30 χρόνια από την κατάρρευση του Σοβιετικού Μπλοκ το 1989

Στις 9 Νοεμβρίου του 1989 το τείχος που χώριζε το ανατολικό από το δυτικό Βερολίνο γκρεμίστηκε, σημαδεύοντας την αρχή του τέλους των σταλινικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης. Με αφορμή αυτή την επέτειο, δημοσιεύουμε άρθρο του σ. Rob Jones από τη «Σοσιαλιστική Εναλλακτική» (Sotsialisticheskaya Alternativa), αδερφή οργάνωση του «Ξ» στη Ρωσία, για τα γεγονότα του 1989.

Το επαναστατικό κίνημα και οι αντεπαναστατικές συνέπειες

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1989 στην Πολωνία, η ομοσπονδία εργατικών σωματείων «Αλληλεγγύη», αφού κέρδισε με μεγάλη πλειοψηφία τις εκλογές, σχημάτισε την πρώτη «μη κομμουνιστική» κυβέρνηση στο σοβιετικό μπλοκ από το 1948. Δύο μήνες αργότερα το Τείχος του Βερολίνου γκρεμιζόταν. Η χρονιά τελείωσε με την εκτέλεση του μισητού δικτάτορα της Ρουμανίας, Νικολάε Τσαουσέσκου και της συζύγου του Έλενα, που μεταδόθηκαν σε όλο τον κόσμο την ημέρα των Χριστουγέννων.

Τα ιστορικά γεγονότα του 1989 στην ανατολική Ευρώπη, τουλάχιστον εκείνη την περίοδο, έδωσαν ελπίδα στην εργατική τάξη σε ολόκληρο τον κόσμο ότι μπορούσε να μπει ένα τέλος στη σταλινική καταπίεση και να εγκαθιδρυθεί μια πραγματική εργατική δημοκρατία σε αυτές τις χώρες. Δυστυχώς, η προοπτική αυτή δεν έγινε πράξη. Αντί μιας εργατικής δημοκρατίας είχαμε την παλινόρθωση του καπιταλισμού.

Μέσα σε δύο μόλις χρόνια, η πρώην Ανατολική Γερμανία είχε αφομοιωθεί από τη Δυτική, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε και μετά το αποτυχημένο σκληρό πραξικόπημα τον Αύγουστο του 1991, η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε. Ο καπιταλισμός παλινορθώθηκε σε όλη την περιοχή. Ο ψυχρός πόλεμος τελείωσε καθώς το «σύμφωνο της Βαρσοβίας», το στρατιωτικό μπλοκ που συγκροτήθηκε για να αντιταχθεί στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, διαλύθηκε. Ο αστός φιλόσοφος Φράνσις Φουκουγιάμα ανακοίνωσε το «τέλος της ιστορίας».

Η καταστροφή μετά το 1989

Τα μαζικά κινήματα που εμφανίστηκαν σε μια σειρά χώρες με σταλινικά καθεστώτα, ήλπιζαν πραγματικά πως αν κατάφερναν να  απαλλαγούν από τις αποτρόπαιες γραφειοκρατικές δικτατορίες που ηγεμόνευσαν στο Σοβιετικό μπλοκ, οι ζωές του κόσμου θα βελτιώνονταν δραματικά.  Αντί γι’ αυτό, την επόμενη δεκαετία η περιοχή πέρασε μια απελπιστική οικονομική κρίση, χειρότερη από αυτή του 1930, καθώς οι πρώην κεντρικά σχεδιασμένες οικονομίες αντικαταστάθηκαν από το χάος της ελεύθερης αγοράς, με χαρακτηριστικά που συνήθως απαντώνται στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Ακόμα και η Παγκόσμια Τράπεζα, ένας από τους κύριους αρχιτέκτονες κατά τη διάρκεια της μετάβασης, ανέφερε ότι μέχρι το 2000 σημειώθηκε μείωση κατά 15% του ΑΕΠ στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και κατάρρευση κατά 40% στην πρώην ΕΣΣΔ. Το ποσοστό των ανθρώπων κάτω από το όριο της φτώχειας αυξήθηκε από 4% στο 20%.

Για πρώτη φορά από το 1945, ξέσπασαν πόλεμοι ανάμεσα σε κράτη στην Ευρώπη και την Κεντρική Ασία. Υπολογίζεται πως οι βίαιες εθνικές συγκρούσεις που ξέσπασαν, κόστισαν τις ζωές 140.000 ανθρώπων και άφησαν πίσω τους 4 εκατομμύρια εκτοπισμένους, καθώς οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και οι νέες αστικές τάξεις πάλευαν πάνω στα συντρίμμια της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Τουλάχιστον 150.000 πέθαναν στους δύο πολέμους ανάμεσα σε Ρωσία και Τσετσενία και άλλοι 60.000 στον Τατζικικό Εμφύλιο Πόλεμο. Συγκρούσεις όπως αυτές στη Μολδαβία, τη Γεωργία, ή ανάμεσα στην Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν και την Ανατολική Ουκρανία παραμένουν άλυτες.

