aristera

Ευρώπη – κρίση – Μνημόνια: Υπάρχει εναλλακτική;

DSCN2767 (1)
Του Ανδρέα Παγιάτσου
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισήγηση του συντρόφου Ανδρέα Παγιάτσου στη σχετική (με τον ίδιο τίτλο) συζήτηση που έγινε στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, το Σάββατο 2 Ιουλίου. Στο πάνελ, εκτός από το «Ξ», ήταν εκπρόσωποι των οργανώσεων Δίκτυο, Δικτύωση, ΛΑΕ, ΝΑΡ και ΟΚΔΕ.

 

 

Στο ερώτημα αν υπάρχει εναλλακτική, η απάντηση ασφαλώς είναι θετική – διαφορετικά δεν θα ήμασταν εδώ. Το πιο σημαντικό ερώτημα όμως είναι γιατί η Αριστερά δεν εμφανίζεται ικανή να βρει αυτή την εναλλακτική και να πείσει την κοινωνία ώστε η τελευταία να την αγκαλιάσει και να παλέψει γι’ αυτή.

Ας ελπίσουμε αυτή η συζήτηση να βοηθήσει.

Πάντως πρέπει να ξεκινήσουμε με τη διαπίστωση ότι ζούμε σε μια περίοδο με ιστορικές εξελίξεις – όπως την άνοδο και την «πτώση» (με την έννοια της υποταγής) του ΣΥΡΙΖΑ, όπως το πρόσφατο δημοψήφισμα υπέρ του Brexit, τις εξαιρετικά σημαντικές διεργασίες γύρω από το φαινόμενο Μπέρνι Σάντερς στις ΗΠΑ, ιστορικά κινήματα όπως αυτό της Γαλλίας αλλά και του διπλανού Βελγίου, αυτές τις μέρες, κοκ.

Μπροστά στα διλήμματα με τα οποία βρίσκεται σήμερα η Αριστερά (ΚΚΕ, ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, υπόλοιπη εξωκ. Αριστερά) εμείς διαπιστώνουμε και προβάλλουμε τα ακόλουθα σημεία:

α) υπάρχει 90 – 95% συμφωνία στο πρόγραμμα που προτείνει η Αριστερά για έξοδο από την κρίση

β) αλλά η Αριστερά δεν μπορεί να οργανώσει ούτε μια πορεία. Πρέπει να σταματήσει ο εξωφρενικός κατακερματισμός της Αριστεράς και να επιδιωχθεί η μεγαλύτερη δυνατή συνεργασία μεταξύ των οργανώσεων της

γ) όσες οργανώσεις ή ρεύματα μιλούν στο όνομα του επαναστατικού μαρξισμού, ανεξάρτητα αν είναι στην ΛΑΕ, στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή «ανεξάρτητες» (δηλαδή σε καμία από τις δύο) οφείλουν να συναντηθούν και να επιχειρήσουν να επεξεργαστούν μια κοινή στρατηγική για την επαναστατική Αριστερά στην περίοδο που διανύουμε.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Τι έδειξε η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ

Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι η προσπάθεια των σταδιακών μεταρρυθμίσεων για την αναγέννηση τον εκδημοκρατισμό κλπ της ΕΕ, η προσπάθεια της «αμοιβαία επωφελούς διαπραγμάτευσης» δεν υπάρχει. Απέδειξε ότι ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της Θεσ/νίκης μέσα στα πλαίσια του συστήματος και της ΕΕ. Ότι, τέλος, όλη αυτή η προσέγγιση αποτελούσε μια καταστροφική αυταπάτη που οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην ήττα και την υποταγή.

Το συμπέρασμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο: όσοι θέλουν μια άλλη κοινωνία πρέπει να εγκαταλείψουν κάθε είδους ρεφορμιστική αυταπάτη.

Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ όμως έδειξε και κάτι άλλο: τα όρια του συνόλου της Αριστεράς.

Τα προηγούμενα χρόνια ζήσαμε την πιο μεγάλη κρίση του καπιταλισμού εδώ και πολλές δεκαετίες και, ταυτόχρονα, μετά την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ, την πιο μεγάλη κρίση που πέρασε ποτέ ο ρεφορμισμός στη χώρα μας. Σ’ αυτές τις συνθήκες οι δυνάμεις που μιλούν στο όνομα της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και έχουν την κρίσιμη μάζα, το ελάχιστο απαραίτητο μέγεθος δηλαδή, θα έπρεπε να είχαν απογειωθεί. Έγινε ακριβώς το αντίθετο. Μπήκαν σε κρίση και χάσανε δυνάμεις. Αυτό ισχύει και για το ΚΚΕ και για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και για τη ΛΑΕ με διαφορετικό τρόπο για την κάθε μια απ’ αυτές.

