Άνθρωπος και περιβάλλον: που οδηγείται ο πλανήτης;

14/03/2016
Comments off
897 Views
Άρθρο της Τζες Σπίαρ,
«Σοσιαλιστική Εναλλακτική», αδελφή οργάνωση του «Ξ» στις ΗΠΑ

Το ανθρώπινο είδος άλλαξε δραστικά τη Γη, αξιοποιώντας τη φύση στην προσπάθειά του να επιβιώσει και να ευημερήσει. Η πορεία αυτής της αλλαγής επιταχύνθηκε δραματικά με την ανάπτυξη της γεωργίας και των ταξικών κοινωνιών, ενώ οι αλλαγές πάνω στον πλανήτη πραγματοποιήθηκαν με μεγάλη ταχύτητα κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης και με τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα της μεταπολεμικής εποχής. Πολλοί πλέον ισχυρίζονται ότι έχουμε εισέλθει σε μια νέα γεωλογική εποχή, μια νέα περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας: την Ανθρωπόκαινο.

Η εμφάνιση του ανθρώπινου είδους στον πλανήτη περίπου ένα εκατομμύριο χρόνια πριν και η δημιουργία της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας πριν από περίπου 50 χρόνια, αποτελούν ένα πολύ μικρό κομμάτι στην, διάρκειας 4,5 δισ. ετών, ιστορία της Γης. Σε κάθε στάδιο ανάπτυξης της ανθρωπότητας έχουμε τροποποιήσει τη φύση και ως εκ τούτου και τη δική μας εξέλιξη, ανοίγοντας το δρόμο για βιολογικές και κοινωνικές αλλαγές. Από την απλή γεωργία μέχρι την εξόρυξη και τη χρήση ορυκτών καυσίμων και πυρηνικών όπλων, η ανάμιξή μας στην πορεία της φύσης, μετατράπηκε από τοπικό σε παγκόσμιο ζήτημα. Χωρίς αμφιβολία, το ανθρώπινο είδος έχει αφήσει το στίγμα του στον πλανήτη.

Σήμερα μπορούμε να ανακαλύψουμε πως έμοιαζε η Γη, ποιο ήταν το σχήμα και η θέση της κάθε ηπείρου καθώς διαχωρίζονταν και ενώνονταν ξανά κάθε 300-500 εκατομμύρια χρόνια, τι είδους πλάσματα ζούσαν στις θάλασσες και την ξηρά, τι είδους φυτά κάλυπταν την επιφάνεια της Γης, αποκωδικοποιώντας τα χημικά και φυσικά ίχνη που άφησε η ύπαρξη τους. Το βασικό συμπέρασμα που βγαίνει από αυτή τη μελέτη είναι ότι η Γη δεν ήταν ποτέ στατική. Ο πλανήτης όπως τον ξέρουμε, ένα σύστημα που αποτελείται από έδαφος, νερό και ατμόσφαιρα σε διαρκείς κύκλους μεταφοράς ενέργειας, ήταν πάντα ένα πεδίο καταστροφών, μαζικών εξαφανίσεων ειδών και κλιματικής αλλαγής.

Η ιστορία της Γης είναι γεμάτη από ριζικές αλλαγές. Παρόλα αυτά, οι επιστήμονες σήμερα κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου σε σχέση με τους ρυθμούς των αλλαγών που συντελούνται στην εποχή μας, σε σύγκριση με αυτούς των προηγούμενων περιόδων της ανθρώπινης ιστορίας.

Οι επιστήμονες που μελετούν το κλίμα επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στους ταχύτατους ρυθμούς με τους οποίους εκλύονται αέρια του θερμοκηπίου, οι βιολόγοι προειδοποιούν για τον αυξανόμενο αριθμό ειδών που εξαφανίζονται, οι ωκεανολόγοι για την αύξηση του επιπέδου των οξέων στις θάλασσες, οι γεωλόγοι για τη συνεχιζόμενη μείωση των θρεπτικών συστατικών της καλλιεργήσιμης γης.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν επιχειρήματα με τα οποία οι επιστήμονες εξηγούν ότι η παραγωγική δραστηριότητα του ανθρώπινου είδους έχει καταστεί αφόρητη για τον πλανήτη. Ο ρυθμός με τον οποίο αυξάνονται οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα είναι κάτι εντελώς πρωτοφανές στην ιστορία της Γης, εδώ και τουλάχιστον 800.000 χρόνια.

Η κλιματική αλλαγή και η οικονομική ύφεση αποτελούν τη διπλή κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Η κρίση αυτή έχει οδηγήσει στην αυξανόμενη παγκόσμια αμφισβήτηση του συστήματος και στην αναζήτηση νέων ιδεών και στρατηγικής διεξόδου από τη μιζέρια και τη δυστυχία, στην αναζήτηση τρόπων να προστατευτούν οι μελλοντικές γενιές. Τα μαζικά κινήματα ενάντια στη λιτότητα αποδεικνύουν ότι οι εργαζόμενοι παγκοσμίως αρνούνται να αποδεχτούν ένα σύστημα που απαιτεί τη δραματική επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου της πλειοψηφίας, προκειμένου να διατηρηθούν τα συμφέροντα του 1% του πληθυσμού του πλανήτη.

