Μακεδονικό: Σύνθετη ονομασία ή αυτοπροσδιορισμός;

11/04/2018
Comments off
890 Views

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που υπάρχει σήμερα στις γραμμές της Αριστεράς σε σχέση με το «Μακεδονικό ζήτημα», είναι το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα της αρνείται να συμφωνήσει υπέρ ενός συμβιβασμού με το γειτονικό μας λαό για το θέμα της ονομασίας.

Ελλάδα και ΠΓΔΜ βρίσκονται στα μαχαίρια για το θέμα του ονόματος από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Σήμερα όμως εμφανίζονται σοβαρές πιθανότητες να υπάρξει λύση στο πρόβλημα με μια «σύνθετη ονομασία» – μια ονομασία δηλαδή που να περιλαμβάνει τον όρο Μακεδονία με ένα επιθετικό προσδιορισμό, όπως «Άνω Μακεδονία», «Βόρεια Μακεδονία», «Νέα Μακεδονία» κλπ.

Αυτή η προσπάθεια βρίσκει την έντονη αντίθεση των εθνικιστών (που παρασύρουν και σημαντικά τμήματα του πληθυσμού) και στην Ελλάδα και στην ΠΓΔΜ. Στην μεν Ελλάδα οι εθνικιστές επιμένουν στο «Η Μακεδονία είναι μόνο μία και ελληνική» κι έτσι αρνούνται οποιαδήποτε ονομασία που περιέχει τον όρο Μακεδονία. Στη δε ΠΓΔΜ, αντίστοιχα, οι εκεί εθνικιστές υποστηρίζουν πως αυτοί και μόνο αυτοί είναι οι πραγματικοί Μακεδόνες και απόγονοι του Μέγα Αλέξανδρου. Και γι’ αυτό και αυτοί αρνούνται οποιοδήποτε επιθετικό προσδιορισμό στον όρο Μακεδονία, επιμένουν στο σκέτο «Μακεδονία» («Δημοκρατία της Μακεδονίας»).

Η Αριστερά που διολισθαίνει στον εθνικισμό

Σαν «Ξ» έχουμε καταθέσει από την αρχή την άποψή μας: ότι η σύνθετη ονομασία είναι κάτι που πρέπει να υποστηριχτεί από την Αριστερά.[1] Ότι η Αριστερά δεν πρέπει να καθορίσει τη στάση της στο θέμα των διαπραγματεύσεων για το θέμα της ονομασίας από την δικαιολογημένη εναντίωσή της συνολικά στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ· ούτε από το γεγονός ότι παρόμοια λύση προτείνουν οι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί (ΝΑΤΟ, ΕΕ κλπ) – για τους δικούς τους, διαφορετικούς, φυσικά λόγους. Η Αριστερά πρέπει να καθορίσει την στάση της με βάση το σκεπτικό του ποιος είναι ο τρόπος να μειωθεί η εθνικιστική έξαρση ανάμεσα στους δύο λαούς, τον Ελληνικό και τον Σλαβομακεδονικό, και πως διευκολύνεται η ταξική αλληλεγγύη και κοινή πάλη των δυο λαών!

Το ΚΚΕ, η ΛΑΕ και άλλες οργανώσεις της Αριστεράς αρνούνται, με διαφορετικούς τρόπους η κάθε μια, να υποστηρίξουν μια τέτοια πρόταση, προβάλλοντας επιχειρήματα του είδους «από πίσω είναι οι ιμπεριαλιστές», «προέχει το θέμα του αλυτρωτισμού» κλπ.

Σε μια σειρά άρθρα μας[2] προσπαθήσαμε να δείξουμε πως αυτό αποτελεί μια εντελώς λαθεμένη προσέγγιση η οποία προσφέρει κακή υπηρεσία στο εργατικό κίνημα και τα λαϊκά στρώματα και των δύο χωρών, ενισχύοντας έμμεσα τον εθνικισμό και στη μία και στην άλλη πλευρά.

