21 Αυγούστου 1968: Η στρατιωτική συντριβή της Άνοιξης της Πράγας

21/08/2019
Comments off
2.009 Views
Στις 21 Αυγούστου του 1968 η «Άνοιξη της Πράγας», συντριβόταν κάτω τις ερπύστριες των Σοβιετικών αρμάτων. Με αφορμή την επέτειο αυτή αναδημοσιεύουμε παλαιότερο άρθρο της συντρόφισσας Λίτσας Πάτρα

 

Στις 21 Αυγούστου του 1968 οι Ρώσοι στρατιώτες έμπαιναν στην Πράγα με το «καθήκον» να σώσουν την χώρα από τις δεξιές αντιδραστικές δυνάμεις και τους φασίστες που εκμεταλλευόμενοι την πολιτική και οικονομική κρίση της Τσεχοσλοβακίας προσπαθούσαν να υποκινήσουν καπιταλιστική αντεπανάσταση. Όμως οι Ρώσοι στρατιώτες μπαίνοντας στην Πράγα συνάντησαν οδοφράγματα και πίσω τους οχυρωμένους χιλιάδες εργαζόμενους, φοιτητές και μαθητές.

Βρισκόμαστε στην Τσεχοσλοβακία την εποχή του «υπαρκτού σοσιαλισμού» σε μία χώρα όπου η σταλινική γραφειοκρατία έχει παραχαράξει κάθε έννοια του πραγματικού σοσιαλισμού. Αν δούμε ένα από τα πρώιμα προγράμματα του Μπολσεβίκικου κόμματος που γράφτηκε κυρίως από τον Λένιν το 1919 θα δούμε ότι τα πιο βασικά του σημεία βρίσκονται σε αντίθεση με την πραγματικότητα που επικρατεί στην Τσεχοσλοβακία.

Ένα από τα πιο βασικά σημεία του Μπολσεβίκικου προγράμματος ήταν οι ελεύθερες και δημοκρατικές εκλογές στις οποίες είχαν το δικαίωμα να συμμετέχουν άμεσα ανακλητοί εκπρόσωποι των εργαζομένων και του λαού. Στην Τσεχοσλοβακία όχι μόνο δεν γίνονται εκλογές αλλά και οποιοδήποτε άλλο κόμμα πέραν του κομμουνιστικού ήταν παράνομο.

Οι διάφοροι διευθύνοντες και τα στελέχη του κόμματος ζούσαν στην πολυτέλεια, ενώ η πλειοψηφία του λαού στερούνταν συχνά ακόμα και τα βασικά καταναλωτικά αγαθά. Δεν υπήρχε καμία εναλλαγή των προσώπων στα διοικητικά καθήκοντα, αντιθέτως η γραφειοκρατία ήταν ένα κλειστό κύκλωμα με μόνιμες θέσεις και πόστα. Από την άλλη ενώ θα έπρεπε να είχε καταργηθεί ο μόνιμος στρατός και να ιδρυθεί πολιτοφυλακή κάτω από τον δημοκρατικό έλεγχο των μαζών ο στρατός συνέχισε να υπάρχει, η αστυνομία ενδυναμώθηκε και οι μυστικές υπηρεσίες απέκτησαν τεράστιες διαστάσεις μετατρέποντας τη χώρα σε ένα αστυνομοκρατούμενο κράτος.

Ως προς τον οικονομικό τομέα η οικονομία ήταν εθνικοποιημένη όμως ο λαός δεν συμμετείχε στο σχεδιασμό και στον έλεγχο της. Από τη άλλη πλευρά ανεργία δεν υπήρχε, η παιδεία και η περίθαλψη ήταν δωρεάν όμως το βιοτικό επίπεδο ήταν πολύ χαμηλότερο από ότι στη Δύση. Είναι ενδεικτικό ότι κατά μέσο όρο οι εργάτες έπαιρναν μηνιαία περίπου 50 $ τη στιγμή που ο μέσος μισθός στις δυτικές χώρες ήταν πολλαπλάσιος.