Αυτό όμως που δεν είναι καθαρό στη συντριπτική πλειοψηφία όσων αντιστέκονται σε αυτό το σάπιο σύστημα, είναι το πώς και με τι θα το αντικαταστήσουν. Έτσι, η προσπάθεια να υιοθετήσει η εργατική τάξη τη σοσιαλιστική εναλλακτική, αποτελεί ζωτικής σημασίας ζήτημα, αν θέλουμε να παραμείνει ζωντανό το ενδεχόμενο να μετριαστούν οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και να περιοριστούν οι συνέπειές του, που αυξάνονται χρόνο με το χρόνο.

Μόνο ο επιστημονικός σοσιαλισμός μπορεί να εξοπλίσει τους εργαζόμενους με το πρόγραμμα και τη στρατηγική που απαιτούνται, προκειμένου να ανατραπεί το σύστημα του 1% και να μεταφερθεί η εξουσία στο 99% του παγκόσμιου πληθυσμού, με ένα πρόγραμμα ανάπτυξης στο πλαίσιο της διατήρησης της ισορροπίας της φύσης.

Περισσότερη ζέστη, περισσότερα προβλήματα 

Ζούμε σχετικά σύντομη ζωή. Δεδομένου ότι ως προς την κλιματική αλλαγή μιλάμε για εξελίξεις που ξεκίνησαν λιγότερο από έναν αιώνα πριν, η οπτική μας ως προς τις μεγάλες παγκόσμιες μεταβολές είναι σχετικά στενή. Επιπλέον, η έκταση της Γης δε μας επιτρέπει να αντιληφθούμε στο σύνολό τους αλλαγές όπως η αποψίλωση των δασών, η υποχώρηση των πάγων, οι τεράστιες ποσότητες αποβλήτων που έχουν συσσωρευτεί στα θαλάσσια ρεύματα του Ατλαντικού και του Ειρηνικού ωκεανού. Η άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη σχεδόν κατά ένα βαθμό Κελσίου δεν έχει καμία σημασία για κοινωνίες που αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερες, πρακτικές δυσκολίες στην καθημερινότητά τους.

Το γεγονός ότι εξορύσσουμε και χρησιμοποιούμε τον άνθρακα ως καύσιμο σε τεράστιες ποσότητες, τόσο ώστε να αλλάξει η ίδια η χημική σύσταση του αέρα που αναπνέουμε, είναι κάτι που στην καθημερινότητά μας περνά απαρατήρητο. Σήμερα, σε κάθε εκατομμύριο μόρια αέρα περιέχονται 400 μόρια διοξειδίου του άνθρακα, αντί για 280 που περιέχονταν σε προηγούμενες εποχές. Πρόκειται για έναν αριθμό ρεκόρ, που δεν έχει ξαναεμφανιστεί εδώ και περίπου 25 εκατομμύρια χρόνια. Παρόλο που δεν έχουμε τη δυνατότητα να συλλάβουμε την ταχύτητα με την οποία μεταμορφώνεται η ατμόσφαιρα, αν και στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες οι κοινωνίες δε βιώνουν στην καθημερινότητα τους τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της ρύπανσης (επομένως δεν τους απασχολεί σαν πρώτη προτεραιότητα) η αλήθεια είναι ότι πλησιάζουμε σε πολύ επικίνδυνα σημεία.

Οι επιπτώσεις της χρήσης ορυκτών καυσίμων είναι γνωστές εδώ και πολύ καιρό. Ήδη από το 1896, ο Σβάντε Αρρένιους δημοσίευσε μελέτη που περιέγραφε τη διαδικασία με την οποία το διοξείδιο του άνθρακα απορροφά το φως που αντανακλάται από την επιφάνεια της Γης, απαγορεύοντας του να απομακρυνθεί από τον πλανήτη (το φαινόμενο του θερμοκηπίου).

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο Τσαρλς Κήλινγκ ξεκίνησε να μετράει τις συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, έκανε τη συνταρακτική ανακάλυψη ότι οι συγκεντρώσεις του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα δε συνδέονται μόνο με τις εποχιακές αλλαγές που συντελούνται στα φυτά και τη δυνατότητα τους να το απορροφούν, καταλήγοντας στην εκ νέου απελευθέρωση του στην ατμόσφαιρα όταν αυτά αποσυντίθενται. Ανακάλυψε επιπλέον ότι οι συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα αυξάνονται με γρήγορους ρυθμούς κάθε χρόνο. Η ανακάλυψη του, που εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία από τις συνεχιζόμενες μετρήσεις κάθε χρόνο που περνάει από το 1958 και έπειτα, θεωρείται η πρώτη απόδειξη ότι η βιομηχανική δραστηριότητα επηρεάζει την περιεκτικότητα της ατμόσφαιρας σε αέρια του θερμοκηπίου.

Η πρώτη ωστόσο και σημαντικότερη επίπτωση είναι η δραματική και ταχύτατη μείωση των αποθεμάτων πάγου του πλανήτη.

