Ανάλυση για τις εκλογές: Η «συντηρητική στροφή» και το πρόβλημα της Αριστεράς

Καθαρή νίκη της ΝΔ και καθαρή ήττα του ΣΥΡΙΖΑ είναι τα κεντρικά στοιχεία των εκλογών της 26ης Μάη που καθορίζουν και τις πολιτικές εξελίξεις μέχρι τις εθνικές εκλογές που προκηρύχθηκαν για τον επόμενο μήνα. Η ψηλή αποχή -πάνω από 40%- έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο αποτέλεσμα. Στασιμότητα για ΚΙΝΑΛ και ΚΚΕ, συντριβή για την ΛΑΕ και στασιμότητα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Πολύ σημαντική ήττα για τη Χρυσή Αυγή. Ανακουφιστική αίσθηση για πολύ κόσμο η άνοδος για το κόμμα του Βαρουφάκη και δυσάρεστη για το κόμμα του Βελόπουλου.

ΝΔ

Σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να δούμε και τη νίκη της ΝΔ και του Μητσοτάκη. Το 33,2% είναι μεγάλη ποσοστιαία άνοδος και σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές (22,7%) και σε σχέση με τις βουλευτικές του 2015 (28%). Επίσης επικράτησε συντριπτικά στη μάχη για τις περιφέρειες και φαίνεται να κερδίζει και τους μεγαλύτερους δήμους της ηπειρωτικής Ελλάδας (πλην της Πάτρας).

Είναι μια καθαρή νίκη που τοποθετεί αυτόματα τη ΝΔ στην πρώτη θέση στις επερχόμενες εκλογές και της δίνει τη δυνατότητα να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Συσπείρωσε τους παραδοσιακούς της ψηφοφόρους, βγήκε πρώτη στους νέους, σε ιδιωτικούς και δημόσιους υπαλλήλους. Τα ποσοστά της φαίνονται εντυπωσιακά αλλά η προεκλογική της εκστρατεία, οι άμαζες συγκεντρώσεις της και κυρίως η ανάλυση των exit polls δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Οι μετακινήσεις ψήφων από όλα τα κόμματα προς τη ΝΔ δείχνουν πιο καθαρά ότι έγινε ο βασικός αποδέκτης διαμαρτυρίας απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ. Η επικράτησή της δεν είναι ένδειξη αποδοχής και συμφωνίας με το πρόγραμμά της αλλά ότι καρπώνεται τη διάθεση πλατιών στρωμάτων της κοινωνίας να τιμωρήσουν το ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό θα φανεί από την αμέσως επόμενη μέρα όταν ο Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός θα προσπαθήσει να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, κάτι το οποίο δεν θα είναι τόσο εύκολο όσο το να εκλεγεί.

Ο ΣΥΡΙΖΑ

Η άμεση προκήρυξη εθνικών εκλογών από τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα το ίδιο το βράδυ των εκλογών αποτυπώνει από μόνη της το μέγεθος της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ σε κάθε επίπεδο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ (23,77%) χάνει με 9,5% διαφορά από τη ΝΔ (33,24%) που είναι η μεγαλύτερη διαφορά που έχει υπάρξει μεταξύ των δύο πρώτων κομμάτων σε Ευρωεκλογές. Ταυτόχρονα κερδίζει μόλις μία περιφέρεια (αυτή της Κρήτης) όπου στήριζε από κοινού με το ΚΙΝΑΛ υποψήφιο, φαίνεται να χάνει την πιο σημαντική περιφέρεια, αυτή της Αττικής με τα ποσοστά της Δούρου κάτω από 20% και δεν διεκδικεί κανέναν από τους μεγάλους δήμους. Πρόκειται για μια συντριβή που επιβεβαιώνει τον κανόνα που θέλει τα κόμματα που εφαρμόζουν μνημόνια και πολιτικές λιτότητας να αποδοκιμάζονται στις κάλπες.