Τα πρώτα σημάδια δυσαρέσκειας για τη Σοβιετική Ένωση

Τα πρώην σταλινικά κράτη ήταν αυταρχικά καθεστώτα στα οποία επικρατούσε η σκληρή καταστολή και η στενή παρακολούθηση των πολιτικών αντιπάλων τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα πρώτα σημάδια δυσαρέσκειας για τη Σοβιετική Ένωση εμφανίστηκαν μετά από τυχαία γεγονότα ή δευτερεύοντα ζητήματα. Η έκρηξη και η πυρκαγιά στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ το 1986 αύξησαν τις ανησυχίες για το περιβάλλον. Στα τρία κράτη της Βαλτικής, των οποίων η ενσωμάτωση στην ΕΣΣΔ ως μέρος του συμφώνου Χίτλερ-Στάλιν το 1939 είχε αφήσει μια πολύ πικρή κληρονομιά, οι εθνικιστικές διαμαρτυρίες αναπτύχθηκαν αρχικά για περιβαλλοντικά ζητήματα: στην Εσθονία, σχετικά με τα σχέδια για την έναρξη της εξόρυξης φωσφορικών αλάτων και στη Λετονία ενάντια στην κατασκευή ενός τεράστιου υδροηλεκτρικού σταθμού. Ο κόσμος άρχισε να τραγουδάει «πατριωτικά» τραγούδια μετά τα επίσημα μουσικά φεστιβάλ. Αλλού, η δυσαρέσκεια για το καθεστώς τροφοδοτούταν από την έλλειψη τροφίμων και άλλων απαραίτητων αγαθών. Στις καυκάσιες δημοκρατίες, ένας σεισμός που άφησε 50.000 νεκρούς σε μια περιοχή κοντά σε  πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής αποκάλυψε τις ελλείψεις σε ιατρικές εγκαταστάσεις και την  κακή κατασκευή των κατοικιών. Αυτό οδήγησε σε μαζική κλιμάκωση των εθνικιστικών συναισθημάτων και στην έναρξη του πολέμου του Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Η εμπειρία της Ανατολικής Ευρώπης

Αλλά στην υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη, οι διαμαρτυρίες στα τέλη της δεκαετίας του ’80 είχαν τις ρίζες τους σε προηγούμενες εμπειρίες αγώνων ενάντια στη σταλινική κυριαρχία. Στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας («ΛΔΓ», η Ανατολική Γερμανία) το 1953 και στη συνέχεια στην Ουγγαρία το 1956, η εργατική τάξη πήρε μέρος σε γενικές απεργίες- εξεγέρσεις απαιτώντας την απόσυρση των σοβιετικών στρατευμάτων και ελεύθερες εκλογές, με τη διατήρηση της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας της βιομηχανίας, αλλά υπό τη διεύθυνση εργατικών συμβουλίων, με ελεύθερα συνδικάτα, με δικαίωμα στην απεργία και τη συνέλευση, την ελευθερία του τύπου, την ανεξιθρησκεία  κοκ.

Τέτοια αιτήματα, βασικές απαιτήσεις σε μια εργατική δημοκρατία, ήταν αδιανόητα για τη Μόσχα. Και οι δύο αυτές εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1950 τσακίστηκαν άγρια από σοβιετικά τανκς. Οι εργάτες έμειναν πικραμένοι και οργισμένοι, ενώ παράλληλα το σοβιετικό σύστημα απαξιώθηκε διεθνώς. Τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος έγιναν γνωστά ως «tankies» (ειρωνικός χαρακτηρισμός που παραπέμπει στα άρματα μάχης που στάλθηκαν ενάντια στους εργαζόμενους).

Οι ρίζες του σταλινισμού

Οι ενέργειες της τότε σοβιετικής ηγεσίας που δημιούργησε ο Στάλιν, ο οποίος πέθανε το 1953 και ο διάδοχός του, ο αποκαλούμενος μεταρρυθμιστής Χρουστσόφ, απέχουν πολύ από τα ιδανικά του Λένιν, του Τρότσκι και των Μπολσεβίκων το 1917. Η ρωσική επανάσταση αποσκοπούσε στη δημιουργία μιας γνήσιας δημοκρατικής και σοσιαλιστικής κοινωνίας στην οποία ο πλούτος και οι πόροι της χώρας θα περνούσαν σε δημόσια ιδιοκτησία, με την παραγωγή και τη διανομή να σχεδιάζονται από τις επιτροπές των εκλεγμένων εργαζομένων. Οι Μπολσεβίκοι ήταν διεθνιστές και διασφάλιζαν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης στα έθνη της πρώην ρωσικής αυτοκρατορίας, ενώ υποστήριζαν την εθελοντική ομοσπονδία σοσιαλιστικών κρατών. Οι Μπολσεβίκοι ήταν πεπεισμένοι ότι η νέα εργατική δημοκρατία θα μπορούσε να επιβιώσει και να κινηθεί προς τον σοσιαλισμό μόνο εφόσον η επανάσταση εξαπλώνονταν στις πιο προηγμένες χώρες.

Δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι το επαναστατικό κύμα έδωσε τέλος στον πόλεμο και πέτυχε την ανατροπή της γερμανικής μοναρχίας, οι Σοβιετικές δημοκρατίες που σχηματίστηκαν στην Ουγγαρία και τη Βαυαρία, όπως και τα σοβιέτ που δημιουργήθηκαν στην Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία, απέτυχαν. Η νέα ρώσικη δημοκρατία δέχτηκε την εισβολή 15 ιμπεριαλιστικών στρατών οι οποίοι βοηθώντας το αντιδραστικό κίνημα των Λευκών, επέβαλαν το χάος. Πολλοί από τους εργάτες που βρίσκονταν στην ηγεσία των επαναστατικών εξελίξεων οδηγήθηκαν στη μάχη και έχασαν τη ζωή τους. Άλλοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα εργοστάσια για να συμμετέχουν στη διοίκηση του νέου κράτους. Η επαναστατημένη Ρωσία βγήκε από τον εμφύλιο πόλεμο εξαντλημένη, κατεστραμμένη και απομονωμένη.

Σύντομα αναπτύχθηκε ένα στρώμα γραφειοκρατών, πολλοί από τους οποίους είχαν σταθεί ενάντια στην επανάσταση. Η απομόνωση της χώρας, το γεγονός ότι οι επαναστάσεις διεθνώς δεν κατάφεραν να επικρατήσουν, έδωσε σε αυτούς τους γραφειοκράτες τη δύναμη που χρειάζονταν. Βρήκαν τον φυσικό τους ηγέτη στο πρόσωπο του Ιωσήφ Στάλιν και απέσπασαν την πολιτική δύναμη από την εργατική τάξη. Αυτή η γραφειοκρατική κλίκα ενίσχυσε την εξουσία της μέσω ενός νέου εμφυλίου πολέμου με μαζικές συλλήψεις, τρομοκρατία και εκτελέσεις εναντίον των παλαιών Μπολσεβίκων, ανατρέποντας την ιδεολογία του διεθνισμού που τους χαρακτήριζε και αντικαθιστώντας την με την ιδεολογία του «σοσιαλισμού σε μια χώρα». Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν μία πολιτική αντεπανάσταση που δημιούργησε έναν γραφειοκρατικό κρατικό μηχανισμό που διατήρησε σημαντικά στοιχεία της τσαρικής και ακόμη και της καπιταλιστικής κοινωνίας, παραβλέποντας την εθνικοποιημένη, σχεδιασμένη οικονομία. Όπως εξήγησε ο Τρότσκι, η αποκατάσταση της αυθεντικής σοβιετικής δημοκρατίας δεν απαιτούσε μία κοινωνική επανάσταση για να αλλάξει την οικονομική βάση της κοινωνίας, αλλά μια πολιτική επανάσταση για να ανατρέψει τη γραφειοκρατία.