Η αποκάλυψη τον περασμένο χρόνο ότι το στρώμα πάγου της δυτικής Ανταρκτικής έχει αποσταθεροποιηθεί και αναμένεται να αποσπαστεί μέσα στους επόμενους αιώνες θα έπρεπε να είχε προκαλέσει την άμεση αντίδραση των παγκόσμιων ηγετών. Το συγκεκριμένο στρώμα πάγου συγκρατεί τόσο νερό όσο θα μπορούσε να ανεβάσει τη στάθμη της θάλασσας κατά περίπου 3,3 μέτρα και δεν υπάρχει τρόπος να αποτραπεί αυτή η καταστροφή. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε πλέον είναι να προσαρμοστούμε στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας.

Ένα επιπλέον κακό νέο, είναι και οι πάγοι της Γροιλανδίας, που αντιστοιχούν σε ποσότητα νερού ικανή να ανεβάσει τη στάθμη της θάλασσας κατά μισό μέτρο, λιώνουν με γρήγορους ρυθμούς. Αντίστοιχα δραματική μείωση έχουν υποστεί οι πάγοι της Αρκτικής, με τους επιστήμονες να εκτιμούν ότι μέχρι το 2020, κατά τις θερινές περιόδους δε θα υπάρχει καθόλου πάγος στην περιοχή!

Οι παγετώνες και τα στρώματα πάγου της Γης λειτουργούν σαν ένα παγκόσμιο κλιματιστικό, κρατώντας τη θερμοκρασία του πλανήτη χαμηλότερη από ότι θα ήταν χωρίς αυτά, αντανακλώντας το ηλιακό φως.

Η απώλειά τους δεν θα οδηγήσει μόνο στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας, εκτοπίζοντας τους πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους που ζουν σε παραθαλάσσιες περιοχές. Θα εντείνει ακόμη περισσότερο την κλιματική αλλαγή, ενισχύοντας την υπερθέρμανση. Όσο οι πάγοι λιώνουν, η Γη θερμαίνεται, οι πάγοι λιώνουν ταχύτερα και ο κύκλος συνεχίζεται.

Για την πλειοψηφία των κατοίκων του πλανήτη, η κλιματική αλλαγή σημαίνει θερμότερα καλοκαίρια και ακραία καιρικά φαινόμενα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Και βέβαια δε μιλάμε για το μέλλον, κατά το οποίο θα δούμε τη θερμοκρασία του πλανήτη να ανεβαίνει ακόμη περισσότερο και τις ακραίες καιρικές διακυμάνσεις να αυξάνονται, αλλά για την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα.

Το 2015 ήταν η πιο ζεστή χρονιά που καταγράφηκε ποτέ. Έχουμε πλέον αγγίξει τον ένα βαθμό Κελσίου ως προς την άνοδο της παγκόσμιας θερμοκρασίας (σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή).

Αυτή η άνοδος έχει προκαλέσει ακραία κύματα ζέστης, πλημμύρες και άλλα φονικά καιρικά φαινόμενα, που μας υποχρεώνουν να αναγνωρίσουμε ότι η κλιματική αλλαγή δεν είναι μια επιστημονική συζήτηση που αφορά τις επόμενες γενιές. Η κλιματική αλλαγή είναι το παρόν μας.  

Το 2003, ένα σφοδρό κύμα καύσωνα που χτύπησε την Ευρώπη, σκότωσε περίπου 70.000 ανθρώπους. Από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα, τα ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν υπερτριπλασιαστεί και ευθύνονται για τους θανάτους περίπου 60.000 ανθρώπων, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι αν δε ληφθούν μέτρα ανακούφισης των πληγέντων, περίπου 250.000 άνθρωποι θα πεθάνουν από αιτίες που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή ανάμεσα στο 2030 και το 2050.

Όταν αναρωτιόμαστε πως θα μοιάζει το μέλλον του κλίματος της Γης, αυτό που έχει σημασία να έχουμε στο μυαλό μας, είναι ότι η τεράστια γκάμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε σήμερα εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής προέρχεται από μια μικροσκοπική άνοδο της θερμοκρασίας: μόλις ένας βαθμός Κελσίου!

Ας φανταστούμε τις επιπτώσεις πάνω στις ζωές μας και το περιβάλλον που μας περικλείει, στον ίδιο τον πλανήτη σαν σύνολο, αν η θερμοκρασία ανέβει άλλον ένα βαθμό. Αυτό ακριβώς είναι που οι επιστήμονες εκτιμούν ότι θα συμβεί μέχρι το τέλος του αιώνα, αν δε μπει ένα τέλος στις περιβαλλοντικά καταστροφικές πρακτικές των μεγάλων πολυεθνικών.

Καλωσορίσατε στην Ανθρωπόκαινο

Οι μεταβολές που έχει υποστεί ο πλανήτης εξαιτίας της ανθρώπινης δραστηριότητας, από την ατμόσφαιρα μέχρι το βυθό της θάλασσας, είναι τέτοιες, που έχουν οδηγήσει πολλούς από τους επιστήμονες που μελετούν την ιστορία της Γης να πιστεύουν ότι έχουμε εισέλθει σε μια νέα γεωλογική εποχή, την Ανθρωπόκαινο, ή ενδέχεται να βρισκόμαστε σε αυτή εδώ και αιώνες και να μην τον ξέρουμε.

