προς τα δεξιά που έγινε πανομοιότυπη με την παραδοσιακή Δεξιά, ενώ τα Κομμουνιστικά Κόμματα διαλύθηκαν, διασπάστηκαν ή «σοσιαλδημοκρατικοποιήθηκαν» – η ισχυρή παρουσία του ΚΚΕ στην Ελλάδα αποτελεί μια εξαίρεση στο διεθνή κανόνα.

Στο κενό που δημιουργήθηκε έγιναν από την πρώτη περίοδο (στις αρχές της δεκαετίας του 1990) πάρα πολλές προσπάθειες για να συγκροτηθούν νέοι μαζικοί σχηματισμοί της Αριστεράς. Μερικά τέτοια παραδείγματα είναι:

  • η ιταλική Κομμουνιστική Επανίδρυση,
  • το Σοσιαλιστικό Κόμμα Σκωτίας,
  • το αγγλικό Ρισπέκτ,
  • το γερμανικό Die Linke (η «Αριστερά»)
  • το ισπανικό Ποδέμος,
  • το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και, μετά την κατάρρευσή του, το νέο κίνημα του Μελανσόν, η Ανυπότακτη Γαλλία,
  • το πορτογαλικό Αριστερό Μπλοκ,
  • το P-SOL στην Βραζιλία
  • και βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ πριν από την μετάλλαξή του το 2015…
  • Εκτός από αυτά είχαμε φαινόμενα όπως του Κόρμπιν στη Βρετανία, μέσα από το Εργατικό Κόμμα και του Σάντερς στις ΗΠΑ μέσα από το Δημοκρατικό Κόμμα.

Αυτοί οι νέοι μαζικοί σχηματισμοί θα ήταν, από τη φύση των πραγμάτων, ρεφορμιστικοί κι όχι επαναστατικοί (αυτό ήταν κάτι που εξήγησε από την αρχή το «Ξ») και σαν τέτοιοι θα κινούνταν αναπόφευκτα προς τα δεξιά, σε αδιέξοδα και κρίση.

Η ενίσχυση των ρεφορμιστικών ρευμάτων ή κομμάτων στην κοινωνία είναι αποτέλεσμα της φυσιολογικής κίνησης των εργατικών στρωμάτων, τα οποία προτού καταλήξουν σε επαναστατικά συμπεράσματα περνούν αναπόφευκτα από τον ρεφορμισμό – την αυταπάτη δηλαδή ότι μπορεί να καλυτερέψει η ζωή τους μέσα στα πλαίσια του υπάρχοντος συστήματος.

Το ότι ο ρεφορμισμός είναι ιστορικά εντελώς αδιέξοδος δεν μειώνει το γεγονός ότι σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες συγκρότησης νέων αριστερών σχηματισμών. Αυτό αποτελεί αντανάκλαση μιας κοινωνικής διαδικασίας «τοκετού» που αναγκαστικά περνάει από διάφορα στάδια προτού καταλήξει σε μαζικές επαναστατικές οργανώσεις.

Τελικά ο ρεφορμισμός καταλήγει σε προδοσίες και ήττες. Αυτός είναι ένας ιστορικός νόμος που δεν έχει εξαιρέσεις. Τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΣΥΡΙΖΑ. Πριν από αυτόν, σε χαμηλότερη βέβαια κλίμακα, είχαμε μια παρόμοια πορεία από την Κομμουνιστική Επανίδρυση – με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική της διάλυση. Άλλοι σχηματισμοί, όπως το Σκωτσέζικο Σοσιαλιστικό Κόμμα και το Ρισπέκτ επίσης διαλύθηκαν ενώ το γαλλικό ΝΑΚ κατέρρευσε και περιθωριοποιήθηκε. Το Die Linke, το Ποδέμος, το Αριστερό Μπλοκ κλπ έχουν μετακινηθεί προς τα δεξιά.

Αυτή είναι η φυσιολογική πορεία κάθε ρεφορμιστικού σχηματισμού. Και αυτός ο φαύλος κύκλος θα συνεχίζεται μέχρι να εμφανιστεί ένας καταλύτης που να έχει την ελάχιστη απαιτούμενη «κρίσιμη μάζα» ώστε να δώσει την απαιτούμενη ώθηση για την εμφάνιση μιας μαζικής επαναστατικής Αριστεράς. Η φάση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, σε διεθνές επίπεδο, είναι από τη μια ο εκφυλισμός και η αστικοποίηση των παλιών κομμάτων της Αριστεράς και από την άλλη η ανεπάρκεια των νέων σχηματισμών (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον ΣΥΡΙΖΑ) να προσφέρουν διέξοδο στην αγωνία της κοινωνίας.

