6 Δεκέμβρη: Μπουνιές, γονατιές και πρόστιμα 720 ευρώ σε διανομέα

Αναδημοσιεύουμε από το ergasianet.gr άρθρο-καταγγελία σχετικά με τον ξυλοδαρμό αλλά και το πρόστιμο 720 ευρώ που επιβλήθηκε σε διανομέα από αστυνομικούς, στις 6 Δεκέμβρη στα Εξάρχεια.

Μια ακόμη απόδειξη του οργίου της κρατικής καταστολής και της βιαιότητας των αστυνομικών δυνάμεων, στις 6 Δεκέμβρη, στα Εξάρχεια, την ημέρα μνήμης για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον αστυνομικό Επαμεινώνδα Κορκονέα, αποτελεί και αυτή εργαζόμενου ντελιβερά, που δημοσιεύθηκε στο facebook Radiofragmata / Ραδιοφράγματα Vol. 2.

Σύμφωνα με την καταγγελία, όντας εν ώρα εργασίας και εφοδιασμένος με όλα τα απαραίτητα έγγραφα για τη μετακίνησή του αλλά και τηρώντας τα μέτρα προστασίας κατά του κορονοϊού, πέραν από μπουνιέςέφαγε και πρόστιμα, συνολικού ύψους 720 ευρώ, επειδή τόλμησε να αντιμιλήσει και να αντικρούσει τα όσα του καταλόγιζαν (δήθεν παραβάσεις) οι ΜΑΤατζήδες, κι επιπλέον επειδή τόλμησε να πάρει φωτογραφία του εαυτού του, βάσει της οποίας αποδεικνυόταν πως φορούσε μάσκα, κάτι που αμφισβητούσαν οι αστυνομικοί.

Προφανώς, και με βάση όσα ανέφερε από βήματος Βουλής ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, σε μια προσπάθεια να καλύψει την κρατική βία τη συγκεκριμένη ημέρα και τη ύβρι απέναντι στη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό που «έκανε πλάκα» με ανθοδέσμη που πήρε από το μνημείο του και την οποία έσπαζε πάνω σε συνάδελφό τουοι συγκεκριμένοι αστυνομικοί ανήκουν στους άλλους 4.999, που «έκαναν τη δουλειά τους».

Όπως καταγγέλλει ο εργαζόμενος ντελιβεράς χαρακτηριστικά: «… Τότε, έβγαλα το κινητό μου και τράβηξα selfie με τη μηχανή του Ζητά από πίσω, έτσι ώστε να έχω κάποιο αποδεικτικό στοιχείο πως την ώρα που με έγραφε φορούσα κανονικότατα το half – εκείνη τη στιγμή δε μου πέρασε απ’ το μυαλό πως ως μοναδικός αναβάτης του παπιού με το κράνος φορεμένο, δε χρειάζεται καν να φοράω μάσκα. Βλέποντάς το, ο Ζητάς πετάει τα χαρτιά κάτω, κολλάει το κεφάλι του στο κεφάλι μου, – ήθελε να με γράψει και για …μάσκα – και μαζί με 2-3 ακόμα συναδέλφους του – οι οποίοι μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόντουσαν αμέτοχοι και σιωπηλοί – με παίρνουν στην εσοχή του κτηρίου από πίσω, και αφού μου δίνουν 2 γροθιές στο πρόσωπο και στην κοιλιά και μερικές γονατιές, μου αρπάζουν το κινητό ώστε να διαγράψουν τη φωτογραφία, όπως και έκαναν».

Είναι γεγονός, υπογραμμίζει, «πως οι εργαζόμενοι του κλάδου βιώνουμε την παρούσα συγκυρία σε δύο ταχύτητες: Στη μία φυτοζωούμε κλεισμένοι σπίτια μας, κατόπιν κρατικής εντολής, με πρόσχημα την προστασία των ευπαθών, ενώ στη δεύτερη “πεθαίνουμε” στη δουλειά λόγω της αναμενόμενης αύξησης του φόρτου εργασίας. Έχουμε συνηθίσει πλέον τις εικόνες συναδέλφων courier με αδιανόητο όγκο δεμάτων προς παράδοση, συναδέλφων με 2 σάκους στο κάθε χέρι που τρέχουν να προλάβουν τη συσσωρευμένη ζήτηση αγαθών και τροφίμων, μες το κρύο, τη βροχή, την κακοπληρωμένη και ενίοτε μαύρη εργασία και τα σαράβαλα μηχανάκια που προσφέρουν οι εργοδότες».