Η ριζοσπαστική Αριστερά του «αυτοπροσδιορισμού»

Στον αντίποδα της συντηρητικής-εθνικιστικής προσέγγισης της «πατριωτικής Αριστεράς», έχουμε τμήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς τα οποία δίνουν σαν απάντηση στο «δίλημμα» της ονομασίας τον «Αυτοπροσδιορισμό». Αυτό στην πράξη σημαίνει υπεράσπιση της ονομασίας «Μακεδονία».

Είναι χαρακτηριστικό ότι συλλογικότητες όπως το «Δίκτυο» και η «Δικτύωση» βγαίνουν πολύ μαχητικά και επίμονα υπέρ της θέσης αυτής. Ενώ κάποιες άλλες οργανώσεις (ΕΕΚ, ΟΚΔΕ – Σπάρτακος, ΟΡΜΑ) προχώρησαν στις 12/2/2018 σε κοινή εκδήλωση με κεντρικό σύνθημα: «Αναγνώριση τώρα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας!».

Ερωτηματικά

Γιατί όμως το «Δημοκρατία της Μακεδονίας» είναι πιο σωστή απάντηση από μια σύνθετη ονομασία όπως το «Άνω» ή το «Βόρεια» ή το «Νέα» κοκ Μακεδονία; Είναι, όντως, το «Μακεδονία» σκέτο, χωρίς κανένα προσδιορισμό, ένα μαζικό και μαχητικό αίτημα των λαϊκών στρωμάτων στη γειτονική μας χώρα ή υπάρχει σχετική αδιαφορία πάνω στο ζήτημα; Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τις διαθέσεις (τη «συνείδηση» – όπως αυτή είναι, είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει) και των ελληνικών λαϊκών στρωμάτων πάνω στο θέμα ή μόνο των Σλαβομακεδονικών; Παίρνοντας θέση στο θέμα της ονομασίας, ποιο στόχο επιδιώκει να υπηρετήσει η Αριστερά; Αν ο στόχος είναι να χτυπηθεί ο εθνικισμός και στις δύο πλευρές ποια ονομασία θα είναι τελικά πιο αποτελεσματική στο να επιτευχθεί αυτός ο στόχος;

Αυτά είναι κάποια βασικά ερωτήματα στα οποία πρέπει να απαντήσει η «ριζοσπαστική Αριστερά», έτσι ώστε το θέμα αυτό να ενταχθεί στη συγκεκριμένη πραγματικότητα που ζούμε κι όχι σε «κενό οξυγόνου».

Τυχόν λάθη της Αριστεράς σε θέματα όπως είναι τα εθνικά, μπορεί να της κοστίσουν πολύ ακριβά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι για το Μαρξισμό, ιστορικά και διαχρονικά, τα εθνικά ζητήματα, οι εθνικές αντιπαραθέσεις, αποτελούν πολύ συχνά τα πιο δύσκολα θέματα.

Είναι χαρακτηριστικό το λάθος του ΚΚΕ και το κόστος που πλήρωσε γι’ αυτό και στο μεσοπόλεμο και στον εμφύλιο όταν υποστήριξε θέσεις όπως την ανεξαρτησία της Μακεδονίας και της Θράκης. Η κριτική και αυτοκριτική του Παντελή Πουλιόπουλου σχετικά με τη θέση του ΚΚΕ στη δεκαετία του 1920 για το θέμα αυτό αποτελεί και σήμερα ένα κείμενο μεγάλης ιστορικής σημασίας.[3]

Η ουσία και ο στόχος αυτής της συζήτησης

Πρέπει να ξεκινήσουμε από τον βασικό στόχο τον οποίο πρέπει να υπηρετεί η παρέμβαση της Αριστεράς στο θέμα της ονομασίας. Αυτός δεν μπορεί να είναι κανένας άλλος από το να φέρει κοντά τους δυο λαούς: να χτυπήσει τους εθνικισμούς και στις δύο πλευρές των συνόρων, να προωθήσει τη συνεργασία των εργατικών κινημάτων και στις δύο χώρες και να συμβάλει στην ανάπτυξη κοινής ταξικής, διεθνιστικής και τελικά σοσιαλιστικής συνείδησης.