4. Γιατί κερδίζει η Ακροδεξιά

Αν θέλουμε λοιπόν απάντηση στο ερώτημα γιατί κερδίζει η Ακροδεξιά η απάντηση είναι πολύ καθαρή – οφείλεται στην ανεπάρκεια της Αριστεράς! Η ανεπάρκεια αυτή είναι γενική, σε όλα τα επίπεδα, όπως ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, σε διεθνές επίπεδο, κατανοούν.

Η Αριστερά δεν έχει απάντηση στην κρίση! Αναλαμβάνει κυβερνήσεις ή θέσεις σε κυβερνητικά σχήματα με την αυταπάτη ότι ξέρει να διαχειριστεί το καπιταλιστικό τρόπο με πιο δίκαιο και πιο ανθρωποκεντρικό τρόπο… Και καταλήγει να κάνει τα ίδια και χειρότερα με τα κόμματα της άρχουσας τάξης. Αυτό προκαλεί οργή και απογοήτευση στην κοινωνία. Και αυτό το κενό έρχεται να καλύψει η Ακροδεξιά.

Πέρα από τα γενικά αυτά, ιδιαίτερο ρόλο στο θέμα αυτό παίζει η ανεπάρκεια της Αριστεράς σε δύο κεφαλαιώδη ζητήματα της εποχής μας:

  • το θέμα της στάσης απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τη μια και
  • των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών από την άλλη.

5. Ποια θέση απέναντι στην Ε.Ε.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο αναπτύσσεται μέσα στους λαούς το φαινόμενο του Ευρωσκεπτικισμού. Οι λόγοι γι’ αυτό δεν χρειάζονται ιδιαίτερη ανάλυση: Η ΕΕ δημιουργήθηκε υποσχόμενη ευημερία, θέσεις εργασίας, δημοκρατία και ισοτιμία και κάνει ακριβώς το αντίθετο σε όλα όσα υποσχόταν.

Οι άρχουσες τάξεις και τα κόμματά τους (Σοσιαλδημοκρατικά και παραδοσιακά δεξιά/συντηρητικά) στη μεγάλη τους πλειοψηφία θέλουν εναγωνίως τη διατήρηση της ΕΕ. Η Ακροδεξιά σηκώνει την παντιέρα της αντίθεσης στην ΕΕ και προβάλλει την έξοδο από την Ευρωζώνη ή την ΕΕ στο όνομα της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας.

Και τι κάνει η πλειοψηφία των νέων σχηματισμών της Αριστεράς σ’ αυτές τις συνθήκες; Γίνεται «βασιλικότερη του βασιλέως». Υπερασπίζεται ένθερμα την ΕΕ, και ακόμα πιο ένθερμα στο όνομα της αντίθεσης με την Ακροδεξιά! Πιο αποτελεσματικό τρόπο να οδηγηθεί η Αριστερά σε αδιέξοδο και αποτυχία είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς!

Πρόκειται για κατάντια: αντί η ευρωπαϊκή Αριστερά, και ιδιαίτερα οι νέοι αριστεροί σχηματισμοί, να εκμεταλλευτούν την κρίση της ΕΕ (που στη βάση της είναι κρίση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος) για να καταθέσουν μια συνολική αριστερή εναλλακτική πρόταση στην καπιταλιστική ΕΕ, μετατρέπονται σε μαχητικό υποστηρικτή της!

Έτσι αφήνουν την Ακροδεξιά να παίζει μονότερμα!

Πάγια θέση της πλειοψηφίας των κομμάτων της Αριστεράς είναι ότι η ΕΕ πρέπει να γίνει πιο κοινωνική και να προχωρήσει η οικονομική και πολιτική της ενοποίηση. Πρόκειται για τραγικές αυταπάτες! Ανεκπλήρωτα όνειρα που το μόνο αποτέλεσμα που έχουν είναι να εκθέτουν την Αριστερά και έτσι να ενισχύουν τους αντιπάλους της!