Μέσα σ’ όλ’ αυτά, συνεχίζει, «καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε και τις επιλογές του κράτους ως προς τη διαχείριση της πανδημίας, το οποίο μην μπορώντας να διαχειριστεί το μέγεθος των ελλείψεων του διαλυμένου Συστήματος Υγείας, έχει δώσει το ελεύθερο στους ένστολους μπράβους του να αλωνίζουν στους δρόμους και τις γειτονιές μας. Και αν δεν είσαι χαρούμενος που τους βλέπεις, αν δεν τους χαμογελάσεις εγκάρδια την 10η φορά που σε σταματάνε φορτωμένο σαν τον μαλάκα με σαλάτες και πίτες και του κόσμου τις μαλακίες, μπορεί να βρεθείς χωμένος σε μία εσοχή να τρως μπουκέτα, συν μία κλήση 700 + 20 ευρώ για παραβάσεις που ΔΕΝ διέπραξες, καλούμενος ν’ αποδείξεις ότι δεν είσαι ηλίθιος να περάσεις το πιο κεντρικό φανάρι της Αθήνας με κόκκινο, ανήμερα 6ης Δεκέμβρη, με το κέντρο γεμάτο αποκλειστικά με μπάτσους».


Η Καταγγελία

Εργάζομαι ως ντελιβεράς σε εστιατόριο στην περιοχή των Εξαρχείων. Την 6η Δεκέμβρη και ώρα 4 μ.μ., καθώς γυρνούσα από παραγγελία, βρισκόμουν εν στάσει στο φανάρι της διασταύρωσης της Βασιλίσσης Σοφίας με την Πανεπιστημίου, στο Σύνταγμα, όταν εμφανίζεται δίπλα μου Ζητάς, λέγοντας μου να περάσω μαζί του το φανάρι και να σταματήσω δεξιά, σε σημείο με 10 ακόμα συνάδελφούς του από διάφορες ομάδες (ΔΙΑΣ, Ε.Φ κ.λπ). Σταματώντας, μου ζητά να του ανοίξω το σάκο της διανομής, και αφού είδε ότι είναι άδειος, μου είπε να φύγω. Προτού το κάνω, με ρώτησε αν δουλεύω στα Εξάρχεια, και του απάντησα επι λέξει και χωρίς διάθεση για μανούρα “Ναι. Με σταματάτε κάθε μέρα όμως, γιατί έτσι;” O Ζητάς στραβώνει, μου δίνει εντολή να κατέβω απ’ το μηχανάκι και να του δώσω ό,τι έγγραφο έχω πάνω μου. Με το που του δίνω ταυτότητα, ζητά από συνάδελφό του ένα μπλοκάκι, και ξεκινά να γράφει τα στοιχεία μου – πριν καν ελέγξει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Εγώ έκπληκτος, τον ρωτάω για ποιο λόγο με γράφει, και μου απαντά “έτσι γιατί το παίζεις μάγκας, αφού σε σταματάμε συνέχεια ας σε γράψουμε κιόλας. Περίμενε και όλο και κάτι θα σου βρω”. Μετά από ένα πεντάλεπτο και χωρίς να βρει καμία έλλειψη στα έγγραφά μου, καθώς κινούμουν καθ’ όλα νόμιμος, ο τύπος έχει γίνει ρεζίλι, διότι κρατούσε μια μισογραμμένη – με τα στοιχεία μου – κλήση, χωρίς να μπορεί να συμπληρώσει το πεδίο της παράβασης με τίποτα. Έτσι, αποφασίζει να το πάει ένα βήμα πιο πέρα, ώστε να ακολουθήσει ο παρακάτω παρανοϊκός διάλογος:

– Ζητάς: Μάσκα έχεις; Θα σε γράψω για μάσκα. – Εγώ: Mάσκα; Αφού φοράω half-face. – Ζ: Ναι αλλά εγώ δεν το βλέπω. – Ε: Τι εννοείς δεν το βλέπεις; Το φοράω μπροστά σου. – Ζ: Δεν το βλέπω… 300 ευρώ. Τότε, έβγαλα το κινητό μου και τράβηξα selfie με τη μηχανή του Ζητά από πίσω, έτσι ώστε να έχω κάποιο αποδεικτικό στοιχείο πως την ώρα που με έγραφε φορούσα κανονικότατα το half – εκείνη τη στιγμή δε μου πέρασε απ’το μυαλό πως ως μοναδικός αναβάτης του παπιού με το κράνος φορεμένο, δε χρειάζεται καν να φοράω μάσκα. Βλέποντάς το, ο Ζητάς πετάει τα χαρτιά κάτω, κολλάει το κεφάλι του στο κεφάλι μου, – ήθελε να με γράψει και για …μάσκα – και μαζί με 2-3 ακόμα συναδέλφους του – οι οποίοι μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόντουσαν αμέτοχοι και σιωπηλοί – με παίρνουν στην εσοχή του κτηρίου από πίσω, και αφού μου δίνουν 2 γροθιές στο πρόσωπο και στην κοιλιά και μερικές γονατιές, μου αρπάζουν το κινητό ώστε να διαγράψουν τη φωτογραφία, όπως και έκαναν. Αφού με στόλισε με αρκετά μπινελίκια, κι επιστρέφοντας στην κλήση, αποφασίζει πως θα με γράψει για καθρέφτες – οι οποίοι πράγματι απουσιάζουν – ξεχνώντας τη μάσκα, πιθανότατα έπειτα από νουθεσίες συναδέλφων του, καθώς όσο έσβηνε τη φωτογραφία, ήμουν ακινητοποιημένος χωρίς να μπορώ ν’ ακούσω το διάλογό τους. Ρωτώντας τον τι ποινή επιφέρει η παράβαση για τους καθρέφτες, και αφού μάλλον συνειδητοποίησε πως παραήταν μικρή ως ποσό (20 ευρώ), αλλάζει γνώμη γι’ ακόμη μία φορά και μου ανακοινώνει: – Οι καθρέφτες δεν είναι πολύ, αλλά το κόκκινο που πέρασες είναι 700 ευρώ, συν δίπλωμα και άδεια για δύο μήνες. – Ποιο κόκκινο; Δεν πέρασα κανένα κόκκινο, μαζί περάσαμε κατ’ εντολήν σου. – Δε μ’ ενδιαφέρει, σε είδα να περνάς κόκκινο. Υπόγραψε τώρα και φύγε από ‘δω.

