Ανάλυση: 6 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ – Κίνας

Διασκευή άρθρου από το Chinaworker.info
Ο εμπορικός πόλεμος του Τραμπ με την Κίνα, που ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει «εύκολο να κερδηθεί» φαίνεται ότι συνεχίζεται παρά τις προσπάθειες να υπάρξει συμφωνία.
Ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ξεκίνησε τον Ιούλη του ’18 με την επιβολή δασμών στην εισαγωγή κινέζικων προϊόντων από την κυβέρνηση του Τραμπ, και τα αντίστοιχα αντίποινα που επέβαλλε η κινέζικη κυβέρνηση στις αμερικάνικες εισαγωγές. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο εμπορικό πόλεμο από τη δεκαετία του ’30 και έχει αρχίσει να έχει όλο και μεγαλύτερες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Το ΔΝΤ και η Κριστίν Λαγκάρντ, αντανακλώντας τις ανησυχίες των αστών παγκόσμια, πρόσφατα προειδοποίησε ότι το 70% της παγκόσμιας οικονομίας αναμένεται να μπει σε φάση μείωσης των ρυθμών ανάπτυξης μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Προειδοποίησε τις κυβερνήσεις να μην χειροτερέψουν την κατάσταση με εμπορικές διαμάχες που επιτείνουν και αυτές την μείωση των ρυθμών ανάπτυξης.
Σε αυτή τη φάση οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Κίνας βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις, που αναμένεται να καταλήξουν σε κάποια συμφωνία. Το chinaworker.info μίλησε με τον μαρξιστή αναλυτή Vincent Kolo και του έθεσε ερωτήσεις σχετικά με τις επιπτώσεις αυτής της σύγκρουσης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.


Θα καταφέρουν οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Κίνας να καταλήξουν σε συμφωνία που θα σταματήσει τον μεταξύ τους εμπορικό πόλεμο;

Η βασική πιθανότητα είναι ότι οι συνομιλίες θα καταλήξουν σε κάποια συμφωνία. Το ερώτημα είναι βέβαια τι συμφωνία θα είναι αυτή. Κατά τη γνώμη μου το πιο πιθανό είναι να υπάρξει μια συμφωνία η οποία θα είναι κατά βάση διακοσμητική, που θα περιέχει στοιχεία που θα επιτρέπουν και στις δύο πλευρές να εμφανιστούν «κερδισμένες», αλλά που δεν θα αλλάζει την βάση της σύγκρουσης, που είναι ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο χωρών. Δεν πρόκειται να είναι μια «ιστορική» ή «επική» συμφωνία, με βάση το κλίμα που έχει καλλιεργήσει ο Τραμπ, και δεν πρόκειται να οδηγήσει σε «δομικές αλλαγές» στην οικονομία της Κίνας όπως απαιτούν τα «γεράκια» του αντι-κινέζικου μετώπου που υπάρχει στην αμερικάνικη αστική τάξη.

Η διαπραγματευτική ομάδα του Τραμπ προσπαθεί να πετύχει μια συμφωνία που να περιέχει αρκετές υποχωρήσεις από τους Κινέζους ώστε να μπορεί να την παρουσιάσει σαν συμφωνία «δομικών αλλαγών». Αυτός είναι εξάλλου και ο λόγος που οι διαπραγματεύσεις καθυστερούν τόσο (έχουν ήδη κάνει 9 γύρους συνομιλιών). Αν δεν έχει εξασφαλίσει σημαντικές υποχωρήσεις από το κινέζικο καθεστώς, ο Τραμπ θα αντιμετωπίσει «λιντσάρισμα» κατ’ αρχήν από το ίδιο του το κόμμα, αλλά και από τους Δημοκρατικούς που θα τον κατηγορήσουν για ξεπούλημα στο μέτωπο της Κίνας.

Από την άλλη πλευρά, η κόκκινη γραμμή του Ξι Γινπίνγκ είναι ότι το μοντέλο λειτουργίας του κρατικού καπιταλισμού και του ρόλου του κινέζικου κράτους είναι αδιαπραγμάτευτο. Πέραν τούτου, μπορεί να υιοθετήσει μια ευέλικτη προσέγγιση, κάνοντας υποχωρήσεις σε μια σειρά μέτωπα.

