«Αγανακτισμένοι»: απολογισμός ενός κινήματος με μέλλον

24/07/2011
Comments off
606 Views

Σε pdf εδώ

Το κίνημα των Αγανακτισμένων ταρακούνησε για τα καλά την ελληνική κοινωνία και απείλησε το πολιτικό κατεστημένο της χώρας μας όσο τίποτε άλλο τα τελευταία χρόνια. Συγκέντρωσε το μεγαλύτερο αριθμό διαδηλωτών εδώ και δεκαετίες (που έφτασαν τις 500 χιλιάδες την Κυριακή 5 Ιούνη) και σε συνδυασμό με την 24ωρη γενική απεργία στις 15 Ιούνη έφερε την κυβέρνηση μια ανάσα από την πτώση. Εκείνη την ημέρα η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου απέδειξε ότι δεν είναι απλά δουλική στα διεθνή κέντρα αποφάσεων αλλά και γελοία: το μεσημέρι δήλωνε παραίτηση και το βράδυ άλλαζε γνώμη…

Όπως γράψαμε και σε προηγούμενα κείμενά μας,

Ο Ιούνης θα μείνει στην ιστορία του κινήματός μας. Η 15 Ιούνη θα μείνει στην ιστορία σαν η μέρα που ένας τρομοκρατημένος πρωθυπουργός, μιας τρομοκρατημένης κυβέρνησης, μιας τρομοκρατημένης άρχουσας τάξης, μιας τρομοκρατημένης τρόικας, ξεπέρασε τα όρια της γελοιότητας, προσφέροντας την παραίτησή του και μετά αναιρώντας την… Ο άνθρωπος θα ήταν ο ιδανικός γελωτοποιός, αν πέρα από τη γελοιότητά του δεν κρατούσε στα χέρια του τον οδοστρωτήρα του μνημονίου που όσο περνάει ισοπεδώνει τη ζωή κάθε Έλληνα εργαζόμενου, νέου, γυναίκας, φτωχού.

Το κίνημα έδειξε ότι πραγματικά μπορούσε να ρίξει την κυβέρνηση, μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για μεγάλες ανατροπές. Όμως τελικά δεν τα κατάφερε!

Το γιατί δεν τα κατάφερε πρέπει να αποτελέσει θέμα σοβαρού προβληματισμού και συζήτησης μέσα στις χιλιάδες των πρωτοπόρων αγωνιστών που πάλεψαν μέσα από τις γραμμές αυτού του κινήματος και πίστεψαν σ’ αυτό. Γιατί από τα συμπεράσματα που θα προκύψουν, θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό και η πορεία των μελλοντικών κινημάτων. Αν ένα είναι σίγουρο, είναι ότι το ηφαίστειο που ονομάζεται Ελλάδα δεν πρόκειται να σιγάσει. Κι όχι μόνο αυτό – όλη η Νότια Ευρώπη, όλη η Ευρώπη βράζουν, όλος ο πλανήτης ακολουθεί σ’ αυτά τα βήματα.

Νέα κινήματα, νέα ξεσπάσματα, στην Ελλάδα και διεθνώς, είναι αναπόφευκτα. Τα συμπεράσματα του σήμερα λοιπόν μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό οδηγό για το αύριο.

επαναστατικές διεργασίες.

Το κίνημα των Αγανακτισμένων δεν ήταν κάποιος κεραυνός εν αιθρία. Αποτελεί συστατικό στοιχείο των διεργασιών που διαπερνούν την ελληνική κοινωνία.

Όπως γράψαμε ξανά, η ταχύτητα των εξελίξεων στην Ελλάδα είναι ιλιγγιώδης. Πέρα από τις 11 γενικές απεργίες από τις αρχές του 2010 και τις άπειρες άλλες κλαδικές, είχαμε μέσα στους τελευταίους μήνες μια εκπληκτική εναλλαγή κινημάτων: Την Κερατέα, το Δεν Πληρώνω, τους αγώνες των Συγκοινωνιών, τους 300 μετανάστες απεργούς πείνας, την κατάληψη του Δήμου της Αθήνας από τους Συμβασιούχους (που ξεπουλήθηκε, όπως κι αυτός των Συγκοινωνιών, ωμά και προκλητικά) και τελευταίο των Αγανακτισμένων.

Ανάμεσα σ’ αυτά μεσολάβησε και κάτι άλλο: η βία των νεο-ναζί στο κέντρο της Αθήνας, το Μάη, όπου κυριαρχούσαν για 4 μέρες με την αστυνομία να τους παρακολουθεί απαθής. Αυτό αποτελεί μια σαφή προειδοποίηση για την αριστερά: αν αποτύχει να δώσει προοπτική στο κίνημα, θα έρθει η ακροδεξιά να καλύψει το κενό.

Στα δύο βασικά κινήματα της «βάσης της κοινωνίας», το Δεν Πληρώνω και τους Αγανακτισμένους, η συμμετοχή των μαζών ξεπέρασε κάθε προηγούμενο στην πρόσφατη ιστορία της χώρας. Στο Δεν Πληρώνω υπολογίζεται από τις δημοσκοπικές εταιρείες ότι συμμετείχαν συνολικά 2 εκατ. άνθρωποι, ενώ στις κινητοποιήσεις του Ιούνη, βασικά γύρω από τις πλατείες των Αγανακτισμένων, ακόμα περισσότεροι, το 29% του ενήλικου πληθυσμού, γύρω στα 2,7 εκατομμύρια, σύμφωνα με το βαρόμετρο της Public Issue (Ιούλης 2011, http://www.publicissue.gr/1851/varometro-july-2011/ )

Αυτή η ταχύτητα, αυτές οι απότομες εναλλαγές, είναι σύμπτωμα των σπασμών μιας κοινωνίας που αναζητά με αγωνία τον δρόμο της αντίστασης στη βαρβαρότητα που της επιβάλλουν. Αυτό από μόνο του είναι στοιχείο επαναστατικών διεργασιών (αυτό βέβαια δεν σημαίνει επανάσταση όπως βιάζονται να χαρακτηρίσουν κάποια κομμάτια της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς). Και πάντα, όταν αναπτύσσονται επαναστατικές διεργασίες εμφανίζεται και το ακριβώς αντίθετό τους: καταστολή, προσπάθεια να τσακιστούν οι δυνάμεις και οι οργανώσεις του κινήματος, ακροδεξιά, νεοφασισμός.

Διεθνείς διεργασίες – διεθνισμός

Αυτές οι διεργασίες, όμως, δεν είναι μόνο ελληνικές – και η σημασία αυτού του παράγοντα είναι καθοριστική.