Τα πράγματα οξύνθηκαν περισσότερο όταν η γραφειοκρατία με ένα δικτατορικό στην ουσία σχεδιασμό της παραγωγής και με τις καταχρήσεις που η ίδια έκανε οδήγησε πολύ σύντομα την οικονομία σε αδιέξοδο. Οι ρυθμοί ανάπτυξης άρχισαν να πέφτουν συνεχώς αγγίζοντας το 1963 το μηδέν. Μέχρι το 1967 οι άνεργοι ήταν 300.000 ενώ περίπου 400.000 άνθρωποι που δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά στην χώρα τους πήγαν σε χώρες της Δύσης.

Οι πρώτες αντιδράσεις

Το 1967 η ένωση Τσέχων συγγραφέων κάνει την πρώτη αποφασιστική κίνηση και ξεσηκώνεται ενάντια στην λογοκρισία και τους πνευματικούς περιορισμούς που είχε επιβάλει η γραφειοκρατία ζητώντας να εκδοθούν τα έργα που είχαν χαρακτηριστεί απαγορευμένα από το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας (ΚΚΤ).

Μέσα σε αυτό το κλίμα αναπτύχθηκαν οι δυνατότητες μιας δημόσιας κριτικής, ενώ μέχρι το τέλος του 1967 η κοινή γνώμη γινόταν ολοένα και πιο επικριτική.

Η «Λογοτεχνική Εφημερίδα» προσέφερε ένα σημαντικό βήμα για την δημόσια κριτική. Γι’ αυτό άρχισε να αντιμετωπίζει κλιμακωτές κυρώσεις από το ΚΚ. Ο αρχισυντάκτης αντικαταστάθηκε, όμως ο διάδοχος του δεν κατάφερε να ελέγξει την κατάσταση. Σε ένα συνέδριο της Ένωσης Τσεχοσλοβάκων Λογοτεχνών τον Ιούνιο του 1967 τρεις συντάκτες, εκπρόσωποι της «Λογοτεχνικής Εφημερίδας» άσκησαν για πρώτη φορά ευθεία κριτική στην ηγεσία του Κόμματος.

Ο πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας και γενικός γραμματέας του ΚΚ, Αντονίν Νοβότνι, αντέδρασε με δημόσια δήλωση που εμφάνιζε το συνέδριο ως μέρος μιας κατευθυνόμενης εκστρατείας από τη Δύση.

Το ΚΚΤ διέταξε την αντικατάσταση των συντακτών της εφημερίδας και απαγόρευσε σε ένα αριθμό συνέδρων, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Πάβελ Κόχουτ και ο Βάτσλαβ Χάβελ, κάποια από τα βασικά πρόσωπα της ένωσης λογοτεχνών που αντέδρασαν, να θέσουν υποψηφιότητα για τις εκλογές της Ένωσης Λογοτεχνών. Οι τρεις συντάκτες διαγράφτηκαν από το κόμμα, ενώ σε άλλους έγιναν αυστηρές συστάσεις. Με αυτές τις κινήσεις όμως αποκαλύφθηκαν οι δυσκολίες του Νοβότνι να επιβληθεί άμεσα, ενώ οι κυρώσεις προκάλεσαν ένα πλατύ κύμα αντιδράσεων από δημοσιογράφους, καλλιτέχνες και συγγραφείς.

Τη σκυτάλη παίρνουν οι φοιτητές

Λίγους μήνες αργότερα ακολουθούν και οι φοιτητές οι οποίοι ξεκινούν τις διαμαρτυρίες ζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης στις φοιτητικές εστίες. Η μάχη των φοιτητών κατά της κρατικής γραφειοκρατίας παίρνει γρήγορα τη μορφή κινήματος που εμφανίζεται στην πολιτική σκηνή.

Οι φοιτητές διαδηλώνουν φωνάζοντας ως σύνθημα «θέλουμε φως», ένα σύνθημα που είχε διπλή σημασία. Αφενός ο λόγος ήταν πρακτικός αφού στις αίθουσες που κάνανε μάθημα δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και αφετέρου γιατί διεκδικούσαν περισσότερες γνώσεις.