Μια εμπορική συμφωνία όπως αυτή που συζητιέται δεν αφορά όμως τις ρίζες της σύγκρουσης, που έχουν να κάνουν με την μάχη για οικονομική και γεωπολιτική κυριαρχία. Η μάχη αυτή έχει να κάνει με το αν θα είναι οι ΗΠΑ ή η Κίνα η κυρίαρχη οικονομικά και πολιτικά δύναμη στον πλανήτη. Αυτή η σύγκρουση δεν πρόκειται να «καλμάρει» μέσω διαπραγματεύσεων, δεν λειτουργεί έτσι ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός. Μπορεί λοιπόν να υπάρξει κάποια συμφωνία, την οποία και οι δύο πλευρές θα προσπαθήσουν να παρουσιάσουν σαν δική τους «νίκη» έναντι του αντιπάλου, αλλά στην πραγματικότητα θα είναι απλά μια κατάπαυση πυρός. Μπορεί να οδηγήσει σε σταμάτημα του εμπορικού πολέμου με την μορφή της αύξησης των δασμών, αλλά θα στρέψει την οικονομική σύγκρουση σε άλλα πεδία, που είναι και πιο κρίσιμα, όπως η τεχνολογία, οι επενδύσεις και η γεωπολιτική αντιπαράθεση. Ήδη βλέπουμε μια διελκυστίνδα ανάμεσα στην Κίνα και στις ΗΠΑ, αλλά και την ΕΕ, την Ινδία, την Ρωσία και την Ιαπωνία, γύρω από το κινέζικο πρόγραμμα «Μία ζώνη, ένας δρόμος» (Belt and Road Initiative), που είναι το μεγαλύτερο παγκόσμιο επενδυτικό πρόγραμμα στην ιστορία.

Ο Τράμπ και οι διαπραγματευτές του δέχονται πιέσεις για να κλείσουν μια συμφωνία, αλλά το ίδιο δεν ισχύει και για το κινέζικο καθεστώς;

Ναι, αλλά ακόμα και σήμερα που και οι δύο πλευρές πιέζουν για να κλείσει μια συμφωνία, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα να μην καταφέρουν να καταλήξουν. Αυτό που πιέζει και τις δύο πλευρές είναι η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και οι πολιτικές επιπτώσεις που θα έχει μια ύφεση. Μια τέτοια εξέλιξη θα μείωνε δραστικά τις πιθανότητες επανεκλογής του Τράμπ, αλλά θα ήταν πιθανά ακόμα πιο επίπονη για τον Σι Γινπινγκ. Για τα δεδομένα της Κίνας, η πρώτη ύφεση στην σύγχρονη ιστορία της χώρας μπορεί να προκαλέσει μαζική αναταραχή.

Και οι δύο πλευρές τρέμουν την πιθανότητα επανάληψης της περσινής αναταραχής στα χρηματιστήρια, που «έσβησε» από τις αγορές παγκόσμια αξίες 13 τρις δολαρίων, τα μισά από τα οποία «χάθηκαν» από τις αγορές των ΗΠΑ. Έτσι εξηγούνται οι δηλώσεις και οι διαρροές ότι οι διαπραγματεύσεις πηγαίνουν «πολύ καλά» και ότι «γίνεται πρόοδος», που στοχεύουν να κρατήσουν ψηλά το «ηθικό» των αγορών και να διατηρήσουν το momentum των διαπραγματεύσεων.

Ένα νέο κράχ στα χρηματιστήρια μπορεί από μόνο του να ρίξει την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση γιατί οι χρηματαγορές έχουν γίνει «πολύ μεγάλες για να επιτραπεί η κατάρρευση τους» (too big to fail), κάτι το οποίο βέβαια είναι εξ’ ορισμού παράλογο.

Έχει αλλάξει η θέση του Τραμπ για την Κίνα από τότε που ξεκίνησε ο εμπορικός πόλεμος- μήπως έχει γίνει πιο «μαλακός»;

Ο Τραμπ αναγκάστηκε να κάνει πίσω τουλάχιστον μερικώς από μια καταστροφική πορεία που βέβαια είχε προκαλέσει ο ίδιος. Πέρσι τον Ιούλη, όταν επέβαλλε τους πρώτους δασμούς στην Κίνα, κοκορευόταν ότι «οι εμπορικοί πόλεμοι κερδίζονται πολύ εύκολα». Ο τόνος της Ουάσινγκτον ήταν πολύ επιθετικός και προβοκατόρικος. Τώρα όμως φαίνεται ότι η αμερικάνικη οικονομία έχει και αυτή τεράστιο κόστος από αυτές τις πολιτικές, όπως και η κινέζικη.

Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ (η διαφορά εισαγωγών- εξαγωγών, το ζήτημα που υποτίθεται είναι η αιτία του εμπορικού πολέμου με την Κίνα κατά τον Τραμπ) πέρσι ήταν το υψηλότερο όλων των εποχών. Στις συναλλαγές με όλο τον κόσμο το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ ανήλθε στα 891,3 δις δολάρια, ενώ με την Κίνα οι ΗΠΑ είχαν ένα εμπορικό έλλειμμα 419,2 δις δολάρια. Αυτά τα στοιχεία από μόνα τους δείχνουν ότι το νταηλίκι του Τραμπ ότι ο εμπορικός πόλεμος «κερδίζεται εύκολα» είναι απλά για το θεαθήναι.

Στην αρχή της σύγκρουσης η κυβέρνηση Τραμπ φανταζόταν ότι θα μπορούσαν να έχουν μια εύκολη νίκη. Έτσι επέβαλλαν νέους δασμούς μετά τον Ιούλη και τον Σεπτέμβρη, και απείλησαν το Πεκίνο ότι αν επιβάλλει δασμούς ως αντίποινα θα «παίξουν τα ρέστα τους» επιβάλλοντας δασμούς σε όλα τα κινέζικα προϊόντα. Αυτή η ακραία προσέγγιση είχε προφανώς να κάνει με τις «ενδιάμεσες εκλογές» (για το Κογκρέσο), και την προσπάθεια του Τραμπ να δείξει ότι είναι «σκληρός» πρόεδρος. Από τότε βέβαια τον έχουν ξεπεράσει σε αντι-κινέζικη ρητορική πολιτικοί από όλο το πολιτικό φάσμα.

Αυτή η εξέλιξη με την σειρά της περιπλέκει τις προσπάθειες της κυβέρνησης του να αποκλιμακώσει την σύγκρουση. Από την άλλη, ο Σι Γινπίνγκ συνειδητοποιεί ότι μπορεί να έχει να αντιμετωπίσει μια πιο «σκληρή» αμερικάνικη κυβέρνηση στο μέλλον λόγω αυτού του κλίματος και αυτό τον σπρώχνει ακόμα περισσότερο να επιδιώξει μια συμφωνία τώρα.

Το αυξανόμενο κόστος για την αμερικάνικη οικονομία και το ρίσκο ότι η κατάσταση θα χειροτερεύσει το 2019 ανάγκασε τον Τραμπ να πατήσει φρένο στην συνάντηση του με τον Σι Γινπίνγκ τον Δεκέμβρη στο Μπουένος Άιρες. Αυτό σήμαινε ότι διατήρησε τους δασμούς που είχαν επιβληθεί, αλλά ανέβαλλε την επιβολή νέων δασμών που είχαν προγραμματιστεί για την 1η Γενάρη ’19. Αυτή η αναβολή επιβολής νέων δασμών έχει από τότε πάρει παράταση καθώς οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται. Η αρχική καταληκτική ημερομηνία που είχε θέσει ο Τραμπ για τις διαπραγματεύσεις ήταν η 1η Μάρτη. Οι τελευταίες πληροφορίες τώρα κάνουν λόγο για συνέχιση των διαπραγματεύσεων «για εβδομάδες ακόμα», και ότι πιθανά να τραβήξουν μέχρι την σύνοδο των G20 (των 20 πλουσιότερων χωρών) στην Οσάκα της Ιαπωνίας στο τέλος Ιούνη.

Είναι ξεκάθαρο ότι οι δύο πλευρές δεν είναι τόσο κοντά στη συμφωνία, τουλάχιστον όσο θέλουν να κάνουν τον κόσμο να πιστέψει. Ταυτόχρονα πιέζονται να αποκλιμακώσουν, αλλά χωρίς να φανεί ότι υποχωρούν. Αυτό το σημείο είναι που δυσκολεύει τις διαπραγματεύσεις.

Ποια στρατηγική ακολούθησε μέχρι τώρα το κινέζικο καθεστώς στις διαπραγματεύσεις;

Αρχικά, είναι φανερό ότι το κινέζικο καθεστώς πιάστηκε απροετοίμαστο από την επιβολή δασμών. Πίστευαν ότι θα μπορούσαν να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη κάνοντας κάποιες μικρές παραχωρήσεις στον Τραμπ- πχ την προοπτική να αγοράζει η Κίνα ενέργεια και κάποια αγροτικά προϊόντα από τις ΗΠΑ. Προσέγγιζαν το πρόβλημα από μια οικονομική σκοπιά, και υποτίμησαν την πολιτική του διάσταση- την ανάγκη του Τραμπ να το παίξει «σκληρό καρύδι». Το καθεστώς του Σι Γινκίνγκ υποτίμησε το μέχρι που ήταν διατεθειμένος να φτάσει ο Τραμπ και το πόσο υποστήριξη είχε σε αυτό το θέμα από την αστική τάξη.

