30 χρόνια από το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου: Τα μαθήματα της Χιλής

01/10/2003
Comments off
735 Views

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973 η αριστερή κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας της Χιλής ανατράπηκε από τον στρατηγό Αουγκούστο Πινοσέτ με ένα αιματηρό πραξικόπημα κατά το οποίο ο πρόεδρος Σαλβατόρ Αλιέντε και χιλιάδες Χιλιανοί εργάτες δολοφονήθηκαν. Χιλιάδες ακόμα βασανίστηκαν από το καθεστώς και 1 εκ. άνθρωποι εγκατέλειψαν τη χώρα εξόριστοι.

Μεταρρυθμίσεις

Ο Σαλβατόρ Αλιέντε είχε εκλεγεί οριακά με το 36,3% των ψήφων τον Σεπτέμβρη του 1970. Επικράτησε του συντηρητικού Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος που λόγω της αποτυχίας του να εφαρμόσει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις είχε απογοητεύσει τους εργάτες και τους αγρότες.

Οι ριζοσπαστικοποιημένοι εργάτες και αγρότες εξέλεξαν την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας (Λ.Ε.) που απαρτιζόταν από σοσιαλιστές, κομμουνιστές και μικρότερα αστικά κόμματα.

Έλπιζαν ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε να εξαλειφθεί με ειρηνικά συνταγματικά μέτρα και πως μέσω της κοινοβουλευτικής οδού θα γεννιόταν ο σοσιαλισμός.

Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας (Λ.Ε.) εισήγαγε αμέσως μετά την εκλογή της δωρεάν σχολικό συσσίτιο, ενώ αύξησε τους μισθούς και το βιοτικό επίπεδο των φτωχότερων κατά 20%. Μέσα σε τρία χρόνια η ανεργία είχε σχεδόν εκμηδενιστεί.

Οι καταλήψεις γης από τους χωρικούς επιτάχυναν την αγροτική μεταρρύθμιση. 9 εκ. στρέμματα διανεμήθηκαν σε φτωχούς αγρότες. Οι αλλαγές αυτές αύξησαν τη δημοτικότητα της κυβέρνησης, της οποίας το εκλογικό ποσοστό ανέβηκε στο 51% στις δημοτικές εκλογές τον Μάη του 1971.

Οι εργάτες όμως και οι αγρότες πίεζαν για περαιτέρω αλλαγές. Σε πολλές περιπτώσεις κατέλαβαν εργοστάσια και οι χωρικοί κατέλαβαν εκτάσεις των μεγαλογαιοκτημόνων. Παρά τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση και η Χιλιανή Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (ΓΣΕ) καλώντας τους εργάτες να μην καταλαμβάνουν εργοστάσια φοβούμενοι την πρόκληση αντίδρασης, η στάση των εργατών σκλήρυνε.

Σε μία φοβερή σκηνή στο ντοκιμαντέρ του Patricio Guzman "Η μάχη της Χιλής", ένας εργάτης απαντά σε στέλεχος της ΓΣΕ ότι "τα εργοστάσια δεν ανήκουν ούτε στην Ελβετία, ούτε στη βασίλισσα Ελισάβετ της Αγγλίας, αλλά στους εργάτες, και γι’ αυτό πρέπει να αντισταθούμε στους δεξιούς και να εθνικοποιήσουμε τα εργοστάσια".

Οργή των ΗΠΑ

Οι Χιλιανοί καπιταλιστές και ο Αμερικανικός ιμπεριαλισμός δοκίμασαν άσχημη έκπληξη με το εκλογικό αποτέλεσμα. Ο Αμερικανός πρέσβης διαμήνυσε στην Ουάσιγκτον: "Η Χιλή επέλεξε ήρεμα ένα μαρξιστικό λενινιστικό κράτος, το πρώτο έθνος στον κόσμο που το έκανε ελεύθερα και συνειδητά".

Οι ΗΠΑ φοβήθηκαν ότι έφτανε το τέλος του καπιταλισμού στην Χιλή και ότι μια δεύτερη Κούβα θα έκανε την εμφάνιση στην αυλή τους.