Το Κίνημα των Αγανακτισμένων δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα, όπως πολύ θα ήθελαν οι εθνικιστές και ακροδεξιοί που προσπάθησαν να παρέμβουν σ’ αυτό. Ήταν προέκταση του κινήματος των Ισπανών Ιντιγνάδος, οι οποίοι με τη σειρά τους είχαν πάρει παράδειγμα από τις μεγαλειώδεις αραβικές επαναστάσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο. Εκεί, οι Άραβες εξεγερμένοι, καταλαμβάνοντας τις πλατείες τους και συνεχίζοντας παρά τις εκατοντάδες των νεκρών τους, ανέτρεψαν τους αιματοβαμμένους δικτάτορες Μπεν Αλί και Μουμπάρακ!

Μήπως όμως κι αυτά αποτελούν τυχαίες εκρήξεις;

Θα πρέπει να είναι κανείς αφελής για να πιστεύει κάτι τέτοιο. Αυτές οι διεργασίες διαπερνούν τον πλανήτη κι αγκαλιάζουν ακόμα και χώρες όπως τις ΗΠΑ, όπου είχαμε, πχ, τη μαζική εξέγερση και «εισβολή» του λαού στη βουλή του Γουισκόνσιν το Φλεβάρη αυτού του χρόνου. Ή τη Βρετανία, με την πιο μεγάλη εργατική κινητοποίηση μετά τον β’ παγκ. πόλεμο, το Μάρτη που πέρασε, με 750 χιλιάδες στους δρόμους του Λονδίνου. Για να μην αναφέρουμε τις εξεγέρσεις των πεινασμένων σε 31 χώρες του πλανήτη το 2008, ή τις μεγάλες απεργίες και κινητοποιήσεις στη Ν. Ευρώπη. Πίσω απ’ όλα αυτά δεν βρίσκεται τίποτε άλλο από την οικονομική κρίση που μαστίζει τον πλανήτη.

Εποχή επαναστάσεων και αγώνων

Η κρίση αυτή, ξεκίνησε το 2007 από τις ΗΠΑ, προκαλώντας την κατάρρευση της αγοράς κατοικίας και στερώντας τη στέγη από εκατομμύρια οικογένειες. Επεκτάθηκε το 2008 στο τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ, το 2009 επεκτάθηκε στο διεθνές και ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και από το 2010 και μετά πήρε τη μορφή της κρίσης του χρέους.

Είναι η πιο βαθιά κρίση από τη δεκαετία του ’30 – όπως αναγνωρίζουν πια (όσο κι αν δεν τους αρέσει) όλοι οι οικονομικοί αναλυτές του κεφαλαίου. Και οι συγκλονιστικές εξελίξεις που βλέπουμε στη μια χώρα και ήπειρο μετά την άλλη δεν είναι παρά γέννημα αυτής της κρίσης.

Εδώ και καιρό το «Ξ» πρόβαλε τη θέση «εποχή μεγάλων αγώνων και επαναστάσεων». Και πραγματικά έτσι είναι. Είναι ολόκληρη ιστορική περίοδος, γιατί αυτή η κρίση θα κρατήσει, δεν είναι μια συνηθισμένη ύφεση που κρατάει κάποιους μήνες ή ένα ή δύο χρόνια, είναι μια ολόκληρη εποχή κρίσης, όπως αναλύσαμε πολλές φορές. Και θα σημαίνει αναπόφευκτα αντίστοιχες επαναστατικές διεργασίες.

Κινήματα της «βάσης»

Για να επιστρέψουμε στα «δικά μας», το σημαντικό, νέο χαρακτηριστικό του κινήματος των Αγανακτισμένων, όπως και του Δεν Πληρώνω, είναι ότι είναι κινήματα της «βάσης» της κοινωνίας, δηλαδή δεν έχουν από πίσω τους κομματικούς ή άλλους μηχανισμούς. Μάλιστα, αποτελούν, με μια έννοια, προσπάθεια της κοινωνίας να ξεπεράσει, παίρνοντας η ίδια τα πράματα στα χέρια της, την «αδυναμία» των συνδικάτων και των κομμάτων της Αριστεράς να προσφέρουν διέξοδο στην τεράστια κρίση που διαπερνά την ελληνική κοινωνία.

Το κίνημα των Αγανακτισμένων, ιδιαίτερα, είχε σαν παντιέρα του το «έξω τα κόμματα». Αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο τα μαζικά κόμματα της αριστεράς, το ΚΚΕ και ο ΣΥΝ, οφείλουν να σκύψουν και να προσπαθήσουν να κατανοήσουν. Γιατί, ιστορικά, όλα τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα έχουν σχέση με την αριστερά. Πώς γίνεται ένα τόσο μεγάλο κίνημα να λέει στα κόμματα της αριστεράς «μην ανακατεύεσαι»; Αυτό είναι κάτι πρωτόγνωρο και έχει μόνο μία εξήγηση: η αριστερά αυτή έχει απογοητεύσει τα λαϊκά στρώματα μέσα από τις πολιτικές και πρακτικές που υιοθετεί, όχι μόνο σήμερα, στη διάρκεια της σημερινής κρίσης, αλλά στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Η ευθύνη γι’ αυτό βαρύνει τις ηγεσίες των κομμάτων της αριστεράς – δεν βαρύνει τον κόσμο. Κι αυτό απαιτεί από αυτές τις ηγεσίες κάτι στο οποίο δεν μας έχουν συνηθίσει ποτέ: αυτοκριτική, όχι στα λόγια αλλά στην ουσία – και συμπεράσματα.

Αυτό δεν το είδαμε από τα κόμματα της αριστεράς.

Προπάντων δεν το είδαμε από το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ κατάγγειλε το κίνημα αυτό με το που ξεκίνησε και μέχρι το τέλος κράτησε μια σαφή εχθρική αποστασιοποίηση απ’ αυτό (παρότι μερικές φορές έκανε κάποιες προσπάθειες «προσέγγισής» του). Στην ουσία το παρουσίασε σαν ένα κίνημα ενταγμένο στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος και υποταγμένο σ’ αυτό, με στόχο να παίξει ρόλο εκτόνωσης της αγανάκτησης του κόσμου.

Ο ΣΥΝ είχε διαφορετική αντιμετώπιση, έκανε δηλαδή προσπάθεια να παρέμβει σ’ αυτό και να το ενισχύσει. Αυτό όμως δεν λύνει το πρόβλημα της πολιτικής αδυναμίας του ΣΥΝ να πείσει και πολύ περισσότερο να εμπνεύσει τον κόσμο. Ο ΣΥΝ δεν επιχείρησε να εξηγήσει γιατί ο κόσμος των πλατειών δεν ήθελε τα κόμματα της αριστεράς (επομένως και τον ίδιο) εκεί! Ούτε μπόρεσε να εκτιμήσει, ή έστω να αποπειραθεί να κατανοήσει, το γεγονός ότι οι αποφάσεις των πλατειών των Αγανακτισμένων σε σχέση με την κρίση είναι πιο προχωρημένες απ’ τις θέσεις του ΣΥΝ – δηλαδή βρίσκονται στα αριστερά των θέσεων της ηγεσίας του ΣΥΝ!