Ένα χρόνο πριν, ο Σι ενίσχυσε την δικτατορία του καταργώντας το χρονικό όριο για την θητεία του και ενισχύοντας την κρατική καταστολή σε πρωτοφανή επίπεδα. Αυτό δημιούργησε μια υπερβολική αυτοπεποίθηση στην κυρίαρχη ελίτ. Όμως, ο εμπορικός πόλεμος ενίσχυσε τις αντιπολιτευτικές φωνές στην Κίνα, όχι γιατί είναι φιλοαμερικάνικες, αλλά γιατί τσαλάκωσε την εικόνα του «πανίσχυρου ηγέτη». Είναι ξεκάθαρό ότι ο Σι δεν διαχειρίστηκε σωστά το θέμα των σχέσεων με τις ΗΠΑ, το πιο σημαντικό θέμα εξωτερικής πολιτικής της χώρας.

Ένας άλλος λάθος υπολογισμός ήταν ότι το κινέζικο καθεστώς πίστευε ότι μπορεί να βασιστεί στην πίεση της Wall Street και στους «φίλους» της Κίνας στο αμερικάνικο χρηματιστικό κεφάλαιο για να αποφύγει έναν εμπορικό πόλεμο. Οι αμερικάνικες πολυεθνικές αποτέλεσαν όλα τα τελευταία χρόνια ένα πανίσχυρο λόμπι που πίεζε για την συνεχή ανάπτυξη των οικονομικών δεσμών με την Κίνα. Πέρσι όμως είδαμε μια αποφασιστική στροφή στο θέμα. Και αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμενε το κινέζικο καθεστώς.

Η Wall Street, που έχει βγάλει ασύλληπτα κέρδη από την Κίνα και από την διαδικασία επέκτασης της παγκοσμιοποίησης στην χώρα, όλο και περισσότερο προσαρμόζεται στην πολιτική του Τραμπ και απαιτεί ριζικές αλλαγές και υποχωρήσεις για την υποτιθέμενη «κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας» από την Κίνα. Πρόκειται για μια σημαντική στροφή στην στρατηγική της αμερικάνικης αστικής τάξης. Τα προηγούμενα χρόνια προτεραιότητα είχαν οι «μπίζνες» με την Κίνα. Τώρα όμως στην κορυφή μπαίνει το ζήτημα της αποτροπής της ανοδικής πορείας της Κίνας που αναπόφευκτα οδηγεί στην αμφισβήτηση της ηγεμονίας του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Ο εμπορικός πόλεμος είναι απλά σύμπτωμα αυτής της τάσης.

Αυτό εκφράστηκε πρόσφατα και στην ομιλία του Τζέιμι Ντίμον, του διευθύνοντος συμβούλου της μεγαλύτερης αμερικάνικης τράπεζας, της JP Morgan Chase. Ο Ντίμον δήλωσε ότι ήταν «πολύ σωστό» να μπουν οι ΗΠΑ σε έναν εμπορικό πόλεμο με την Κίνα και ότι «καλύτερα να αντιμετωπίσουμε αυτό το ζήτημα τώρα, όποιες επιπτώσεις και αν έχει στην οικονομία». Όταν ένας Αμερικάνος τραπεζίτης λέει κάτι τέτοιο, είναι ξεκάθαρο ότι έχει υπάρξει μια μεγάλη στροφή στην αντίληψη της αστικής τάξης για το θέμα.

Αλλά ο χαρακτήρας αυτής της σύγκρουσης θα είναι παρατεταμένος, χωρίς «εύκολες νίκες» όπως θέλει ο Τραμπ. Το κινέζικο καθεστώς τώρα ξέρει ότι έχει αλλάξει το τερέν στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, και ότι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με έναν «απρόβλεπτο τύπο» που εκλέχτηκε πρόεδρος, αλλά με μια στρατηγική στροφή που σταματάει τις πολιτικές «αφομοίωσης» της Κίνας στην παγκόσμια οικονομία, ανοίγοντας το δρόμο για ανοιχτή σύγκρουση. Και φυσικά και το Πεκίνο θα προσαρμόσει αντίστοιχα την στρατηγική του.