Η πρόταση να προστεθεί μια νέα γεωλογική εποχή δε σημαίνει απλά την προσθήκη ενός ονόματος και τον ορισμό μιας χρονολογικής περιόδου στην 4,5 δισεκατομμυρίων χρόνων ιστορία της Γης από το σχηματισμό του ηλιακού μας συστήματος μέχρι σήμερα. Μια γεωλογική εποχή δεν είναι απλά ένας αριθμός χρονολογιών και ονομάτων. Είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται από τους επιστήμονες για να εξηγηθούν οι αλλαγές που έχουν συμβεί στον πλανήτη από τη γέννησή του μέχρι τις μέρες μας. Οι αιώνες, οι εποχές, οι περίοδοι που την αποτελούν, χαρακτηρίζονται από ραγδαίες αλλαγές σε ολόκληρη τη Γη. Η αποδοχή ή όχι της Ανθρωπόκαινου ως νέας γεωλογικής εποχής εξαρτάται από την απάντηση στο ερώτημα αν η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει επιφέρει αλλαγές τόσο γρήγορες και σημαντικές σε ολόκληρο τον πλανήτη, ώστε να μπορούμε να μιλάμε για κάτι εντελώς διαφορετικό από την προηγούμενη εποχή, την Ολόκαινο, ή την προηγούμενη από αυτή, την Πλειστόκαινο. Με άλλα λόγια, το αν η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει μεταβάλει τον πλανήτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι μεταβολές αυτές να μπορούν να εντοπιστούν στο έδαφος, το νερό και την ατμόσφαιρα από τους μελλοντικούς επιστήμονες.

Οι υποστηρικτές της εισαγωγής της νέας γεωλογικής εποχής δε συμφωνούν για το πότε ξεκίνησε η Ανθρωπόκαινος. Οι τρεις διαφορετικές απόψεις (8.000 χρόνια πριν, κατά την περίοδο της Βιομηχανικής Επανάστασης και το 1945) αποτελούν διαφορετικά ορόσημα του ανθρώπινου πολιτισμού, καθώς το είδος μας ανακάλυπτε και εφάρμοζε στη διάρκεια της ιστορίας του νέες μεθόδους επεμβάσεων πάνω στη φύση, ώστε να ικανοποιήσει τις βασικές του ανάγκες.

Όσοι ισχυρίζονται ότι ξεκίνησε πριν από 8.000 χρόνια, βασίζουν τη θεωρία τους στο γεγονός ότι την εποχή εκείνη οι άνθρωποι άρχισαν να αποψιλώνουν τα δάση προκειμένου να δημιουργηθούν καλλιεργήσιμες εκτάσεις ρυζιού, γεγονός που μετέβαλε την περιεκτικότητα της ατμόσφαιρας σε αέρια του θερμοκηπίου.

Άλλοι ισχυρίζονται ότι η Ανθρωπόκαινος ξεκίνησε κατά τη βιομηχανική επανάσταση, όταν η ευρεία χρήση των ορυκτών καυσίμων άρχισε να επηρεάζει τον πλανήτη, οδηγώντας στα αποτελέσματα που βιώνουμε σήμερα και θα βιώσουμε στο μέλλον.

Τελευταία χρονολογία που προτείνεται είναι το 1945, χρονιά που έλαβε χώρα η πρώτη δοκιμή πυρηνικής βόμβας στην έρημο του Αλαμογκόρντο στο Νέο Μεξικό. Η πρόταση της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής δεν έχει να κάνει με το πόσο επηρέασε τη Γη η δοκιμή σαν τέτοια (αν και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι επιστήμονες προειδοποιούσαν για τους κινδύνους που έκρυβαν τα πυρηνικά όπλα και το ενδεχόμενο ενός πυρηνικού πολέμου). Η χρονολογία προτείνεται επειδή τα πυρηνικά όπλα αφήνουν ένα παγκόσμιο «αποτύπωμα» που μπορεί εύκολα να μετρηθεί και να γίνει αισθητό και επιπλέον επειδή η ανακάλυψη και η χρήση της ατομικής βόμβας σηματοδοτεί την άνοδο του αμερικάνικου καπιταλισμού.

Αντίθετα με τις αλλαγές που συντελέστηκαν κατά τη μετάβαση από τη μια στην άλλη γεωλογική εποχή κατά το παρελθόν, οι σημερινές προτάσεις των επιστημόνων έχουν πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Το γεγονός ότι προτείνεται η εισαγωγή μιας νέας γεωλογικής περιόδου, που καθορίζεται από τις μεταβολές που έχει προκαλέσει στη Γη η ανθρώπινη δραστηριότητα, είναι για πολλούς περιβαλλοντολόγους επαρκής απόδειξη ότι το είδος μας αλλάζει δραστικά τον πλανήτη.

Από την πλευρά της, η Αριστερά απαντάει στη συζήτηση με ένα μείγμα σύγχυσης και ανακατέματος των επιστημονικών επιχειρημάτων με αυτά που θεωρούνται πολιτικά αποδεκτά.