Η ΕΕ δεν είναι πιο κοινωνική από αυτό που είναι –δηλαδή εντελώς «αντικοινωνική»– γιατί δεν είναι δυνατό να είναι! Η πολιτική της καθορίζεται από τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των πολυεθνικών της, και από τον εξοντωτικό ανταγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα στα μεγάλα κεφάλαια και κράτη για κυριαρχία και κατάκτηση αγορών στον πλανήτη! Και η οικονομική και πολιτική της ενοποίηση δεν μπορεί να προχωρήσει περισσότερο γιατί σκοντάφτει στα διαφορετικά συμφέροντα των διαφορετικών αρχουσών τάξεων της ΕΕ. Έτσι προέκυψε το Brexit, πάνω σ’ αυτή τη βάση αναπτύσσεται η «ιταλική κρίση» στην περίοδο που διανύουμε, έτσι αναπτύσσεται η σκληρή κόντρα με τις ακροδεξιές-λαϊκιστικές κυβερνήσεις της Πολωνίας, της Ουγγαρίας, της Αυστρίας κλπ.

Η αντίθεση της Αριστεράς στην ΕΕ, όμως, δεν πρέπει να περιορίζεται στο απλό «έξω από την Ευρωζώνη και την ΕΕ» που χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Πρώτο, γιατί η έξοδος από την ΕΕ από μόνη της με ταυτόχρονη παραμονή στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, δεν πρόκειται να λύσει κανένα ουσιαστικό πρόβλημα των αδιεξόδων και της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος. Και δεύτερο, γιατί το απλό «έξω από την ΕΕ» δημιουργεί αυταπάτες σε έναν «εθνικό δρόμο» για έξοδο από την κρίση, πράγμα που στρώνει το δρόμο στην άνοδο του εθνικισμού – και τελικά και της Ακροδεξιάς.

Η μόνη πραγματικά εναλλακτική πρόταση από τη μεριά της Αριστεράς είναι η πάλη για μια σοσιαλιστική ενωμένη Ευρώπη, μαζί με τους εργαζόμενους της υπόλοιπης Ευρώπης.

Από την άλλη, αν και όταν, κάτω από κάποιες συνθήκες η Αριστερά βρεθεί μπροστά σε δημοψηφίσματα για παραμονή ή όχι στην ΕΖ ή την ΕΕ, πρέπει να ψηφίσει υπέρ της εξόδου.

Με αυτό τον τρόπο χτυπά και αποδυναμώνει και την «εθνική» άρχουσα τάξη αλλά και το ευρωπαϊκό κατεστημένο και διευθυντήριο. Μια τέτοια στάση όμως θα πρέπει να την εντάσσει πάντα στα πλαίσια της εξήγησης για το ότι δεν υπάρχει διέξοδος στη βάση του καπιταλισμού κι ότι η πάλη για μια σοσιαλιστική ενωμένη Ευρώπη είναι ο μόνος δρόμος για την ευημερία των ευρωπαϊκών λαών και την ειρήνη. Με αυτό τον τρόπο, δεν αφήνει την Ακροδεξιά να μονοπωλεί την αντίθεση στην Ευρωζώνη και την ΕΕ και ταυτόχρονα παλεύει ενάντια στην άνοδο του εθνικού απομονωτισμού.

6. Ποια θέση για το θέμα των προσφυγικών ροών.

Το άλλο σημείο το οποίο δεν προσεγγίζει με σωστό τρόπο η πλειοψηφία των αριστερών κομμάτων και οργανώσεων είναι το θέμα των μεταναστευτικών ροών.