Σε μια διαδήλωση των φοιτητών του Πολυτεχνείου στην πόλη Στράχοβ στις 31 Οκτωβρίου 1967 η καταστολή από την αστυνομία ήταν άγρια. Με εντολή του Αντονίν Νοβότνι οι διαδηλωτές διαλύθηκαν βίαια. Μετά τη διαδήλωση και την καταστολή σε όλες τις σχολές γίνονται συγκεντρώσεις που καταλήγουν να διεκδικούν θεμελιώδη δικαιώματα που εγγυάται κάθε δημοκρατικό σύνταγμα, όπως το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, ελευθερία του τύπου, ελεύθερη κυκλοφορία μέσα στη χώρα.

Οι φοιτητές ζητούν από τον τύπο να δημοσιεύσει τις αποφάσεις τους ενώ από την άλλη η κυβέρνηση απαντά με αναρίθμητες εισβολές και έρευνες της αστυνομίας μέσα στις εστίες και με απειλές διαγραφής των ηγετών του κινήματος από το πανεπιστήμιο.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η κυβέρνηση κηρύσσει σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης τη δημόσια ασφάλεια, την αστυνομία, τον στρατό και κάθε μηχανισμό που διαθέτει το κόμμα.

Προσπάθειες σύνδεσης με την εργατική τάξη

Στις αρχές του 1968 η μορφή που είχε, μέχρι τότε, το φοιτητικό κίνημα, άρχισε να αλλάζει. Μέχρι τότε οι φοιτητές συγκεντρώνονταν αυθόρμητα μετά από κάθε διαδήλωση. Στη συνέχεια αυτές οι δομές μετατράπηκαν σε μόνιμα όργανα που ασχολούνταν με την οργάνωση των κινητοποιήσεων και τον σχεδιασμό των επόμενων βημάτων. Ενώ για πρώτη φορά οι φοιτητές της Πράγας θέτουν στο κέντρο των πρωτοβουλιών τους την προσπάθεια σύνδεσης των αγώνων τους με την εργατική τάξη.

Μετά τις 14 Μάρτη το κίνημα αυτονομείται πλήρως από τις γραφειοκρατικές δομές της τσεχοσλοβάκικης νεολαίας του KK, απευθύνει ανοιχτή επιστολή στους εργάτες και σχηματίζει αντιπροσωπείες και ομάδες προπαγάνδας που πηγαίνουν στα εργοστάσια για να καλέσουν τους εργάτες να συμμετάσχουν στη μάχη.

Η οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι εργάτες και ο περιορισμός των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων που αποτελούν στοιχεία της καθημερινότητας δεν τους αφήνει περιθώρια να μείνουνε εκτός των κινητοποιήσεων.

Ολόκληρη η Τσεχοσλοβακία βρίσκεται σε αναβρασμό.

Τριγμοί στο εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος

Στις αρχές του 1968 στη λεγόμενη «Ολομέλεια του Ιανουαρίου» της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ οι χρόνιες εντάσεις μεταξύ των μελών του βγήκαν στην επιφάνεια και οδήγησαν στην δημιουργία δύο πόλων. Από την μία μεριά βρίσκονταν οι «συντηρητικοί» που ήταν υπέρ μιας άμεσης καταστολής των εξεγερθέντων και από την άλλη οι «προοδευτικοί» που πίστευαν ότι ο μόνος τρόπος για να ξεπεραστεί η κρίση και να ηρεμίσει ο κόσμος είναι να γίνουν κάποιες μεταρρυθμίσεις.

Την μάχη τελικά κερδίζουν οι λεγόμενοι «προοδευτικοί» γεγονός που οδηγεί στις 4 Ιανουαρίου στην αλλαγή του Γενικού Γραμματέα Νοβότνι από τον σλοβακικής καταγωγής Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, απόφοιτο της σχολής του κόμματος στη Μόσχα.

Η αλλαγή της ηγεσίας σηματοδότησε και την αλλαγή πορείας του κυβερνητικού κόμματος της Τσεχοσλοβακίας. Ο Ντούμπτσεκ επιχείρησε στην αρχή να δώσει προτεραιότητα σε ένα μεταρρυθμιστικό έργο.

Τον Φεβρουάριο του 1968 ο Ντούμπτσεκ άρει την λογοκρισία του τύπου. Αμέσως σημειώνεται μία πραγματική έκρηξη πληροφοριών που εμφανίζονται στα μέσα ενημέρωσης.