Στην ουσία δηλαδή ούτε ο ΣΥΝ ούτε το ΚΚΕ έβγαλαν πραγματικά συμπεράσματα απ’ αυτό το κίνημα. Όπως δεν έκαναν καμία προσπάθεια να εξηγήσουν γιατί στο μέσον τέτοιας τρομακτικά καταστροφικής κρίσης, κι ενώ καταρρέουν τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, τα δικά τους ποσοστά εμφανίζουν μια μικρή μόνο αύξηση ενώ της αποχής του λευκού και του άκυρου κυμαίνονται στο 40 – 50%!

Η εξήγηση γι’ αυτή τη στάση της κοινωνίας απέναντι στα μαζικά κόμματα της αριστεράς έχει να κάνει, πρώτα και κύρια, με την ανεπάρκεια των προτάσεων τους. Αυτά τα έχουμε αναλύσει πολλές φορές σε κείμενά μας και δεν θα επεκταθούμε εδώ. Χρειάζεται μόνο να πούμε πώς όσες «ανεπάρκειες» κι αν έχει ένα κίνημα, όταν είναι μαζικό, η αριστερά έχει ευθύνη να παρέμβει σ’ αυτό και να προσπαθήσει να επηρεάσει την πορεία του, καταθέτοντας τις προτάσεις της, με σεβασμό, πάντα και απαρέγκλιτα, στις δημοκρατικές διαδικασίες του κινήματος. Το «Ξ» ήταν από την πρώτη μέρα στις πλατείες, μαζί με ένα πολύ μικρό αριθμό άλλων οργανώσεων. Ο αριθμός αυτός μεγάλωσε στη συνέχεια όταν φάνηκε πως το κίνημα είχε μαζική εμβέλεια.

Η ίδια η πορεία της εξέλιξης των αιτημάτων του κινήματος των Αγανακτισμένων επιβεβαιώνει αυτή την εκτίμηση.

Απ’ τον εθνικισμό στον διεθνισμό, στο εργατικό κίνημα και προς τ’ αριστερά.

Χρειάζεται να πούμε κατ’ αρχήν πως από την πρώτη μέρα οι πλατείες δεν ήταν ένα ενιαίο πράγμα. Σ’ αυτές υπήρχαν «όλες οι απόψεις». Αλλά πέρα από αυτή τη «συνύπαρξη» αναπτύσσονται κεντρικές τάσεις, βασικές διεργασίες που τελικά κυριαρχούν. Σ’ αυτές αναφερόμαστε στη συνέχεια.

Τις πρώτες μέρες τα συνθήματα των πλατειών «κάτω το Μνημόνιο και έξω η Τρόικα» συμπληρωνόταν με πολλές ελληνικές σημαίες και πολύ «πατριωτισμό» κάτι που έδειχνε παρέμβαση ακροδεξιών οργανώσεων. Αυτό άλλαξε στη συνέχεια. Πολύ σύντομα, οι Αγανακτισμένοι, «βρήκαν» τις αναπόφευκτες και απαραίτητες διεθνιστικές διαστάσεις του κινήματος: κάλεσαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις τονίζοντας τη σημασία της κοινής πάλης με τους υπόλοιπους εργαζόμενους και νεολαία στην Ευρώπη.

Αυτό δεν ήταν παρά ένα βήμα σε μια πορεία ιδιαίτερης σημασίας. Πολύ σύντομα το κίνημα προχώρησε στην υιοθέτηση μιας σειράς θέσεων, που του έδιναν καθαρά αριστερά χαρακτηριστικά, όπως:

  • Πραγματική δημοκρατία, με τις αποφάσεις να παίρνονται μετά από δημοκρατική συζήτηση σε ανοιχτές συνελεύσεις.

  • Σύνδεση του κινήματος των πλατειών με το εργατικό και το απεργιακό κίνημα και κάλεσμά τους στο Σύνταγμα.

  • Επέκταση των συνελεύσεων και των επιτροπών στις γειτονιές και τους εργατικούς χώρους.

  • Άρνηση πληρωμής του χρέους στους τραπεζίτες, δανειστές του ελληνικού δημοσίου

  • Εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος της χώρας

  • Πραγματική δημοκρατία στην οικονομία – πέρασμα του ελέγχου της οικονομίας στα χέρια της κοινωνίας, των εργαζομένων, των λαϊκών στρωμάτων.

Πρόκειται για μια καθαρή μετακίνηση του κινήματος των Αγανακτισμένων προς τα αριστερά. Ξεκίνησε με αφετηρία την άρνηση της πολιτικής και την καταγγελία των συνδικάτων και κατέληξε να καλεί τα συνδικάτα να ενώσουν τους αγώνες τους με τις πλατείες, να υιοθετεί ένα ριζοσπαστικό ανατρεπτικό πλαίσιο πολιτικών προτάσεων (η «απαγόρευση» δε της παρουσίας πολιτικών οργανώσεων στο Σύνταγμα εγκαταλείφθηκε λίγες μέρες μετά)!

Πώς έγινε αυτό; Έγινε, από τη μια μέσα από την παρέμβαση οργανώσεων της αριστεράς κι από την άλλη μέσα από την ίδια τη λογική της αντικειμενικής κατάστασης. Γιατί, ένα κίνημα δεν μπορεί να μένει απλά στο «όχι». Μπορεί να ξεκινά απ’ αυτό, αλλά στη συνέχεια αν δεν δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει υποσκάπτει τη δυναμική του. Και οι μόνες απαντήσεις που μπορούν να δοθούν στην κρίση που μαστίζει το καπιταλιστικό σύστημα, στην Ελλάδα και διεθνώς, βρίσκονται στα αριστερά.

Το Κίνημα δεν νίκησε!

Όμως το κίνημα των Πλατειών δεν νίκησε. Αυτή είναι μια διαπίστωση στην οποία ίσως να μην χρειαζόταν να σταθεί κανείς, αν δεν υπήρχε ένα σημαντικό κομμάτι της αριστεράς και των συνελεύσεων που αρνείται να την κάνει.

Έχουμε κι εδώ, μια παλιά ασθένεια της αριστεράς: «νικήσαμε επειδή παλέψαμε». Αυτό είναι λάθος. Το ότι παλέψαμε είναι μια σπουδαία κατάκτηση, σίγουρα. Το ότι είχαμε άλματα στη συνείδηση χιλιάδων ανθρώπων, επίσης. Αλλά το αν νικήσαμε ή χάσαμε εξαρτάται από την έκβαση της μάχης. Πέρασε το μεσοπρόθεσμο; Πέρασε. Άντεξε η κυβέρνηση; Άντεξε. Επομένως η μάχη χάθηκε. Ο πόλεμος βέβαια συνεχίζεται, όμως η μάχη χάθηκε!