Κάποιοι αντικαπιταλιστές θεωρούν εντελώς λανθασμένη κίνηση την καθιέρωση της νέας γεωλογικής εποχής. Ισχυρίζονται, ότι εφόσον η θεωρία αυτή βασίζεται στο ρόλο του ανθρώπου, καθιστώντας τον υπεύθυνο για τις αλλαγές ολόκληρο το ανθρώπινο είδος, αποκρύπτεται η πραγματική αιτία των αλλαγών που διαδραματίζονται: ο καπιταλισμός. 

Για άλλους, ιδιαίτερα για ένα τμήμα των «Πράσινων» η θεωρία της Ανθρωπόκαινου αποτελεί την απόδειξη ότι η ανθρωπότητα είναι στο μεγαλύτερο τμήμα της εγωπαθής –πως τολμάνε κάποιοι να δίνουν σε μια γεωλογική εποχή το όνομα του ανθρώπου– και ισχυρίζονται ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι ο ανθρώπινος πολιτισμός, όχι ο ίδιος ο άνθρωπος.

Αυτά τα επιχειρήματα είναι αποτέλεσμα της έλλειψης ή της κακής κατανόησης του πως η ανθρωπότητα και η ανθρώπινη κοινωνία αναπτύχθηκαν εδώ και ένα εκατομμύριο χρόνια. Μόνο η ανάλυση της ανθρώπινης ιστορίας και προϊστορίας με βάση τον ιστορικό υλισμό μπορεί να μας δώσει το κλειδί για ένα βιώσιμο μέλλον.

Η αλλαγή είναι μια διαρκής διαδικασία

«Η ιστορία μπορεί να διαβαστεί από δύο πλευρές: μπορεί να διαχωριστεί στην ιστορία της φύσης και στην ιστορία του ανθρώπου. Ωστόσο οι δύο αυτές πλευρές δεν μπορούν να μελετηθούν ως ανεξάρτητες ενότητες. Από την εμφάνιση του ανθρώπινου είδους στη Γη, ο άνθρωπος και η φύση αλληλεπιδρούν»

έγραφαν ο Κ. Μαρξ και ο Φ. Ένγκκελς στη «Γερμανική Ιδεολογία» του 1846.

Στον αντίποδα αυτής της λογικής, πολλοί από αυτούς που προέρχονται από το περιβαλλοντικό κίνημα θεωρούν ότι είναι αδύνατο να αλληλεπιδράσουμε με τη φύση χωρίς να της προκαλέσουμε βλάβες, γιατί το ανθρώπινο είδος είναι κάτι διαφορετικό από τη φύση. Αυτή η αντίληψη παρουσιάζεται στο έργο ενός βασικού στελέχους του περιβαλλοντικού κινήματος και ιδρυτή της περιβαλλοντικής οργάνωσης «350.org», Μπιλ Μακ Κίμπεν «Το τέλος της φύσης» (1989).

Όπως και το βιβλίο της Ρέιτσελ Κάρσον «Σιωπηλή Άνοιξη» (1962) το βιβλίο του Μακ Κίμπεν είναι από τα πρώτα έργα που προειδοποιούν την ανθρωπότητα για τους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής. Δεν αναφέρεται μόνο στο ζήτημα της ρύπανσης και των αερίων του θερμοκηπίου, αλλά αναπτύσσει τη θεωρία ότι η ανθρωπότητα έχει καταστρέψει τη φύση. Ισχυρίζεται ότι έχουμε αλλοιώσει τη χημική σύσταση της ατμόσφαιρας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην υπάρχει κανένα μέρος πάνω στη Γη που να έχει μείνει ανεπηρέαστο.  

Ωστόσο αυτή η διαφοροποίηση του ανθρώπου από τη φύση είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο, ένα προϊόν της εποχής του καπιταλισμού, ο οποίος συνδυάζει τη μισθωτή εργασία με την απομύζηση των προϊόντων της κοινωνικής παραγωγής από το ιδιωτικό κεφάλαιο, διαχωρίζοντας τον άνθρωπο από τη γη, πάνω στην οποία δούλευε για να επιβιώσει. Μέχρι τότε, η ανθρώπινη ύπαρξη εξαρτιόταν κατά κύριο λόγο από τη σύνδεσή της με τη φύση. Η ανθρωπότητα μάθαινε και αξιοποιούσε τη γνώση για τις εποχιακές αλλαγές και τις βίωνε σαν κομμάτι της ύπαρξης της, ακόμη κι αν δεν μπορούσε να κατανοήσει το μηχανισμό που τις κινούσε. Όπως εξηγούσε ο Μαρξ:

«ο άνθρωπος ζει από τη φύση, η φύση είναι το σώμα του και πρέπει να συνεχίσει το συνεχή διάλογο μαζί της αν δε θέλει να πεθάνει».

Η αντίληψη, έτσι, ότι δεν αποτελούμε τμήμα της φύσης είναι πρόσφατη και συνδέεται με την ανάπτυξη του καπιταλισμού.

Παράλληλα, η θεωρία ότι η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία είναι η πηγή του προβλήματος και πως, γι’ αυτό, πρέπει να επιστρέψουμε σε μορφές επιβίωσης που να στηρίζονται στην απευθείας εξάρτηση μας από τη φύση, είναι υπερβολικά απλουστευτική και ανιστορική.

