5 χρόνια από το δημοψήφισμα του Ιούλη του 2015

Έχουν περάσει 5 χρόνια από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015 και το επιβλητικό «ΟΧΙ» του ελληνικού λαού και βρισκόμαστε πραγματικά σε μία άλλη εποχή. Η παγωμένη εικόνα των μεγαλοδημοσιογράφων στα κανάλια, το 2015, μόλις άκουσαν το μέγεθος της φάπας του 62%, έχει αντικατασταθεί σήμερα με χαμόγελα για τα αλλεπάλληλα μπόνους της κυβέρνησης στα ΜΜΕ προκειμένου να τη λιβανίζουν όλη μέρα. Η εικόνα της παραίτησης του καταπονημένου και ηττημένου Σαμαρά από την προεδρία της ΝΔ τότε, δε θυμίζει σε τίποτα τον γεμάτο αυτοπεποίθηση Μητσοτάκη του σήμερα που φτάνει να ξεπερνάει το 40% στις δημοσκοπήσεις και να φαίνεται κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού.

Τα ευρωπαϊκά επιτελεία, που το 2015 φαίνονταν τρομοκρατημένα μπροστά στο ενδεχόμενο ο ελληνικός λαός να απορρίψει τον εκβιασμό τους και να συμπαρασύρει ολόκληρο το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα σε μια συνολικότερη αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους, σήμερα νοιώθουν πολύ πιο αισιόδοξα παρά την κρίση της πανδημίας. Κυρίως όμως, τα εργατικά και λαϊκά στρώματα που τότε βγήκαν στους δρόμους, αντιμετώπισαν την τρομοκρατία των ΜΜΕ, που στάθηκαν απέναντι στους εκβιασμούς της Τρόικα, που έδωσαν και κέρδισαν τη μάχη του ΟΧΙ ενάντια σε όλο το εγχώριο και ευρωπαϊκό κατεστημένο, σήμερα, 5 χρόνια μετά, είναι σε μεγάλο βαθμό ακινητοποιημένα και απογοητευμένα.

Η πορεία προς το 2015

Το 2015 ήταν σημείο καμπής για τα φτωχά λαϊκά στρώματα και την εργατική τάξη. Τα πρώτα μνημόνια και οι επιπτώσεις τους στο χτύπημα του βιοτικού επιπέδου έβγαλαν τον κόσμο στο δρόμο.

Την περίοδο 2010-2012 είδαμε ιστορικές κινητοποιήσεις: μαζικές απεργιακές κινητοποιήσεις, κλαδικές απεργίες, καταλήψεις υπουργείων, συγκρούσεις με την αστυνομία και τα ΜΑΤ, κατάληψη της πλατείας Συντάγματος από τους Αγανακτισμένους, μαζικές συγκεντρώσεις σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Και παράλληλα σημαντικά τοπικά και κοινωνικά κινήματα όπως στην Κερατέα ενάντια στο ΧΥΤΑ, στη Χαλκιδική ενάντια στην Eldorado, στο Ελληνικό ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του παλιού αεροδρομίου, το κίνημα «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» κοκ.

Και μετά το 2012, παρά την κούραση του κινήματος, υπήρξαν σημαντικοί αγώνες όπως αυτός της ΕΡΤ ή των εργαζομένων στη ΒΙΟΜΕ που κατάλαβαν τις επιχειρήσεις και προχώρησαν σε αυτοδιαχείριση με την κατάληψη και αυτοδιαχείριση του εργοστασίου.

Η στάση των μεγάλων καναλιών που υποστήριζαν ανερυθρίαστα την καθεστωτική αφήγηση του «μαζί τα φάγαμε» εξόργισαν τον κόσμο της εργασίας, ενώ τα παραδοσιακά κόμματα της άρχουσας τάξης, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, έχαναν το λαϊκό τους έρεισμα καθώς αποκάλυπταν με κάθε μνημόνιο και μέσα από τη συγκυβέρνηση αφενός την ταύτισή τους, αφετέρου το πραγματικό αντεργατικό τους πρόσωπο.

Το μέγεθος, η μαζικότητα, η μαχητικότητα όλων αυτών των κινημάτων εκείνης της περιόδου δεν ήταν αρκετά για να ανατρέψουν τη μνημονιακή πραγματικότητα. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία των ΓΣΕΕ ΑΔΕΔΥ έπαιξε το ρόλο της σε αυτό καλώντας μεν σε γενικές απεργίες, αρνούμενη δε να εκπονήσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο ανατροπής των μνημονιακών πολιτικών λιτότητας.