Ο σταλινισμός επεκτείνεται στην Ανατολική Ευρώπη

Χάρη στη σχεδιασμένη οικονομία και την αποφασιστικότητα των Σοβιετικών και παρά την ανικανότητα της σταλινικής γραφειοκρατίας, η ΕΣΣΔ βγήκε από τον πόλεμο  νικήτρια. Η Ανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου ενός τμήματος της Γερμανίας ελεγχόταν από το σοβιετικό στρατό. Με την πάροδο του χρόνου, τα παλιά αστικά κράτη κατέρρευσαν και, στην Τσεχοσλοβακία και αλλού, αναπτύχθηκαν επαναστατικά κινήματα. Αρχικά ο Στάλιν θέλησε να διατηρήσει το καπιταλιστικό σύστημα στην περιοχή με κυβερνήσεις-μαριονέτες, για να παίξει τον ρόλο του «ενδιάμεσου» σε Ανατολή και Δύση. Αλλά αυτή η κατάσταση αποδείχτηκε μη βιώσιμη. Φοβούμενος πως η ανάπτυξη ανεξάρτητων σοσιαλιστικών δημοκρατιών θα έθετε σε κίνδυνο την εξουσία της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ, ο σοβιετικός στρατός διέλυσε την ανεξάρτητη δράση των εργατών και των ανταρτών. Η γραφειοκρατικά σχεδιασμένη οικονομία επεκτάθηκε σε όλη την περιοχή. Ενώ η ρωσική επανάσταση εκφυλίστηκε στην πορεία, στην Ανατολική Ευρώπη τα νέα καθεστώτα ήταν εκφυλισμένα από την αρχή.

Παρά το γεγονός ότι η σχεδιασμένη οικονομία υπέφερε από φρικτή γραφειοκρατική κακοδιαχείριση, για μία περίοδο υπήρξε πιο αποτελεσματική από την οικονομία της αγοράς στη Δύση. Στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση, η οικονομία έκανε άλματα. Μέχρι τη δεκαετία του 1970, το επίπεδο διαβίωσης είχε σχεδόν φτάσει το επίπεδο της Δύσης. Στις κατεστραμμένες από τον πόλεμο οικονομίες της Ανατολικής Ευρώπης, η κατά κεφαλήν αύξηση του εισοδήματος, κατά την εικοσαετία μετά τον πόλεμο, ήταν περίπου 2,4 φορές υψηλότερη από ό,τι στην Ευρώπη συνολικά.

Αυτό, σε μεγάλο βαθμό εξηγεί γιατί στη ΛΔΓ και στην Ουγγαρία, όπου οι εργάτες θυμόντουσαν την πραγματικότητα των προπολεμικών, φασιστικών καθεστώτων, οι εξεγέρσεις δεν είχαν σαφή αντί-σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Τα κυρίαρχα αιτήματα ήταν να αποχωρήσει ο σοβιετικός στρατός και η δημοκρατία των εργαζομένων να τερματίσει τη γραφειοκρατική κυριαρχία.

Όταν ο Στάλιν αναρριχήθηκε στην εξουσία, η γραφειοκρατία αποτελούνταν από μερικές εκατοντάδες χιλιάδες στελέχη. Μέχρι τη δεκαετία του 1980 είχε μετατραπεί σε ένα τέρας που κατασπάραζε τα πάντα και αποτελούνταν από 20 εκατομμύρια ανθρώπους. Χωρίς την εργατική δημοκρατία να διαχειρίζεται και να ελέγχει την οικονομία, η γραφειοκρατία ξάφρισε μέρος του πλούτου της κοινωνίας μέσω κλοπής και δωροδοκιών, ενώ παράλληλα η κακοδιαχείρισή τους ευθύνεται για την κατασπατάληση μέχρι και του 30% της αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής. Δεν μπορούσες ούτε να θάψεις κάποιον χωρίς να δωροδοκήσεις. Στην κορυφή αυτού του μηχανισμού βρισκόταν μία μικρότερη ελίτ της οποίας ο προκλητικά πολυτελής τρόπος ζωής αποκαλύφτηκε από την τεράστια συλλογή πολυτελών αυτοκινήτων του Λεονίντ Μπρέζνιεφ.

Η άνοιξη της Πράγας

Στην Ανατολική Ευρώπη η κατάσταση ήταν ακόμα δυσκολότερη. Οι σταλινικοί απαίτησαν από  τις χώρες της περιοχής να πληρώσουν τεράστιες αποζημιώσεις για τις βλάβες που προκάλεσε ο πόλεμος στη σοβιετική επικράτεια. Οι ανισορροπίες αναπτύχθηκαν καθώς το σοβιετικό καθεστώς έδωσε μεγάλη έμφαση στην ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας, ιδιαίτερα στον τομέα της άμυνας, εις βάρος των καταναλωτικών αγαθών.

Αυτές οι ανισορροπίες «χτύπησαν» την Τσεχοσλοβακία, η οποία πριν τον πόλεμο είχε μία σχετικά ανεπτυγμένη βιομηχανική οικονομία, ιδιαίτερα σκληρά. Το 1953 το Κρεμλίνο διέταξε υποτίμηση του νομίσματος, γεγονός που έπληξε το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας κατά 11%. Μέσα στην επόμενη δεκαετία, η οικονομία βρέθηκε σε μια δύσκολη μάχη ανάκαμψης. Όταν ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ ανέλαβε την ηγεσία του τσέχικου κομμουνιστικού κόμματος το 1968, ξεκίνησε ένα πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης της οικονομίας και άρχισε να εισάγει περιορισμένα δημοκρατικά δικαιώματα- έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Κατά την Άνοιξη της Πράγας το 1968, οι κινήσεις του για άνοιγμα στην κοινωνία είχαν μαζική απήχηση.