Απομονώνει τον ανθρώπινο πολιτισμό από την ιστορία του είδους μας και υπολογίζει τα αποτελέσματα του κοιτώντας μόνο την επιδείνωση που έχει επιφέρει σε σχέση με προηγούμενες εποχές. Μετράει όμως μόνο τις αλλαγές που έγιναν πάνω στη φύση και όχι στην ανθρώπινη ζωή, αφού αν κοιτάξει κανείς το θέμα από διαφορετική σκοπιά, θα δει ότι τις εποχές που η ανθρωπότητα επιβίωνε αποκλειστικά χάρη στην εξάρτηση της από τη φύση, πέθαινε από μια σειρά ασθένειες που σήμερα προλαμβάνονται και θεραπεύονται. Επιπλέον, αγνοεί το γεγονός ότι οι δραματικές μεταβολές στη φύση δεν ξεκίνησαν στη σύγχρονη εποχή. Από τότε που υπάρχουν πλωτά μέσα μεταφοράς (εδώ και πάνω από 10.000 χρόνια) και οι άνθρωποι ταξίδευαν αρχικά για να βρουν τροφή, αργότερα για να κατακτήσουν νέες περιοχές ή να αναζητήσουν τόπους θρησκευτικής ελευθερίας, έχουν σε πάρα πολλές περιπτώσεις, άλλοτε εν αγνοία και άλλοτε εν γνώσει τους, μεταφέρει είδη από το ένα μέρος της Γης στο άλλο. Έτσι, αλλοίωσαν δραστικά τα οικοσυστήματα του πλανήτη, επιτρέποντας σε άλλα είδη να αναπτυχθούν και να ευδοκιμήσουν σε νέα περιβάλλοντα και οδηγώντας άλλα σε εξαφάνιση. Οι υποστηρικτές της θεωρίας ότι η Ανθρωπόκαινος ξεκινάει πριν από 8.000 χρόνια, θα προσέθεταν ότι η ίδια η υιοθέτηση της γεωργίας μετά την τελευταία εποχή των παγετώνων, έφερε την πρώτη δραστική μεταβολή στη χημική σύσταση της ατμόσφαιρας, απόδειξη ότι η ανθρώπινη παρουσία μεταβάλλει τον πλανήτη εδώ και χιλιετίες.

Επιπλέον, δεν είμαστε το μοναδικό είδος που έχει επιφέρει μεταβολές στον πλανήτη. Για να δώσουμε ένα τραβηγμένο παράδειγμα, πριν από 2,7 δισεκατομμύρια χρόνια, εμφανίστηκαν τα κυανοβακτήρια και έγιναν ο πρώτος οργανισμός στη Γη που παράγει οξυγόνο σαν υποπροϊόν της φωτοσύνθεσης.

Πριν αναπτυχθούν και αρχίσουν να εκλύουν το οξυγόνο που παρήγαγαν, στην ουσία η ατμόσφαιρα του πλανήτη δεν περιείχε καθόλου οξυγόνο. Χωρίς τα κυανοβακτήρια δεν θα υπήρχαμε.

Η αλληλεπίδραση με τη φύση είναι αδύνατο να μην περιλαμβάνει αλλαγές. Οι ζωντανοί οργανισμοί ανταλλάσσουν συστατικά με τη γη προκειμένου να ζήσουν, ως εκ τούτου επηρεάζουν το περιβάλλον, την ίδια τους την εξέλιξη, όπως και άλλους οργανισμούς. Όπως γράφουν στο έργο «Ο Διαλεκτικός Βιολόγος» (1985) ο Ρ. Λέβινς και ο Ρ. Λεβοντίν «το περιβάλλον και ο οργανισμός καθορίζουν το ένα το άλλο». Αν όμως όλα τα είδη επηρεάζουν τη φύση με κάποιο τρόπο, είναι το ανθρώπινο είδος, με τον αυξανόμενο πληθυσμό και την ακραία βιομηχανική του δράση προορισμένο να παίξει το ρόλο του μόνιμου καταστροφέα της φύσης;

Αυτό που μας διαχωρίζει από τα κυανοβακτήρια και τους υπόλοιπους οργανισμούς, είναι η ικανότητα μας να αντιλαμβανόμαστε την επίδραση που έχει η παρουσία μας στον πλανήτη (το γεγονός ότι αυτή έχει αρνητικές επιπτώσεις σε βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο) αλλά και οι αποφάσεις που μπορούμε να πάρουμε προκειμένου να αλλάξουμε την πορεία της ιστορίας. Η εργασία δεν είναι μόνο πηγή πλούτου. Είναι αυτό που δημιούργησε τη συνειδητή σκέψη και το συνειδητό σχεδιασμό της ανθρωπότητας και τη συσσώρευση της γνώσης.