Η Αριστερά οφείλει ασφαλώς να ξεκινά από τη μαχητική υποστήριξη των δικαιωμάτων των μεταναστών και των προσφύγων: ανοιχτά κέντρα υποδοχής, σωστές υποδομές διαβίωσης, μόρφωσης και εκπαίδευσης, σύνδεσης με τον ντόπιο πληθυσμό, απλές και γρήγορες διαδικασίες πολιτικού ασύλου, σύνδεση με τα ντόπια συνδικαλιστικά και κοινωνικά κινήματα, κλπ. Αλλά οφείλει ταυτόχρονα να έχει επίγνωση: στις συνθήκες της κρίσης του καπιταλισμού και με την εκφυλισμένη ηγεσία των παραδοσιακών συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων του κινήματος, η εισροή προσφύγων και μεταναστών αναπόφευκτα θα δημιουργήσει οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τα οποία θα αξιοποιεί η Ακροδεξιά για να ενισχύσει τις δυνάμεις της. Το κεφάλαιο (μεγάλο και μικρό, στις πόλεις ή στην περιφέρεια και τις αγροτικές καλλιέργειες) θα εκμεταλλευτεί τις προσφυγικές ροές για να μειώσει κι άλλο τα μεροκάματα και να εντείνει ακόμα περισσότερο τους διαχωρισμούς μέσα στα εργατικά στρώματα.

Απ’ αυτό προκύπτει και η ανάγκη προσεκτικών συνθημάτων από τη μεριά της Αριστεράς, και χαρακτηριστικά του τμήματος εκείνου της εξωκοινοβουλευτικής που σε μια (συνήθη, πια) διαδικασία «επαναστατικής πλειοδοσίας» προβάλλει συνθήματα όπως «ανοικτά σύνορα» και «οι πρόσφυγες και οι μετανάστες δεν είναι πρόβλημα», τα οποία έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με την πραγματικότητα και την ψυχολογία των λαϊκών μαζών – πράγμα που καταδικάζει αυτή την Αριστερά στο περιθώριο. Τα σωστό σ’ αυτές τις περιστάσεις είναι να προβάλλονται συνθήματα όπως «Δικαιοσύνη για τους πρόσφυγες», «Αλληλεγγύη σε πρόσφυγες και μετανάστες», κλπ.

Πέρα από τα ειδικά αιτήματα και συνθήματα, για να απαντήσει η Αριστερά γενικά στο πρόβλημα πρέπει να είναι διατεθειμένη να κτυπήσει τη ρίζα του κακού: αυτή η ρίζα είναι α) ο ίδιος ο «ανεπτυγμένος» καπιταλισμός, με την ΕΕ να είναι από τους βασικούς πρωταγωνιστές, που δημιουργεί τους πολέμους και την πείνα που μαστίζουν τον κόσμο β) οι συγκρούσεις και καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί μέσα και ανάμεσα στις ίδιες τις φτωχότερες χώρες και γ) η εκμετάλλευση της ύπαρξης των προσφυγικών ροών από τους καπιταλιστές, παντού, για να χτυπηθεί το βιοτικό επίπεδο και τα δικαιώματα και για να χυθεί το ρατσιστικό δηλητήριο μέσα στους ντόπιους εργαζόμενους.

Με άλλα λόγια αν η Αριστερά θέλει να δώσει λύση στο πρόβλημα των προσφύγων και της μετανάστευσης, πρέπει να έχει στόχο την κατάληψη της εξουσίας και την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, που δημιουργεί τους πολέμους και την πείνα. Αυτή η πάλη είναι πανευρωπαϊκή και διεθνής. Ειδικά για την ΕΕ, η πρόταση, και πάλι, δεν μπορεί να είναι απλά «έξοδος» αλλά ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της.

7. Γιατί απέτυχε η Αριστερά – το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί το κορυφαίο παράδειγμα αποτυχίας της Αριστεράς την οποία δημιούργησαν οι συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης. Η αποτυχία του βρίσκεται στο ότι πίστευε ότι μπορούσε να διαχειριστεί το καπιταλιστικό σύστημα και να του προσδώσει ένα πιο ανθρώπινο και κοινωνικό χαρακτήρα.

Πρακτικά μιλώντας, αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να είναι συνεπής με τις υποσχέσεις του είχε μόνο ένα δρόμο μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης (δείτε: http://net.xekinima.org/i-ipotagi-toy-syriza-to-telos-enos/):

