Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος 60 χρόνια μετά

01/05/2005
Comments off
691 Views
Του Παναγιώτη Βογιατζή

«Καπιταλισμός σημαίνει πόλεμος»

Ο πόλεμος που τέλειωσε το 1918 ονομάστηκε απ’ όλους «ο Μεγάλος Πόλεμος». Κανείς δεν ήθελε τότε να πιστέψει ότι 4 χρόνια αιματοχυσίας και πάνω από 10 εκατομμύρια νεκροί ήταν κάτι που μπορούσε να επαναληφθεί. Μόνο οι μαρξιστές της εποχής, με πρώτους το Λένιν και τον Τρότσκι, προειδοποιούσαν πως «καπιταλισμός σημαίνει πόλεμος» και πως επρόκειτο να υπάρξει και δεύτερος, τρίτος και τέταρτος «Μεγάλος Πόλεμος», αν δεν καταργηθούν οι αιτίες που τον γεννούν.

Χρειάστηκαν μόλις 20 χρόνια για να διαψευστούν οι ελπίδες των ειρηνιστών. Τον Σεπτέμβρη του 1939 ξέσπασε ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος, όπως τον ξέρουμε σήμερα, και μάλιστα ακριβώς για τις ίδιες αιτίες που οδήγησαν και στον 1ο: Τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις αστικές τάξεις των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, για περισσότερες αγορές, για περισσότερες πρώτες ύλες, για ακόμη μεγαλύτερα κέρδη.

Υπήρχε βέβαια μια διαφορά και η διαφορά αυτή ήταν στα μεγέθη. Η φρίκη των χαρακωμάτων του 1914 – 18 και των χημικών αερίων που για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν τότε, θα έμοιαζε με ανθρωπιστική επιχείρηση μπροστά στα 60 εκατομμύρια νεκρούς του 1939 – 45, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τους θαλάμους αερίων, τους μαζικούς βομβαρδισμούς που σήμαιναν εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς αμάχους σε μια μόνο νύχτα και τελικά τις ατομικές βόμβες σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι, που εξακολουθούν να γεννούν το θάνατο ακόμα και σήμερα, 60 χρόνια μετά την «ημέρα της νίκης».

Φέτος συμπληρώνονται 60 χρόνια απ’ τις 9 Μαΐου 1945, όταν υπογράφηκε η επίσημη συνθηκολόγηση της Γερμανίας στους «Συμμάχους», Αγγλία, ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Γαλλία. Στους επίσημους εορτασμούς καμιά αναφορά δεν θα γίνει στις πραγματικές αιτίες του πολέμου. Φαίνεται πως για όλα έφταιγε μόνο ο Χίτλερ, ένας βάναυσος τρελός που κατάφερε να παρασύρει μαζί του έναν ολόκληρο λαό. Κεντρικό σημείο των παρελάσεων και των πανηγυρικών που θα εκφωνηθούν και θα κάνουν το γύρο του κόσμου, θα είναι φυσικά οι θριαμβολογίες για την επικράτηση της Δημοκρατίας απέναντι στο Φασισμό, της Ελευθερίας απέναντι στην Τυραννία. Και πράγματι, για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που έλαβαν μέρος σ’ αυτόν τον πόλεμο, είτε ως στρατιώτες είτε ως άμαχοι που υπέμειναν τα πάνδεινα για 6 ολόκληρα χρόνια, αυτή ήταν η ουσία του αγώνα τους. Όπως θα αναλύσουμε σε διπλανές στήλες ωστόσο, για τους ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων και το μεγάλο κεφάλαιο, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά.