Στο βαθμό στον οποίο υπάρχουν άλυτες εθνικές διαφορές ανάμεσα σε δύο λαούς αυτό αποτελεί, πάντα, σοβαρό εμπόδιο στην ανάπτυξη κοινών ταξικών αγώνων. Ο ρόλος της Αριστεράς (της πραγματικής Αριστεράς, όχι αυτής του είδους του Τσίπρα) είναι να συμβάλει ώστε όλα τα εθνικά προβλήματα να παραμερίζονται για να μπορεί να γίνει δυνατή η ανάπτυξη κοινών ταξικών αγώνων ανάμεσα στα εργατικά και λαϊκά στρώματα διαφορετικών εθνών και εθνοτήτων. Αυτός εξάλλου είναι ο βασικός σκοπός τον οποίο υπηρετεί και η κλασσική θέση των επαναστατών-μαρξιστών (και πιο χαρακτηριστικά του Λένιν) για την «Αυτοδιάθεση των Εθνών».

Ο «αυτοπροσδιορισμός» είναι πρόταση;

Η θέση τμημάτων της Αριστεράς υπέρ του «αυτοπροσδιορισμού», ξεκινά από την ευαισθησία προς το γειτονικό μας λαό και από μια αντίδραση προς τον ελληνικό εθνικισμό. Πρόκειται για μια, κατ’ αρχήν, πολύ θετική προσέγγιση. Όμως το ερώτημα είναι αν η πρόταση «Μακεδονία» χωρίς κανένα επιθετικό προσδιορισμό, μπορεί να υπηρετήσει τους βασικούς στόχους/σκοπούς της Αριστεράς όπως αναφέρονται πιο πάνω.

Βέβαια η Αριστερά που προτείνει το «Δημοκρατία της Μακεδονίας» δεν το λέει με άμεσο τρόπο, η δική της πρόταση είναι ο «αυτοπροσδιορισμός». Δηλαδή να αποφασίσουν μόνοι τους οι Σλαβομακεδόνες γείτονες μας. Και από τη στιγμή που αποφάσισαν, η απόφαση τους είναι δεσμευτική για εμάς.

Ασφαλώς είμαστε ενάντια στη χρήση κάθε είδους βίας και κάθε επιβολής ενάντια στο γειτονικό λαό, αν αυτός αποφασίσει κάποια ονομασία που δεν αρέσει στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Όμως, έχοντας πει αυτό, δεν μπορεί ή καλύτερα δεν πρέπει η Αριστερά και το εργατικό κίνημα (και των δύο λαών) να έχουν άποψη για το ποια ονομασία υπηρετεί καλύτερα τους ταξικούς τους σκοπούς;

Πιο σωστά, δεν πρέπει η Αριστερά να καταθέσει πρόταση σ’ ότι αφορά το θέμα αυτό; Αν η πρόταση/γνώμη της ελληνικής Αριστεράς δεν γίνει αποδεκτή από τον γειτονικό μας λαό, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Επαναλαμβάνουμε, καμία χρήση βίας, καμία επιβολή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αλλά η προσπάθεια της από κοινού αναζήτησης της καλύτερης φόρμουλας, που να λαμβάνει υπόψη τις ευαισθησίες και των δύο λαών και να αποδυναμώνει τους εθνικιστές και των δύο χωρών, πρέπει να γίνει.

Η Αριστερά, δεν μπορεί, ή καλύτερα, δεν δικαιούται να λέει ότι είναι απλά «θέμα αυτοπροσδιορισμού», ότι δηλαδή είναι μόνο «θέμα του γειτονικού λαού», γιατί αυτό ισοδυναμεί με το να λέει «δεν έχω πρόταση», «δεν με αφορά», «δεν με ενδιαφέρει».