Η εφεύρεση των εργαλείων και μαζί με αυτή η ανάπτυξη του εγκεφάλου, η κοινωνική δραστηριότητα του κυνηγιού, η δημιουργία της γλώσσας, μας έβαλαν στο δρόμο της μετατροπής από τροφοσυλλέκτες σε παραγωγούς τροφής. Η μετατροπή αυτή αποτελεί τη βάση της ταξικής κοινωνίας, του πολιτισμού και της επιστημονικής κατανόησης. Εν ολίγοις, όλη η ιστορία του ανθρώπινου είδους έχει τις ρίζες της στην οργάνωση της εργασίας και των τεχνικών της, με τις ακόλουθες αλλαγές στον πολιτισμό, την κοινωνία και το περιβάλλον.

Όταν ο καπιταλισμός αντικατέστησε τη φεουδαρχία, ξεκίνησε η μακρά διαδικασία απομάκρυνσης ακόμη μεγαλύτερων τμημάτων του ανθρώπινου πληθυσμού από τη γη και την καλλιέργεια της, με προορισμό τις πόλεις και τα εργοστάσια. Με τον τρόπο αυτό μεταβλήθηκε σημαντικά η αντίληψη μας για τη φύση και τη σχέση μας με αυτή. Σταματήσαμε να βλέπουμε τους εαυτούς μας σαν κομμάτι της.

Για τους καπιταλιστές η φύση αποτέλεσε πηγή ανυπολόγιστου πλούτου, που σε συνδυασμό με την ανθρώπινη εργασία μπορούσε να επιφέρει τεράστια κέρδη. Για την εργατική τάξη, την οποία δημιουργούσε ο καπιταλισμός, από την άλλη, η αποξένωση της από τη φύση την έκανε να βλέπει το ξεζούμισμα των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Γης, τη ρύπανση των ποταμών και τους μαύρους ουρανούς πάνω από τα αστικά κέντρα σαν μια προσβολή, σαν την καταστροφή όμορφων τοπίων. Κάθε λεπτό που περνούσε, όσο η ανθρώπινη κοινωνία κινούνταν από την αγροτική προς τη βιομηχανική επανάσταση, η αντίληψη μας για τη φύση και τη σχέση μας με αυτή μεταβαλλόταν.

Η μάχη για ένα σοσιαλιστικό μέλλον

«Δεν επιδιώκουμε απλά τη βελτίωση της σημερινής κοινωνίας, αλλά την εγκαθίδρυση μιας νέας»

εξηγούσε ο Ένγκελς, όπως αναφέρει ο Τζον Γκρην στο πρόσφατο έργο του «Μια Επαναστατική ζωή» (2008).

Ο καπιταλισμός έχει προ πολλού εξαντλήσει τη χρησιμότητά του για την ανθρωπότητα. Καταστρέφει το περιβάλλον, διαταράσσει το κλίμα, οδηγεί δισεκατομμύρια ανθρώπους σε έναν αργό θάνατο από την πείνα. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί σοβαρά ότι ένα σύστημα που βασίζεται στο κέρδος θα λύσει το πρόβλημα πάνω στο οποίο στηρίζει την επιβίωση του – το πρόβλημα αυτό δεν είναι άλλο από το κέρδος. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να μας δώσει τα μέσα να επαναφέρουμε τη φυσική ισορροπία, γιατί δεν υπολογίζει την αξία της φύσης.

Ωστόσο, δεν μπορούμε όπως προτείνουν ορισμένοι να πετάξουμε στα σκουπίδια όλο το σύγχρονο πολιτισμό, μαζί με τον τεράστιο πλούτο, την τεχνολογία και τους πόρους που ανέπτυξε ο καπιταλισμός. Γιατί μαζί με την περιβαλλοντική καταστροφή, το ίδιο το σύστημα έχει δημιουργήσει τις δυνατότητες για το χτίσιμο ενός βιώσιμου μέλλοντος.

Όταν ο καπιταλισμός θριάμβευσε επί της φεουδαρχίας, απελευθέρωσε την επιστήμη από τα δεσμά της θρησκείας που προσπαθούσε να καταπνίξει κάθε νέα ανακάλυψη και αμφισβήτησε την κυριαρχία της. Επιπλέον, η ανάπτυξη νέων τεχνικών, η μαζική παραγωγή, η εξειδίκευση της εργασίας, ο νέος εξοπλισμός, απαίτησαν μεγάλα βήματα στον τομέα της επιστήμης. Παρά το γεγονός ότι η επένδυση στην επιστημονική έρευνα γίνεται με βασικό στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους, στη σημερινή εποχή η άρχουσα τάξη δεν μπορεί να συγκρατήσει την πρόοδο της επιστήμης, ακόμη κι όταν οι νέες ανακαλύψεις αμφισβητούν την παντοδυναμία της. Είτε πρόκειται για πλαστικό φτιαγμένο από τη φλούδα της μπανάνας, είτε για αυτοκινητόδρομους από φωτοβολταϊκά, η επιστήμη δίνει απαντήσεις στα περιβαλλοντικά και τα κοινωνικά προβλήματα, αλλά και στα επιχειρήματα όσων επιμένουν ότι τα ορυκτά καύσιμα είναι απαραίτητα.