Η τεράστια αμερικανοκρατούμενη βιομηχανία χαλκού της Χιλής, εθνικοποιήθηκε σύντομα με ελάχιστη αποζημίωση στους καπιταλιστές ιδιοκτήτες της. Άλλες μεγάλες βιομηχανίες επίσης εθνικοποιήθηκαν ολικώς ή εν μέρει. Όμως, μεγάλο τμήμα της οικονομίας παρέμεινε ανέγγιχτο, όπως επίσης το δικαστικό σώμα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η εκπαίδευση, και προπαντός οι ένοπλες δυνάμεις.

Η Λ.Ε. υποσχέθηκε μάλιστα να μην περικόψει την ισχύ και τα ειδικά προνόμια των ενόπλων δυνάμεων, ούτε την κυριαρχία της κάστας των αξιωματικών. Οι ένοπλες δυνάμεις θεωρήθηκαν από τους ηγέτες της Λ.Ε. ως συνταγματικά πιστές και ουδέτερες και όχι, όπως είχε εξηγήσει ο Καρλ Μαρξ εκατό χρόνια νωρίτερα, ως οι φύλακες της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Η Λ.Ε. μάλιστα τους επέτρεψε να διεξάγουν ασκήσεις ετοιμότητας από κοινού με τις αμερικανικές δυνάμεις.

Ο μόνος τομέας όπου οι ΗΠΑ δεν κήρυξαν εμπάργκο αγαθών στη Χιλή ήταν στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς.

Ακόμα και απλές μεταρρυθμίσεις όπως συνδικαλιστικά δικαιώματα για τους φαντάρους, πολιτικές ελευθερίες και ελεύθερη κυκλοφορία πολιτικού υλικού είχαν απαγορευτεί αυστηρά.

Αρχικά, η Χιλιανή άρχουσα τάξη δεν κινήθηκε να συντρίψει τον Αλιέντε φοβούμενη την αντίδραση των εργατών και των αγροτών, που υποστήριζαν την Λ.Ε. κατά συντριπτική πλειοψηφία.

Μόνο το δεξιό Εθνικό κόμμα με την φασιστική στρατιωτική πτέρυγα "Πατρίς και Ελευθερία" προσδοκούσε σε οργάνωση πραξικοπήματος πριν αναλάβει ο Αλιέντε την προεδρία.

Η άρχουσα τάξη καιροφυλακτούσε, ενώ έκανε χρήση των ΜΜΕ και του δικαστικού σώματος για να προκαλεί αναταραχή.

Η CIA χρηματοδότησε αντιδραστικές δυνάμεις να αποσταθεροποιήσουν την οικονομία.Ο Χένρυ Κίσσιγκερ, υπουργός εξωτερικών επί προεδρίας Nίξον, τηλεγράφησε στον σταθμάρχη της CIA: "είναι σταθερή και αμετάκλητη πολιτική μας, ο Αλιέντε να ανατραπεί με πραξικόπημα". Οι εντολές του Νίξον ήταν "να κάνουν την οικονομία να ματώσει".

Μόλις εκλέγηκε ο Αλιέντε οι ΗΠΑ σταμάτησαν αμέσως όλα τα δάνεια και τις επενδύσεις στην Χιλή. Επίσης πρωτοστάτησαν στην μαζική εξαγωγή κεφαλαίων από την χώρα για να αποσταθεροποιήσουν την οικονομία.

Η αντίδραση σηκώνει κεφάλι

Τα αφεντικά πέρασαν στην αντεπίθεση τον Αύγουστο του 1972 οργανώνοντας πανεθνική απεργία των επιχειρήσεων (λοκ-άουτ).

Αυτό όμως εξόργισε τους εργάτες και τους αγρότες κάνοντάς τους ακόμα πιο μαχητικούς. Έτσι όταν η κυβέρνηση κάλεσε διαδήλωση για τα δυο χρόνια στην εξουσία, 1 εκ. κόσμος συγκεντρώθηκε στην μεγαλύτερη πορεία στην ιστορία της Χιλής.

Το σαμποτάρισμα της οικονομίας όμως οδήγησε τελικά σε πληθωρισμό 200%. Αυτό επηρέασε ιδιαίτερα τα μεσαία στρώματα, των οποίων οι οικονομίες εξανεμίστηκαν. Αυτή η ανασφάλεια τους έσπρωχνε στο πλευρό της αντίδρασης. Παρακινούμενες από τα ΜΜΕ και χρηματοδοτούμενες από τα αφεντικά και τη CIA, ξέσπασαν τον Οκτώβρη του ’72 απεργίες των μεσαίων στρωμάτων. Απέργησαν δάσκαλοι, πιλότοι αεροπλάνων, μαγαζάτορες, τραπεζοϋπάλληλοι, δικηγόροι και το χειρότερο απ’ όλα, οι οδηγοί φορτηγών.