Υπάρχει πρόβλημα, επομένως, κι αυτό είναι υποκειμενικό. Αν σε τέτοιες συνθήκες η αντικαπιταλιστική, ή «επαναστατική» Αριστερά, αποτυγχάνει να μαζικοποιηθεί και να θέσει τις βάσεις για την ωρίμανση των στρατηγικών της επιδιώξεων, τότε πότε θα τα καταφέρει;

Οι αιτίες της κρίσης

Δεύτερο δεδομένο σ’ αυτή τη συζήτηση: η ελληνική κρίση είναι κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και όχι αποτέλεσμα της συμμετοχής στην Ευρωζώνη (ΕΖ) και την ΕΕ.

Η κρίση που πήρε τη μορφή της κρίσης χρέους στην Ελλάδα και την περιφέρεια της ΕΕ είναι διεθνής, ξεκίνησε από την αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ το 2007, μετεξελίχθηκε σε τραπεζική κρίση το 2008 και σε διεθνή το 2009 και μεταλλάχθηκε σε κρίση χρέους καθώς όλες οι κυβερνήσεις έσπευσαν να σώσουν τα τραπεζικά τους συστήματα διογκώνοντας τα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς και το δημόσιο δανεισμό.

Η συμμετοχή στην ΕΕ κ ΕΖ καθόρισε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κρίσης καθώς η χώρα δεν είχε καμία ευελιξία στην εφαρμογή νομισματικής ή άλλης πολιτικής. Αλλά δεν ήταν η συμμετοχή στην ΕΖ κ ΕΕ αυτή καθαυτή που προκάλεσε την κρίση.

Ποιο είναι το βασικό συμπέρασμα που χρειάζεται να τονιστεί; Η έξοδος από την ΕΖ ή και την ΕΕ από μόνης δεν λύνει το πρόβλημα της κρίσης – απαιτείται έξοδος από το καπιταλιστικό σύστημα.

Η σημασία του Brexit

Το Brexit και οι μετασεισμικές του δονήσεις αποτελούν ένα καταλυτικό κτύπημα στην ιδέα της ΕΕ, του Ευρώ και πιο γενικά της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης σε καπιταλιστική βάση – αυτό που πιθανά μπορεί να υπάρξει είναι «ολοκλήρωση» για ένα μικρό αριθμό χωρών αλλά όχι της Ευρώπης.

Η ολοκλήρωση της πολιτικής ενοποίησης, πέρα από τη νομισματική και οικονομική είναι αδύνατη, γιατί ισοδυναμεί με την αυτοκατάργηση των αρχουσών αστικών τάξεων.

Το ουσιαστικό ζήτημα επομένως δεν είναι αν η Αριστερά θέλει ή δεν θέλει να προχωρήσει η ενοποίηση της Ευρώπης. Το θέμα είναι αν μπορεί η ενοποίηση να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί – πολύ περισσότερο για να προσφέρει φιλολαϊκές πολιτικές

Η απάντηση σ’ αυτό είναι όχι.

Αυτή την ανάλυση την έχουν κάνει και ο Λένιν και ο Τρότσκι εδώ και 1 αιώνα. Η απάντησή τους στο θέμα αυτό ήταν η ενοποίηση/ομοσπονδοποίηση της Ευρώπης σε σοσιαλιστική βάση.

Οι αντιφάσεις του Brexit

Ασφαλώς στο Brexit υπάρχουν αντιφάσεις. Η δυναμική για το δημοψήφισμα προήλθε από τη διάσπαση στις γραμμές της άρχουσας τάξης – όχι από την Αριστερά αλλά από τη Δεξιά. Όμως η δύναμη που καθόρισε το αποτέλεσμα ήταν η στάση των εργατικών μαζών.

Η αναμέτρηση γύρω από το Brexit είχε καθαρά ταξικά χαρακτηριστικά. Ήταν ψήφος ενάντια στο κατεστημένο, βρετανικό και ευρωπαϊκό. Αυτό το αναγνωρίζει καθαρά το σύνολο του σοβαρού αστικού τύπου της Βρετανίας αλλά πολλά διεθνή επιτελεία.

Οι Βρετανοί εργαζόμενοι μας έχουν κάνει ένα δώρο. Αποδυναμώνουν το θηρίο και προκαλούν πανικό στις γραμμές του. Αυτό βοηθάει τους δικούς μας αγώνες – όμως βοηθάει και κάποιους άλλους, την ακροδεξιά. Η έξοδος από μόνη της λοιπόν δεν λύνει το πρόβλημα.