Οι κληρονόμοι του Τσόρτσιλ, του Ρούσβελτ και του Στάλιν θα μπορούσαν ίσως να καυχηθούν ότι τουλάχιστον ο 2ος Παγκόσμιος ήταν πράγματι – μέχρι στιγμής – ο «τελευταίος» παγκόσμιος πόλεμος. Στην πραγματικότητα βέβαια, δεν μας έσωσε ο ΟΗΕ και η διεθνής συνεργασία και αλληλοκατανόηση. Χρειάστηκε ο φόβος του πυρηνικού ολοκαυτώματος για να βγάλει απ’ τα μυαλά τους την πιθανότητα ενός καινούριου ολοκληρωτικού «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών» αλλά ακόμα κι έτσι, αρκετές φορές η ανθρωπότητα βρέθηκε ένα βήμα απ’ την καταστροφή, όπως στον πόλεμο της Κορέας το 1950 ή στην κρίση του Κόλπου των Χοίρων, λίγα χρόνια αργότερα. Όπως και να ‘χει, δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια, 60 χρόνια τώρα: Η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών είναι η ιστορία δεκάδων περιφερειακών ή εμφύλιων πολέμων και σφαγών. Κορέα, Βιετνάμ και Καμπότζη, Αγκόλα, Νιγηρία, Κονγκό και Ρουάντα, Ινδία και Πακιστάν, Ιράν, Ιράκ και Μέση Ανατολή, Γιουγκοσλαβία και Αφγανιστάν έχουν δώσει μέχρι τώρα πολύ περισσότερους νεκρούς και φρίκη από τους λεγόμενους «παγκόσμιους πολέμους». Και ο κατάλογος εμπλουτίζεται τα τελευταία χρόνια με φρενήρεις ρυθμούς.

Όλο και λιγότεροι αμφιβάλλουν πια πως ο Λένιν είχε δίκιο, πως «ο καπιταλισμός γεννάει τον πόλεμο όπως το σύννεφο τη βροχή». Έστω κι αν δεν διάβασαν ποτέ τα λόγια του…

Οι πραγματικές αιτίες

Όπως κάθε σπουδαίο ιστορικό γεγονός, έτσι και ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει και την επίσημη μυθολογία του. Σύμφωνα μ’ αυτή, στις αρχές της δεκαετίας του 1940 αναμετρήθηκαν δυο στρατόπεδα: Αυτό των καλών και δημοκρατικών εθνών μ’ αυτό των δυνάμεων του κακού και της τυραννίας. Το πρώτο στρατόπεδο περιλάμβανε τους «Συμμάχους», Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ και – θέλοντας και μη, μετά το 1941 – Σοβιετική Ένωση. Το δεύτερο περιλάμβανε τις δυνάμεις του «Άξονα», Γερμανία, Ιταλία και Ιαπωνία. Ωστόσο, κανένα τόσο κολοσσιαίο φαινόμενο δεν είναι δυνατό να εξηγηθεί με τέτοιους απλοϊκούς ηθικούς όρους. Οι τεράστιες κοινωνικές, οικονομικές και ταξικές δυνάμεις που ενεργοποιήθηκαν σ’ έναν αγώνα ζωής και θανάτου που αγκάλιασε ολόκληρο τον πλανήτη για 6 ολόκληρα χρόνια, απαιτούν μια πολύ πιο σύνθετη και σε βάθος εξήγηση.

Πίσω απ’ τη σύγκρουση Συμμάχων / Άξονα, κρυβόταν η απεγνωσμένη ανάγκη των κυριότερων καπιταλιστικών κρατών να ξεφύγουν απ’ την οικονομική κρίση που τα μάστιζε και να διαφυλάξουν τα προνόμια τους, τόσο απ’ τους εξωτερικούς τους ανταγωνιστές όσο κι απ’ τον «εσωτερικό» ταξικό εχθρό. Από πολλές απόψεις, ο 2ος Π.Π. ήταν συνέχεια του πρώτου, που αν και διάρκεσε 4 χρόνια (1914-18) και στοίχισε περισσότερους από 10 εκ. νεκρούς, δεν κατάφερε να λύσει τίποτε. Το τέλος του βρήκε τον κόσμο και πάλι αντιμέτωπο με την οικονομική κρίση και με τις εντάσεις ανάμεσα στα εθνικά κράτη να οδεύουν προς την έκρηξη.