Η δράση αυτή τσάκισε την οικονομία και προκάλεσε τεράστιες ελλείψεις αγαθών.

Η τιμή του χαλκού, το μεγαλύτερο εξαγωγικό προϊόν της Χιλής, έπεσε κατά 33% στη διεθνή αγορά, πράγμα που στοίχισε στη Χιλή 200 εκ. δολάρια σε τιμές του 1971.

Οι εργαζόμενοι θέλουν την εξουσία

Μπρος σ’ αυτή την πρόκληση οι εργάτες και οι αγρότες ξεσηκώθηκαν. Σ’ όλη την Χιλή δημιουργήθηκαν Συντονιστικές Επιτροπές Αγώνα (Los Cordones Industriales) που συντόνιζαν τα εργοστάσια κάθε περιοχής.

Οι Επιτροπές απαιτούσαν την εθνικοποίηση των μεγάλων εταιριών, τον εργατικό έλεγχο της παραγωγής όλων των βιομηχανιών, της αγροτικής παραγωγής και των ορυχείων, μέσω συμβουλίων αντιπροσώπων. Συμφώνησαν ότι όλοι οι εκπρόσωποι τους πρέπει να είναι εκλεγμένοι και ανακλητοί και καλούσαν επίσης την κυβέρνηση να διαλύσει την Γερουσία και το Κογκρέσο και να ιδρύσει ένα Λαϊκό Κοινοβούλιο. Την ίδια ώρα απαιτούσαν να εξοπλιστούν για να αμυνθούν απέναντι στην αυξανόμενη αντίδραση.

Στις παραγκουπόλεις στήθηκαν οι Λαϊκές Επιτροπές Τροφοδοσίας (JAP), προκειμένου να αντιμετωπιστεί η τεράστια έλλειψη τροφίμων, που οφειλόταν στις απεργίες και το σαμποτάζ των αφεντικών. Οργανώθηκαν συσσίτια για 300.000 οικογένειες, τον μισό πληθυσμό της πρωτεύουσας, του Σαντιάγκο.

Οι οργανώσεις αυτές (Cordones και JAP) ήταν εμβρυακά εργατικά συμβούλια. Είχαν επαναστατική μορφή και περιεχόμενο. Όμως επαναστατικό κόμμα που θα καλούσε για συντονισμό όλων των ανοικτών μετώπων, που θα φώτιζε συγκεκριμένα το όραμα μιας άλλης κοινωνίας, και θα στήριζε όλες τις μάχες μέχρι το τέλος, μέχρι την κατάληψη της εξουσίας, δεν υπήρχε.

Επικρατούσε έτσι στην Χιλή μια κατάσταση "δυαδικής εξουσίας" όπου οι εργάτες είχαν κατακτήσει έντονα στοιχεία εξουσίας και ελέγχου, αλλά η καπιταλιστική τάξη κρατούσε ακόμα τα ηνία της κρατικής μηχανής.

Απέναντι στην κυβέρνηση της Λ.Ε. υπήρχαν δύο προοπτικές: είτε θα στήριζε τις εργατικές αυτές οργανώσεις και θα έθετε τέρμα στην εξουσία του κεφαλαίου, είτε καθυστερώντας και δειλιάζοντας θα άφηνε το πλεονέκτημα στην αστική τάξη για να κινηθεί ενάντια στην κυβέρνηση Αλιέντε, ενάντια στο ίδιο το κίνημα.

Δυστυχώς η κυβέρνηση της Λ.Ε. υπέσκαψε το κίνημα που την στήριζε. Σε μία απόπειρα εξευμενισμού των μεγαλοεπιχειρήσεων, η κυβέρνηση δήλωσε ότι οι εργάτες βιαζόντουσαν πολύ κι έστειλε στρατεύματα και αστυνομία για να διαλύσουν τις καταλήψεις. Επίσης κατάσχεσε τα όπλα εργατών-αγροτών με τα οποία αμύνονταν στις ένοπλες επιθέσεις των φασιστικών συμμοριών. (Οι περισσότερες βεβαίως από τις επιθέσεις ενορχηστρώνονταν από τους αρχηγούς του στρατού και της αστυνομίας).