Οι παραχωρήσεις που είναι διατεθειμένο να δεχτεί το κινέζικο καθεστώς στις διαπραγματεύσεις είναι πιο ουσιαστικές τώρα απ’ ότι πριν ένα χρόνο, αλλά η διαφορά δεν είναι τεράστια. Οι κινέζοι έχουν μια κόκκινη γραμμή και δεν πρόκειται να κάνουν πίσω από αυτή, γιατί ξέρουν ότι και ο Τραμπ πιέζεται πολύ για μια συμφωνία.

Η κόκκινη γραμμή τους είναι πως δεν είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν τους βασικούς πυλώνες του συστήματος κρατικού καπιταλισμού πάνω στο οποίο βασίζεται το καθεστώς. Δηλαδή τις κρατικές επιδοτήσεις, την δημιουργία «εθνικών ηγετών» (επιδοτούμενες επιχειρήσεις που έχουν τα πρωτεία σε κάθε κλάδο) και τα κρατικά μονοπώλια. Αυτό δεν είναι κυρίως οικονομικό αλλά πολιτικό ζήτημα. Ο Σι, που αντιπροσωπεύει την κυρίαρχη ελίτ της Κίνας, ξέρει ότι το μέλλον της μονοκομματικής δικτατορίας του βασίζεται στην δυνατότητα να ελέγχει πλήρως την οικονομία και να μην είναι όμηρος «των αγορών».

Ταυτόχρονα, το Πεκίνο δεν μπορεί να φανεί ότι δέχεται μεγάλη παρέμβαση τις εσωτερικές του υποθέσεις, καθώς αυτό ξυπνάει μνήμες της αποικιοκρατικής περιόδου και θα προκαλέσει αναταραχή στον πληθυσμό.

Τι επίδραση θα έχει μια συμφωνία ΗΠΑ-Κίνας στην παγκόσμια οικονομία;

Μια συμφωνία μπορεί να δώσει μια προσωρινή ώθηση στην οικονομία, αν και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να θεωρηθεί σίγουρο. Έτσι και αλλιώς, οι χρηματαγορές που ήδη έχουν άνοδο από την αρχή του χρόνου βασίζονται στην εκτίμηση ότι μια τέτοια συμφωνία θα επιτευχθεί. Από την άλλη, μια κατάρρευση των συνομιλιών θα προκαλέσει μεγάλους τριγμούς.

Η επίδραση μιας τέτοιας συμφωνίας στην πραγματική οικονομία είναι συζητήσιμη. Έτσι και αλλιώς, η Κίνα, οι ΗΠΑ και άλλες μεγάλες οικονομίες έχουν μείωση των ρυθμών ανάπτυξης για το 2019. Τα μέτρα στήριξης του κινέζικου καθεστώτος (η μεγαλύτερη μείωση φόρων εδώ και μια δεκαετία και μια έκρηξη νέου χρέους) έχουν κάποια επίδραση, αλλά οι θετικές επιπτώσεις των μέτρων του Πεκίνου γίνονται όλο και πιο αδύναμες, ενώ το χρέος διαρκώς διογκώνεται.

Η μετεγκατάσταση των αμερικάνικων εταιρειών από την Κίνα σε άλλες χώρες, που είχε ξεκινήσει ήδη πριν τους δασμούς του Τραμπ, θα συνεχίσει, εκτός αν η συμφωνία είναι πιο συνολική απ’ ότι μέχρι στιγμής φαίνεται. Οι εταιρείες αυτές θέλουν να αποφύγουν την αβεβαιότητα που υπάρχει πια σε σχέση με την Κίνα, και μετακινούνται σε χώρες όπως το Βιετνάμ, αλλά σίγουρα δεν πρόκειται να επιστρέψουν πίσω στις ΗΠΑ.

Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, μια συμφωνία δεν πρόκειται να τις επαναφέρει στα προ-2008 επίπεδα. Αυτή η περίοδος έχει παρέλθει για πάντα. Αντίθετα, μπαίνουμε σε μια περίοδο που ο οικονομολόγος Stephen Roach αποκαλεί «παρατεταμένη σύγκρουση» ή «ψυχρός πόλεμος, μέρος δεύτερο». Ο Roach επίσης λέει ότι η αμερικάνικη οικονομία είναι σε πολύ χειρότερη φάση για να αντέξει το κόστος ενός ψυχρού πολέμου σήμερα, λόγω του πολύ υψηλού χρέους, απ’ ότι ήταν την περίοδο 1947 με 1991.