Την ίδια στιγμή, ένας νέος αποφασιστικός παράγοντας έκανε την εμφάνιση του. Η νίκη των Μπολσεβίκων στη Ρωσία το 1917 αποτέλεσε το πρελούδιο εξεγέρσεων κι επαναστάσεων σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Ωστόσο, από την Γερμανία (1918-23) μέχρι την Ισπανία (1936) η εργατική τάξη δεν κατάφερε τότε ν’ ανατρέψει τον παρακμάζοντα καπιταλισμό. Πρώτα η απειρία των νεαρών Κομμουνιστικών Κομμάτων κι η ανοιχτή προδοσία της Σοσιαλδημοκρατίας κι έπειτα από μερικά χρόνια το απροκάλυπτο σαμποτάζ της σταλινικής γραφειοκρατίας, έσωσαν την αστική τάξη και προετοίμασαν το πεδίο για τον όλεθρο που θ’ ακολουθούσε. Κατά την δεκαετία του ’30, παρ’ ότι ο Στάλιν είχε ήδη ποδοπατήσει κάθε έννοια εργατικής δημοκρατίας, η Σοβιετική Ένωση αποτελούσε τον βασικότερο πονοκέφαλο για τους καπιταλιστές. Η σχεδιασμένη σοβιετική οικονομία εξακολουθούσε ν’ αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, την ίδια στιγμή που ο καπιταλισμός γνώριζε την μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας του. Στα μάτια εκατομμυρίων εργαζομένων σ’ ολόκληρο τον κόσμο, η επανάσταση του Οκτώβρη διατηρούσε όλη της την λάμψη. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, ένα μεγάλο κομμάτι της αστικής τάξης αποφάσισε να ξεχάσει προσωρινά τα περί δημοκρατίας και ελευθερίας και να παίξει το τελευταίο του χαρτί. Την άνοδο των φασιστικών κομμάτων.

Παρά το γεγονός ότι ο φασισμός εμφανίστηκε σαν ένα κόμμα των μικροαστών που συνθλίβονταν από την οικονομική κρίση και είχε έτσι μια πραγματική κοινωνική βάση, εξαιρετικά ισχυρή μάλιστα σε χώρες όπως η Ιταλία και η Γερμανία, δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει στην εξουσία χωρίς μια τεράστια οικονομική και πολιτική υποστήριξη από το μεγάλο κεφάλαιο και τους εκπροσώπους του. Και χωρίς τα τερατώδη σφάλματα των εργατικών κομμάτων βέβαια, αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε σε άλλο σημείο του αφιερώματος.

Στο εσωτερικό της Γερμανίας, οι δεσμοί των μεγάλων τραστ, όπως π.χ του Κρούπ, με το ναζιστικό κόμμα είναι πλέον γνωστοί. Αλλά κι εκτός των συνόρων, τα φασιστικά κόμματα είχαν αρκετούς φανατικούς θαυμαστές. Ένας απ’ τους «πατέρες της νίκης», ο Τσόρτσιλ, δεν μάσαγε τα λόγια του:

«Αν ήμουν Ιταλός», έγραφε στον Μουσολίνι το 1926, «θα ήμουν σίγουρα μαζί σας, ψυχή τε και σώματι, στον αγώνα σας ενάντια στις κτηνώδεις ορέξεις και τα πάθη του Λενινισμού».

Και λίγα χρόνια αργότερα, μ’ αφορμή την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία:

«Μπορεί ο Χίτλερ να χρησιμοποίησε βάναυσες μεθόδους για την επικράτηση του, αλλά ίσως τελικά αποδειχθεί μια από εκείνες τις μεγάλες μορφές, που με τις ζωές τους εμπλούτισαν την ιστορία του ανθρώπινου είδους».

Για όλα αυτά τα χρόνια, λίγο ενδιέφερε τους αστούς το τι είδους πολιτική ακολουθούσε ο Χίτλερ στη χώρα του, ούτε τους στεναχωρούσαν βέβαια οι απειλές του προς τις «κατώτερες σλαβικές φυλές», για να μη μιλήσουμε για τους Εβραίους που γέμιζαν ήδη τα στρατόπεδα συγκέντρωσης… Πίστευαν ότι τον χρειαζόντουσαν σαν ανάχωμα για την εξάπλωση του Μπολσεβικισμού προς τη Δύση. Άλλωστε, πως μπορούσαν οι Άγγλοι και οι Γάλλοι, που κρατούσαν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους στα δεσμά των αποικιακών τους αυτοκρατοριών, να δώσουν μαθήματα ηθικής;