Στις 5 Απριλίου 1968 παρουσιάστηκε η προγραμματική βάση των μεταρρυθμίσεων με το πρόγραμμα δράσης του ΚΚΤ που έθετε ως στόχους την αναδιάρθρωση της οικονομίας, την κατοχύρωση της ελευθερίας γνώμης και της διακίνησης πληροφοριών, την επανεξέταση του σταλινικού παρελθόντος και τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του ΚΚ στη κοινωνία. Αυτή η επίσημη πολιτική του κόμματος είχε ξεπεραστεί σε πολλά σημεία από ένα δημόσιο διάλογο για την αναμόρφωση της κοινωνίας μετά από την πυροδότηση των κινητοποιήσεων. Αντισοβιετικά αισθήματα εκφράζονταν μέσω του τύπου και άρχισαν να σχηματίζονται πολιτικές πρωτοβουλίες. Η προσπάθεια του κόμματος να βγει μπροστά και να «ηγηθεί» το ίδιο των μεταρρυθμίσεων δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Το πρόγραμμα δράσης έγινε δεκτό από τον κόσμο χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό σαν κάτι το αυτονόητο πλέον.

Οι Τσεχοσλοβάκικες μάζες δέχονται το πρόγραμμα αλλά δεν σταματούν εδώ, αντιθέτως πάνε ένα βήμα παραπέρα τα αιτήματα τους και προχωρούν στην δημιουργία ανεξάρτητων «συμβουλίων των εργαζομένων» με σκοπό να πάρουν στα χέρια τους τη διαχείριση της οικονομίας και των εργοστασίων στα οποία δουλεύουν.

Τα Συμβούλια αυτά θα αποτελέσουν για του Σοβιετικούς ηγέτες το μεγαλύτερο κίνδυνο, γι’ αυτό και μετά την εισβολή των στρατευμάτων στην Πράγα θα είναι το πρώτο πράγμα που θα προσπαθήσουν να διαλύσουν. Όμως η κατάργηση τους δεν θα γίνει χωρίς να συναντήσει αντίσταση.

Αντιδράσεις σε Δύση και Σοβιετική Ένωση

Ενώ διαδραματίζονται στην Τσεχοσλοβακία όλα αυτά τα γεγονότα, στη Δύση πολιτικοί και διανοούμενοι προπαγάνδιζαν πως οι Τσεχοσλοβάκοι ξεσηκώθηκαν ενάντια στον κομμουνισμό διεκδικώντας τις ελευθερίες του καπιταλισμού και της οικονομίας της αγοράς.

Από την άλλη πλευρά οι Σοβιετικοί, υπό την ηγεσία του Μπρέζνιεφ, αρχικά είχαν ευλογήσει την αντικατάσταση του Νοβότνι από τον Ντούμπτσεκ, στη συνέχεια όμως παρακολουθούσαν με εξαιρετική ανησυχία τις εξελίξεις στην Τσεχοσλοβακία και οι πρώτες αντιδράσεις δεν άργησαν να φανούν.

Το ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης ανησυχεί για την εξάπλωση της εξέγερσης και στις υπόλοιπες χώρες της ζώνης επιρροής της. Ο κίνδυνος να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Τσεχοσλοβακίας και οι υπόλοιπες χώρες του «Ανατολικού Μπλοκ» ήταν μεγάλος. Κάτι τέτοιο πρακτικά θα σήμαινε το τέλος της επιρροής τους σε μία σειρά από χώρες αφενός και αφετέρου το τέλος της προνομιούχας γραφειοκρατίας που είχαν αναπτύξει.

Οι κίνδυνοι είναι ορατοί, για αυτό καλούν τον Ντούμπτσεκ στην Ρωσία και τον πιέζουν να παγώσει κάθε μεταρρυθμιστικό μέτρο που έχει υποσχεθεί. Όμως η κατάσταση έχει οξυνθεί τόσο πολύ που μία τέτοια κίνηση από μόνη της δεν μπορεί να φανεί αποτελεσματική και αποφασίζεται η εισβολή στη χώρα.