Αρχικά, το Κρεμλίνο προσπάθησε να πείσει τον Ντούμπτσεκ να υποχωρήσει, αλλά μέχρι τον Αύγουστο, και υπό την πίεση των γειτονικών σταλινικών κρατών που φοβούνταν ότι οι διαμαρτυρίες θα εξαπλωθούν, τα σοβιετικά τανκς συνέτριψαν την Άνοιξη της Πράγας.

«Αλληλεγγύη»

Στη γειτονική Πολωνία ωστόσο, αναπτυσσόταν μία άλλη διαδικασία. Τον Δεκέμβρη του 1970, η κυριαρχία της γραφειοκρατίας ταρακουνήθηκε όταν εργάτες της Γκντύνια, κατέβηκαν σε απεργία ενάντια στην αύξηση των τιμών. Δεκάδες εάν όχι εκατοντάδες σφαγιάστηκαν από το στρατό. Διορίστηκε, ένας νέος Γενικός Γραμματέας ο «μεταρρυθμιστής» Premier Gierek, ο οποίος ήταν ο εκλεκτός της Δύσης. Το κρατικό χρέος και οι δραματικές αυξήσεις των τιμών των τροφίμων κατέστησαν δύσκολη τη ζωή για την εργατική τάξη της Πολωνίας. Το 1976, η εργατική δυσαρέσκεια αντιμετωπίστηκε πάλι με τη βία. Αλλά κύκλοι της αντιπολίτευσης οργανώνονταν, δουλεύοντας στην παρανομία. Όταν το 1980 ξέσπασαν απεργίες στα ναυπηγεία «Λένιν» στο Γκντανσκ, ιδρύθηκε το σωματείο «Αλληλεγγύη». Μέχρι το 1981 είχε οργανώσει μία επιτυχημένη 4ωρη γενική απεργία, που συμμετείχαν 14 εκατομμύρια εργάτες, ανάμεσά στους οποίους βρέθηκαν και πολλά μέλη της βάσης του κομουνιστικού κόμματος. Δημιουργήθηκαν επιτροπές μεταξύ των εργοστασίων – σοβιέτ σε όλα εκτός από το όνομα. Το καθεστώς έμεινε να κρέμεται από μία κλωστή και μπόρεσε να σωθεί μόνο όταν τον Δεκέμβρη κήρυξε στρατιωτικό νόμο και επέβαλλε σκληρή καταστολή ενάντια στην εργατική τάξη.

Η «Αλληλεγγύη» ιδρύθηκε με σκοπό να οργανώσει τους εργάτες στον αγώνα ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, για ανθρώπινους μισθούς και ενάντια στην καταστολή. Σε μεγάλο βαθμό, ανάμεσα στους στόχους της βρισκόταν η συνολική εναντίωση στη σταλινική γραφειοκρατία στην Πολωνία. Πολλοί εργάτες έβλεπαν θετικά το ενδεχόμενο μίας πολιτικής επανάστασης. Αλλά η επιρροή μιας ομάδας διανοούμενων και της καθολικής εκκλησίας, που ασκήθηκε ιδιαίτερα στον Λεχ Βαλέσα, εργάτη του ναυπηγείου του Γκντανσκ, ο οποίος είναι παγκοσμίως γνωστός ηγέτης της «Αλληλεγγύης», οδήγησε το σωματείο όχι μόνο σε αντισταλινική κατεύθυνση αλλά συνολικότερα ενάντια στις σοσιαλιστικές ιδέες.

Αυτό δεν ήταν κάτι αναπόφευκτο. Αρχικά στο συνέδριο της «Αλληλεγγύης» που πραγματοποιήθηκε πριν την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου, ο στόχος που όρισε η ηγεσία για το σωματείο ήταν αυτός της διαπραγμάτευσης που θα οδηγούσε σε συμβιβασμό με την κυβέρνηση. Πρότεινε ακόμα και στα μέλη του να δουλεύουν εθελοντικά τα Σάββατα ώστε να βοηθήσουν τη χώρα να βγει από την οικονομική κρίση. Παρόλα αυτά, μία ριζοσπαστική μειοψηφία, ίσως το 40% των συνέδρων περίπου, επιχειρηματολόγησε λέγοντας ότι «η πραγματική αυτοδιαχείριση των εργαζομένων θα αποτελέσει τη βάση για μια αυτοδιοικούμενη δημοκρατία… η δημιουργία γνήσιων συμβουλίων αυτοδιαχείρισης των εργαζομένων, που θα καθιστά κάθε εργαζόμενο το πραγματικό αφεντικό της επιχείρησης [είναι ο δρόμος για την έξοδο από την κρίση]». Αυτή η θέση συμπεριλήφθηκε στο πρόγραμμα της «Αλληλεγγύης».

Λανθασμένη θέση

Παρά την ανάδειξη μίας πιο ριζοσπαστικής πορείας, ο τρόπος που παρουσιάστηκε η αυτοδιαχείριση, άνοιξε το δρόμο σε επιχειρήσεις να γίνουν οικονομικά ανεξάρτητες και να υπόκεινται στους νόμους της αγοράς, κάτι το οποίο τελικά, όπως είδαμε στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, θα γινόταν ο βασικός παράγοντας που θα οδηγούσε στην καπιταλιστική παλινόρθωση. Επιπλέον, οι ριζοσπάστες δεν παρουσίασαν κάποιο πρόγραμμα για την ανατροπή της σταλινικής γραφειοκρατίας που εξουσίαζε την Πολωνία.