Και το γεγονός ότι το θέμα του Brexit φάνηκε σαν διαμάχη μέσα στις γραμμές της άρχουσας τάξης, με ανάκατα εθνικιστικά και ρατσιστικά μηνύματα, μπερδεύει την εικόνα.

Εδώ όμως χρειάζεται να τονίσουμε ότι δεν υπάρχουν καθαρά κινήματα και καθαρές συνειδήσεις και ασφαλώς πολλά αντιφατικά πράγματα συνυπάρχουν, όπως η ξενοφοβία ή και κάποια στοιχεία ρατσισμού μαζί με το μίσος προς την άρχουσα τάξη.

Όπως χρειάζεται να τονίσουμε ότι η Αριστερά έπαιξε ένα δευτερεύον αλλά σημαντικό ρόλο σ’ αυτή τη διαμάχη που, βέβαια, καθόλου δεν προβλήθηκε από τα ΜΜΕ. Επίσης σημαντικά αριστερά συνδικάτα πήραν θέση υπέρ του Brexit – όπως των Σιδηροδρομικών ή όπως η Ομοσπονδία των Δημοσίων Υπαλλήλων της Β. Ιρλανδίας (ΝΙΠΣΑ). Αυτό δυστυχώς η ελληνική Αριστερά επέλεξε να τα αγνοήσει…

Όμως πέρα από όλες τις αντιφάσεις που περικλείει, το βρετανικό δημοψήφισμα έχει μια άλλη ποιότητα σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο δημοψήφισμα μέχρι σήμερα. Έχει λειτουργήσει σαν βόμβα στο πολιτικό σκηνικό απειλώντας, ανάμεσα σ’ άλλα, και τη διάσπαση του Εργατικού κόμματος σε ένα αριστερό κι ένα δεξιό.

Η δημιουργία νέων αριστερών σχηματισμών είναι στην ατζέντα της εποχής μας, και σ’ αυτό το δρόμο κινείται κάθε χώρα μέσα από τους δικούς της δρόμους και με βάση τις δικές της ιδιαιτερότητες, ιστορία και παραδόσεις. Η διαδικασία αυτή δεν είναι ομοιόμορφη ούτε είναι μια ευθεία γραμμή – αλλά είναι μια διεργασία διεθνής.

Είναι δεδομένο ότι αυτοί οι σχηματισμοί είναι ρεφορμιστικοί σχηματισμοί κι επομένως σαν τέτοιοι θα τείνουν να επαναλάβουν τα αδιέξοδα στα οποία οδηγήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ. Την ίδια στιγμή όμως αντανακλούν νέα πιο προχωρημένα επίπεδα στην εξέλιξη της ταξικής συνείδησης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, που φυσιολογικά σε πρώτη φάση θα περάσουν μέσα από την εμπειρία του ρεφορμισμού.

Η επαναστατική Αριστερά δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται την εμφάνιση τέτοιων σχηματισμών στο βαθμό που είναι βέβαια διατεθειμένη να παρέμβει στις σχετικές διεργασίες.

Η κρίση της ΕΕ το Brexit και η Ακροδεξιά

Η Αριστερά εμφανίζεται μπερδεμένη ή «παγωμένη» στο θέμα του Brexit. Αυτό εξηγείται εν μέρει από τις αντιφάσεις που αναφέρονται πιο πάνω, αλλά πάνω απ’ όλα και κύρια γιατί το Brexit έδειξε ότι η έξοδος από την ΕΕ αυτή καθ’ εαυτή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη προοδευτικές πολιτικές αλλά αντίθετα, μπορεί να σημαίνει ενίσχυση του εθνικισμού, του ρατσισμού και της Ακροδεξιάς,.

Αυτό, η Αριστερά που θεωρεί πως το κέντρο της πολιτικής της πρότασης πρέπει να είναι η έξοδος από την ΕΕ, οφείλει να το λάβει σοβαρά υπόψη.

Αν προσπαθήσουμε να δούμε τη συνολική εικόνα τότε βλέπουμε πως

α) στη μια χώρα μετά την άλλη, η κρίση της ΕΕ ενισχύει την ακροδεξιά η οποία σε μια σειρά χώρες είναι ή απειλεί να γίνει πρώτη δύναμη, αλλά επίσης πως

β) η έξοδος από την ΕΕ όπως είναι η διαδικασία που άνοιξε το Brexit επίσης μπορεί να ενισχύσει την ακροδεξιά και τους εθνικιστές.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, ποια πρέπει να είναι η πρόταση της Αριστεράς;

Η αριστερή πρόταση

Ξεκινάμε απ’ αυτό που συμφωνεί το σύνολο της Αριστεράς: Οφείλει να προσφέρει πολιτικές προτάσεις που να βγάζουν τη χώρα από την κρίση. Όμως έξοδος από την κρίση χωρίς ανατροπή του καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρξει.