Και εκεί βρίσκεται η ουσία της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ:  Ο ΣΥΡΙΖΑ συνετρίβη γιατί ήταν το κόμμα που εφάρμοσε μνημόνια όπως έκαναν και οι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ πριν από αυτόν. Γιατί στα μάτια των πλατιών λαϊκών στρωμάτων έγινε «μια από τα ίδια», άλλαξε στρατόπεδο. Οι ίδιες οι πιο ταξικές περιοχές του εκλογικού χάρτη εξάλλου που μέχρι τώρα τροφοδοτούσαν το ΣΥΡΙΖΑ σε αυτές τις εκλογές τον εγκατέλειψαν.

Ποιος έβγαλε το Μητσοτάκη;

Την επόμενη των εκλογών στο κύριο άρθρο της Αυγής η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ αποδίδεται «όχι στη στρατηγική του, γιατί αυτή ήταν σωστή, αλλά στην τακτική του και την επικοινωνιακή αξιοπιστία του».

Αυτή είναι η επιβεβαίωση της ταχύτατης και μη αναστρέψιμης πορείας του ΣΥΡΙΖΑ προς την αγκαλιά της άρχουσας τάξης. Η νέα γραμμή που διαμορφώνεται μετά την ήττα δεν αμφισβητεί την υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ στις μνημονιακές πολιτικές αλλά την αποδίδει σε «τακτικές επιλογές» και «επικοινωνιακούς» λόγους. Μια σειρά στελέχη επίσης, κυρίως στα κοινωνικά δίκτυα, που αποτυπώνουν πλέον τη βασική γραμμή του κόμματος, τείνουν να κατηγορήσουν τους ίδιους τους ψηφοφόρους που «δεν κατάλαβαν» την ανωτερότητα του Τσίπρα ή τη σκληρότητα των πολιτικών του Μητσοτάκη για 7ήμερη εργασία κλπ. Πιο χυδαίος απ’ όλους ο Κώστας Βαξεβάνης, που κατηγορεί τα λαϊκά στρώματα ώς «θύματα που έχουν σχέσεις αλληλεξάρτησης με τον θύτη». Τα πράγματα όμως είναι απλά. Και σε αυτό ο γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας ήταν πολύ εύστοχος όταν δήλωσε ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ επέτρεψε σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ να εμφανίζονται δικαιωμένοι για το προηγούμενο αντιλαϊκό τους έργο. Στην ουσία τους έδωσε συγχωροχάρτι». Αυτή είναι η πραγματικότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι πολιτικές του έδωσαν στον Μητσοτάκη αυτά τα ποσοστά και του ανοίγουν το δρόμο για την εξουσία.

Το ΚΙΝΑΛ κράτησε τις δυνάμεις του χωρίς τίποτα αξιοσημείωτο, εκτός ίσως από την αξιοπρεπή καταγραφή του στο επίπεδο των δημοτικών εκλογών όπου ο μηχανισμός του παλιού ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να υφίσταται και να επιβιώνει.

ΚΚΕ

Το ΚΚΕ εμφανίζεται ξανά ικανοποιημένο που κράτησε τις δυνάμεις του με ποσοστό 5,4%. Στην ουσία η στασιμότητα του ΚΚΕ δείχνει ξεκάθαρα την αδυναμία του να παίξει ρόλο στις εξελίξεις. Πέρα από το ότι αποδεικνύεται ανήμπορο για άλλη μια φορά να επωφεληθεί από τη μαζική δυσαρέσκεια που προκαλούν τα κόμματα του συστήματος, οι ψήφοι του είναι λιγότεροι από τις προηγούμενες ευρωεκλογές. Το 2014 είχε πάρει 349.342 και ποσοστό 6,11%. Τώρα φαίνεται να παίρνει λιγότερες από 300.000 ψήφους που σημαίνει απώλεια 50.000 ψήφων, στα ίδια δηλαδή με τις εκλογές του Σεπτέμβρη του ‘15.