Ο γενικός γραμματέας Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι, που κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο, αργότερα ισχυρίστηκε πως το Κρεμλίνο είχε αρνηθεί να του παράσχει βοήθεια και υπονόησε πως οι ΗΠΑ ενέκριναν την κατάληψη εξουσίας από τον ίδιο. Η δυσκολία που αντιμετώπισε ήταν ότι οι πιέσεις για αλλαγή χτίζονταν στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ. Μετά το θάνατο του Μπρέζνιεφ, ήρθε στην εξουσία ο Γιούρι Αντρόπωφ. Ο Αντρόπωφ είχε ηγηθεί της καταστολής της ουγγρικής εξέγερσης και είχε υπάρξει επίσης επικεφαλής της Κα Γκε Μπε. Είχε φτάσει στο συμπέρασμα ότι για να διατηρήσει την κυριαρχία της η γραφειοκρατία, έπρεπε να γίνουν κάποιες αλλαγές. Η σύντομη διακυβέρνησή του, ακολουθούμενη από την ακόμη πιο σύντομη θητεία του ηλικιωμένου Chernenko, άνοιξε το δρόμο, το 1985, για το διορισμό του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην προεδρία της ΕΣΣΔ.

Με τους σκληροπυρηνικούς να υποχωρούν στην ΕΣΣΔ, ο Γιαρουζέλσκι δε μπορούσε να διακινδυνεύσει την πρόκληση ανοιχτής εξέγερσης ενάντια στην αυταρχική του εξουσία. Έτσι, ξεκίνησε διάλογο με την «Αλληλεγγύη», η οποία όσο περνούσε ο καιρός έβλεπε τους ριζοσπάστες στο εσωτερικό της να απομονώνονται και το σωματείο να υιοθετεί ανοιχτά θέσεις υπέρ της ελεύθερης αγοράς και του καπιταλισμού. Ένα σημείο καμπής και μεγάλης σημασίας για τις εξελίξεις, ήταν η επίσκεψη της Μάργκαρετ Θάτσερ στο Γκντανσκ το Νοέμβριο του 1988. Αρχικά συνάντησε την Κομμουνιστική ηγεσία και στη συνέχεια την «Αλληλεγγύη». Μόλις δέκα μήνες αργότερα, μετά από έναν γύρο διαπραγματεύσεων, διεξήχθη μία πολυκομματική εκλογική διαδικασία, την οποία κέρδισε η «Αλληλεγγύη» με συντριπτικά ποσοστά.

Οι ρίζες των εθνοτικών συγκρούσεων

Μία διαφορετική κρίση ξεδιπλωνόταν στη Γιουγκοσλαβία. Από τη σύγκρουση με τον Στάλιν το 1948 και μετά, ο Γιόσιπ Τίτο είχε διατηρήσει τη γραφειοκρατική του εξουσία, αλλά με κάποια ανεξαρτησία από τη Μόσχα. Ο Τίτο, χρησιμοποιώντας την εξουσία του ως ηγέτης του αντάρτικου κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατάφερε να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στις εφτά διαφορετικές εθνικότητες της Γιουγκοσλαβίας. Αυτό έγινε εφικτό, μέχρι ενός σημείου επειδή η γιουγκοσλαβική οικονομία βρισκόταν σε ανάπτυξη. Μέχρι το θάνατό του το 1980, το μοντέλο που εφάρμοσε, αυτό του «σοσιαλισμού της αγοράς» βασισμένο στην «αυτοδιαχείριση» αντιμετώπιζε ένα μεγάλο εξωτερικό χρέος και ένα ποσοστό ανεργίας που κυμαινόταν στο 20%. Αυτό οδήγησε τη χώρα σε μια σειρά πακέτων «στήριξης» από το ΔΝΤ, τα οποία συνοδεύτηκαν από «μεταρρυθμίσεις» που αποσκοπούσαν στο άνοιγμα της οικονομίας της χώρας στη Δύση.

Με το θάνατο του Τίτο, οι ηγέτες των γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών αντιμετώπιζαν αυξανόμενη δυσαρέσκεια. Ο νέος ηγέτης της Σερβίας, ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση για να αυξήσει την κυριαρχία της Σερβίας, συναντώντας έντονη αντίσταση από τους ηγέτες των άλλων δημοκρατιών που αντιμετώπιζαν μαζικές πιέσεις και ήθελαν το μερίδιό τους από τα λάφυρα καθώς η χώρα διασπαζόταν. Όταν ο Μιλόσεβιτς προσπάθησε να ακυρώσει την αυτονομία των Κοσοβάρων στη Σερβία, οι Κοσοβάροι ανθρακωρύχοι κατέβηκαν σε απεργία. Αυτές οι διαμάχες, που επιδεινώθηκαν από την παρέμβαση των διαφόρων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, προετοίμασαν το έδαφος για τις διεθνικές συγκρούσεις της δεκαετίας του ’90.

Η «Περεστρόικα» και η «Γκλάσνοστ» προκαλούν χάος

Αλλά εκείνη τη στιγμή, ξεσπούσε και μία σοβαρή κρίση στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Γκορμπατσόφ εκπροσωπούσε το τμήμα της γραφειοκρατίας που πίστευε ότι η οικονομία έπρεπε να αναζωογονηθεί. Ξεκίνησε με την απαγόρευση του αλκοόλ, η οποία γύρισε μπούμερανγκ όταν εμφανίστηκε η έλλειψη στη ζάχαρη καθώς ο κόσμος άρχισε τις παράνομες αποστάξεις. Τότε το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα «γκλάσνοστ» (διαφάνεια) και «περεστρόικα» (αναδιάρθρωση), το οποίο επέτρεψε στις εργατικές δυνάμεις, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να εκλέξουν τους διευθυντές και να δημιουργήσουν κοινοπραξίες και συνεταιρισμούς, απλά οδήγησε σε ένα αυξανόμενο οικονομικό χάος. Οι εργάτες ένιωθαν όλο και περισσότερο δυσαρεστημένοι, αλλά η γραφειοκρατία αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες τους. Όταν οι σοβιετικές μάζες είδαν ότι η ηγετική ελίτ βρισκόταν σε κρίση, άρχισαν να αποκτούν αυτοπεποίθηση και να μιλάνε ανοιχτά. Για 60 χρόνια, η ελίτ που τους κυβερνούσε, τους είχε αποκλείσει από την πολιτική. Καθώς επέστρεφαν στην πολιτική, κινήθηκαν διστακτικά, αλλά κέρδισαν σύντομα αυτοπεποίθηση καθώς οι διαμαρτυρίες πολλαπλασιάζονταν.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι διαμαρτυρίες αρχικά ξέσπασαν για περιβαλλοντικά ζητήματα. Ο αέρας σε πολλές πόλεις ήταν τόσο μολυσμένος που το προσδόκιμο ζωής έπεφτε διαρκώς. Η λίμνη Βαϊκάλη και η Κασπία θάλασσα ήταν γεμάτες βιομηχανικά απόβλητα. Η λίμνη Αράλη στην Κεντρική Ασία, κάποτε η τέταρτη μεγαλύτερη λίμνη στον κόσμο είχε ουσιαστικά εξαφανιστεί χάρη στο πρόγραμμα υποχρεωτικής παραγωγής βαμβακιού του Μπρέζνιεφ στο Ουζμπεκιστάν.