Με άλλα λόγια η απάντηση στην κρίση πρέπει να είναι ένα πρόγραμμα εξόδου από το καπιταλιστικό σύστημα –ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα.

Και, έτσι, το θέμα της εξόδου από την ΕΖ και την ΕΕ πρέπει να είναι ενταγμένο σε ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα, διαφορετικά η Αριστερά έχει λάθος ανάλυση και λάθος μεταβατικό πρόγραμμα.

Σοσιαλιστικό-μεταβατικό πρόγραμμα

Σοσιαλιστικό Πρόγραμμα ασφαλώς σημαίνει Μεταβατικό Πρόγραμμα.

Γιατί «σοσιαλιστικό πρόγραμμα» δεν σημαίνει απλά να μιλά κανείς υπέρ του σοσιαλισμού, και να περιμένει να γίνει κάποτε το «θαύμα»..

Σημαίνει πως όλα τα αιτήματα και οι διεκδικήσεις του κινήματος πρέπει να ξεκινάνε από την καθημερινότητα των προβλημάτων και από το επίπεδο της ταξικής και πολιτικής συνείδησης των λαϊκών στρωμάτων και να κλιμακώνονται με τρόπο που να σπρώχνουν την συνείδηση, πολιτικά, αλλά παράλληλα και τη δράση των εργατικών μαζών προς τον βασικό στόχο, που είναι η κατάληψη της εξουσίας. Αυτή είναι η έννοια του Μεταβατικού Προγράμματος όπως καθιερώθηκε από τους Μπολσεβίκους της εποχής του Λένιν και του Τρότσκι. Το μεταβατικό-σοσιαλιστικό-επαναστατικό πρόγραμμα πρέπει να συνοδεύεται από μια σωστή αντίληψη στο θέμα των Συνεργασιών – αυτό που στη μαρξιστική φιλολογία ονομάζεται Τακτική του Ενιαίου Μετώπου.

Το «ενιαίο μέτωπο»

Το Ενιαίο Μέτωπο (ΕΜ) είναι κάτι απλό στην ιστορία αλλά και στη θεωρία του Μπολσεβικισμού.

Σημαίνει συνεργασία. Συνεργασία όλης της Αριστεράς χωρίς αποκλεισμούς, στη βάση των στόχων που είναι από κοινού συμφωνημένοι. Κοινή δράση, δηλαδή, παρά τις πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές.

Αν οι κοινοί στόχοι είναι για καλύτερους μισθούς και συντάξεις, τότε ΕΜ γι’ αυτά. Αν είναι η αντίσταση στο φασισμό, ΕΜ ενάντια στο φασισμό. Αν είναι η οργάνωση της πάλης σε συνθήκες επαναστατικής κρίσης και δυαδικής εξουσίας, τότε ΕΜ γι’ αυτό – που σημαίνει ένα μαζικό, επαναστατικό ενιαίο εργατικό μέτωπο.

Δυστυχώς στις γραμμές της Αριστεράς το θέμα του «Μετώπου» τείνει να πάρει μεταφυσικές διαστάσεις.

Πολύ μεγάλα τμήματα αν όχι το σύνολο της Αριστεράς μιλούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο όνομα της «αναγκαιότητας του Μετώπου» αλλά μέτωπο, πραγματικό, που να συσπειρώνει σημαντικά τμήματα της Αριστεράς και του μαζικού εργατικού κινήματος δεν υπάρχει πουθενά.

Ένα σοβαρό, καταλυτικό από άποψη μεγέθους ΕΜ, σήμερα, θα ήταν ανάμεσα στο ΚΚΕ τη ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτό με το που αναφέρεται προκαλεί γέλια… με τη δεδομένη συμπεριφορά του ΚΚΕ. Ένα σημαντικό βήμα όμως θα ήταν ανάμεσα στη ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ούτε κι αυτό είναι όμως δυνατό… Το αποτέλεσμα είναι να μιλούν όλοι σχεδόν για μέτωπο αλλά μέτωπο να μην υπάρχει. Κι ο λόγος είναι γιατί κάθε τμήμα της Αριστεράς που μιλά για μέτωπο, εννοεί το δικό του μέτωπο ενάντια στο μέτωπο της άλλης Αριστεράς.