  • Να επιβάλει ο ίδιος και αμέσως capital controls, για να σταματήσει την έξοδο των κεφαλαίων.
  • Να αρνηθεί την αποπληρωμή του χρέους (κι έτσι να καταργήσει «με ένα νόμο», όπως υποσχόταν ο Τσίπρας, τα Μνημόνια).
  • Να ξεκινήσει τη διαδικασία καθιέρωσης εθνικού νομίσματος και εξόδου από την Ευρωζώνη.
  • Να προχωρήσει σε έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου για να αντιμετωπίσει το σαμποτάζ του διεθνούς και ντόπιου κεφαλαίου.
  • Να προχωρήσει σε εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων και επιχειρήσεων της οικονομίας και σε σχεδιασμό της παραγωγής, μέσα από εθνικούς φορείς ανά βιομηχανία και κλάδο, ώστε να μπει η οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης.
  • Να εφαρμόσει δημοκρατία στην παραγωγή μέσα από τη θεσμοθέτηση εργατικού και κοινωνικού ελέγχου και διαχείρισης σε όλο το φάσμα της οικονομίας.
  • Να απευθύνει διεθνιστικό-ταξικό κάλεσμα στους εργαζόμενους της υπόλοιπης Ευρώπης για να δείξουν αλληλεγγύη στον ελληνικό λαό και να ακολουθήσουν ένα παρόμοιο δρόμο (για τις δυνατότητες ενός τέτοιου καλέσματος θυμίζουμε πως τη βδομάδα του δημοψηφίσματος έγιναν 250 πορείες αλληλεγγύης σε αντίστοιχες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ σωστά υπερηφανευόταν εκείνες τις μέρες…).

Αυτός ο δρόμος βέβαια στην πράξη σημαίνει σύγκρουση και ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, σημαίνει να τεθούν οι βάσεις για την εργατική δημοκρατία και τη σοσιαλιστική κοινωνία.

Η ξαφνική συνειδητοποίηση από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ότι το πρόγραμμα της ήταν ανεφάρμοστο στα πλαίσια του καπιταλισμού και της ΕΕ, δεν την οδήγησε σε σύγκρουση με το σύστημα αλλά, μετά το αρχικό σοκ, σε εγκατάλειψη του προγράμματός του κόμματος, σε κατάργηση της εσωκομματικής δημοκρατίας και σε διάσπαση – στην υποταγή και τη μετάλλαξη.

Η ρεφορμιστική Αριστερά βέβαια, όπως ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ προτού μεταλλαχθεί και όπως είναι όλοι οι νέοι αριστεροί σχηματισμοί, ποτέ δε λέει ότι διαφωνεί με το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Πάντα όμως εφευρίσκει ένα λόγο για τον οποίο δεν είναι ώριμα τα πράγματα τη συγκεκριμένη στιγμή – και το αποτέλεσμα είναι πάντα ήττες, τραγωδίες, εγκλήματα και προδοσίες.

8. Δεν απέτυχε μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ

Αυτό όμως που είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί είναι ότι το 2015 δεν απέτυχε μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ. Απέτυχε και η υπόλοιπη Αριστερά, αυτή που είχε το απαιτούμενο μέγεθος από άποψη μαζικότητας, δηλαδή το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η εσωτερική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, μετέπειτα ΛΑΕ. Απέτυχαν να καλύψουν το κενό που δημιούργησε η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.

Το θέμα αυτό δεν είναι «θεωρητικό». Η ιστορία του επαναστατικού κινήματος είναι απόλυτα διαφωτιστική: τον Οκτώβρη του 1917 οι Μπολσεβίκοι αξιοποίησαν το «κενό» που δημιούργησε η προδοσία της υπόλοιπης (μαζικής-ρεφορμιστικής) Αριστεράς της εποχής (οι Μενσεβίκοι και οι Εσέροι που ήταν στην κυβέρνηση μετά την ανατροπή του Τσαρισμού) για να καταλάβουν την εξουσία και να δημιουργήσουν το πρώτο εργατικό κράτος στην ιστορία. Το Καλοκαίρι-Φθινόπωρο του 15, σε άπειρα πιο ευνοϊκές συνθήκες απ’ ότι το 1917, γιατί δεν μπόρεσε η εναπομείνασα Αριστερά (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΛΑΕ) να καλύψουν το κενό, την ίδια στιγμή που όλοι μιλούν στο όνομα των Μπολσεβίκων και του Λένιν;