Αυτές οι διαμαρτυρίες ανέδειξαν τη μαζική δυσαρέσκεια στη σοβιετική κοινωνία, ιδιαίτερα σε σχέση με το εθνικό ζήτημα. Ενώ η «αστική δημοκρατία» που κυβερνούσε τη Ρωσία από τον Φλεβάρη μέχρι τον Οκτώβρη του 1917 υπαινισσόταν ότι θα έδινε ελευθερία στα διάφορα έθνη και λαούς, απέτυχε να το πραγματοποιήσει. Αντιθέτως, η νέα Μπολσεβίκικη κυβέρνηση έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να παραχωρήσει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Πήρε λιγότερο από μία εβδομάδα για να αναγνωρίσουν το δικαίωμα της Φινλανδίας στην ανεξαρτησία. Σύντομα ακολούθησε η υποστήριξη της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, της Μολδαβίας, της Λιθουανίας, της Εσθονίας, της Υπερκαυκασίας (αλλιώς Νότιος Καύκασος), της Λευκορωσίας, της Πολωνίας και της Λετονίας. Παραβλέποντας το γεγονός ότι οι περισσότερες από αυτές τις νέες ανεξάρτητες χώρες ήταν αστικές εθνικιστικές και όχι σοβιετικές, η μπολσεβίκικη κυβέρνηση σεβάστηκε αυτό το δικαίωμα. Αλλά κάτω από την ηγεμονία του Στάλιν και των διαδόχων του, τα δικαιώματα των εθνικοτήτων καταπατήθηκαν καθώς όλα αποφασίστηκαν σύμφωνα με τα συμφέροντα της κεντρικής κρατικής γραφειοκρατίας.

Μέχρι τη δεκαετία του 1980, η καταπιεσμένη δυσαρέσκεια απελευθερώθηκε, καθώς οι εθνότητες αγωνίστηκαν για να ξεφύγουν από τον καταπιεστικό, κεντρικό έλεγχο. Ενώ οι μάζες πάλεψαν για την εθνική απελευθέρωση, πολλοί από την κυρίαρχη ελίτ που είχαν αντιληφθεί την επικείμενη αποσύνθεση της Σοβιετικής Ένωσης, φόρεσαν τη στολή του εθνικισμού, για να εκμεταλλευτούν αυτά τα συναισθήματα για τα δικά τους συμφέροντα.

Μια αιματηρή προειδοποίηση για τα μεταγενέστερα γεγονότα δόθηκε το 1988. Για να διαλύσει ένα μαζικό κίνημα που απαιτούσε τη μεταφορά του Ναγκόρνο-Καραμπάχ από το Αζερμπαϊτζάν στην Αρμενία, το Κομμουνιστικό Κόμμα οργάνωσε ένα αιματηρό πογκρόμ – εκατοντάδες Αρμένιοι χτυπήθηκαν μέχρι θανάτου.

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου

Τα γεγονότα στην Ανατολική Ευρώπη οδήγησαν σε επιτάχυνση των γεγονότων στη Σοβιετική Ένωση, τα οποία με τη σειρά τους επιτάχυναν τις διαδικασίες αλλού. Για κάποιες δεκαετίες η ΛΔΓ είχε αναπτυχθεί, μέχρις ότου οι γραφειοκρατικές «από πάνω προς τα κάτω» μέθοδοι άρχισαν να στραγγαλίζουν την οικονομία. Όταν οι Ανατολικογερμανοί είδαν ότι η δημόσια αντιπαράθεση στη Μόσχα είχε αυξηθεί, κάτι που η ηγεσία της ΛΔΓ προσπαθούσε να αποτρέψει, σε συνδυασμό με την απόφαση των ουγγρικών και τσεχοσλοβακικών κυβερνήσεων να επιτρέψουν ταξίδια στη Δυτική Ευρώπη, διοργανώθηκαν μια σειρά εβδομαδιαίων πορειών, που οδήγησαν τελικά στην πορεία του ενός εκατομμυρίου το Νοέμβριο του 1989 στο Ανατολικό Βερολίνο.

Αρχικά ο κόσμος δεν ήθελε την επανένωση με την καπιταλιστική Δυτική Γερμανία. Οι διαδηλωτές απαιτούσαν «ελεύθερες εκλογές, ελεύθερα ΜΜΕ, ελεύθερη μετακίνηση και ταξίδια και δημοκρατικό σοσιαλισμό». Όμως δεν υπήρχε οργανωμένη δύναμη να αρθρώσει αυτά τα αιτήματα και η αστική τάξη της Δυτικής Γερμανίας βρήκε την ευκαιρία να επανενώσει τη χώρα κάτω από το δικό της έλεγχο. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, εφαρμόστηκε μία γερμανική εκδοχή της «θεραπείας του σοκ», με ταχεία και βίαιη παλινόρθωση του καπιταλισμού.