Κι αυτό πρέπει να αναγνωριστεί, πρέπει να βγουν τα συμπεράσματα για τους λόγους που χάθηκε η μάχη, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να μπορέσει το κίνημα να κερδίσει τις επόμενες μάχες, να κερδίσει τελικά τον πόλεμο.

Στις συνελεύσεις που ακολούθησαν μετά το πέρασμα του Μεσοπρόθεσμου από τη Βουλή, η πλειοψηφία των οργανώσεων της αριστεράς μιλούσε διθυραμβικά για το κίνημα αρνούμενη να αναγνωρίσει ότι το κίνημα δεν τα κατάφερε. Αρνιόταν, έτσι, στην ουσία, να βγάλει συμπεράσματα για το πώς θα μπορούσε το κίνημα να νικήσει στην επόμενη σύγκρουση διορθώνοντας τις σημερινές αδυναμίες του. Και αρνούμενη, τελικά, να προχωρήσει σε μια οργανωμένη «αναδίπλωση» του κινήματος για τη διάρκεια των μηνών Ιούλη και Αυγούστου και επιστροφή το Σεπτέμβρη.

οργανωμένη υποχώρηση κι επιστροφή

Η άρνηση ενός μικρού αριθμού συμμετεχόντων στις συνελεύσεις των αρχών του Ιούλη να κλείσουν και να ανοίξουν οργανωμένα, ξανά, από τον Σεπτέμβρη, αποτελεί σοβαρό λάθος.

Γιατί οι δεκάδες χιλιάδες που κατακλύζανε τις πλατείες όσο κρατούσε η μάχη, έφυγαν, μετά το πέρασμα του Μεσοπρόθεσμου. Το να επιχειρούν μερικές εκατοντάδες πανελλαδικά να κρατούν τις πλατείες όταν το μαζικό κίνημα έχει υποχωρήσει δείχνει πως τα άτομα αυτά μπερδεύουν το κίνημα με τους εαυτούς τους. Κι αυτό είναι η χειρότερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει κανείς στο κίνημα. Γιατί οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον εκφυλισμό των πλατειών. Κι έτσι ένα κίνημα καταπληκτικό ταυτίζεται τελικά με μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες άτομα που θεωρούν ότι αποτελεί ύψιστο επαναστατικό καθήκον να κοιμούνται στην πλατεία και να τα λένε μεταξύ τους. Προσφέρουν «όπλα» στην άρχουσα τάξη να ταυτίζει ένα κίνημα με το περιθώριο.

Η νοοτροπία αυτή είναι χαρακτηριστική του «αντιεξουσιαστικού» χώρου – παρότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Όμως η αριστερά έχει ευθύνη να αντιπαλεύει αυτές τις ιδέες. Το «Ξ» πάλεψε στις συνελεύσεις που ακολούθησαν την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου για οργανωμένη υποχώρηση (πχ με μια μεγάλη συναυλία) και οργανωμένη επιστροφή (πχ με αφορμή την πορεία της ΔΕΘ στη Θ/νίκη τον Σεπτέμβρη) αλλά η συντριπτική πλειοψηφία των οργανώσεων της αριστεράς, παρότι είχε ήδη αποσύρει τον κύριο όγκο των δυνάμεών της από την πλατεία, δεν ήθελε να «χαλάσει το χατίρι» στις μερικές εκατοντάδες που επέμεναν να μείνουν στην πλατεία. Λάθος!

Οι αδυναμίες του σήμερα και οι παρακαταθήκες για το μέλλον

Συνοπτικά, για να πέσει η κυβέρνηση και να μην περάσει το Μεσοπρόθεσμο χρειαζόταν ένα κίνημα το οποίο:

α) να μπορεί να κινητοποιεί μεγάλες μάζες και για μεγάλη διάρκεια, μέσα από δυναμικές μορφές πάλης, όπως απεργίες και καταλήψεις εργατικών χώρων, με στόχο την παράλυση της οικονομίας, που πονάει το κατεστημένο περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, σε συνδυασμό με τις καταλήψεις των πλατειών από τους Αγανακτισμένους,

β) να έχει πολιτική απάντηση στην κυβέρνηση: δηλαδή αν πέσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ τι θα την ακολουθήσει, και αν ανατραπούν οι πολιτικές του ΠΑΣΟΚ με τι θα αντικατασταθούν.

Όσο κι αν το κίνημα των Πλατειών έκανε σημαντικά βήματα σ’ ότι αφορά την πολιτική του κατανόηση, δεν ήταν σε θέση να δώσει απαντήσεις στα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα.

Και βέβαια δεν μπόρεσε να κάνει και κάτι άλλο – πολιτικά δευτερεύον, αλλά πρακτικά πολύ σημαντικό. Δεν μπόρεσε σε καμία φάση να πάρει μια καθαρή θέση απέναντι στα λεγόμενα «μπάχαλα», δεν μπόρεσε να περιφρουρήσει τις συγκεντρώσεις του απέναντι στους λίγους «αντιεξουσιαστές» ή προβοκάτορες οι οποίοι χωρίς κανένα σεβασμό στις δεκάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες των εργαζομένων στρέφονται στο γνωστό παιγνίδι τους με τα ΜΑΤ (τα οποία βέβαια ψάχνουν την παραμικρή ευκαιρία να κτυπήσουν το κύριο σώμα των διαδηλωτών).

Στην πραγματικότητα, για μια πλήρη νίκη των Αγανακτισμένων θα χρειαζόταν, αυτό το κίνημα να μπορέσει να βγάλει στους δρόμους το εργατικό κίνημα – ένα καθήκον όμως που παραδοσιακά πέφτει στους ώμους των Συνδικάτων! Θα χρειαζόταν επίσης να προσφέρει μια πολιτική απάντηση στην κρίση, δηλαδή μια εναλλακτική οικονομική πολιτική και μια εναλλακτική διακυβέρνηση – ένα καθήκον που πέφτει στους ώμους της Αριστεράς!

Ούτε οι ηγεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος, όμως, ούτε οι ηγεσίες των κομμάτων της Αριστεράς ήταν διατεθειμένες να ανταποκριθούν στα πιο πάνω καθήκοντα, και το κίνημα των Αγανακτισμένων δεν ήταν σε θέση να καλύψει αυτό το κενό.