Το δυστύχημα για τις υπόλοιπες καπιταλιστικές δυνάμεις ήταν ότι ο Χίτλερ δεν ήταν ένας συνειδητοποιημένος αστός ηγέτης. Διαφύλαξε σαν κόρη οφθαλμού την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων και τα υπερκέρδη των Γερμανών καπιταλιστών, ωστόσο πολιτικά είχε ξεφύγει από τον έλεγχό τους. Ο φασισμός είναι ένα εξαιρετικά ασταθές όπλο στα χέρια του κεφαλαίου και γι’ αυτό άλλωστε το χρησιμοποιεί μόνο σ’ εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις, όταν δηλαδή απειλείται η ίδια του η ύπαρξη. Σ’ ολόκληρη την δεκαετία του ’30, οι μεγάλες δυνάμεις προσπαθούσαν να μανουβράρουν τον Χίτλερ, ενδίδοντας σ’ όλες του τις απαιτήσεις. Επέτρεψαν τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, την ενσωμάτωση της Αυστρίας, την αρπαγή εδαφών απ’ την Τσεχοσλοβακία, αλλά μάταια. Στη σύνοδο κορυφής του Μονάχου το 1938 υπέκυψαν σ’ όλες τις απαιτήσεις του και επιστρέφοντας, ο τότε Πρωθυπουργός της Αγγλίας, Τσάμπερλαιν, δήλωσε πως είχε πετύχει μια «έντιμη ειρήνη». Ο Τσόρτσιλ έβλεπε πια λίγο μακρύτερα: «Η κυβέρνηση είχε να επιλέξει ανάμεσα στον πόλεμο και τον εξευτελισμό. Επέλεξε τον εξευτελισμό, αλλά δεν θ’ αποφύγει τον πόλεμο».

Ο ρόλος του Στάλιν

Ο πιο αποφασιστικός παράγοντας για την ήττα του χιτλερισμού και την καταστροφή της πολεμικής του μηχανής που φάνταζε μέχρι τότε αήττητη, ήταν ο ηρωικός αγώνας του λαού της Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν όμως η πιο ακριβοπληρωμένη νίκη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Το τέλος του πολέμου βρήκε την ΕΣΣΔ κυριολεκτικά κατεστραμμένη. 25.000.000 (σχεδόν ένας στους έξι κατοίκους της) είχαν χάσει τη ζωή τους. 1700 πόλεις και πάνω από 70.000 χωριά εξαφανίστηκαν εντελώς από το χάρτη. Σε μια γιγαντιαία επιχείρηση, πάνω από χίλια εργοστάσια διαλύθηκαν για να μεταφερθούν πέρα απ’ τα Ουράλια, μαζί με εκατομμύρια ανθρώπους που εγκατέλειπαν το έδαφος στο οποίο προέλαυνε ο γερμανικός στρατός. Τελικά, στα περίχωρα της Μόσχας, του Λένινγκραντ και του Στάλινγκραντ, η γερμανική προέλαση επιτέλους ανακόπηκε. Για τους Ναζί άρχισε η αντίστροφη μέτρηση.

Αυτή η εποποιία βοήθησε να φτιαχτεί ο μύθος του «αρχιστράτηγου» Στάλιν. Στην πραγματικότητα όμως, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Η νίκη της Σ. Ένωσης επιτεύχθηκε χάρη στον ηρωισμό των απλών ανθρώπων και στα πλεονεκτήματα της σχεδιασμένης οικονομίας. Η πολιτική του Στάλιν έκανε ότι ήταν δυνατό για να ματαιώσει αυτή τη νίκη και λίγο έλειψε να τα καταφέρει. Τα εγκληματικά του λάθη μάλιστα, αρχίζουν πολύ πριν τον πόλεμο.

«Χωρίς τον Στάλιν, δεν θα υπήρχε Χίτλερ»

Ο κίνδυνος της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία είχε γίνει ορατός από τα τέλη της δεκαετίας του 1920. Ωστόσο, η Γερμανία εκείνης της περιόδου ήταν η χώρα με το ισχυρότερο εργατικό κίνημα. Το ΚΚ έπαιρνε στις εκλογές εκατομμύρια ψήφους, μαζί δε με τους Σοσιαλδημοκράτες, το μέτωπο των εργαζομένων είχε την καθαρή πλειοψηφία. Αυτό το μέτωπο όμως δεν θα εμφανιζόταν ποτέ ενωμένο. Η Κομμουνιστική Διεθνής, που είχε ήδη γίνει μετά το 1927 ένα πειθήνιο όργανο της σταλινικής γραφειοκρατίας, αρνήθηκε μέχρι το τέλος να προτείνει μια μαχητική εκστρατεία ενάντια στους φασίστες. Σύμφωνα με το επίσημο δόγμα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την εργατική τάξη δεν ήταν ο Χίτλερ, αλλά η Σοσιαλδημοκρατία, η οποία, με μια απίστευτη θεωρητική τύφλωση, βαφτίστηκε απ’ τον ίδιο τον Στάλιν ως …σοσιαλφασισμός!!