Ακριβώς επειδή το θέμα διχάζει τους δύο λαούς, προκαλεί εντάσεις ανάμεσά τους και αξιοποιείται από τους εθνικιστές, η Αριστερά δεν μπορεί να έχει μία στάση του είδους «δεν με αφορά», «δεν με ενδιαφέρει». Πρέπει να καταθέσει πρόταση, αυτήν που πιστεύει ότι υπηρετεί καλύτερα τους στόχους της διεθνιστικής προσέγγισης ενάντια στους εθνικιστές και του ταξικού μετώπου ενάντια στους εκπροσώπους του συστήματος.

Πως νοιώθει ο γειτονικός μας λαός για το θέμα;

Η ελληνική κοινωνία, όπως είναι γνωστό, έχει αρνητική θέση στο θέμα της χρήσης του όρου Μακεδονία από το γειτονικό μας λαό. Και τι σημαίνει αυτό; Ότι εμείς σαν επαναστατική Αριστερά πρέπει να συμβιβαστούμε με αυτό; Όχι βέβαια! Όταν προκύπτει ένα θέμα αρχών η Αριστερά δεν έχει δικαίωμα να υποχωρεί στην κοινωνικές πιέσεις. Πρέπει να πηγαίνει ενάντια στο ρεύμα, ακόμα και αν αυτό σημαίνει προσωρινή απομόνωση. Εδώ όμως δεν υπάρχει κάποιο θέμα αρχών. Ο γειτονικός μας λαός έχει το δικό του κράτος (έχει δηλαδή ασκήσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης με την κλασσική έννοια του όρου) και καμία χρήση βίας ενάντια σ’ αυτό το κράτος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή – αλλά ανάμεσα στους δύο λαούς υπάρχουν δυνάμεις που θεωρούν πως το όνομα και η ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας και του Μεγαλέξανδρου ανήκουν σε αυτούς και μόνο σ’ αυτούς. Έτσι προκύπτει η διαμάχη για την ονομασία.

Οι βασικές ευθύνες γι’ αυτή τη διαμάχη ξεκινούν από την ελληνική πλευρά, όταν στα αρχικά στάδια του προβλήματος η Σλαβομακεδονική πλευρά ήταν έτοιμη για οποιουδήποτε είδους συμβιβασμό στο θέμα της ονομασίας αλλά η τότε κυβέρνηση της ΝΔ αρνιόταν οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία. Αποτέλεσμα αυτής της στάσης ήταν να ενισχυθούν οι εθνικιστές της ΠΓΔΜ.

Σήμερα, μετά από 2,5 δεκαετίες εθνικιστικού αδιεξόδου, ποιες είναι οι διαθέσεις στους δύο λαούς; Πριν πάμε στο πως νοιώθει ο ελληνικός λαός για το θέμα πιο αναλυτικά, ας ρίξουμε μια ματιά στη γειτονική μας χώρα (με κάθε επιφύλαξη, ασφαλώς, αφού αυτό γίνεται από απόσταση). Ένα βασικό ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε είναι σε ποια έκταση το θέμα της ονομασίας προκαλεί εθνική και εθνικιστική συσπείρωση στην ΠΓΔΜ;

Κατ’ αρχήν ένα πολύ σημαντικό ποσοστό του λαού της ΠΓΔΜ, γύρω στο 25% είναι Αλβανικής εθνικής καταγωγής. Η Αλβανική μειονότητα της ΠΓΔΜ δηλώνει πως δεν έχει καμία σχέση με τον όρο Μακεδόνες ή με το Μεγαλέξανδρο – σύμφωνα με μια πρόσφατη δημοσκόπηση[4] το 95% των Αλβανών της ΠΓΔΜ είναι υπέρ μιας σύνθετης ονομασίας για να κλείσει το θέμα. Σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση, στο σύνολο του πληθυσμού το 61% τοποθετείται θετικά απέναντι σε ένα συμβιβασμό για το θέμα του ονόματος.