Αυτό το κενό, όμως, είναι ανάγκη να καλυφθεί. Γιατί στη βάση της «λογικής των αγορών», δηλαδή του καπιταλισμού, δεν υπάρχει καμία ελπίδα για τους εργαζόμενους και την κοινωνία. Το ερώτημα που τίθεται αυτή τη στιγμή είναι, αν το κίνημα των Αγανακτισμένων αφήνει πίσω του παρακαταθήκες που βοηθούν τις εξελίξεις σ’ αυτή την κατεύθυνση. Και η απάντηση σ’ αυτό είναι καθαρά θετική.

Οι πλατείες των Αγανακτισμένων έχουν θέσει μια σειρά από καίρια πολιτικά αιτήματα – όπως την άρνηση αποπληρωμής του χρέους και την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Έχουν ευθέως αμφισβητήσει την απάτη της σημερινής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας απαιτώντας «πραγματική δημοκρατία». Έχουν δείξει πως η δύναμη βρίσκεται στη μαζικότητα του κινήματος κι όχι στον πετροπόλεμο και τις μολότοφ (όπως απέδειξε η 15η του Ιούνη όταν η κυβέρνηση κρεμόταν από μια κλωστή). Όλα αυτά αποτελούν κατακτήσεις πάνω στις οποίες μπορούν να στηριχτούν τα επόμενα κινήματα για να πάνε ακόμα παραπέρα.

Τα κινήματα έχουν πάντα, μεταξύ τους, μια διαλεκτική σύνδεση και αλληλεπίδραση. Το ένα «μαθαίνει» από το άλλο, κι έτσι μαζί μπορούν να αποτελέσουν μια «ενιαία» – μπορεί να πει κανείς – διαδικασία, μακρόχρονα, μ’ όλες τις αντιφάσεις και τα πισωγυρίσματά που μπορεί να την χαρακτηρίζουν. Μια διαδικασία που δημιουργεί σταδιακά τις προϋποθέσεις για τις μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές ανατροπές που απαιτούνται.

Στο τέλος-τέλος αυτό που καλείται η ελληνική κοινωνία είναι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την αναγέννηση και του συνδικαλιστικού κινήματος και της Αριστεράς στη χώρα μας. Και το κίνημα των Αγανακτισμένων προσφέρει ένα σκαλί σ’ αυτή την εναγώνια προσπάθεια της κοινωνίας (που είναι περισσότερο ενστικτώδης και εμπειρική παρά συνειδητή και επιστημονικά τεκμηριωμένη) να βρει το δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση κι αυτούς τους στόχους.

Η επόμενη φάση των κινημάτων

Τι θα γίνει το Φθινόπωρο; Θα ξαναπάρει πάνω του το κίνημα των Αγανακτισμένων, θα κατακλύσει ξανά τις πλατείες; Αυτό είναι κάτι που μόνο ο χρόνος θα δείξει παρότι ασφαλώς η προσπάθεια θα γίνει. Οι συνθήκες όμως αλλάζουν. Αυτό που αγκαλιάστηκε μαζικά από την κοινωνία τον Ιούνη που πέρασε δεν σημαίνει πως θα γίνει ξανά τον Σεπτέμβρη. Η μάχη για να χτιστεί σε νέες, μαζικές βάσεις, ξανά, το κίνημα των Αγανακτισμένων είναι απολύτως σωστή. Αλλά πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στο ενδεχόμενο το μαζικό κίνημα να βρει άλλους τρόπους έκφρασης. Μπορεί να πάρει για παράδειγμα το χαρακτήρα τοπικών εκρήξεων, γύρω από ζητήματα που αφορούν τοπικές κοινωνίες. Η Κερατέα είναι ήδη ένα παράδειγμα που έχει περάσει στο dna του μαζικού κινήματος. Η παιδεία και ειδικά η νεολαία είναι χώροι που μπορεί να εκραγούν. Μάχες όπως αυτές που δίνουν σήμερα οι μικροϊδιοκτήτες των ταξί, δείχνουν ότι μπορεί να βρεθούν μπροστά κλάδοι που σήμερα δεν «φαίνονται».

Το κίνημα των Αγανακτισμένων μπορεί να περάσει μέσα από μια διαδικασία μετεξέλιξης, σε κάτι ακόμα πιο προωθημένο, κι όχι σε πιστό αντίγραφο της προηγούμενής του φάσης. Εξάλλου το κίνημα Δεν Πληρώνω που άφησε την σφραγίδα του την περίοδο Δεκέμβρη 2010 και Φλεβάρη 2011, μετεξελίχτηκε στο κίνημα των Αγανακτισμένων, δηλαδή έκανε ένα άλμα σε ένα ανώτερο επίπεδο. Σήμερα βλέπουμε τους οδηγούς ταξί να ανοίγουν τα διόδια και να επαναφέρουν ξανά σε μαζική κλίμακα το Δεν Πληρώνω.

Όλα λοιπόν είναι ανοιχτά. Στην πιο εξελιγμένη της μορφή η ταξική πάλη θα μπορούσε στην επόμενη περίοδο να μας δώσει τοπικές εκρήξεις τύπου Κερατέας, μαζί με την δυναμική επιστροφή του Δεν Πληρώνω, σε συνδυασμό με την επιστροφή στις πλατείες και με δυναμικές απεργιακές κινητοποιήσεις. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί και να προβλεφτεί. Χρειάζεται και πρέπει να επιδιωχθεί, αλλά το τι θα γίνει κατορθωτό στην πράξη είναι ένα ανοιχτό ζήτημα.

Μπορεί οι ακριβείς εκφάνσεις της ταξικής πάλης στην Ελλάδα να μην μπορούν να προβλεφτούν με οποιαδήποτε ακρίβεια, αλλά δύο πράγματα είναι σίγουρα.
Πρώτο η ταξική πάλη δεν πρόκειται να σιγάσει, με τίποτα. Έχουμε μπει σε μια νέα εποχή όπου η ταξική πάλη θα είναι «γυμνή», «ωμή». Κι αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Και δεύτερο, η αριστερά, αν θέλει να είναι σωστή, σοβαρή, συνεπής, θα πρέπει υπεύθυνα και σοβαρά να επιδιώξει την προετοιμασία του κινήματος, την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων, την καλύτερη οργάνωση και σύγκλισή τους.

Τι σημαίνει «προετοιμασία για το μέλλον»;

Προετοιμασία του κινήματος ώστε αυτό να μπορεί να δώσει τις μάχες του από πιο προωθημένες θέσεις, και με καλύτερες προοπτικές νίκης, σημαίνει, τα συμπεράσματα από τις προηγούμενες φάσεις να γίνουν προτάσεις και θέσεις για την επόμενη φάση, ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες μορφές που θα πάρει η ταξική πάλη. Συνοψίζουμε μερικά από τα βασικά συμπεράσματα, στα οποία έχουμε ήδη αναφερθεί:

  • Μαζικότητα και κλιμάκωση
    Η δύναμη του κινήματος βρίσκεται στη μαζικότητά του, στην εξάπλωση και το συντονισμό του. Οι Αγανακτισμένοι, το Δεν Πληρώνω, τοπικά κινήματα όπως της Κερατέας, κινήματα της νεολαίας και της Παιδείας, μαζί με την κάθοδο των εργαζομένων σε δυναμικές απεργιακές κινητοποιήσεις, όλα αυτά μαζί μπορούν να ανατρέψουν οποιαδήποτε σχέδια, οποιασδήποτε κυβέρνησης. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος της επόμενης περιόδου.