Αλλά και στις δημοτικές εκλογές τα πράγματα δεν πήγαν καλά για το ΚΚΕ. Στις πρώτες του δηλώσεις ο γενικός γραμματέας του κόμματος φάνηκε ικανοποιημένος από το γεγονός ότι οι 5 δήμαρχοι του ΚΚΕ ξαναμπαίνουν στο δεύτερο γύρο (πρόκειται για τους δημάρχους Πάτρας, Χαϊδαρίου, Πετρούπολης, Καισαριανής και Ικαρίας). Αν εξαιρέσει κανείς όμως το όντως εντυπωσιακό ποσοστό του Πελετίδη στην Πάτρα (40%) φαίνεται πολύ δύσκολο να μην μειωθούν οι δήμαρχοι του ΚΚΕ τη δεύτερη Κυριακή και από 5 να γίνουν 4 ή 3 ή 2, μια και τα πράγματα είναι μάλλον πολύ οριακά έως πολύ δύσκολα για τους 4 υπόλοιπους Δημάρχους του (Σταμούλης, Σελέκος, Σίμος, Σταμέλος).

ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Αν για το ΣΥΡΙΖΑ ήταν συντριβή αυτές οι εκλογές, για τα μέτωπα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Η ΛΑΕ του 2,86% εθνικές εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 κατέρρευσε, οριστικά μάλλον, στο 0,56%. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με λίγες χιλιάδες παραπάνω ψήφους, κινήθηκε στο 0,64% από το 0,72% των προηγούμενων εκλογών. Χάνει μάλιστα πάνω από 5.000 ψήφους σε σχέση με το 2014 και πάνω από 10.000 σε σχέση με τις βουλευτικές του Σεπτέμβρη του 2015.

Έχουμε ξανά και ξανά γράψει για την κρίση που αντιμετωπίζουν τα δύο μέτωπα Αριστεράς (ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ) τα οποία, παρά τις διαφορές μας, δεν διστάσαμε να στηρίξουμε σε εκλογικές μάχες, κινηματικές διαδικασίες, κλπ. Αλλά κοιτάζοντας τις μετεκλογικές ανακοινώσεις, δηλώσεις στελεχών και την αρθρογραφία αυτού του χώρου δεν ξέρει κανείς πραγματικά τι είναι πιο καταθλιπτικό: τα ποσοστά ή οι ανακοινώσεις τους;

Η ΛΑΕ από τους 155.000 ψήφους φτάνει δε φτάνει στις 30.000. Μήνες τώρα μας «πληροφορούσε» η ΙΣΚΡΑ (ιστοσελίδα του Αριστερού Ρεύματος) για τις «μυστικές δημοσκοπήσεις» που την έδειχναν ως μεγάλη έκπληξη των εκλογών. Ακόμα και την Κυριακή το βράδυ, πάλι η ΙΣΚΡΑ, μας καλούσε να ρίξουμε ΛΑΕ επειδή υποτίθεται «μόλις λίγες ψήφοι έλειπαν» για να μπει στην Ευρωβουλή! Και μετά έρχεται το αποτέλεσμα. Και αυτό που βρίσκει να πει ο Παναγιώτης Λαφαζάνης την επόμενη των εκλογών, είναι ότι αναλαμβάνει μεν την ευθύνη, ότι πρέπει «να επανεξετάσουμε την πορεία μας», αλλά ότι υπάρχει συντηρητική στροφή της κοινωνίας. Με λίγα λόγια, φταίει η «αντικειμενική κατάσταση»… Ακόμα χειρότερα, σε άρθρο τους την επομένη των εκλογών, με μια εντελώς εκτός πραγματικότητας ανάλυση σε αλαζονικό ύφος, μας πληροφορούν ότι «οι τράπεζες πανηγυρίζουν για την ήττα της ΛΑΕ» και ούτε λίγο ούτε πολύ ότι αν οι πολίτες δεν στηρίξουν τη ΛΑΕ θα χάσουν το σπίτι τους.