Κι έτσι, δικαιολογημένα, ακούμε συχνά μέσα στα εργατικά στρώματα: Εδώ οι Αριστεροί δεν είναι ικανοί να οργανώσουν μια κοινή πορεία και θα προχωρήσουν σε ευρύτερη κοινή δράση;

Ο «επαναστατικός πόλος»

Η συνεργασία της Αριστεράς (το ΕΜ δηλαδή) όσο απαραίτητη και να είναι, ασφαλώς δεν φτάνει. Οι στόχοι ενός ΕΜ είναι εξ ορισμού περιορισμένοι, καθώς πρόκειται για συνεργασία πάνω σε συγκεκριμένα θέματα (εκτός αν μιλάμε για συνθήκες επαναστατικής κρίσης που το ενιαίο μέτωπο μπορεί να πάρει μαζικά επαναστατικά χαρακτηριστικά).

Χρειάζεται να υπάρχει ο πολιτικός φορέας που να θέτει τα στρατηγικά καθήκοντα για την κοινωνική και πολιτική ανατροπή. Και ο οποίος

  • θα λειτουργεί μέσα στις γραμμές του κινήματος και των μετωπικών συνεργασιών
  • θα κάνει προτάσεις για τα πολιτικά αιτήματα και τις μορφές πάλης των αγώνων
  • θα δείχνει σεβασμό στη δημοκρατία των κινημάτων, χωρίς καπελώματα και τελεσίγραφα
  • θα κάνει προτάσεις στη βάση συγκεκριμένου σχεδίου για την πολιτική και κοινωνική ανατροπή, για την εργατική-λαϊκή εξουσία και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Χρειάζεται με άλλα λόγια ένας φορέας με καθαρούς σοσιαλιστικούς επαναστατικούς στόχους και στρατηγική σε συνδυασμό με την ενωτική προσέγγιση στο θέμα των συνεργασιών. Αυτός ο μαζικός φορέας – κόμμα (που μπορεί να έχει τη μορφή της συνεργασίας συλλογικοτήτων) δεν υπάρχει.

Η ΛΑΕ που έχει την κρίσιμη μάζα απαρνείται τον πιο πάνω πολιτικό στόχο.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ που επίσης έχει την κρίσιμη μάζα αρνείται το Ενιαίο Μέτωπο.

Το ΚΚΕ είναι έτσι κι αλλιώς σε άλλο πλανήτη.

Από τις υπόλοιπες οργανώσεις («ανεξάρτητες» οργανώσεις όπως είναι το «Ξ») δεν υπάρχει κάποια που να έχει την κρίσιμη μάζα που απαιτείται για να μπορεί να προχωρήσει από μόνη της στη συγκρότηση αυτού του φορέα.

Γι’ αυτό το λόγο χρειάζεται η συγκρότηση ενός πόλου – η στενή συνεργασία ενός αριθμού οργανώσεων που να συμφωνούν ότι:

  • Η απάντηση στην κρίση είναι ένα σοσιαλιστικό-επαναστατικό πρόγραμμα – το θέμα της εξόδου από την ΕΖ και την ΕΕ πρέπει να είναι ένα από τα στοιχεία αυτού του προγράμματος αλλά όχι το πρωτεύον.
  • Το Μεταβατικό Πρόγραμμα δεν αποτελεί μετάβαση σε κάποιο κενό, αλλά στην εργατική εξουσία και στη σοσιαλιστική επανάσταση – το «μεταβατικό πρόγραμμα» δεν πρέπει να υποκρύπτει ούτε τον Ρεφορμισμό ούτε τη Θεωρία των Σταδίων
  • Πρέπει να προχωρήσει αποφασιστικά η προσπάθεια συνεργασίας της Αριστεράς (το ενιαίο μέτωπο) και να σταματήσει η γελοιότητα των 6 ή 7 ξεχωριστών συγκεντρώσεων και πορειών για το ίδιο θέμα την ίδια μέρα.

Οι οργανώσεις που συμφωνούν σ’ αυτούς τους βασικούς άξονες οφείλουν να καθίσουν γύρω από το ίδιο τραπέζι και να συντονίσουν το βηματισμό τους, είτε συμμετέχουν στη ΛΑΕ, είτε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ είτε σε κανένα από τους δύο σχηματισμούς όπως αρκετοί από τους παρευρισκόμενους.

Αυτή είναι η πρόταση που εμείς απευθύνουμε σε όλη την Αριστερά που δηλώνει συνεπής στις αρχές του επαναστατικού μαρξισμού και την οποία απευθύνουμε και στη σημερινή συνάντηση.

 

 


Σχετικά άρθρα