  • Απεργίες
    Στα πλαίσια του κινήματος αυτού, ο ρόλος του εργατικού–απεργιακού κινήματος είναι ο πιο κρίσιμος – γιατί μόνο έτσι μπορεί να παραλύσει η οικονομία. Ασφαλώς δεν πρέπει να υπάρχει καμία εμπιστοσύνη στους εργατοπατέρες που ελέγχουν το συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά από την άλλη, αν δεν υποχρεωθούν οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ και των μεγάλων Ομοσπονδιών, δεν μπορούν να υπάρξουν ούτε γενικές ούτε σημαντικές κλαδικές απεργίες. Γι’ αυτό, ο μόνος δρόμος είναι δραστηριοποίηση στη βάση του συνδικαλιστικού κινήματος για πρωτοβουλίες από τα κάτω, οι οποίες ταυτόχρονα να ασκούν πιέσεις στις υπάρχουσες συνδικαλιστικές ηγεσίες να υποχρεωθούν να καλέσουν δυναμικές κινητοποιήσεις. Αυτό, μέχρι να μπορέσουμε να αλλάξουμε τα ισοζύγια και να περάσουν τα σωματεία και τα συνδικάτα στον έλεγχο της βάσης και στην εκλογή ανιδιοτελών ταξικών αγωνιστών στις διοικήσεις.

  • Επέκταση του κινήματος των πλατειών
    Το φθινόπωρο πρέπει να δει μια νέα προσπάθεια επανεκκίνησης του κινήματος των πλατειών. Οι συνελεύσεις των πλατειών όμως πρέπει να επεκταθούν στις γειτονιές (στις μεγάλες πόλεις) και πάνω απ’ όλα τους εργατικούς χώρους και στο χώρο της Παιδείας. Διαφορετικά τα όρια τους είναι περιορισμένα. Οι συνελεύσεις αυτές δεν πρέπει να αποτελούνται απλά από γνωστά στελέχη και ακτιβιστές της αριστεράς, αλλά να έχουν πλατιά λαϊκή συμμετοχή.
    Κάτι τέτοιο απαιτεί ειδικές εκστρατείες στις γειτονιές και τους εργατικούς χώρους.
    Οι συνελεύσεις αυτές δεν είναι νοητό να είναι καθημερινές γιατί κανένας εργαζόμενος, προπάντων οικογενειάρχης δεν μπορεί να συμμετέχει σε τέτοιες διαδικασίες – χρειάζεται να είναι βδομαδιάτικες, ή κάθε 15, ανάλογα με το πώς αποφασίσουν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες. Πρέπει να εκλέξουν επιτροπές οι οποίες να είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητές, δηλαδή, κάθε συνέλευση να τις ανακαλεί αν έτσι κρίνει. Οι συνελεύσεις των κεντρικών πλατειών πρέπει σταδιακά να γίνουν συνελεύσεις εκπροσώπων των τοπικών συνελεύσεων και επιτροπών και οι επιτροπές να συντονίζονται μεταξύ τους σε επίπεδο πόλεων και πανελλαδικά.

  • Απαιτείται θέση για τα «μπάχαλα»
    Η ανάγκη της μαζικότητας του κινήματος απαιτεί καθαρή θέση για το θέμα των μπάχαλων. Αυτή η θέση δεν μειώνει καθόλου την οργή για την άγρια καταστολή από τις διάφορες «ειδικές δυνάμεις». Όμως τα μπάχαλα στο όνομα της «αντιεξουσιαστικής» δήθεν πάλης λειτουργούν σαν το ιδανικό άλλοθι για την άγρια καταστολή των κινημάτων μας. Και ο κίνδυνος των συγκρούσεων αυτών κρατά μακριά από τις πορείες του κέντρου ένα απίστευτα μεγάλο αριθμό εργαζομένων, τόσων που οι «αντιεξουσιαστές» πρωταγωνιστές μπαχάλων δεν μπορούν καν να φανταστούν.
    Η συνέλευση του Συντάγματος όμως (καθώς και του Λ. Πύργου και αλλού) δεν έχουν καθόλου καθαρή θέση γι’ αυτό το θέμα. Οι υπερασπιστές της «θετικής συμβολής» των μπάχαλων κρύβονται πίσω από θέσεις του είδους «για χάρη της ενότητας δεν πρέπει να κάνουμε το διαχωρισμό ανάμεσα σε κουκουλοφόρους και μη». Η ενότητα που έχει νόημα, όμως, είναι με τις εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους και τις οικογένειές τους, που δεν είναι διατεθειμένοι να εμπλακούν σε ένα ανώφελο πετροπόλεμο με τα ΜΑΤ. Αυτή θυσιάζεται, όταν προτάσσεται η «ενότητα» με τους «μπαχαλάκηδες» ένα μεγάλο ποσοστό από τους οποίους είναι δεδομένο πως είναι ασφαλίτες.

  • Πολιτικοποίηση
    Τέλος, κανένα κίνημα δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς καθαρούς πολιτικούς στόχους. Το μαζικό κίνημα μέσα από την κατάληψη των πλατειών έχει πάρει μέχρι στιγμής μια σειρά από πολύ σημαντικές αποφάσεις, όπως αναφέραμε παραπάνω, αποφάσεις πολιτικές! Για να είναι συνεπές με τον εαυτό του, το κίνημα των Αγανακτισμένων, που στην ουσία αποτελεί το «κίνημα» ολόκληρης της κοινωνίας, πρέπει τολμηρά να πει «ναι» στην πολιτικοποίηση!