Ασφαλώς δεν μπορεί να υπάρχει απόλυτη εμπιστοσύνη στις δημοσκοπήσεις. Όταν όμως αυτές προέρχονται από την ΠΓΔΜ, δεν έχουμε λόγο να θεωρούμε ότι εξυπηρετούν σκοπιμότητες, ειδικά σε βαθμό που να αλλοιώσουν την πραγματική εικόνα. Το σημαντικό στοιχείο που προκύπτει από την προαναφερόμενη δημοσκόπηση είναι ότι το καθαρό, σκέτο «Μακεδονία» υπερασπίζεται από μια μειοψηφία του πληθυσμού, η πλειοψηφία είναι θετική σε σύνθετη ονομασία για να κλείσει το θέμα!

Είναι παράδοξο;

Είναι η πιο πάνω εικόνα των διαθέσεων στη γειτονική μας χώρα κάτι εξωφρενικό ή έστω παράδοξο; Μάλλον όχι, αν ρίξουμε μια πιο αναλυτική ματιά σε κάποια επιπλέον στοιχεία που αφορούν το τι συμβαίνει εκεί.

Ας σημειώσουμε, κατ’ αρχήν, μια παλιά δήλωση του Κίρο Γκλιγκόροφ, πρώτου προέδρου της ΠΓΔΜ μετά την κατάρρευση της πρώην Γιουγκοσλαβίαςμ ο οποίος είχε αναφέρει (στις 6 Μαρτίου 1992) πως οι κάτοικοι της ΠΓΔΜ «δεν έχουν καμία σχέση με την αρχαία Μακεδονία και τον Μεγαλέξανδρο, είναι Σλάβοι».[5]

Ακόμα, ο Βλαντιμίρ Γκλιγκόροφ (καθηγητής στην Αυστρία και γιος του Κ. Γκλιγκόροφ) σε πρόσφατη συνέντευξή του ανάφερε πως είναι «θετικό βήμα πως η κυβέρνηση Ζάεφ αποκήρυξε το αρχαιομακεδονικό ιδεολόγημα του Νίκολα Γκρούεφσκι».[6]

Βλέπουμε πως κατ’ αρχήν υπάρχει ένα σημαντικό, τουλάχιστον, ρεύμα ενάντια στο «αρχαιομακεδονικό ιδεολόγημα» που είναι ταυτισμένο με το σκέτο «Μακεδονία» που προωθούσαν οι εθνικιστικές κυβερνήσεις του VMRO-DPMNE με επικεφαλής, μέχρι πρόσφατα, τον Νίκολα Γκρουέφσκι.

Κι αυτό γιατί κάθε λογικός άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ότι δεν είναι «μία η Μακεδονία» και δεν υπάρχει κάποιος μοναδικός απόγονος (αυτό κι αν είναι τραγικά αστείο…) του Μεγαλέξανδρου. Υπάρχουν 3 Μακεδονίες, η Ελληνική με περίπου 52% των εδαφών της αρχαίας Μακεδονίας του Φιλίππου, η ΠΓΔΜ με περίπου 38% και η Βουλγαρική με το υπόλοιπο. Επομένως είναι λογικό κάθε μια από αυτές τις περιοχές να έχει ένα επιθετικό προσδιορισμό δίπλα από το Μακεδονία.

Με αυτή την προσέγγιση βέβαια διαφωνούν οι εθνικιστές στην ΠΓΔΜ και στην Ελλάδα.