Οι σοβιετικοί ανθρακωρύχοι απεργούν

Η πένθιμη καμπάνα του σοβιετικού καθεστώτος ακούστηκε τον Ιούλιο του 1989, όταν ξέσπασε μαζική απεργία των ανθρακωρύχων, από  την Κουζμπάς στη Σιβηρία, μέχρι το Ντονμπάς στην Ουκρανία, τη Βορκούτα στον αρκτικό κύκλο και την Καραγάντα στο Καζακστάν.

Η κυρίαρχη ελίτ ισχυρίστηκε ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν μια «ανεπτυγμένη σοσιαλιστική κοινωνία» που λειτουργούσε έτσι ώστε να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Πολλοί εργαζόμενοι αντιμετώπιζαν συνθήκες διαβίωσης και εργασίας αντίστοιχες της Βικτωριανής εποχής. Οι ανθρακωρύχοι στη Σιβηρία και στον αρκτικό κύκλο με σχετικά υψηλούς μισθούς δεν ήξεραν σε τι να ξοδέψουν τα χρήματά τους. Συχνά, αρκετές οικογένειες ζούσαν μαζί σε προ-επαναστατικά ξύλινα παραπήγματα.

Η κατάσταση κορυφώθηκε όταν τελείωσε το σαπούνι στα ντους των ορυχείων. Εκατοντάδες χιλιάδες ανθρακωρύχοι κατέβηκαν σε απεργία απαιτώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και την ανατροπή της κρατικής και βιομηχανικής γραφειοκρατίας.

Αν οι ανθρακωρύχοι, αλλά και τα πλατιά  στρώματα της εργατικής τάξης είχαν ένα δικό τους πολιτικό κόμμα, που να παλεύει για τις δικές τους ανάγκες και συμφέροντα, θα μπορούσαν να ανατρέψουν τη γραφειοκρατία και να εγκαθιδρύσουν μία πραγματικά σοσιαλιστική κοινωνία. Θα υπήρχε πραγματικός εργατικός έλεγχος και διαχείριση σε κάθε επίπεδο, από τη σχεδιασμένη οικονομία μέχρι το μικρό κατάστημα.

Θα υπήρχε ελευθερία ως προς τη δημιουργία συνδικαλιστικών οργανώσεων και πολιτικών κομμάτων, ελευθερία να ταξιδεύουν οι άνθρωποι, ελευθερία να οργανώνονται συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Οι διαφορετικές εθνότητες  θα είχαν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης κάτω από μία ένωση ανάμεσα σε ελεύθερα, ίσα σοσιαλιστικά κράτη, την πλέον συμφέρουσα επιλογή.

Οι πόροι που θα απελευθερώνονταν από την εξάλειψη της κατασπατάλησης και των υλικών προνομίων της γραφειοκρατίας, θα βελτίωναν δραματικά τις συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων.

Ωστόσο, οι εργαζόμενοι ήταν πολιτικά απροετοίμαστοι. Καθώς άρχισαν οι απεργίες, κάποια τμήματα των ανθρακωρύχων είχαν ανοιχτά αυτιά στις ιδέες του πραγματικού σοσιαλισμού. Τρεις σημαντικές απεργιακές επιτροπές απάντησαν στο γράμμα αλληλεγγύης που έστειλε ο Τέρι Φιλντς,  Βρετανός βουλευτής και μέλος της Επιτροπής για μία Εργατική Διεθνή – CWI, συμφωνώντας με τις προτάσεις του ότι η επιστροφή στις ιδέες του Λένιν ήταν απαραίτητη. Αλλά αυτές οι πολιτικές δεν εκφράζονταν από κάποια οργανωμένη δύναμη. Το σταλινικό καθεστώς, επί 60 χρόνια είχε καταπνίξει και απαγορέψει κάθε αυτοοργανωμένη δύναμη των εργατών. Αν και κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980 είχαν σχηματιστεί μία σειρά από υπόγειοι κύκλοι «λενινιστών» και «μαρξιστών», αυτοί αποδείχτηκε πως δεν ήταν ικανοί να μετατραπούν από μικροί κύκλοι σε πραγματικές δυνάμεις παρέμβασης στο μαζικό εργατικό κίνημα. Ως αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι οι ανθρακωρύχοι δεν επιθυμούσαν τον καπιταλισμό, δεν πίστευαν πλέον ότι ένα σοβιετικό σύστημα, το οποίο η γραφειοκρατία περιέγραφε ως «σοσιαλιστικό» θα μπορούσε να λύσει τα προβλήματά τους.

Την ίδια ώρα, ένα όλο και αυξανόμενο στρώμα της γραφειοκρατίας, είχε τα δικά του σχέδια. Οι αρχηγοί του κόμματος, ειδικά τα προνομιούχα μέλη της νεολαίας του κομμουνιστικού κόμματος και τα μέλη της Κα Γκε Μπε είχαν υιοθετήσει τον τρόπο ζωής των δυτικών και κατείχαν πολυτελή αγαθά. Πολλά μέλη αυτής της παρασιτικής ομάδας των γραφειοκρατών έβλεπαν πως το σύστημά τους κατέρρεε και στράφηκαν προς τον καπιταλισμό για να σώσουν το τομάρι τους. Άρχισαν να υποστηρίζουν τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς όλο και εντονότερα. Για να αποκατασταθεί μια «πολιτισμένη κοινωνία», η βιομηχανία θα έπρεπε να περάσει σε ιδιωτικά χέρια, δηλαδή στα δικά τους.

Χωρίς οργανωμένη πολιτική εναλλακτική της εργατικής τάξης, αυτές οι ιδέες κέρδισαν έδαφος σε όλη την κοινωνία, ιδιαίτερα όταν οι απλοί άνθρωποι σύγκριναν την κακή ποιότητα και την έλλειψη βασικών καταναλωτικών αγαθών με τα ελκυστικά ως προς την εμφάνιση και υπερφορτωμένα ράφια στα καταστήματα στη Δύση.

Παρόλο που η «περεστρόικα» του Γκορμπατσόφ είχε ως στόχο να μειώσει την κατασπατάληση και την κακοδιαχείριση της γραφειοκρατίας χωρίς να της πάρει την εξουσία (η μεταρρύθμιση γινόταν από τα πάνω για να αποτρέψει την επανάσταση από τα κάτω) άνοιξε την πόρτα για την παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση και στην Ανατολική Ευρώπη.