  • Πολιτικό κίνημα
    Το κίνημα μπορεί και πρέπει να θέσει κατά τη γνώμη μας ένα πιο προχωρημένο, πιο μεγαλεπήβολο στόχο: να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ένα νέο πολιτικό φορέα/κίνημα που μπορεί να επιφέρει μεγάλες ανατροπές στην ελληνική κοινωνία και πολιτική σκηνή. Πολιτικό κίνημα δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά οργάνωση ή αυτό-οργάνωση στη βάση μιας σειράς πολιτικών θέσεων. Κι αυτές υπάρχουν ή μισο-υπάρχουν ήδη.
    Για ένα τέτοιο εγχείρημα, είναι σε πρώτη φάση αρκετό να πούμε αυτά που έχει ήδη πει το κίνημα των Αγανακτισμένων: Κάτω η κυβέρνηση, έξω η Τρόικα. Το χρέος δεν είναι δικό μας, δεν το πληρώνουμε. Πέρασμα του συνόλου του τραπεζικού συστήματος στην ιδιοκτησία της κοινωνίας. Όχι στις ιδιωτικοποιήσεις, όχι στο ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου (που ανήκει σε εμάς) επανεθνικοποίηση όλων των ΔΕΚΟ που ξεπουλήθηκαν στους ιδιώτες και τις πολυεθνικές. Διαφάνεια, δημοκρατία, αποφασιστική συμμετοχή των εργαζομένων και της κοινωνίας στον έλεγχο και τη διαχείριση των επιχειρήσεων του δημοσίου και της παραγωγής.

Υπάρχει πολιτική εναλλακτική;

Ο κόσμος που συμμετείχε στα κινήματα του Ιούνη, το 29% του ενήλικου πληθυσμού, που ήθελε να δει την πτώση της κυβέρνησης, είχε ένα μόνιμο ερώτημα στο μυαλό του: κι άμα πέσει το ΠΑΣΟΚ τι θα ακολουθήσει; Γιατί, σίγουρα, το να ρίξουμε το ΠΑΣΟΚ για να φέρουμε τη ΝΔ ή μια κυβέρνηση συνεργασίας δεν είναι λύση.

Η πρώτη απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι, έχει σημασία να πέσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ακόμα κι αν δεν είναι καθαρό ποιος θα ακολουθήσει γιατί η όποια επόμενη κυβέρνηση θα ζει με το φόβο της ανατροπής από το κίνημα. Πρέπει να θυμηθούμε την Αργεντινή που τον χειμώνα του 2001-2 έριξε πέντε (5!) προέδρους μέσα σε διάστημα μερικών βδομάδων. Τελικά αυτό το κίνημα ανάγκασε την κυβέρνηση της Αργεντινής να προχωρήσει σε παύση πληρωμής (ενός μεγάλου ποσοστού) του δημόσιου χρέους. Μια σημαντική νίκη από μόνη της! Όμως, η νίκη αυτή δεν μπόρεσε να ανατρέψει συνολικά την πολιτική εξουσία των καπιταλιστών, ούτε να απαλλάξει την κοινωνία από τη φτώχεια. Επομένως χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω!

Αν, παρά τα όποια κινήματα και ανατροπές, οι τύχες μας παραμείνουν στα χέρια μερικών εκατοντάδων διεφθαρμένων στη βουλή, εντελώς ανεξέλεγκτων, που στηρίζονται στα μεγάλα συμφέροντα και πραγματικά τα «τρώνε μαζί», που εκλέγονται στη βάση ψεύτικων υποσχέσεων χωρίς κανείς να μπορεί να τους αλλάξει για τα επόμενα 4 χρόνια, τότε το πρόβλημα παραμένει. Χρειάζεται λοιπόν απάντηση σ’ αυτό το ζήτημα που αφορά το θέμα της εξουσίας στην κοινωνία. Κι αυτή είναι:

  • Θέλουμε μια «βουλή» στην οποία όσοι εκλέγονται να είναι υπόλογοι και να μπορούν να ανακαλούνται αμέσως, αν έτσι αποφασίσουν αυτοί που τους εκλέξανε (κι όχι κάθε 4 χρόνια σε εκλογές απάτης, ψεμάτων και ρουσφετιών).

  • Θέλουμε εκπροσώπους που θα παίρνουν όσα παίρνουν και οι εργαζόμενοι – κι όχι 10.000 € το μήνα – χωρίς κανένα προνόμιο και καμία σύνδεση με επιχειρηματικά συμφέροντα. Όσοι απ’ αυτούς αθετούν αυτούς τους κανόνες, στη φυλακή – ούτε «εξαγορές» ποινών ούτε παραγραφές!

  • Αυτούς τους κανόνες μπορούν να τους υπηρετήσουν μόνο εκπρόσωποι που θα εκλέγονται μέσα από μαζικές συνελεύσεις, στους εργατικούς χώρους, στις γειτονιές, στις σχολές κλπ. Σ’ αυτές τις ίδιες συνελεύσεις θα λογοδοτούν και θα υπόκεινται σε ανάκληση!

  • Μια τέτοια «βουλή» των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων μπορεί να προχωρήσει στη θέσπιση μιας πραγματικής «λαϊκής εξουσίας» – δηλαδή μιας κυβέρνησης «από τους εργαζόμενους για τους εργαζόμενους», στην υπηρεσία της κοινωνίας και των λαϊκών στρωμάτων.

Δύσκολο, σαν προοπτική; Ναι, πολύ δύσκολο! Αλλά γιατί; Γιατί το κίνημα δεν έχει καταφέρει σε καμία φάση του να επεκταθεί σε όλο το πλάτος και το βάθος της κοινωνίας και γιατί το κίνημα δεν θέτει σαν συνειδητό, πολιτικό του στόχο τα πιο πάνω. Αν το κίνημα όμως μπορέσει να αναπτυχθεί με τον τρόπο που περιγράφουμε, τότε η εκλογή των αντιπροσώπων αυτών, κι αυτών που θα «κυβερνούν», θα προκύπτει με τον πιο φυσιολογικό τρόπο: θα είναι άνθρωποι που θα εκπροσωπούν τα κοινωνικά κινήματα κι όχι τα μεγάλα συμφέροντα και θα τελούν κάτω από τον διαρκή έλεγχο της «βάσης». Έτσι, και μόνο έτσι θα αποκτήσουν οι λέξεις «πραγματική» ή «άμεση» δημοκρατία, νόημα.

Υπάρχει εναλλακτική οικονομική πολιτική;

Πέρα από πολιτική εναλλακτική χρειάζεται και εναλλακτική οικονομική πολιτική.

Όλη η επίθεση που δέχεται η ελληνική κοινωνία γίνεται στο όνομα της αποπληρωμής του δημόσιου χρέους. Ποιος δημιούργησε όμως το χρέος για να το ξοφλήσουμε εμείς; Ας σημειώσουμε μερικούς  αριθμούς!

Στη δεκαετία 2000 – 2009 πληρώσαμε για το χρέος 450 δις ευρώ και δανειστήκαμε 485! Δηλαδή από το σύνολο των δανείων της προηγούμενης δεκαετίας (δύο φορές περίπου το α.ε.π της χώρας) μόνο τα 35 δις αξιοποιήθηκαν για μισθούς, συντάξεις και δημόσιες υπηρεσίες. Όλα τα υπόλοιπα πήγαν για να εξοφλήσουν τα προηγούμενα δάνεια – δηλ. στις τσέπες των τραπεζιτών, Ελλήνων, Γάλλων, Γερμανών κλπ! Οι τραπεζίτες αυτοί δάνειζαν το ελληνικό δημόσιο με επιτόκια που έφτασαν μέχρι και το 7%, όχι με δικά τους λεφτά, αλλά με αυτά που δανείζονταν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με επιτόκιο 1%!