Πραξικόπημα

Η αστική τάξη έλπιζε ότι οι εκλογές για το Κογκρέσο τον Μάρτη του 1973 θα χρησίμευαν ως "λευκό πραξικόπημα" ώστε να ανατραπεί η κυβέρνηση. Αρκούσε να πάρει η αντιπολίτευση το 66% των ψήφων, ώστε ο Αλιέντε να απομακρυνόταν συνταγματικά. Παρά όμως το χάος της οικονομίας η κυβέρνηση της Λ.Ε. συγκέντρωσε το 44%. Έτσι η αντίδραση άρχισε να κλιμακώνει την επίθεση της. Οι τραμπούκοι της "Πατρίδος και Ελευθερίας" άρχισαν να δολοφονούν τους ηγέτες των εργατών και συνδικαλιστές.

Τον Ιούνιο του 1973 ένα πρόωρο πραξικόπημα που οργανώθηκε από μια μικρή μερίδα στρατιωτικών κατεστάλη από τις ένοπλες δυνάμεις, με αρχηγό τον στρατηγό Πρατς (που δολοφονήθηκε αργότερα). Ο Αλιέντε σε ‘κεινη την κρίσιμη καμπή έπρεπε να κινηθεί αποφασιστικά, κινητοποιώντας και εξοπλίζοντας αγρότες και εργάτες με στόχο την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Αντί γι’ αυτό υπουργοποίησε τρεις στρατηγούς συμπεριλαμβανομένου και του Πινοσέτ! Ενώ ένα μήνα πριν από το πραξικόπημα το Κομμουνιστικό Κόμμα επαινούσε "τον επαγγελματισμό και την ουδετερότητα των ενόπλων δυνάμεων"…

Την άποψη αυτή δεν τη συμμεριζόταν καθόλου οι απλοί φαντάροι, οι οποίοι προειδοποίησαν την Λ.Ε. για τις προετοιμασίες νέου πραξικοπήματος. Πολλοί από αυτούς τους στρατιώτες και ναύτες τιμωρήθηκαν από τους αξιωματικούς τους και εκατοντάδες δολοφονήθηκαν μετά το πραξικόπημα. Ο Αλιέντε όμως υποστήριξε τους αξιωματικούς θεωρώντας πως οι φαντάροι συνωμοσιολογούσαν και λασπολογούσαν την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων.

Την 3η επέτειο της εκλογής της Λ.Ε., στις αρχές του Σεπτέμβρη του ’73, οι εργάτες πραγματοποίησαν πορεία άνω των 800.000 στο Σαντιάγκο φωνάζοντας "Αλιέντε, Αλιέντε η εργατιά θα σε υπερασπιστεί". Μάταια όμως ζητούσαν όπλα για να υπερασπιστούν τη κυβέρνηση.

Η δεξιά τρομοκρατήθηκε από αυτή την επίδειξη ισχύος και παρά την αποτυχία του Αλιέντε να ενεργήσει αποφασιστικά, φοβόντουσαν ότι οι εργάτες θα ενεργούσαν ανεξάρτητα και θα έπαιρναν την εξουσία. Μια εβδομάδα αργότερα, στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, χτύπησαν. Βρετανικής παραγωγής αεροπλάνα βομβάρδισαν το προεδρικό μέγαρο και ο Αλιέντε προτίμησε να σκοτωθεί εκεί παρά να αναζητήσει καταφύγιο σε κάποια φιλική πρεσβεία.

Η Θεωρία των Σταδίων

Δυστυχώς οι πολιτικές της Λ.Ε. αφόπλισαν πολιτικά την εργατική τάξη.

Η δεξιά πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος και το Κομμουνιστικό Κόμμα πίστευαν σε ένα σταδιακό και "ειρηνικό" δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Δηλαδή πίστευαν πως πρώτα θα γινόταν μια καπιταλιστική "δημοκρατική επανάσταση" που θα ανέπτυσσε την τοπική βιομηχανία, θα την προστάτευε από τον ιμπεριαλιστικό έλεγχο και θα έθετε τέρμα στην ημιφεουδαρχική ιδιοκτησία της γης. Μόνο αργότερα, σε ένα ακαθόριστο στάδιο, θα υπήρχε μετάβαση στον σοσιαλισμό.