Έμπνευση αλλά και απογοήτευση

Όσοι έχουν εμπλακεί σε αυτά τα γεγονότα δε μπορούν παρά να αντλήσουν έμπνευση από την αποφασιστικότητα και την πρωτοβουλία εκείνων που αγωνίστηκαν για μια καλύτερη κοινωνία. Από τους εργαζόμενους της Βουδαπέστης, οι οποίοι το 1956 χρειάστηκαν μόλις λίγες μέρες για να οργανώσουν ένα εθνικό πολιτικό σύστημα βασισμένο σε εκλεγμένα εργατικά συμβούλια και ένα κοινοβούλιο εργαζομένων. Από αυτούς που άλλαξαν τις πινακίδες στο δρόμο για να μπερδέψουν τα σοβιετικά τανκς που εισέβαλλαν στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Από τις γυναίκες της Πολωνίας που το 1981 οργάνωσαν υπόγεια αντίσταση κατά τη διάρκεια του στρατιωτικού νόμου. Από τους εργάτες το 1989 στο Βερολίνο που δεν είχαν εκτυπωτή για να τυπώσουν παράνομες προκηρύξεις και έφτιαξαν έναν από ένα παλιό πλυντήριο. Από τους κατοίκους του Αζερμπαϊτζάν στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ που έκρυψαν τους Αρμένιους γείτονές τους από τα σταλινικά πογκρόμ. Από τους ανθρακωρύχους της Σιβηρίας που κατέβηκαν σε απεργία και πήραν τον έλεγχο μίας ολόκληρης πόλης- η λίστα είναι ατελείωτη.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το πόσο γρήγορα εκδηλώθηκαν αυτά τα γεγονότα, τα οποία συχνά προκλήθηκαν από φαινομενικά δευτερεύοντα ζητήματα, είτε πρόκειται για την κατασκευή ενός νέου ορυχείου φωσφορικών αλάτων είτε για τη διενέργεια τοπικών εκλογών, την καταστροφή που προκλήθηκε από ένα σεισμό ή την έλλειψη σαπουνιού σε ντους. Ο Μπόρις Ποπόβκιν, ένας ανθρακωρύχος από τη Βορκούτα (και αργότερα μέλος της CWI) τον Ιούλιο του 1989, ανέδειξε την ανάγκη για αποφασιστική δράση όταν έπεισε τους συντρόφους του κατά τη διάρκεια μίας μαζικής συνάντησης, να απορρίψουν τη συμβιβαστική πρόταση της απεργιακής επιτροπής της πόλης, προειδοποιώντας ότι «οι συμβιβαστικές τακτικές δεν οδηγούν ποτέ στην επιτυχία». Το κίνημα αναπτύχθηκε από εκεί και μέσα σε δύο χρόνια ανέτρεψε τη φαινομενικά πανίσχυρη σταλινική γραφειοκρατία.

Καθώς τα γεγονότα κινούνται με μεγάλη ταχύτητα, με αντίστοιχη ταχύτητα αναπτύσσεται και η συνείδηση. Αλλά όπως αποδεικνύουν τα γεγονότα του 1989, υπάρχει ένας ιδεολογικός αγώνας για την πολιτική ηγεσία του κινήματος. Αυτό που ξεκίνησε σαν ένα κίνημα με επαναστατικές προοπτικές ενάντια στο σταλινισμό στην Ανατολική Ευρώπη, κατέληξε να παραδίδει την εξουσία σε ανοιχτά αντεπαναστάτες. Οι εργάτες χρειάζεται να έχουν τη δική τους πολιτική εναλλακτική, ένα κόμμα εξοπλισμένο με σοσιαλιστικό πρόγραμμα, εάν δεν θέλουν να ηττηθούν από εχθρικές ταξικά δυνάμεις. Η δουλειά για να χτιστεί μια τέτοια εναλλακτική δε μπορεί να αναβληθεί μέχρι να ξεσπάσει ένα κίνημα, οι επαναστάτες σοσιαλιστές χρειάζεται να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους σήμερα, για να είναι προετοιμασμένοι.

Φυσικά, ήταν πρωτίστως η εργατική τάξη και η νεολαία που υπέφερε από τις εθνοτικές συγκρούσεις που ξέσπασαν, καθώς και τα εκατομμύρια των Ανατολικοευρωπαίων που εγκατέλειψαν τις χώρες τους αναζητώντας εργασία, αυτοί που πλήρωσαν το τίμημα της απουσίας μίας σοσιαλιστικής εναλλακτικής λύσης στο σταλινισμό. Αλλά η κατάρρευση του σταλινισμού είχε τεράστιες συνέπειες και στο εργατικό κίνημα παγκόσμια. Από τη νίκη των Μπολσεβίκων το 1917 και μετά, ακόμα και κατά τις σκοτεινές μέρες της κυριαρχίας του Στάλιν και του ψυχρού πολέμου, η ύπαρξη του σοβιετικού μπλοκ ήταν η απόδειξη πως υπάρχει εναλλακτική στο καπιταλιστικό σύστημα. Μόλις αυτή η εναλλακτική εξαφανίστηκε, είδαμε την εγκατάλειψη του σοσιαλιστικού προσανατολισμού όχι μόνο στην πράξη αλλά και στα λόγια, από πρώην αριστερά κόμματα σε όλο τον κόσμο. Μόνο τώρα, 30 χρόνια μετά, βλέπουμε τις σοσιαλιστικές ιδέες να γίνονται ξανά ελκυστικές για τη νεολαία.

Τα τεράστια γεγονότα του 1989 έδειξαν τη δύναμη της οργανωμένης εργατικής τάξης. Το καθήκον μας τώρα είναι να διασφαλίσουμε ότι την επόμενη φορά θα είμαστε έτοιμοι να διοχετεύσουμε αυτή την ενέργεια στο να καταπνίξουμε κάθε μορφής καπιταλιστική αντίδραση και στη δημιουργία μιας πραγματικά δημοκρατικής και διεθνιστικής σοσιαλιστικής κοινωνίας.