Οι λόγοι είναι καθαρά υποκειμενικοί – δεν έχουν καμία σχέση με την αντικειμενική κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και του μαζικού κινήματος. Το ελληνικό κίνημα στα χρόνια 2010-12 έγραψε χρυσές σελίδες μαχητικών αγώνων και πρωτοβουλιών, που το έκαναν πρότυπο αγώνα σε παγκόσμιο επίπεδο. Την ίδια μαχητικότητα επέδειξε και τις πρώτες βδομάδες μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ (μέχρι τις 20 Φλεβάρη, όταν η πρώτη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους Τροϊκανούς, οδήγησε σε απότομο ξεφούσκωμα) καθώς και στη βδομάδα του δημοψηφίσματος. Αν, μετά τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, η Αριστερά δεν μπόρεσε να δώσει διέξοδο και προοπτική σ’ αυτό το κίνημα, το πρόβλημα οφείλεται σ’ αυτήν και όχι στο κίνημα.

Η περίπτωση του ΚΚΕ είναι γνωστή για την υπεροψία και αλαζονεία του απέναντι στο κίνημα, για τον σεχταριστικό απομονωτισμό του στο όνομα της υποτιθέμενης «επαναστατικής καθαρότητας» του. Με το ΚΚΕ δεν μπορείς καν να μιλήσεις. Θέλει να ζει στο δικό του πλανήτη… Ας μείνει εκεί…

Η περίπτωση της ΛΑΕ αποτελεί ένα ακόμα αποτυχημένο εγχείρημα. Ξεκίνησε με πολύ καλές προϋποθέσεις για να τις καταστρέψει στην πορεία και να χάνει διαρκώς δυνάμεις. Την τελευταία περίοδο έχει συρθεί στο βάλτο του εθνικισμού πράγμα που την αποξενώνει από κάθε τι ριζοσπαστικό και φρέσκο στην ελληνική κοινωνία. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα η ΛΑΕ να αποτελέσει την Αριστερά του μέλλοντος – να προσφέρει δηλαδή διέξοδο και προοπτική στα λαϊκά στρώματα στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και μια σοσιαλιστική κοινωνία.

Μένει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ η οποία χαρακτηρίζεται από ριζοσπαστισμό και μαχητικότητα με ταυτόχρονες διαδικασίες αναζήτησης από σημαντικές δυνάμεις στο εσωτερικό της. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ όμως έχει μια σειρά από ελλείμματα, με κορυφαίο την άρνηση της συνεργασίας με δυνάμεις που δε συμφωνούν με το δικό της συνολικό πρόγραμμα, ακόμα και όταν πρόκειται για συγκεκριμένες μάχες για συγκεκριμένα ζητήματα.

Πρόκειται για την άρνηση της τακτικής του «Ενιαίου Μετώπου», για να χρησιμοποιήσουμε την κλασσική μαρξιστική ορολογία που καθιέρωσαν οι Μπολσεβίκοι και ο Λένιν μαζί με τον Τρότσκι και τους άλλους μεγάλους επαναστάτες των αρχών του 20ου αιώνα, πριν και μετά τη νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης. Αυτή είναι η «αχίλλειος πτέρνα» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Για να οργανώσει μια οποιαδήποτε κοινή πρωτοβουλία, π.χ. αντιπολεμική, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιμένει στη συμφωνία σε ένα συνολικό επαναστατικό πρόγραμμα. Έτσι όμως απλά αποξενώνεται από τα εκατομμύρια των εργατικών μαζών που, στην προκειμένη περίπτωση, δε θέλουν πόλεμο αλλά δεν είναι έτοιμα να υιοθετήσουν ένα πρόγραμμα επαναστατικής ανατροπής. Αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορέσει να διορθώσει αυτό το τεράστιο έλλειμμα δεν πρόκειται ποτέ να καταφέρει να παίξει τον επαναστατικό ρόλο που επιδιώκει για τον εαυτό της στην ελληνική κοινωνία.

Η προσπάθεια να μετατοπιστεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε μια πιο σωστή θέση στο θέμα των συνεργασιών μας αφορά όλους. Σ’ αυτό έχουν να παίξουν καταλυτικό ρόλο δυνάμεις που βρίσκονται στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και παλεύουν για παρόμοιους στόχους, αλλά και δυνάμεις εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ – κάτι στο οποίο αναφερόμαστε παρακάτω.

9. Τα όρια του «αυθόρμητου»

Σ’ αυτό το πλαίσιο χρειάζεται και μια σύντομη απάντηση στο χώρο του αναρχισμού και των αντιεξουσιαστικών κινήσεων.