Η δε ανακοίνωση του γραφείου τύπου του ΝΑΡ αποδίδει και αυτή στη «συντηρητική στροφή» το αποτέλεσμα. Λέει ότι όντως «πρέπει να κάνουμε αυτοκριτική», χωρίς να την κάνει φυσικά, αλλά τελικά δίνει την αίσθηση ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα:

«Η αντικαπιταλιστική αριστερά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ… έδωσαν μια δύσκολη μάχη …..με την ανάπτυξη/διεύρυνση της παρέμβασής της σε περισσότερους δήμους, με πλήρη ψηφοδέλτια σε 12 περιφέρειες εκλέγει, σχεδόν παντού όπου κατέβηκε, περιφερειακούς και δημοτικούς συμβούλους, περισσότερους από κάθε άλλη φορά. Χωρίς καμιά υποτίμηση για τον συνολικό κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό, η αντικαπιταλιστική αριστερά αποτελεί ένα υπαρκτό, μάχιμο και πολιτικά υπολογίσιμο ρεύμα με ποσοστά της τάξης του 1,5-2% στις περιφέρειες, του 2-4 % στους δήμους όπου κατέβασε ψηφοδέλτια και του 0,7% των Ευρωεκλογών, που είναι ίδιο με το ποσοστό του 2014.»

Πρόκειται καταρχήν για μια ωραιοποίηση της κατάστασης. Παρουσιάζονται οι επιπλέον δημοτικοί σύμβουλοι όχι ως αποτέλεσμα της απλής αναλογικής αλλά ως «ανάπτυξη/διεύρυνση της παρέμβασής μας». Και δεν υπάρχει κουβέντα για το γεγονός ότι οι ψήφοι είναι 10.000 λιγότερες από τις τελευταίες βουλευτικές. Ούτε για το γεγονός ότι σε μια σειρά δήμους οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατέβηκαν σε ανταγωνιστικά μεταξύ τους ψηφοδέλτια.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, για πολλούς φάνηκε ανακουφιστική η εξέλιξη με την σημαντική εκλογική απήχηση του κόμματος του Γιάνη Βαρουφάκη, μια και είναι το μόνο πλέον κόμμα με αναφορά στο ΟΧΙ του Δημοψηφίσματος που εκπροσωπείται κεντρικά πολιτικά. Το ΜΕΡΑ25 βέβαια, εκτός από τον προσωποκεντρικό του χαρακτήρα έχει και σοβαρές προγραμματικές αδυναμίες, ιδιαίτερα σε σχέση με τα συμπεράσματα που έπρεπε να έχει βγάλει από την περίοδο του 2015.

Συντηρητική στροφή;

Ήδη έχει αρχίσει μια συζήτηση για το κατά πόσο η επικράτηση Μητσοτάκη σηματοδοτεί μια «συντηρητική στροφή» της κοινωνίας. Και είναι η ίδια συζήτηση που γίνεται μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση που κερδίζει η δεξιά. Δεν συμφωνούμε με αυτές τις αναλύσεις.

Προφανώς το κλίμα στην κοινωνία απέχει πολύ από την περίοδο του δημοψηφίσματος και υπάρχει σημαντική υποχώρηση στη συνείδηση του κόσμου, ο οποίος νιώθει ότι δεν έχει μέσο και τρόπο να παλέψει για να αλλάξει τη ζωή του. Επίσης ισχύει ότι το πρόγραμμα του Μητσοτάκη είναι πολύ σκληρό και ότι η εφαρμογή του θα χτυπήσει τα δικαιώματα των εργαζομένων το επόμενο διάστημα. Ωστόσο ο κόσμος δεν ψήφισε με ενθουσιασμό Μητσοτάκη για να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, ούτε στρέφεται στη Δεξιά με την ελπίδα να βελτιώσει τη ζωή του. Αντίθετα, το κάνει για να «τιμωρήσει» το ΣΥΡΙΖΑ. Η υποχώρηση στη συνείδηση μιας κοινωνίας που νιώθει ότι δεν έχει εναλλακτική είναι διαφορετικό από μια συντηρητική στροφή της κοινωνίας. Η κουβέντα που γίνεται πάντα στην Αριστερά για «συντηρητική στροφή» της κοινωνίας είναι η προσπάθειας της ίδιας της Αριστεράς να καλύψει τη δική της ανεπάρκεια και αδυναμία να παίξει το ρόλο που της αντιστοιχεί.