Αντίθετα όμως η εμπειρία της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 απέδειξε ότι η "δημοκρατική επανάσταση" σε μια αποικιακή ή νεο-αποικιακή χώρα μπορούσε να γίνει μόνο από τους εργάτες, οι οποίοι βρίσκονται σε διαδικασία ολοκλήρωσης της σοσιαλιστικής επανάστασης (η Ρώσικη επανάσταση επιβεβαίωσε της θεωρία της "διαρκούς επανάστασης" του Λ. Τρότσκι). Στην αντίθετη περίπτωση αν η Μπολσεβίκικη ηγεσία της επανάστασης δεν είχε ανατρέψει την κυβέρνηση Κερένσκι, τότε η αντίδραση με την μορφή στρατιωτικού πραξικοπήματος θα είχε επικρατήσει.

Οι ηγέτες του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος θεωρούσαν επίσης ότι το κράτος ήταν ουδέτερο. Ότι η εργατική τάξη θα μπορούσε να κατακτήσει την κρατική εξουσία μέσα από εκλογές και να αλλάξει σταδιακά την κοινωνία δια της κοινοβουλευτικής οδού.

Αυτή η άποψη -ότι η υπάρχουσα κρατική μηχανή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη σταδιακή κατάργηση του καπιταλισμού- αποτελούσε ύβρη για τον μαρξισμό. Η ήττα της εργατικής Κομμούνας του Παρισιού το 1871 απέδειξε ξεκάθαρα ότι οι εργάτες δεν μπορούσαν απλά να καταλάβουν το αστικό κράτος και να το χρησιμοποιήσουν προς όφελος των δικών τους ταξικών αναγκών. Αντιθέτως το αστικό κράτος έπρεπε να καταλυθεί και να αντικατασταθεί από ένα δημοκρατικό εργατικό κράτος.

Αυτό το μάθημα είναι ζωτικής σημασίας σχετικά με το ρόλο των ενόπλων δυνάμεων. Μια σχετικά ειρηνική σοσιαλιστική επανάσταση είναι εφικτή μόνο εάν και εφόσον απομακρυνθεί όλη η αντιδραστική κάστα των αξιωματικών. Οι ηγέτες της Λ.Ε. έπρεπε να το είχανε προβλέψει και να είχαν λάβει τα αναγκαία μέτρα προς αυτή τη κατεύθυνση. Έπρεπε να σχηματιστούν άμεσα ένοπλες λαϊκές πολιτοφυλακές που θα υπερασπίζονταν τα κεκτημένα των εργατών και των αγροτών, όπως και επιτροπές φαντάρων μέσα στο στρατό που θα έλεγχαν τους αξιωματικούς.

Η νίκη της αντίδρασης

Η αντίδραση πέτυχε τελικά τον στόχο της γιατί ο Αλιέντε απέτυχε να χτυπήσει αποφασιστικά τον καπιταλισμό τη στιγμή που είχε τη πλειοψηφία της κοινωνίας με το μέρος του. Μόλις είχε κερδίσει 51% στις δημοτικές εκλογές, είχε την υποστήριξη των εργατών και των αγροτών, της βάσης του στρατεύματος και κομματιών των μεσαίων στρωμάτων.

Ένα τμήμα του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος διασπάστηκε με την επωνυμία Χριστιανική Αριστερά και καλούσε για το κτίσιμο του σοσιαλισμού. Ακόμα και μεγάλα τμήματα της βάσης της Καθολικής Εκκλησίας στήριζαν τη κυβέρνηση. Πάνω από το 70% των ιερέων θεωρούσαν τον χριστιανισμό συμβατό με τη μετάβαση στον σοσιαλισμό.

Εάν η Λ.Ε. είχε ολοκληρώσει τη δουλειά που ξεκίνησε και έπαιρνε τα ηνία της εξουσίας από την άρχουσα τάξη, εάν εθνικοποιούσε τη γη και τις 270 και πλέον επιχειρήσεις που έλεγχαν όλη την οικονομία και εφάρμοζε δημοκρατικό εργατικό έλεγχο και διαχείριση πάνω στη βάση ενός κεντρικού σχεδίου παραγωγής, τότε η αστική τάξη και ο καπιταλισμός στην Χιλή θα συντρίβονταν.

Μια τέτοια νίκη θα γινόταν παράδειγμα στις μάζες της Λατινικής Αμερικής και στους εργάτες των ΗΠΑ που είχαν ήδη ριζοσπαστικοποιηθεί από το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Οι εργάτες της Χιλής είχαν τη δύναμη και την θέληση να κάνουν 10 επαναστάσεις. Δυστυχώς όμως οι ηγέτες τους, τους εγκατέλειψαν άοπλους, πολιτικά και κυριολεκτικά.