Στην πραγματικότητα όμως αυτό που έπαιξε ρόλο στην κούραση του κινήματος ήταν η αδυναμία του να προτάξει απέναντι στην καθεστωτική αφήγηση μια συγκεκριμένη πολιτική προοπτική. Αυτήν την προοπτική την έδωσε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ

Ο τότε ΣΥΡΙΖΑ, με πολλές δυνάμεις της ανατρεπτικής Αριστεράς να παίζουν σημαντικό ρόλο στο εσωτερικό του, υποστήριξε όλους τους αντιμνημονιακούς αγώνες και τα κινήματα. Σε αντίθεση με ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε μια τακτική συνεργασιών και κοινής δράσης που τότε ανταποκρινόταν στο αίτημα των πιο μαχητικών στρωμάτων της κοινωνίας «η Αριστερά πρέπει να παλεύει ενωμένα».

Αυτή η πολιτική συνεργασιών έφτασε μέχρι το κάλεσμα στο ΚΚΕ όχι απλά για συνεργασία αλλά και για σχηματισμό «κυβέρνησης της Αριστεράς». Αυτή η τακτική ήταν ένας από τους λόγους που άνοιξε το δρόμο στο ΣΥΡΙΖΑ για να εκτοξευθεί στο 17% στις εκλογές του Μάη του 2012 και στο 27% τον Ιούνη του ίδιου χρόνου και μετά, το 2015, στο να γίνει κυβέρνηση με πάνω από 36%.

Ήταν μονόδρομος η υποταγή;

Η υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ το ίδιο το βράδυ του δημοψηφίσματος δεν ήταν μονόδρομος, όπως από τότε προσπαθούν να μας πείσουν τα στελέχη του και ο πρόεδρός του.

Ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας του πολιτικού του επιτελείου να κατανοήσει τον ταξικό χαρακτήρα της ΕΕ αλλά και γενικά της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό εκφραζόταν με τα αφελή συνθήματα «Αλλάζουμε την Ελλάδα – Αλλάζουμε την Ευρώπη», αλλά και με τις αλλεπάλληλες δηλώσεις ακόμα και του ίδιου του Τσίπρα ότι θα «πείσει τους δανειστές», ότι «η Μέρκελ είναι σοβαρή πολιτικός και γι’ αυτό θα διαπραγματευθεί» και ότι τελικά μπορεί να σταματήσει τη λιτότητα και παράλληλα να παραμείνει στο ευρώ.

Πίσω από αυτές τις αντιλήψεις βέβαια κρυβόταν η εγκατάλειψη της πίστης στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας η έλλειψη εμπιστοσύνης που είχε πάντα η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στα εργατικά στρώματα ότι μπορούν να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, ότι μπορούν να παίρνουν αποφάσεις και ότι στο τέλος είναι ικανά να αλλάξουν την κοινωνία. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν πίστευε στην ανατροπή του καπιταλισμού, ήθελε να διαχειριστεί το σύστημα και είχε την αυταπάτη ότι μπορούσε να το κάνει με τρόπο φιλολαϊκό, δημοκρατικό και δίκαιο.

Πάνω σε αυτά τα στοιχεία, που ήταν ενσωματωμένα στο βασικό πυρήνα σκέψης των στελεχών του ΣΥΝ  (του μεγαλύτερου κόμματος-συνιστώσας του παλιού ΣΥΡΙΖΑ), στηρίχθηκε όλη η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ το πρώτο 6μηνο του 2015.