Χρυσή Αυγή και Βελόπουλος

Τεράστιο πλήγμα είναι το αποτέλεσμα για τη Χρυσή Αυγή. Από 9,39%, 3η θέση και 536.000 ψήφους κατακρημνίζεται στο 4,85%, την 5η θέση και λιγότερες από 300.000 ψήφους. Και σε δημοτικό και περιφερειακό επίπεδο υπάρχει ίδια εικόνα με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του Κασιδιάρη που παίρνει 10,5% πολύ πίσω από το 17% που είχε πάρει στις προηγούμενες δημοτικές.

Η επιτυχία του Βελόπουλου φυσικά έκοψε ψήφους από τη Χρυσή Αυγή. Και είναι αλήθεια ότι το άθροισμα όλων των εθνικιστικών/συνωμοσιολογικών/ρατσιστικών κομμάτων ξεπερνά το 12%, και δείχνει ότι ο κίνδυνος του ρατσισμού, του εθνικισμού και του φασισμού συνεχίζει να υπάρχει. Και φυσικά ο Βελόπουλος είναι επικίνδυνος καθώς διασπείρει ρατσιστικό μίσος. Όσο όμως και αν οι ψηφοφόροι τους είναι ίδιοι, ο Βελόπουλος δεν είναι Χρυσή Αυγή. Και αυτό γιατί η Χρυσή Αυγή έχει στρατιωτική δομή, εγκληματικά χαρακτηριστικά, τάγματα εφόδου και ξεκάθαρα ναζιστική ιδεολογία. Η υποχώρηση της μόνο σαν επιτυχία μπορεί να νοηθεί. Ο αγώνας βέβαια ενάντια στους νεοναζί πρέπει να συνεχιστεί και μάλιστα να ενταθεί, τώρα που βρίσκονται σε υποχώρηση.

Τραγική ειρωνεία

Είναι ίσως τραγική ειρωνεία, αλλά ήταν 4 μόλις χρόνια πριν που ο εκλογικός χάρτης βαφόταν με το χρώμα του ΟΧΙ, τα κόμματα του συστήματος είχαν δώσει τη μάχη του ΝΑΙ και είχαν χάσει πανηγυρικά μπαίνοντας σε κρίση. Την επόμενη μέρα του εκλογικού θριάμβου του ΟΧΙ, ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας που τους μάζεψε στο «συμβούλιο αρχηγών» και τους ξανάδωσε ρόλο και υπόσταση, νεκρανασταίνοντας τους, επειδή ο ίδιος και το κόμμα του δεν ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει στις συγκρούσεις που χρειαζόταν. Στις 7 Ιούλη, αυτές οι δυνάμεις, οι δυνάμεις του ΝΑΙ, θα χρωματίσουν τον εκλογικό χάρτη, την ίδια στιγμή που ένα μεγάλο κομμάτι θα συνεχίσει να απέχει θεωρώντας ότι και αυτές οι εκλογές είναι μια χαμένη μάχη.

Οι δυνάμεις της ανατρεπτικής Αριστεράς πρέπει να κοιτάξουν την πραγματικότητα όπως είναι και να βγάλουν συμπεράσματα από τις ήττες των προηγούμενων χρόνων. Πρέπει να επεξεργαστούν ένα γειωμένο πρόγραμμα ρήξης, και μια στρατηγική για τις μάχες με την επιθετική δεξιά που ετοιμάζεται να ανέβει στην εξουσία. Οι μάχες αυτές δεν θα μπορέσουν να αποχτήσουν μαζικότητα και δυναμική αν η ανατρεπτική αριστερά δεν αρχίσει να συνεργάζεται τόσο κινηματικά όσο και εκλογικά. Μόνο έτσι θα μπορέσει να ξανασταθεί στα πόδια της και να δώσει προοπτική στο κίνημα και τα λαϊκά στρώματα.