Είναι γεγονός πως οι εργαζόμενοι του κλάδου βιώνουμε την παρούσα συγκυρία σε δύο ταχύτητες: Στη μία φυτοζωούμε κλεισμένοι σπίτια μας, κατόπιν κρατικής εντολής, με πρόσχημα την προστασία των ευπαθών, ενώ στη δεύτερη “πεθαίνουμε” στη δουλειά λόγω της αναμενόμενης αύξησης του φόρτου εργασίας. Έχουμε συνηθίσει πλέον τις εικόνες συναδέλφων courier με αδιανόητο όγκο δεμάτων προς παράδοση, συναδέλφων με 2 σάκους στο κάθε χέρι που τρέχουν να προλάβουν τη συσσωρευμένη ζήτηση αγαθών και τροφίμων, μες το κρύο, τη βροχή, την κακοπληρωμένη και ενίοτε μαύρη εργασία και τα σαράβαλα μηχανάκια που προσφέρουν οι εργοδότες. Μέσα σ’ όλ’ αυτά, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε και τις επιλογές του κράτους ως προς τη διαχείριση της πανδημίας, το οποίο μην μπορώντας να διαχειριστεί το μέγεθος των ελλείψεων του διαλυμένου Συστήματος Υγείας, έχει δώσει το ελεύθερο στους ένστολους μπράβους του να αλωνίζουν στους δρόμους και τις γειτονιές μας. Και αν δεν είσαι χαρούμενος που τους βλέπεις, αν δεν τους χαμογελάσεις εγκάρδια την 10η φορά που σε σταματάνε φορτωμένο σαν τον μαλάκα με σαλάτες και πίτες και του κόσμου τις μαλακίες, μπορεί να βρεθείς χωμένος σε μία εσοχή να τρως μπουκέτα, συν μία κλήση 700 + 20 ευρώ για παραβάσεις που ΔΕΝ διέπραξες, καλούμενος ν’ αποδείξεις ότι δεν είσαι ηλίθιος να περάσεις το πιο κεντρικό φανάρι της Αθήνας με κόκκινο, ανήμερα 6ης Δεκέμβρη, με το κέντρο γεμάτο αποκλειστικά με μπάτσους. Μιας 6ης Δεκέμβρη, στην οποία γίναμε μάρτυρες ς’ ένα ακόμα κρεσέντο κρατικής αυθαιρεσίας, όταν χωρίς ντροπή, το κράτος τοποθέτησε πάνω και γύρω απ’ το μνημείο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, εκατοντάδες συναδέλφους του δολοφόνου του, να τραμπουκίζουν κατοίκους και περαστικούς και να παίζουν(!!!) με τις, κατατεθειμένες εις μνήμην του νεκρού, ανθοδέσμες. Μιας 6ης Δεκέμβρη, η οποία μας θύμισε για ακόμα μία φορά – και θα μας θυμίζει πάντα – τις αξίες με τις οποίες γαλουχηθήκαμε το ’08, όταν τότε ως πιτσιρικάδες διαμορφώσαμε συνειδήσεις, είδαμε κατάματα τη σαπίλα της κρατικής καταστολής και γεμίσαμε με μίσος και αηδία για τα ένστολα σκουπίδια, τον απόπατο της έμβιας ζωής. Όχι ότι ξεχάσαμε και ποτέ. Και να προσπαθούσαμε, δε μας επέτρεψαν οι ίδιοι. Από τα πεσίματα στους… παράνομους νεολαίους στις πλατείες, τον καουμπόυ στην ΑΣΟΕΕ και την ευθεία στόχευση φοιτητών με όπλο, τους κάθε λογής τραμπουκισμούς, το ξύλο σε οικογένεια όμορης οικείας σε επιχείρηση των μπάτσων στο Κουκάκι, το άπειρο ξύλο σε αγωνιστές, σε μετανάστριες, σε εργαζόμενους, την κοπτοραπτική σε δικογραφίες αγωνιστών/ριών. Διότι πόσο δύσκολο είναι να στοιχειοθετήσεις ψευδώς και να χτίσεις σκευωρίες, όταν το κάνεις τόσο άνετα και με τόσο θράσος, μέρα μεσημέρι, εις βάρος ενός ντελιβερά που, κατά τη φαντασία σου, σου… “αντιμίλησε”;