Στην ΠΓΔΜ το βασικό κόμμα που εκφράζει την πολιτική της εθνικιστικής πτέρυγας της άρχουσας τάξης, όπως προαναφέρθηκε, είναι το VMRO-DPMNE. Αυτό το κόμμα, ήταν μέχρι τις αρχές του περασμένου χρόνου (2017) στην κυβέρνηση της ΠΓΔΜ και είχε επενδύσει την πολιτική του σταδιοδρομία στο σκέτο «Μακεδονία» γεμίζοντας τη χώρα με αγάλματα και σύμβολα του Μεγαλέξανδρου.

Για να πετύχει τους στόχους του το κόμμα αυτό προχώρησε σε ένα πολύ σοβαρό «ψαλίδισμα» των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του λαού της ΠΓΔΜ.

Πόση ελευθερία και δημοκρατία υπάρχει στην ΠΓΔΜ;

Το πόση δημοκρατία υπάρχει στη γειτονική μας χώρα (για να μπορούμε να εκτιμήσουμε πόσο ελεύθερα και δημοκρατικά μπορεί ο Σλαβομακεδονικός λαός να εκφραστεί και να μιλήσει) φαίνεται από δύο απλά γεγονότα.

Πρώτο, και εξαιρετικά σοβαρό, οι κυβερνήσεις του VMRO-DPMNE αρνιόντουσαν επίμονα να αναγνωρίσουν την Αλβανική γλώσσα σαν τη δεύτερη επίσημη γλώσσα της χώρας!

Αυτό (η αναγνώριση της Αλβανικής) έγινε μόλις πρόσφατα, στις αρχές του χρόνου, με τη νέα κυβέρνηση της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης του Ζόραν Ζάεφ, και μετά από τεράστιες εσωτερικές εντάσεις, βέτο από τον πρόεδρο της χώρας που πρόσκειται στο VMRO-DPMNE, προπηλακισμούς στη βουλή κλπ.[7]

Δεύτερο από το γεγονός πως το προαναφερόμενο βίντεο στο οποίο ο πρώην πρόεδρος Γκλιγκόροφ δηλώνει πως οι κάτοικοι της ΠΓΔΜ είναι Σλάβοι και δεν έχουν καμία σχέση με το Μεγαλέξανδρο… μπήκε «στο ψυγείο», δηλαδή απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του, για σχεδόν 25 χρόνια. Ξαναβγήκε στην επιφάνεια τον περασμένο Νοέμβρη, μετά την πτώση της κυβέρνησης του VMRO-DPMNE από την εφημερίδα των Σκοπίων «Βέτσερ».

Η εικόνα που προκύπτει είναι αρκετά σαφής. Οι εθνικιστές της ΠΓΔΜ προσπαθούν να χτίσουν την ισχύ τους στην προπαγάνδα και στο ιδεολόγημα ότι αυτοί είναι οι Μακεδόνες, οι μόνοι και οι πραγματικοί. Απ’ ότι φαίνεται όμως η πλειοψηφία του λαού της ΠΓΔΜ αντιμετωπίζει με πολύ μεγαλύτερη ισορροπία και ψυχραιμία την κατάσταση.

Οι αγωνιστές της Αριστεράς, είτε στην Ελλάδα, είτε στην ΠΓΔΜ, είτε οπουδήποτε αλλού, δεν πρέπει να τοποθετούνται με τρόπο που στο όνομα της καταπολέμησης του ελληνικού εθνικισμού να στηρίζουν τις θέσεις της εθνικιστικής πτέρυγας της άρχουσας τάξης της ΠΓΔΜ απέναντι σ’ αυτή της Ελλάδας. Το αντίθετο, έχουν υποχρέωση να παλεύουν ενάντια και στους δύο.

Η κατάσταση στο ελληνικό εργατικό κίνημα

Γιατί τόση φασαρία για το θέμα του ονόματος μπορεί να ρωτήσει κάποιος. Μα γιατί απασχολεί τόσο έντονα την κοινή γνώμη και στις δύο χώρες, είναι η απάντηση.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 60-65% των Ελλήνων δεν συμφωνούν με καμία χρήση του όρου Μακεδονία από το γειτονικό κράτος. Ένα 35% περίπου υποστηρίζει σύνθετη ονομασία. Αυτοί που δηλώνουν ότι αποδέχονται ή υποστηρίζουν το σκέτο «Μακεδονία» αποτελούν ένα αμελητέο ποσοστό.