Αν και μερικές ομάδες σοσιαλιστών και κομμουνιστών ακτιβιστών πολέμησαν γενναία, την παραμονή του πραξικοπήματος οι περισσότεροι είχαν μείνει σπίτια τους, υπακούοντας τις συμβουλές των ηγετών τους που πίστευαν ότι ένα τμήμα του στρατού θα παρέμενε πιστό και θα υπερασπιζόταν την κυβέρνηση. Έτσι ο στρατοκράτης Πινοσέτ πήρε τελικά την εξουσία χωρίς να αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσκολίες, αλλά με τραγικές και μακροπρόθεσμες συνέπειες για την εργατική τάξη της Χιλής και διεθνώς.

Βενεζουέλα:η ιστορία επαναλαμβάνεται;

Στις 3 τα ξημερώματα τη Παρασκευή 12 Απριλίου 2002, στρατιωτικό πραξικόπημα απομάκρυνε τον αριστερίζοντα και λαϊκιστή πρόεδρο Χ.Τσάβεζ από το προεδρικό μέγαρο. Όμως 48 ώρες αργότερα δεκάδες χιλιάδες υποστηρικτών του, κυρίως από τις φτωχογειτονιές της πρωτεύουσας, του Καράκας, πορεύτηκαν στο Miraflores (το προεδρικό μέγαρο), έδιωξαν κλοτσηδόν το φερέφωνο των αφεντικών Π.Καρμόνα και επαναφέρανε τον Τσάβεζ.

Σύμφωνα με την εφημερίδα Observer (21 Απριλίου 2002) η κυβέρνηση των ΗΠΑ όχι μόνο γνώριζε για το επερχόμενο πραξικόπημα αλλά του παρείχε και τις ευλογίες της, πιστεύοντας πως θα πετύχαινε.

Σκοτεινές προσωπικότητες συνδεδεμένες με τον Λευκό Οίκο και με πλούσιο παρελθόν (Χιλή ’73, Νικαράγουα δεκαετία ’80) έπαιξαν ρόλο και στο πραξικόπημα της Βενεζουέλας.

Μιμούμενοι την άρχουσα τάξη της Χιλής 30 χρόνια νωρίτερα, οι δυνάμεις της αντίδρασης του κρατικού μηχανισμού της Βενεζουέλας και η ολιγαρχία, σαμπόταραν τις μεταρρυθμίσεις Τσάβεζ και υποκίνησαν τα μεσαία στρώματα να εξεγερθούν ενάντια στην "Μπολιβαριανή επανάστασή" του.

Μπορεί βέβαια ο Τσάβεζ να μη δηλώνει σοσιαλιστής, όπως ο Αλιέντε, και να μην ηγείται μιας κυβέρνησης Λαϊκής Ενότητας, όμως ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ ανησυχεί. Γιατί οι μεταρρυθμίσεις του έρχονται σε αντίθεση με τις ντιρεκτίβες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Και όχι μόνο… Επίσης ενθαρρύνουν τα εργατικά κινήματα και την αριστερά στην περιοχή.

Όπως όμως και στη Χιλή του Αλιέντε έτσι και ο Τσάβεζ έχει δυστυχώς αφήσει τους μοχλούς της οικονομικής εξουσίας στα χέρια της άρχουσας τάξης και του ιμπεριαλισμού. Έτσι από το αποτυχημένο πραξικόπημα και ύστερα η αστική τάξη έχει οργανώσει παρατεταμένα λοκ-άουτ στην βιομηχανία και έχει κάνει μεγάλες κινητοποιήσεις της μεσαίας τάξης, προσπαθώντας να προκαλέσει συνταγματική κρίση και να ανατρέψει τον Τσάβεζ. Μέχρι στιγμής ο Τσάβεζ έχει επιβιώσει της κρίσης με περιορισμένες εκκαθαρίσεις στις ένοπλες δυνάμεις και κινητοποιώντας εργάτες και φτωχούς. Η πολιτική ισοπαλία όμως μεταξύ των κοινωνικών τάξεων δε μπορεί να συνεχίσει επ’ άπειρον. Είτε η αστική, είτε η εργατική τάξη τελικά θα νικήσει.