Μια άλλη σημαντική διαφορά με τον ψυχρό πόλεμο με την ΕΣΣΔ είναι ότι η Κίνα σήμερα είναι πολύ περισσότερο αφομοιωμένη στην παγκόσμια οικονομία. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος για 124 χώρες, ενώ οι ΗΠΑ για 76 αντίστοιχα. Από τις 500 μεγαλύτερες εταιρείες της λίστας του Forbes, οι 120 είναι κινέζικες. Οι ΗΠΑ στην πρώτη θέση έχουν 126 ενώ η Ιαπωνία στην τρίτη θέσει έχει 52.

Οι συγκρούσεις γύρω από το πρόγραμμα «Μία ζώνη, ένας δρόμος», την Huawei και το δίκτυο 5G και την κυριαρχία στην περιοχή του Ειρηνικού δεν πρόκειται να μπουν σε ύφεση αλλά θα κλιμακωθούν.

Τι εναλλακτική υπάρχει στον εμπορικό πόλεμο και τον οικονομικό εθνικισμό;

Τα γεγονότα του τελευταίου χρόνο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, αλλά και οι υπόλοιπες οικονομικές συγκρούσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, είναι συμπτώματα της κρίσης του συστήματος που ξεκίνησε πριν δέκα χρόνια.

Οι κυβερνήσεις φοβούνται τις λαϊκές εκρήξεις, όπως αυτές που βλέπουμε ξανά στον Αραβικό κόσμο, στην Αλγερία και το Σουδάν. Οι καπιταλιστές αναγκάζονται να ψάξουν για «εθνικές λύσεις», παραλλαγές του δόγματος «η Αμερική πρώτα» που λάνσαρε ο Τραμπ. Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση (globalization) έδωσε την θέση της στην αναδίπλωση στα εθνικά κράτη (slowbalisation όπως την χαρακτήρισε ο Economist), με προστασία των εθνικών αγορών και επιχειρήσεων, και γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις. Από το 1987 μέχρι το 2007 το παγκόσμιο εμπόριο αναπτυσσόταν με ρυθμούς 7% το χρόνο. Από το 2008 μέχρι το 2014 αυτό έπεσε στο 3%, και από τότε η πτώση είναι ακόμα μεγαλύτερη.

Για τους εργαζόμενους παγκόσμια, και οι δύο φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, πριν και μετά την κρίση του 2008, επέφεραν μεγαλύτερη εκμετάλλευση, φτώχεια, περιβαλλοντικές καταστροφές και πολέμους.

Το εργατικό κίνημα χρειάζεται μια ανεξάρτητη ταξική προσέγγιση, χρειάζεται να αρνηθεί να υποστηρίξει τον οικονομικό εθνικισμό της δεξιάς και της ακροδεξιάς, ή την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση των κομμάτων του λεγόμενου «κέντρου».

Χρειάζεται να αναπτυχθούν δεσμοί και κοινοί αγώνες των μαχητικών σωματείων σε όλο τον κόσμο. Την μάχη ενάντια στις καταστροφικές επιπτώσεις της σύγκρουσης μεταξύ του κεφαλαίου των ΗΠΑ και την Κίνας πρέπει να την δώσουν από κοινού οι εργαζόμενοι των δύο χωρών. Χρειάζονται επίσης εκστρατείες αλληλεγγύης στους Κινέζους εργαζόμενους που προσπαθούν να οργανωθούν συνδικαλιστικά και πολιτικά και να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους.

Χρειάζεται να παλέψουμε για μια πραγματικά σοσιαλιστική εναλλακτική λύση, ενάντια στα συμφέροντα των καπιταλιστών κάθε χώρας, και σε κοινό αγώνα με τους εργαζόμενους κάθε χώρας. Χρειάζεται να παλέψουμε για το πέρασμα των μέσων παραγωγής στα χέρια των εργαζομένων και της κοινωνίας, κάτω από κοινωνικό και εργατικό έλεγχο και διαχείριση. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει δημοκρατικός σχεδιασμός της οικονομίας με βάση τις ανάγκες της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Με αυτό το πρόγραμμα μπορεί να μπει φρένο στην επιρροή των εθνικιστικών πολιτικών στην εργατική τάξη, που αν επικρατήσουν θα οδηγήσουν σε ανταγωνισμούς, καταστροφές και πολέμους.

Θεματικές

,