Η εισβολή στην Πράγα

Ήδη από το Μάρτιο του 1968 είχαν συναντηθεί στη Δρέσδη εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της Τσεχοσλοβακίας με εκπροσώπους της Σοβιετικής Ένωσης, της Βουλγαρίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Ανατολικής Γερμανίας, οι πέντε χώρες που θα πραγματοποιούσαν την εισβολή μένοντας στην ιστορία ως «οι πέντε της Βαρσοβίας» και συζήτησαν για την κατάσταση στην Τσεχοσλοβακία. Στην συνέχεια οι επόμενες συναντήσεις έγιναν χωρίς τη συμμετοχή της Τσεχοσλοβακίας.

Η σοβιετική πίεση προς την κυβέρνηση της Πράγας να παγώσει τις μεταρρυθμίσεις εντείνονταν και σύντομα προστέθηκε και η απειλή της στρατιωτικής επέμβασης.

Τρεις μέρες πριν από την εισβολή ο Μπρέζνιεφ είχε ενημερώσει τον Πρόεδρο της Αμερικής Τζόνσον σχετικά με την εισβολή. Ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε ότι οι Η.Π.Α. αναγνωρίζουν την δικαιοδοσία της Μόσχας στην ζώνη επιρροής της, στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ, στην οποία ανήκε και η Τσεχοσλοβακία. Οι Σοβιετικοί ηγέτες προχωρούν στην εισβολή γνωρίζοντας πως δεν θα έβρισκαν αντίσταση από τους Δυτικούς.

Στις 21 Αυγούστου 1968 αρχίζει η προέλαση των στρατευμάτων της Σοβιετικής Ένωσης, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας στην Τσεχοσλοβακία. Σοβιετικά στρατιωτικά αεροπλάνα άρχισαν να προσγειώνονται στο αεροδρόμιο της Πράγας ανά λεπτό, ενώ 200.000 άνδρες συμμετείχαν στην εισβολή οι οποίοι έφτασαν τους 800.000 συνολικά μέσα στις επόμενες μέρες.

Μέσα σε λίγες ώρες όλα τα στρατηγικά σημεία της χώρας είχαν καταληφθεί από τα σοβιετικά στρατεύματα. Στις μάχες που ακολούθησαν έχασαν την ζωή τους 98 Τσεχοσλοβάκοι και 50 στρατιώτες του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Το επίσημο ΚΚΤ αποφάσισε να μην προβάλει αντίσταση. Ο πρόεδρος Σβόμποντα καλούσε σε ραδιοφωνικό του μήνυμα σε αυτοσυγκράτηση. Στο μεταξύ συνελήφθησαν ο Ντούμπτσεκ και άλλα μέλη της κυβέρνησης και μεταφέρθηκαν στη Μόσχα.

Εκείνες τις μέρες ο σοβιετικός τύπος δημοσίευσε ένα ανυπόγραφο αίτημα ηγετικών στελεχών του κόμματος και την κυβέρνησης για «άμεση βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας με ένοπλες δυνάμεις» προς αντιμετώπιση «του άμεσου κινδύνου αντεπανάστασης». Αν και διαψεύστηκε τότε από την επίσημη ηγεσία του τσεχοσλοβάκικου κόμματος στο 14ο συνέδριο του κόμματος που έγινε λίγες μέρες μετά την εισβολή, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η ρωσική κυβέρνηση έδωσε στον Τσέχο πρόεδρο Χάβελ ένα αντίγραφο της επιστολής.

Αντιδράσεις στην Τσεχοσλοβακία και η «ομαλοποίηση» της κατάστασης

Το κλίμα στην κοινή γνώμη ήταν πολύ δυσμενές τις πρώτες μέρες. Αν και δεν προκλήθηκε ένοπλη αντίσταση ο λαός προσπάθησε να παρακάμψει την κατάληψη της χώρας με πολιτική ανυπακοή και διάφορες άλλες ενέργειες. Πολλοί ήταν εκείνοι που άρχισαν να στρέφουν τις πινακίδες κυκλοφορίας προς λάθος κατεύθυνση για να παραπλανήσουν τους Ρώσους στρατιώτες που δεν γνώριζαν την περιοχή. Σημαντικός ήταν και ο ρόλος της ραδιοφωνίας της Τσεχοσλοβακία διότι συγκροτήθηκε κινητός σταθμός εκπομπής για να ενημερώνει τον πληθυσμό.