Αυτοί οι χώροι πέρα από το ότι αρνούνται την αναγκαιότητα της οργάνωσης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων σε πολιτικούς σχηματισμούς (εκτός βέβαια από τους δικούς τους) επενδύουν, τα πάντα στο θέμα του «αυθόρμητου». Των «ελεύθερων», υποτίθεται, «συνελεύσεων βάσης» και στην αυθόρμητη κίνηση του κινήματος από τα κάτω. Οι Μαρξιστές βέβαια δεν αρνούνται το «αυθόρμητο» αντίθετα επενδύουν σ’ αυτό. Όμως κατανοούν ότι όσο εκπληκτικά κινήματα και αν δημιουργήσει η αυθόρμητη κίνηση του μαζικού κινήματος, αν δεν έχει επαναστατική ηγεσία δεν θα καταφέρει να νικήσει. Οι αναρχικές και αντιεξουσιαστικές ομάδες αντίθετα επιζητούν μόνο το αυθόρμητο και αρνούνται την αναγκαιότητα επαναστατικής ηγεσίας.

Η εμπειρία όμως της εποχής των αγώνων ενάντια στα μνημόνια στην Ελλάδα, είναι απόλυτα διδακτική. Το ελληνικό κίνημα στα χρόνια των μνημονίων έκανε «τα πάντα»: απεργίες κλάδων, γενικές απεργίες, καταλήψεις διαρκείας, συνελεύσεις βάσης, κινήματα όπως το «δεν πληρώνω», το κίνημα των Αγανακτισμένων, την κατάργηση των μεσαζόντων, συγκεντρώσεις και πορείες που «βούλιαξαν» το κέντρο όλων των μεγάλων πόλεων. Είχε προηγηθεί η εξέγερση της νεολαίας τον Δεκέμβρη του 2008 μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου.

Όμως το κίνημα ηττήθηκε. Το «γιατί ηττήθηκε» είναι ένα ερώτημα με το οποίο ο αναρχικός χώρος προτιμά να μην ασχολείται. Δεν ήταν μήπως αρκετός ο «αυθορμητισμός» της ελληνικής κοινωνίας; Αν δεν ήταν, γιατί δεν ήταν – και πώς είναι δυνατό να υπάρξει μεγαλύτερος αυθορμητισμός στο μέλλον, αν όχι στην Ελλάδα, κάπου, κάποτε; Η πραγματικότητα είναι πως επειδή δεν υπήρχε επαναστατική ηγεσία στα μεγαλειώδη κινήματα της εποχής των Μνημονίων, όσες αυθόρμητες πρωτοβουλίες και να υπήρχαν από κάτω ήταν αδύνατο να καλύψουν το κενό, έτσι το κενό το κάλυψε ο ΣΥΡΙΖΑ, με τα γνωστά αποτελέσματα.

10. Τι Αριστερά χρειαζόμαστε

Όλα τα πιο πάνω διασαφηνίζουν, ελπίζουμε, με αρκετά καθαρό τρόπο την απάντηση στο ερώτημα «Τι Αριστερά χρειαζόμαστε». Αν η Αριστερά θέλει να απαντήσει στα καθημερινά προβλήματα που γεννά η κρίση του συστήματος, οφείλει να έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • Να έχει πρόγραμμα και σχέδιο ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου, να είναι δηλαδή επαναστατική
  • Να είναι ενωτική προς την υπόλοιπη Αριστερά και όλα τα κινήματα – να υιοθετεί τη βασική αρχή του Ενιαίου Μετώπου, βαδίζουμε ξεχωριστά, αλλά χτυπάμε μαζί τον ταξικό αντίπαλο.
  • Να είναι δημοκρατική, κατ’ αρχήν στην εσωτερική της λειτουργία – η βάση πρέπει να ελέγχει την ηγεσία και όλες τις βασικές επιλογές και αποφάσεις. Να είναι επίσης δημοκρατική προς τα κινήματα – να μην καπελώνει αλλά να σέβεται τις δημοκρατικές διαδικασίες των κινημάτων και να προσπαθεί να πείσει με επιχειρήματα για τις απόψεις της.
  • Να στηρίζεται στο Μεταβατικό Πρόγραμμα – δηλαδή να ασχολείται με τα «απλά» και «καθημερινά» προβλήματα των λαϊκών στρωμάτων και να μην περιορίζεται σε «επαναστατικές κραυγές». Να εξηγεί, με υπομονετικό τρόπο και λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο συνείδησης και τον τρόπο σκέψης των λαϊκών στρωμάτων, την ανάγκη της σύνδεσης της πάλης για τα καθημερινά με το στόχο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.
  • Να είναι διεθνιστική: να επιδιώκει τη σύνδεση, τους κοινούς αγώνες και την κοινή οργάνωση με την Αριστερά εκτός συνόρων, σε πανευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