Η ελληνική Αριστερά οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη αυτή τη συνείδηση, αν θέλει να την αλλάξει και να πείσει για τις απόψεις της.

Οι αντιλήψεις του είδους «ο κόσμος κακώς σκέφτεται έτσι» και «αφού σκέφτονται έτσι, κακό του κεφαλιού τους» κλπ δεν αφορούν τη σοβαρή ριζοσπαστική-επαναστατική Αριστερά. Αφορούν το ΚΚΕ και τη μικροαστική Αριστερά που χαρακτηρίζεται από ανυπομονησία και σεχταρισμό.

Η Αριστερά οφείλει να λάβει υπόψη της τη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων στα οποία απευθύνεται. Όχι για να προσαρμοστεί σ’ αυτήν αλλά για να ξεκινήσει απ΄ αυτήν με στόχο να την αλλάξει.

Μόνο ξεκινώντας από το υπάρχον επίπεδο συνείδησης μπορεί η Αριστερά να πείσει τα λαϊκά στρώματα για το συνολικό της πρόγραμμα. Το «Μεταβατικό Πρόγραμμα» που, στα λόγια τουλάχιστον, αποτελεί κάτι γενικά αποδεκτό στις γραμμές της Αριστεράς, έχει ακριβώς να κάνει με αυτό: ξεκινάει από το υπάρχον επίπεδο συνείδησης για να «κλιμακώσει» σταδιακά με στόχο να πείσει τα εργατικά και λαϊκά στρώματα για την αναγκαιότητα του συνολικού προγράμματος – και τελικά, για την εργατική εξουσία και τον σοσιαλισμό.

Οι επαναστάτες-σοσιαλιστές ξέρουν, έχουν σαν δεδομένο, ότι το επίπεδο της ταξικής, σοσιαλιστικής ή ακόμα και πολιτιστικής συνείδησης των εργατικών μαζών είναι σχετικά χαμηλό. Πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι; Δεν φταίνε τα λαϊκά στρώματα όμως γι’ αυτό, φταίει η άρχουσα τάξη που το καλλιεργεί. Γι’ αυτό οι μαρξιστές-επαναστάτες χρησιμοποιούν τη μέθοδο της «υπομονετικής εξήγησης» όπως τόνιζε ο Λένιν, και του Μεταβατικού Προγράμματος το οποίο γεννήθηκε μέσα από την εμπειρία των Μπολσεβίκων και μας κληροδοτήθηκε από τον Λένιν και τον Τρότσκι.

Αν λοιπόν η ελληνική Αριστερά, που επιδιώκει να είναι ριζοσπαστική και επαναστατική, θέλει να προσεγγίσει και να πείσει τις ελληνικές μάζες, πρέπει να ξεκινήσει από το δεδομένο ότι το όνομα «Μακεδονία», σκέτο, αντιμετωπίζεται με απόλυτη άρνηση από τα ελληνικά λαϊκά στρώματα. Είναι μια πρόταση στην οποία τα λαϊκά στρώματα απλά κλείνουν τα αυτιά ή γυρνούν την πλάτη.

Αντίθετα η θέση για «σύνθετη ονομασία» έχει σαν βάση ένα σημαντικό ποσοστό, του πληθυσμού, ένα 35-40%. Πέρα απ’ αυτό, επιτρέπει να υπάρξει συζήτηση με ένα άλλο πολύ σημαντικό τμήμα του υπόλοιπου 60-65%. Δεν είναι εθνικιστές το 60-65%! Είναι λαϊκά στρώματα που επηρεασμένα κι από την προπαγάνδα του εθνικιστικού κομματιού της άρχουσας τάξης, θεωρούν ότι οι γείτονες κλέβουν τη δική τους ιστορία και ότι θα απειλήσουν με εδαφικές διεκδικήσεις σε κάποια μελλοντική φάση που θα τους το επιτρέπουν οι συνθήκες.