Εξάλλου ο ίδιος ο καπιταλισμός δημιούργησε τη δύναμη που μπορεί να απελευθερώσει την ανθρωπότητα: την εργατική τάξη. Την ώρα που οδήγησε τους ανθρώπους μακριά από τη γη και στα μεγάλα αστικά κέντρα για να γίνουν εργάτες, έβαλε σε λειτουργία τη δύναμη που έχει ως κοινό συμφέρον, αλλά και ως δυνατότητα να τον ανατρέψει και να δημιουργήσει μια κοινωνία που θα λειτουργεί προς όφελος της πλειοψηφίας. Σε ολόκληρο τον πλανήτη βλέπουμε τους εργαζόμενους να ξεσηκώνονται και να απαιτούν αλλαγή, αφού ο καπιταλισμός, όχι μόνο εμποδίζει τη μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά αρνείται να επενδύσει στην ίδια την κοινωνία.

Το κυνήγι του κέρδους συνεπάγεται πως κάθε μεγάλη εταιρεία ή μικρή επιχείρηση διεκδικεί ένα κομμάτι της αγοράς συμπιέζοντας τους μισθούς και τα επιδόματα. Το κεφάλαιο απειλεί και εκβιάζει με οικονομικό σαμποτάζ προκειμένου να κερδίζει φοροαπαλλαγές και άλλα οφέλη. Ο καπιταλισμός σήμερα δεν είναι σε θέση να παράγει αρκετά, ώστε να δώσει και στους εργαζόμενους ένα μέρος του κέρδους όπως γινόταν σε παλιότερες εποχές οικονομικής ανάπτυξης, πχ στις πρώτες δεκαετίες μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο. Οι άρχουσες τάξεις παγκόσμια δεν έχουν ιδέα για το πώς θα μπορέσουν να αποκαταστήσουν επαρκώς ψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης – πολύ περισσότερο καθώς είναι και υπερχρεωμένες, με τα τεράστια δημόσια χρέη που συσσωρεύτηκαν, ιδιαίτερα μετά την τελευταία διεθνή οικονομική κρίση και που πρέπει να ξοφληθούν.

Κινήματα ενάντια στη λιτότητα, από την Ισπανία μέχρι την Ιρλανδία και την ηρωική ελληνική εργατική τάξη, αρνούνται να αποδεχτούν τη μοίρα τους. Διαμαρτυρίες ενάντια στις νέες εμπορικές συμφωνίες όπως η TTIP (Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων) δείχνουν καθαρά ότι οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται πως οι μεγάλες επιχειρήσεις προσπαθούν να ενσωματώσουν την κυριαρχία τους στην παγκόσμια νομοθεσία, αγνοώντας τις ανάγκες των ανθρώπων και του πλανήτη.

Η ανατροπή του συστήματος που βασίζεται στην εκμετάλλευση όλων μας, που μας έχει απομακρύνει από τη φύση και μας οδηγεί σε ένα μη βιώσιμο μέλλον, ξεκινά πρώτα απ’ όλα από την απόρριψη των ιδεών του. Αν περιορίσουμε την ουσία της ύπαρξης της ανθρωπότητας, ξεχάσουμε ποια ήταν στο παρελθόν και κυρίως αν δεν καταλάβουμε το πόσο και πως έχει αλλάξει από το τότε στο τώρα, απορρίπτουμε την αντίληψη ότι έχουμε εξελιχθεί ως είδος και εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στη διαδικασία της εξέλιξης.

Είτε δεχτούμε την πρώτη, είτε την τελευταία χρονολογία για την έναρξη της Ανθρωπόκαινου, ο πλανήτης κατά τη διάρκειά της βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκών μεταβολών. Το πέρασμα της κοινωνίας μας από το στάδιο του κυνηγού – τροφοσυλέκτη στη σύγχρονη βιομηχανική εποχή είχε ως συνακόλουθο τη διαρκή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Η ανθρωπότητα σήμερα, με όλη τη συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία των προηγούμενων γενιών, έχει πλέον τη δυνατότητα να ξεφύγει από τη μετά βίας επιβίωση στην πραγματική ζωή.

Οι τεράστιες δυνάμεις της τεχνολογίας, του πλούτου και της ανθρώπινης δημιουργικότητας μπορούν να συνδυαστούν και να αξιοποιηθούν στην κατεύθυνση του τερματισμού του αναίτιου πόνου, της ανόδου του βιοτικού επιπέδου παγκοσμίως και της επαναφοράς της οικολογικής ισορροπίας.

Αν αξιοποιήσουμε αυτές τις δυνατότητες μπορούμε να αποκτήσουμε τον έλεγχο πάνω στις αλλαγές που συντελούνται σήμερα και θα συντελεστούν στο μέλλον. Αυτό το όραμα έχει τη δυνατότητα να ενώσει την εργατική τάξη και να την οδηγήσει στον ιστορικό της στόχο, την ανατροπή του καπιταλισμού. Βρισκόμαστε στην άκρη του γκρεμού. Μπορούμε να αποφασίσουμε αν θα γλιστρήσουμε, ελπίζοντας ότι ο καπιταλισμός θα ανακαλύψει έναν επικερδή τρόπο με τον οποίο θα κατασκευάσει ένα δίχτυ ασφαλείας, ή αν θα βρούμε τα κατάλληλα εργαλεία, την τεχνολογία, τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, για να χτίσουμε τη γέφυρα προς ένα σοσιαλιστικό μέλλον.