Πάνω στην αυταπάτη ότι υπάρχει τρόπος συμβιβασμού με την Τρόικα (ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ) η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στέγνωσε την ελληνική οικονομία αξιοποιώντας όλα τα αποθεματικά των δημόσιων οργανισμών προκειμένου να συνεχίσει να αποπληρώνει τα χρέη, την ώρα που η Τρόικα έκλεισε τις στρόφιγγες της χρηματοδότησης και πάγωνε τη ρευστότητα. Η αυταπάτη του «καλού παιδιού» συνεχίστηκε σε όλο το πρώτο 6μηνο παρόλο που η στάση των «θεσμών» ήταν απροκάλυπτα εκβιαστική. Η συμφωνία του Φλεβάρη πάγωσε το κίνημα στην Ελλάδα, μια και ερμηνεύθηκε ως μια σημαντική υποχώρηση και πράγματι ήταν. Προέβλεπε την αναγνώριση όλων των δανειακών «υποχρεώσεων» από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης παράλληλα με τη δέσμευση ότι δεν θα κάνει καμία μονομερή ενέργεια στην οικονομία. Φτάνοντας στο τέλος του δρόμου όμως, τον Ιούνιο του 2015, ο εκβιασμός της ΕΕ έπρεπε να απαντηθεί. Και εκεί βγήκε το χαρτί του δημοψηφίσματος.

Γιατί έγινε το δημοψήφισμα;

Έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες για τον λόγο που το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, ή πιο συγκεκριμένα ο Τσίπρας, επέλεξε το δημοψήφισμα. Οι περισσότερες συντείνουν στο ότι είχαν υπολογίσει να το χάσουν ή έστω να το κερδίσουν με μικρή διαφορά και πάνω σε αυτή τη βάση να δικαιολογήσουν την κωλοτούμπα.

Και η εικόνα στην Κουμουνδούρου το βράδυ της Κυριακής, με τα θλιμμένα πρόσωπα και τα αμήχανα χαμόγελα μάλλον αποδεικνύει ότι κάπως έτσι ήταν. Εξάλλου, όλη την εβδομάδα που προηγήθηκε του δημοψηφίσματος στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ ακούγονταν διαρκώς φωνές υπέρ του ΝΑΙ (Παπαδημούλης) και περισσότερο υπέρ της ακύρωσής του την τελευταία στιγμή ως ακόμα ένα δείγμα «καλής θέλησης» (Δραγασάκης, ως συνήθως).

Από τότε μέχρι σήμερα ο Τσίπρας και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προσπαθούν να επιχειρηματολογήσουν για την τελική υποταγή τους υποστηρίζοντας ότι η ελληνική κοινωνία στο δημοψήφισμα πήρε θέση μόνο για το συγκεκριμένο μνημονιακό πρόγραμμα και ότι δεν ψήφισε υπέρ της εξόδου από το ευρώ ούτε υπέρ της ρήξης που ποτέ δεν ήθελε.

Στην πραγματικότητα όμως το ίδιο το δημοψήφισμα αποτελούσε ρήξη και απέδειξε ότι η ελληνική κοινωνία δεν φοβάται τη σύγκρουση και τις συνέπειές της, όταν υπάρχει η προοπτική της ανατροπής της λιτότητας. Η μάχη για το ΟΧΙ δεν δόθηκε από τα επιτελεία του ΣΥΡΙΖΑ αλλά από τον λαϊκό κόσμο της εργατικής τάξης πόρτα-πόρτα και γειτονιά-γειτονιά.

Το ποιο ήταν το ερώτημα του δημοψηφίσματος το ήξερε ο καθένας και η καθεμία και ήταν οι μεγαλοδημοσιογράφοι, τα κόμματα του κατεστημένου, οι ηγέτες της ΕΕ που το υπενθύμιζαν παντού: στα δελτία ειδήσεων, στις ραδιοφωνικές παραγωγές, στα καθημερινά «ρεπορτάζ» έξω από τις κλειστές τράπεζες, στα εξώφυλλα των εφημερίδων, στις αφίσες στους δρόμους. Και αυτό που όλοι αυτοί μας έλεγαν τότε ήταν συγκεκριμένο:

«Αν ψηφίσετε ΟΧΙ θα βγούμε από το ευρώ και θα έρθει πλήρης καταστροφή».

Σε αυτό το ερώτημα απάντησε η ελληνική κοινωνία και φάνηκε διατεθειμένη να πάει μέχρι τέρμα τη σύγκρουση με τους δανειστές. Το απάντησε με μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις της μεταπολίτευσης την Παρασκευή πριν το δημοψήφισμα, το απάντησε εκκωφαντικά με το 62% του ΟΧΙ.