Όσο περνούσε ο καιρός, η τύφλωση γινόταν όλο και πιο βαθιά. Η πολιτική του τεμαχισμού της εργατικής τάξης ενίσχυε τους Ναζί ολοένα και περισσότερο, ενώ το ΚΚ …πανηγύριζε: «Πρώτα ο Χίτλερ κι έπειτα η σειρά μας». Ο Τρότσκι προσπαθούσε από την εξορία να εμποδίσει την καταστροφή που ερχόταν:

«Εργάτες κομμουνιστές» προειδοποιούσε, «είστε εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια. Δεν υπάρχει μέρος για να καταφύγετε. Δεν υπάρχουν για σας αρκετά διαβατήρια. Ο φασισμός θα ‘ρθει στην εξουσία περνώντας σαν άρμα πάνω απ’ τα κορμιά σας. Μόνο στον δίχως έλεος αγώνα βρίσκεται η σωτηρία σας. Και μόνο το μαχητικό Ενωμένο Μέτωπο με τους σοσιαλδημοκράτες συναδέλφους σας μπορεί να φέρει τη νίκη. Εργάτες Κομμουνιστές, βιαστείτε. Δεν σας μένει καιρός για χάσιμο».

Άδικος κόπος! Την ίδια ώρα, το ΚΚ έκανε …συμμαχίες με το κόμμα του Χίτλερ, ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία…

Και μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, η σταλινική γραφειοκρατία αρνήθηκε να εφαρμόσει την πολιτική του Ενιαίου Μετώπου, ενάντια στον φασισμό. Η απειλή τώρα ήταν ξεκάθαρη, ωστόσο ο Στάλιν προτίμησε τις συμμαχίες με τα αστικά κόμματα που, όπως είδαμε, προτιμούσαν σε τελευταία ανάλυση τον Χίτλερ από τους Μπολσεβίκους.

Στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης, τη στιγμή που ο πόλεμος διαγραφόταν πλέον ξεκάθαρα, ο Στάλιν προχώρησε σε μια άνευ προηγουμένου εκκαθάριση του στρατού, υποστηρίζοντας πως το σύνολο της ηγεσίας του ήταν …κατάσκοποι των Γερμανών! Έτσι, στα 1937, ολόκληρη η ανώτατη διοίκηση του στρατού εκτελέστηκε. Σήμερα έχει αποκαλυφθεί ότι αυτός ήταν ένας απ’ τους πιο αποφασιστικούς παράγοντες που ώθησαν τον Χίτλερ στην απόφαση να επιτεθεί στη Σ. Ένωση, πριν μια νέα γενιά αξιωματικών προλάβει να εκπαιδευτεί. Η ειρωνεία μάλιστα είναι ότι παρ’ όλες τις εκτελέσεις, ένας απ’ τους ευνοούμενους στρατιωτικούς του Στάλιν, ο στρατηγός Βλασόβ, πέρασε με το μέρος των Ναζί μόλις έγινε η εισβολή και πολέμησε στο πλευρό τους…

Το σύμφωνο Μολότοβ – Ρίμπεντροπ

Η συμφωνία του Στάλιν με τον Χίτλερ στις 23.9.39, λίγες μέρες πριν την εισβολή στην Πολωνία, ήταν η κίνηση που έλυσε τα χέρια των Γερμανών και τους επέτρεψε να ξεκινήσουν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σύμφωνα με τον επίσημο σταλινικό μύθο, που τον αναμασούν ακόμη οι αμετανόητοι νοσταλγοί του, μεταξύ των οποίων και το ΚΚΕ βέβαια, ήταν μια υποχρεωτική κίνηση για την Σοβιετική Ένωση, που «χρειαζόταν χρόνο για να προετοιμαστεί». Ακόμη κι αν αγνοήσουμε όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, πρόκειται για βλακεία υψίστου μεγέθους. Ο χρόνος χρειαζόταν κυρίως στον Χίτλερ, που μέσα στα δυο χρόνια που ακολούθησαν κατέκτησε ολόκληρη την Ευρώπη και έβαλε την ανεπτυγμένη της βιομηχανία να δουλεύει για την πολεμική του μηχανή. Μάλιστα, σύμφωνα με την συμφωνία που υπογράφτηκε, η Σ. Ένωση ανέλαβε να παραχωρεί τεράστιες ποσότητες πετρελαίου και άλλων πρώτων υλών, ακριβώς στη βιομηχανία που κατασκεύαζε αεροπλάνα και άρματα μάχης για την εισβολή στο έδαφός της!