Αυτή η «ανησυχία» ή «άρνηση» των ελληνικών λαϊκών στρωμάτων μπορεί να αλλάξει μέσα από υπομονετική εξήγηση και τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία. Η θέση υπέρ μιας «σύνθετης ονομασίας» έχει αυτή τη δυνατότητα: εξηγώντας ότι από την εποχή του Φιλίππου και του Μεγαλέξανδρου έχουν περάσει σχεδόν 2.500 χρόνια, ότι άπειροι λαοί έχουν περάσει απ’ αυτά τα εδάφη, ότι η σύνθετη ονομασία συμβάλλει στο να σπάσει η εθνικιστική καχυποψία κι έτσι συμβάλλει στην απομόνωση των αλυτρωτικών επιδιώξεων, κλπ, κλπ, σημαντικά τμήματα λαϊκών στρωμάτων που είναι επιφυλακτικά στη χρήση του όρου από την ΠΓΔΜ, μπορούν να μεταπειστούν. Η θέση του σκέτου «Μακεδονία» όμως, αντίθετα, δεν έχει καμία ελπίδα να πείσει κανέναν άλλο πέρα από την ίδια τη ριζοσπαστική-επαναστατική Αριστερά. Την οδηγεί δηλαδή σε αυτοαπομόνωση.

Εν κατακλείδι

Συνοψίζοντας λοιπόν, η ελληνική Αριστερά που υποστηρίζει τον αυτοπροσδιορισμό και μέσω αυτού το σκέτο «Μακεδονία», κινδυνεύει να πέσει σε δύο παγίδες.

  1. Να παραμείνει απομονωμένη και στο περιθώριο της κοινωνίας, όπως συμβαίνει με τους σεχταριστές που στο όνομα κάποιας υποτιθέμενης καθαρότητας αρνούνται να λάβουν υπόψη και να σεβαστούν τον τρόπο με την οποίο λειτουργεί η συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων και το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται.
  2. Στο όνομα της αντίθεσης στον ελληνικό εθνικισμό οι υποστηρικτές της θέσης του «αυτοπροσδιορισμού – τελεία», κινδυνεύουν να υποβοηθούν τον Σλαβομακεδονικό εθνικισμό, ο οποίος, όπως και όλοι οι εθνικισμοί, δεν σέβεται καν τα δικαιώματα του δικού του λαού περί δημοκρατίας κι ελευθερίας έκφρασης.

Η υποστήριξη μιας σύνθετης ονομασίας είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει η επαναστατική Αριστερά να «μιλήσει» με μαζικά κοινωνικά στρώματα και να τα πείσει για την ορθότητα της πρότασής της και της πάλης ενάντια στον εθνικισμό. Πάνω σ’ αυτή τη βάση μπορεί να χτίσει για το μέλλον, για την ταξική συνεργασία των εργατικών κινημάτων στις δύο χώρες αλλά και σε όλη την περιοχή, στην κατεύθυνση της συστημικής ανατροπής και του σοσιαλισμού.

 

[1] Δείτε www.xekinima.org, 10/01/2018: Έρχεται συμφωνία στο Μακεδονικό;
[2] Διαβάστε στο www.xekinima.org:
[3] Δείτε
[4] ΠΓΔΜ: Το 61% των πολιτών στηρίζει την αλλαγή ονομασίας, in.gr – 2018/02/02
[5] http://www.mixanitouxronou.gr/
[6] Το Βήμα, 11.02.2018
[7] www.euro2day.gr, 14.03.2018, Με επεισοδιακό τρόπο ψηφίστηκε το νομοσχέδιο για την Αλβανική γλώσσα

 

#Μακεδονικό