11. Τι κάνουμε σήμερα

Το χτίσιμο της Αριστεράς που περιγράφουμε θέλει χρόνο – και μάλιστα πολύ. Σήμερα στην Ελλάδα είμαστε ακόμα στη φάση της ήττας, της υποχώρησης και του κατακερματισμού. Για να επιταχύνουμε όσο γίνεται τις εξελίξεις, υπάρχουν πρωτοβουλίες που μπορούν να παρθούν σε δύο επίπεδα.

Πρώτο, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός δυνάμεων στις γραμμές της ριζοσπαστικής Αριστεράς που κατανοεί την ανάγκη της συνεργασίας, το θέμα, δηλαδή, του Ενιαίου Μετώπου. Τέτοιες είναι μια σειρά από διασπάσεις από τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως η ΑΡΚ, η Δικτύωση, η ΟΝΡΑ κλπ, κάποιες δυνάμεις που μετακινήθηκαν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς τη ΛΑΕ, όπως η ΑΡΑΝ και η ΑΡΑΣ, ρεύματα και συσπειρώσεις στις γραμμές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως η Αναμέτρηση και η Μετάβαση (ΕΠΠΔ και άλλοι) δυνάμεις που κινούνται αυτόνομα, χωρίς να ανήκουν σε κάποιο από τους γνωστούς σχηματισμούς της Αριστεράς, όπως το Κόκκινο Νήμα (μετά από την πρόσφατη αποχώρηση του από τη ΛΑΕ) το Δίκτυο και βέβαια το Ξεκίνημα.

Το «Ξ» πιστεύει πως αυτές όλες οι δυνάμεις (χωρίς κανείς να πρέπει να αποχωρήσει από τον φορέα στον οποίο έχει επιλέξει να συμμετέχει) πρέπει να συντονίσουν τον βηματισμό τους για να ενισχύσουν τις προσπάθειες ενωτικών συνεργασιών στις γραμμές της Αριστεράς: παίρνοντας κινηματικές πρωτοβουλίες, καλώντας όλη την Αριστερά σε συνεργασίες για ειδικά ζητήματα (αλλά και εκλογικά – και ας αναλαμβάνει ο καθένας τις ευθύνες του) και πιέζοντας πιο ειδικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (λόγω του καταλυτικού ρόλου που αυτή μπορεί να παίξει) στο να προσαρμόσει τη στάση της στο θέμα των συνεργασιών.

Δεύτερο, όσο σημαντικές κι αν είναι οι ενωτικές-μετωπικές πρωτοβουλίες δεν είναι αρκετές για την τελική νίκη ενάντια στο σύστημα. Χρειάζεται ένας μαζικός επαναστατικός φορέας που να κερδίσει την εμπιστοσύνη των εργατικών στρωμάτων και να παίξει το ρόλο του «επιτελείου» για το μαζικό κίνημα.

Όσες από τις προαναφερόμενες δυνάμεις συμφωνούν στην αναγκαιότητα μιας μαζικής επαναστατικής Αριστεράς, πρέπει να συναντηθούν και να προσπαθήσουν να επεξεργαστούν το πλαίσιο και τη στρατηγική που χρειάζεται και να συγκροτήσουν το «έμβρυο» αυτής της μελλοντικής επαναστατικής Αριστεράς.

Αν μπορέσουν μέσα στην περίοδο που διανύουμε να γίνουν τα δύο αυτά βήματα, θα μπορούμε να μιλάμε για ένα ιστορικό προχώρημα που θα λειτουργήσει σαν καταλύτης για το μέλλον της ελληνικής –και όχι μόνο– Αριστεράς.