Στις 23 Αυγούστου κλήθηκε ο πρόεδρος Σβόμποντα στη Μόσχα για επίσημες συζητήσεις. Στις 26 Αυγούστου υπογράφτηκε τελικά το Πρωτόκολλο της Μόσχας. Η τσεχοσλοβακική πλευρά δεσμεύτηκε να κηρύξει άκυρο το 14ο συνέδριο του ΚΚΤ το οποίο είχε διαψεύσει τον ισχυρισμό περί δικού της αιτήματος βοήθειας, να επαναφέρει τη λογοκρισία, να απομακρύνει πολλούς μεταρρυθμιστές από κομματικά και κρατικά αξιώματα και να μην επιβάλει κυρώσεις στους φιλοσοβιετικούς υποστηρικτές της εισβολής. Το πρωτόκολλο όμως δεν όριζε κανένα χρονοδιάγραμμα για την απόσυρση των ξένων στρατευμάτων από την πόλη.

Στην συνέχεια σχεδόν όλα τα μεταρρυθμιστικά μέτρα πάγωσαν. Μετά από μερικές εβδομάδες διαλύθηκαν και οι τελευταίες αμφιβολίες ότι η Άνοιξη της Πράγας τελείωσε στις 21 Αυγούστου. Ο Ντούμπτσεκ απομακρύνθηκε τελικά από τη θέση του Πρώτου Γραμματέα του Κόμματος και τη θέση του κατέλαβε ο Χούζακ.

Μετά την ανάληψη της θέσης ο Χούζακ άρχισε τις εκκαθαρίσεις στο εσωτερικό του κόμματος διαγράφοντας σχεδόν μισό εκατομμύριο μέλη.

Η κατάσταση αυτή είχε ως συνέπεια να εγκαταλείψουν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι τη χώρα, κυρίως εξειδικευμένοι εργάτες αλλά και συγγραφείς, καθηγητές, σκηνοθέτες. Μόνο προς την Αυστρία διέφυγαν 96.000 άνθρωποι. Ωστόσο οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν τόσο από τους φοιτητές όσο και από τους συγγραφείς και τους λογοτέχνες της Τσεχοσλοβακίας.

Στις 15 Ιανουαρίου του 1969 ο νεαρός φοιτητής Γιαν Πάλαχ αυτοπυρπολήθηκε στην πλατεία Βέντσεσλας διαμαρτυρόμενος για την εισβολή και την κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα.

Ένας ιστορικός σταθμός

Μετά την ήττα της εξέγερσης και την «ομαλοποίηση» της κατάστασης οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι της Δύσης «εξηγούσαν» ότι η νίκη των Τσεχοσλοβάκων ήταν αδύνατη εντοπίζοντας όμως το πρόβλημα στο γεγονός ότι ο δημοκρατικός και ανθρώπινος σοσιαλισμός που διεκδικούσαν δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία ουτοπία.

Στην πραγματικότητα όμως τα οράματα και οι προσανατολισμοί των εξεγερμένων ήταν πέρα για πέρα ρεαλιστικά. Οι επαναστατημένοι εργάτες και νεολαίοι είχαν ξεκαθαρίσει πως θεωρούν ως δεδομένο τα βασικά οφέλη της εθνικοποίησης. Το θέμα ήταν ένας πραγματικά δημοκρατικός τρόπος διαχείρισης αυτής της κοινής περιουσίας του λαού και όχι η αντικατάσταση των καπιταλιστών από τους διορισμένους κομματικούς γραφειοκράτες που νοιαζόντουσαν για τα προνόμιά τους και την εύνοια της ηγεσίας χωρίς να ελέγχονται ή να δίνουν λογαριασμό σε κανένα.

Η Άνοιξη της Πράγας μπορεί να μην έφτασε ως το τέλος του δρόμου όμως ήτανε ένας μεγάλος σταθμός στην ιστορία της πάλης ενάντια στο Σταλινισμό αφήνοντας πολύτιμα συμπεράσματα για το σήμερα.