Φαίνεται ότι ο Στάλιν είχε ακόμη και ο ίδιος πιστέψει στην στρατηγική του μεγαλοφυΐα. Καθώς ζύγωνε η ημέρα της γερμανικής εισβολής, (22 Ιούνη 1941), αρνιόταν πεισματικά να πιστέψει τις αναφορές που την αποκάλυπταν. Κατηγορούσε όσους προειδοποιούσαν πως ο Χίτλερ ετοιμάζεται να εισβάλει ως «προβοκάτορες». Για να μην προκαλέσει την αντίδραση των Γερμανών, απέφυγε να συγκεντρώσει στρατό στα σύνορα και να θέσει σ’ επιφυλακή τις μονάδες του. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, ενώ στην αρχή του πολέμου οι δυνάμεις των δύο κρατών που συγκρούστηκαν ήταν περίπου ισοδύναμες, ο ρωσικός στρατός μέσα σε λίγες μέρες είχε καταστραφεί σχεδόν ολοσχερώς και οι Γερμανοί είχαν προελάσει εκατοντάδες χιλιόμετρα στο εσωτερικό της Ρωσίας.

Έπρεπε να περάσουν δυο χρόνια συνεχών ηττών για να μπορέσει ν’ ανακοπεί η γερμανική προέλαση. Σ’ αυτό το διάστημα, οι τύχες της ανθρωπότητας κρέμονταν κυριολεκτικά σε μια κλωστή. Κι αν τελικά ο ναζισμός ηττήθηκε, αυτό δεν οφείλεται σε κάποιους φωτισμένους ηγέτες που ασχολιόντουσαν κυρίως με τη δική τους επιβίωση, αλλά στα εκατομμύρια απλών ανθρώπων, που θυσίασαν τα πάντα για ένα καλύτερο μέλλον.

Τα αντιστασιακά κινήματα και το μοίρασμα του κόσμου

Από την πρώτη κιόλας στιγμή της γερμανικής εισβολής, σ’ ολόκληρη την Ευρώπη άρχισε να φουντώνει το κίνημα της αντίστασης. Εκατομμύρια άνθρωποι πήραν τα όπλα, παλεύοντας ενάντια στον κατακτητή, σύντομα όμως ο αγώνας τους πήρε και κοινωνικό χαρακτήρα. Ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις των παλιών πολιτικών και των μελών της άρχουσας τάξης που ενώθηκαν μ’ αυτό το κίνημα. Στη συντριπτική της πλειοψηφία, η παλιά ελίτ είτε συνεργάστηκε με τους Γερμανούς είτε προτίμησε τη σιγουριά της φυγής σε πιο ασφαλή εδάφη. Το συμπέρασμα δεν άργησε να βγει: Δεν τους χρειαζόμαστε! Οι απλοί άνθρωποι που είχαν μόνοι τους ουσιαστικά ελευθερώσει τις χώρες τους, κατάλαβαν ότι μια νέα κοινωνία, χωρίς τα βάρη και τα παράσιτα του παρελθόντος, ήταν απόλυτα εφικτή. Τα ΚΚ που είχαν πρωτοστατήσει σ’ αυτή την προσπάθεια, γνώριζαν μια άνευ προηγουμένου μαζικοποίηση. Οι ιδέες του σοσιαλισμού κέρδιζαν έδαφος με αστραπιαία ταχύτητα. Αρκετά πριν τελειώσει επίσημα ο πόλεμος, οι αντάρτες έλεγχαν – με το όπλο στο χέρι, ας μη το ξεχνάμε – πολύ μεγάλα εδαφικά κομμάτια των χωρών τους. Το παράδειγμα της Ελλάδας είναι απ’ τα πιο χαρακτηριστικά: Στις αρχές του 1944, το ΕΑΜ κι ο ΕΛΑΣ είχαν υπό τον έλεγχό τους ολόκληρη σχεδόν την ελληνική επικράτεια, με τους Γερμανούς να έχουν περιοριστεί στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και μερικές ακόμη μεγάλες πόλεις. Πώς έγινε και η λήξη του πολέμου έφερε στην εξουσία τους προπολεμικούς βασιλείς και πολιτικούς σ’ ολόκληρη τη Δ. Ευρώπη;