Η ελληνική κυβέρνηση με τη συνδρομή των «σοφών» της τρόικας, πρόσφερε στις ελληνικές τράπεζες ρευστό και εγγυήσεις στο ύψος των 108 δις ευρώ! Όμως η χρηματιστηριακή αξία του τραπεζικού συστήματος της χώρας μας δεν είναι ούτε 15 δις ευρώ! Απίστευτο; Πώς γίνεται μια χρεοκοπημένη κυβέρνηση να βρίσκει 108 δις € για τους τραπεζίτες της χώρας όταν η αξία των τραπεζών συνολικά στο χρηματιστήριο είναι γύρω στα 15 δις; Τα βρίσκει δανειζόμενη απ’ την τρόικα, και μετά ξεζουμίζοντας εμάς για να αποπληρώσει τα νέα δάνεια.

Τι πρέπει να διεκδικήσουμε, λοιπόν;

  • Να αρνηθούμε να πληρώσουμε το χρέος στους δανειστές μας! Αυτό δημιουργήθηκε για να αυξάνουν τα κέρδη τους οι τραπεζίτες οι εφοπλιστές και οι βιομήχανοι!

  • Να απαιτήσουμε το δικαίωμα να διαχειρίζεται η κοινωνία τις καταθέσεις των πολιτών της, δηλαδή τις δικές μας τραπεζικές καταθέσεις! Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν 200 δις καταθέσεις στις τράπεζες, δικά μας λεφτά και αυτά να τα καρπούνται και να τζογάρουν οι τραπεζίτες, γιατί… «πρέπει να βγάζουν κέρδη» σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς! Αυτό σημαίνει να φύγουν οι τράπεζες από την ιδιοκτησία ιδιωτών, να εθνικοποιηθούν και να περάσουν στην κοινωνία.

  • Να απαιτήσουμε να μάθουμε πού πήγαν τα κέρδη τόσων χρόνων! Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 μέχρι το 2007 η ελληνική οικονομία αναπτυσσόταν με ρυθμούς 4-5% το χρόνο και η Ελλάδα αποτελούσε το Ελντοράντο των κερδών, με κερδοφορία στα επίπεδα 20-30% τον χρόνο! Που πήγαν αυτά τα λεφτά; Γιατί τα κέρδη δικά τους και οι ζημιές δικές μας;

Έτσι, με βάση τα πιο πάνω, με τα 350 δις € που θα «γλιτώσουμε» αν αρνηθούμε να αποπληρώσουμε το χρέος και με τη σωστή και κοινωνικά χρήσιμη διαχείριση των 200 δις € που βρίσκονται στις τράπεζες, μπορούν να γίνουν θαύματα στην οικονομία. Μπορούμε να μεταμορφώσουμε ολοκληρωτικά την κατάσταση, να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας, να έχουμε αξιοπρεπή υγεία, παιδεία, συντάξεις και λαϊκές κατοικίες.

Τέλος…

Όσοι λένε πως «αυτά δεν γίνονται», πως «είναι ξεπερασμένα», κλπ, κάνουν αυτό που έχουν μάθει πολύ καλά μέσα από τα κανάλια του συστήματος: λένε ψέματα! 

Και η αλήθεια είναι πως έχουν ένα πολύ καλό λόγο να λένε ψέματα. Γιατί αν το κίνημα μπορέσει να φέρει σε πέρας όλα όσα αναφέρουμε πιο πάνω, αυτό θα είναι και το τέλος της εξουσίας του μεγάλου κεφαλαίου, θα είναι το τέλος των Λάτσηδων και των Βαρδηνογιάννηδων, των τραπεζιτών και των πετρελαιάδων, θα είναι το τέλος της κυριαρχίας 5 οικογενειών στα ΜΜΕ, που έχουν από πίσω τους εφοπλιστικούς στόλους ή τις εργολαβίες όλης της χώρας, θα είναι το τέλος των καλοπληρωμένων παπαγάλων που παριστάνουν τους σοφούς στα ΜΜΕ και στις σχολές. Θα είναι το τέλος του συστήματός τους, του καπιταλισμού, που δεν κουράζονται ποτέ να λένε πως είναι ότι πιο τέλειο έχει φανταστεί ποτέ το μυαλό του ανθρώπου…

Σχεδόν 3 εκατομμύρια Έλληνες το μήνα που πέρασε τους είπαν, «όχι κύριοι, η βαρβαρότητά σας δεν θα περάσει». Δεν είχαν την απαιτούμενη πολιτική καθαρότητα και οργάνωση για να νικήσουν, αλλά έβαλαν ένα σημαντικό λιθαράκι για το μέλλον.

Για να μπορέσουμε να νικήσουμε, σ’ ένα από τους επόμενους γύρους που έρχονται αναπόφευκτα, πρέπει να οργανωθούμε. Πρέπει να κτίσουμε την «άλλη αριστερά» αυτή που θα παλέψει για όλα τα πιο πάνω, που θα προσφέρει, δηλαδή, τον πολιτικό και οργανωτικό εξοπλισμό που απαιτείται, σε συνδυασμό με τον σεβασμό στη δημοκρατία του κινήματος και χωρίς καπελώματα, έτσι ώστε το μαζικό κίνημα να πάρει αυτές τις ιδέες και να τις κάνει όπλο στα χέρια του. Τότε καμιά τρόικα και κανένας μηχανισμός καταστολής δεν θα μπορούν να σταθούν απέναντί του.

Όσα περιγράφουμε πιο πάνω δεν είναι παρά η βάση για να υπάρξει μια άλλη κοινωνία, ακριβώς στον αντίποδα της σημερινής, μια κοινωνία στην οποία δεν θα είναι όλα υποταγμένα στο κέρδος μιας απειροελάχιστης μειοψηφίας! Μια κοινωνία στην οποία θα υπάρχει δικαιοσύνη, ισότητα, ελευθερία και πραγματική δημοκρατία. Μια κοινωνία που θα σχεδιάζει την οικονομία για να υπηρετεί τις δικές της ανάγκες κι όχι το καπιταλιστικό κέρδος! Αυτή είναι η κοινωνία του σοσιαλισμού. Και μπορεί ο μίστερ ΓΑΠ και οι σοσια-ληστές του να έχουν ρεζιλέψει τη λέξη, αλλά δουλειά μας είναι να αποκαταστήσουμε το νόημα της, αυτής όπως και τόσων άλλων.

Related Files

Θεματικές