Αυτή η τεράστια νίκη του λαϊκού κόσμου προκάλεσε σεισμό. Τα ευρωπαϊκά επιτελεία τρομοκρατήθηκαν, κυρίως από τη δυναμική που άνοιγε στο εργατικό κίνημα όλης της ηπείρου να αμφισβητήσει τα θέσφατα της λιτότητας. Βρισκόμασταν μπροστά σε μια ιστορικών διαστάσεων ήττα για την άρχουσα τάξη της χώρας που μόνο μια μεγάλη ήττα του εργατικού κινήματος θα μπορούσε να εξισορροπήσει. Αυτήν την υπηρεσία πρόσφερε ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας το βράδυ της Κυριακής. Κάλεσε τους ηττημένους του δημοψηφίσματος, αυτούς που μόλις ο ελληνικός λαός είχε πετάξει στο περιθώριο της ιστορίας, σε σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών την επόμενη μέρα, τους ξαναέδωσε ρόλο και εφάρμοσε το σχέδιο του ΝΑΙ.

Τί θα μπορούσε να γίνει;

Το δόγμα της ΤΙΝΑ (από τα αρχικά του «There Is No Alternative» – «Δεν υπάρχει εναλλακτική») κυριάρχησε από τότε. Η κωλοτούμπα του ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε την ελληνική κοινωνία στο συμπέρασμα ότι «όλοι είναι ίδιοι» και ότι τελικά δεν υπάρχει καμιά άλλη εναλλακτική, πέρα από τη μνημονιακή πραγματικότητα και την υποταγή στους θεσμούς. Όπως είχαμε εξηγήσει από τότε, επρόκειτο για μια σημαντική ήττα του κόσμου της εργασίας και οι επιπτώσεις της στη συνείδηση του κινήματος θα είναι ορατές για το επόμενο διάστημα. Όπως κάθε ήττα έτσι και αυτή του 2015 τροφοδοτεί την αποστράτευση, την απογοήτευση και πολλές φορές την ατομικότητα. Ισχύουν όλα αυτά, 5 χρόνια μετά και αντικατοπτρίζονται στην κινηματική άπνοια και στην αδυναμία σχηματισμού σημαντικών αντιστάσεων, παρά τις κατά καιρούς επιμέρους κινητοποιήσεις.

«Μα, όλες οι υπόλοιπες επιλογές θα ήταν καταστροφή», μας λένε μέχρι σήμερα οι Συριζαίοι υιοθετώντας όλη την επιχειρηματολογία των μνημονιακών κομμάτων.

«Όχι», πρέπει να απαντήσουμε. Η δυναμική του κινήματος του 2015 απέδειξε ότι υπήρχε άλλος δρόμος. Ότι τα λαϊκά στρώματα, η εργατική τάξη, η νεολαία θα ήταν εγγύηση για μια κυβέρνηση που θα απέρριπτε τους εκβιασμούς της Τρόικα και θα περνούσε στην αντεπίθεση. Και ότι σε όλη την Ευρώπη μπορούσαν να γίνουν σημαντικές ανατροπές στη βάση του παραδείγματος του ΣΥΡΙΖΑ. Αρκεί ο ΣΥΡΙΖΑ να επέλεγε να συγκρουστεί και να προχωρήσει σε μια σειρά αποφασιστικών μέτρων που τελικά θα αμφισβητούσαν το ίδιο το σύστημα και θα έβαζαν στο τραπέζι τη σοσιαλιστική προοπτική, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για όλη την Ευρώπη. Η σημασία αλλά και η ρεαλιστική δυναμική του διεθνισμού αποκαλύφθηκε τις μέρες του δημοψηφίσματος όταν μέσα σε μία βδομάδα έγιναν 250 διαδηλώσεις υπέρ των αγώνων του ελληνικού κινήματος σε όλο τον κόσμο.  

Σε αυτή τη μάχη, για άλλη μια φορά, αυτός που απέδειξε ότι είναι διατεθειμένος να πάει μέχρι τέλους και να μη συμβιβαστεί είναι η ελληνική κοινωνία και όχι ηγεσία της. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν τόλμησε να έρθει σε σύγκρουση με το ευρωπαϊκό κατεστημένο και την ελληνική άρχουσα τάξη, η ελληνική κοινωνία το έκανε. Και στις επόμενες στροφές της ταξικής πάλης είναι σίγουρο ότι θα το ξανακάνει. Αλλά για να είναι νικηφόρες οι επόμενες μάχες της θα πρέπει να αναδείξει και την ηγεσία που της αντιστοιχεί.