Οι συμφωνίες των «μεγάλων»

Από τα μέσα του 1943 ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι η Γερμανία θα αναγκαζόταν να οδηγηθεί σε άνευ όρων παράδοση. Τότε όμως ήταν που άρχισαν οι «φούριες» των Συμμάχων. Όλη τους η προσοχή επικεντρώθηκε στην επόμενη μέρα, ήταν απαραίτητο να δημιουργήσουν τις συνθήκες που θα επανέφεραν τον κόσμο στην προ του πολέμου κατάσταση, χωρίς να πειραχτεί στο ελάχιστο το κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς. Απανωτές ήταν οι διασκέψεις των Τσόρτσιλ, Ρούσβελτ και Στάλιν, με θέμα ακριβώς το μοίρασμα του κόσμου, χωρίς να λάβουν στο ελάχιστο υπ’ όψιν τους τις διαθέσεις των μαζών. Στη Μόσχα, την Τεχεράνη, τη Γιάλτα και το Πότσνταμ, μοιράστηκαν με λεπτομέρεια οι σφαίρες επιρροής. Σ’ αυτές τις συμφωνίες, ο ρόλος της Σ. Ένωσης και του Στάλιν προσωπικά, ήταν κυρίαρχος.

Ολόκληρη η Δ. Ευρώπη και η Ελλάδα παραχωρήθηκαν στους Άγγλους και τις ΗΠΑ, ενώ η Σ. Ένωση «απέκτησε» την Α. Ευρώπη. Ο Στάλιν «κατανόησε» πως οι καπιταλιστές δεν μπορούσαν ν’ ανεχθούν την κομμουνιστική επιρροή στις χώρες τους, ακόμη κι αν αυτή ήταν η επιθυμία του λαού τους. Χαριεντιζόμενος με τον ηγέτη της Γαλλίας Ντε Γκολ, τον παρακαλούσε να μην φυλακίσει τον Τορέζ (γραμματέα του ΚΚ Γαλλίας), «τουλάχιστον όχι αμέσως»!! Είναι εκπληκτικό το ότι για το ΚΚΕ αυτές οι συμφωνίες, ακόμη και σήμερα, χαρακτηρίζονται «ανύπαρκτα γεγονότα» (Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 60 χρόνια από τη λήξη του πολέμου, στον Ριζοσπάστη της 24/4/2005). Και όμως, ποια άλλη εξήγηση μπορεί να υπάρχει για την άνεση με την οποία ο Τσόρτσιλ καλούσε τον Δεκέμβρη του 44 τα στρατεύματά του να δράσουν στην Αθήνα «σαν να βρίσκονται σε κατεχόμενη πόλη», ενώ ο Κόκκινος Στρατός βρισκόταν στα ελληνικά σύνορα;

Η σοβιετική γραφειοκρατία είχε προ πολλού διαγράψει απ’ το λεξιλόγιο της τη λέξη «διεθνισμός». Γι’ αυτό άλλωστε διέλυσε κι επίσημα την Κομμουνιστική Διεθνή, το 1943. Το μόνο που την ενδιέφερε πια, ήταν το να κατοχυρώσει ακόμη καλύτερα τη θέση της μέσα στην κοινωνία, δημιουργώντας κράτη – δορυφόρους γύρω από την ΕΣΣΔ κι εξασφαλίζοντας ότι η σοσιαλιστική επανάσταση δεν θα εξαπλωθεί σε άλλες χώρες. Γιατί μια επανάσταση που θα ξέσπαγε από τα κάτω, με τον λαό οπλισμένο, υπήρχε ο πολύ σοβαρός κίνδυνος να κινηθεί προς την κατεύθυνση της πραγματικής εργατικής δημοκρατίας. Και τότε, το αυταρχικό καθεστώς του σταλινισμού δεν θα μπορούσε ν’ αντέξει ούτε μια μέρα. Έτσι, τα ΚΚ ολόκληρης της Ευρώπης υποχρεώθηκαν να παραδώσουν την εξουσία και ν’ αρκεστούν σε μια ισχνή αντιπολίτευση, όπως στη Δ. Ευρώπη ή, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, να πάρουν το δρόμο για τα ξερονήσια. Μια μεγάλη ιστορική ευκαιρία είχε χαθεί.

Θεματικές