200 χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ: το όνομά του θα ζει για πάντα

Του Πίτερ Ταφ, Γραμματέα του «Σοσιαλιστικού Κόμματος – CWI»
(αδελφή οργάνωση του «Ξ» στη Βρετανία)

 

 

Στις 5 Μάη συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ, του ανθρώπου, που μαζί με τον Φρίντριχ Ένγκελς, έδωσε μορφή στις ιδέες του επιστημονικού σοσιαλισμού. Η συμβολή τους αυτή συντάραξε τα θεμέλια του κόσμου κατά τη διάρκεια του 19ου και ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Η Ρωσική Επανάσταση του 1917 αποτέλεσε ορόσημο των μαρξιστικών ιδεών. Το κόμμα των Μπολσεβίκων, το μεγαλύτερο και πιο σημαντικό δημοκρατικό, μαζικό επαναστατικό κόμμα στην ιστορία, κάτω από την ηγεσία του Λένιν και του Τρότσκι και βασισμένο στις αρχές του Μαρξισμού, οδήγησε τους εργάτες και τους χωρικούς της Ρωσίας στις «δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο».

Το παράδειγμα της Ρώσικης Επανάστασης οδήγησε σε ένα κύμα επαναστάσεων, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Οι επαναστάσεις αυτές είχαν σημαντικό αντίκτυπο και στις ΗΠΑ ενώ παράλληλα οδήγησαν σε μια σειρά εξεγέρσεων και επαναστάσεων στην Ασία.

Και μόνο γι’ αυτό, η γέννηση του Καρλ Μαρξ αξίζει να γιορτάζεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Αντί γι αυτό όμως, οι ιδέες του διαστρεβλώνονται σε ακραίο βαθμό από τη μεγάλη πλειοψηφία των σχολιαστών που δουλεύουν για λογαριασμό του συστήματος. Ολόκληροι στρατοί ακαδημαϊκών και άλλων σχολιαστών, χωρίς την παραμικρή κατανόηση των μαρξιστικών ιδεών, παρελαύνουν στα μέσα ενημέρωσης, παρουσιάζοντας μια καρικατούρα που υποτιμά το πραγματικό τους περιεχόμενο.

Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι ο Μαρξ έκανε λάθος, τόσο στις γενικές φιλοσοφικές και οικονομικές του αναλύσεις, όσο και στις εκτιμήσεις του για το μέλλον. Τίποτα δε θα μπορούσε να είναι λιγότερο αληθινό.

Ο Μαρξισμός, ο επιστημονικός σοσιαλισμός, αποτέλεσε το κορυφαίο επίτευγμα της ανθρώπινης σκέψης, τον καιρό που ο Μαρξ διατύπωνε τις ιδέες του στα μέσα του 19ου αιώνα. Ήταν ένα μείγμα της γερμανικής φιλοσοφίας, με τη βρετανική πολιτική οικονομία και το γαλλικό σοσιαλισμό.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς διέσωσαν τη «διαλεκτική», τη μέθοδο σκέψης που αναζητά την κατανόηση της πολυπλοκότητας των φαινομένων, που διατυπώθηκε αρχικά από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, αντικρούοντας τον ιδεαλισμό του Γερμανού φιλοσόφου Γκέοργκ Χέγκελ. «Αναποδογύρισαν τον Χέγκελ» και τον ανάγκασαν «να σταματήσει να στέκεται με το κεφάλι, ξαναστήνοντας τον στα πόδια του».

Ο Χέγκελ έβλεπε την εξέλιξη της φύσης, της ανθρωπότητας και των κοινωνικών σχέσεων, βασισμένα στην ανάπτυξη των ιδεών. Αντίθετα, ο Μαρξ και ο Ένγκελς υποστήριξαν ότι οι ιδέες και η συνείδηση είναι εκφράσεις των υλικών δυνάμεων, που κινούν τα νήματα της ιστορίας. Συνειδητά ή ασυνείδητα, οι περισσότεροι σοβαροί αναλυτές του σήμερα, αποδέχονται αυτές τις ιδέες.

Για παράδειγμα, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, το 1992 έκανε τη σκληρή διαπίστωση «είναι η οικονομία, ανόητε», εννοώντας ότι αυτό που τελικά καθορίζει την πορεία των γεγονότων είναι οι εξελίξεις στην οικονομία. Στην δική του περίπτωση, το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών.

Αυτοί όμως που για πρώτη φορά διατύπωσαν την ιδέα ότι ο κινητήριος μοχλός του «πολιτικού εποικοδομήματος», του κράτους, των πολιτικών εξελίξεων, κλπ είναι η οικονομία, ήταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Σήμερα, αυτό θεωρείται λίγο-πολύ δεδομένο.

Ο Μαρξ, βέβαια, δεν ήταν «αδιάλλακτος» πάνω σε αυτή τη θέση, δεν την ερμήνευε με ένα τυπολατρικό τρόπο. Αντίθετα, ο Ένγκελς και ο Μαρξ εξηγούσαν ότι το κράτος –τμήμα του πολιτικού εποικοδομήματος– αλληλοεπιδρά με την ανάπτυξη της οικονομικής διαδικασίας.

Οι αναλυτές της άρχουσας τάξης, αν και σε κάποιες περιπτώσεις αναγνωρίζουν μια σχετική ιστορική επιβεβαίωση μερικών τουλάχιστον από τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς, σπεύδουν να υποστηρίξουν ότι ο «Μαρξισμός», όπως και οι σοσιαλιστικές ιδέες και η δημοκρατικά σχεδιασμένη οικονομία, θάφτηκαν κάτω από τα συντρίμμια του τείχους του Βερολίνου.

Η κατάρρευση των σταλινικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη, και μαζί με αυτήν η κατάρρευση των σχεδιασμένων οικονομιών, παρά το γραφειοκρατικό χαρακτήρα τους, οδήγησαν σε μια αχαλίνωτη θριαμβολογία από την πλευρά των καπιταλιστών. Η Μάργκαρετ Θάτσερ και ο Ρόναλντ Ρίγκαν, καυχούνταν εκ μέρους της τάξης τους, ότι «Το μάθημα της δεκαετίας του 80 ήταν πως ο σοσιαλισμός έχει αποτύχει». Η πρώην Σοβιετική Ένωση βυθίστηκε σε μια οικονομική άβυσσο, μεγαλύτερη ακόμη και από την κατάρρευση των ΗΠΑ μετά την κρίση του 1929-30.

Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός πριν οι ίδιοι οι καπιταλιστές αρχίσουν να προβληματίζονται για τις αντιφάσεις του συστήματος τους. Ένας από αυτούς, ο Τζον Κάσσιντι, μετά από αίτημα ενός τραπεζίτη φίλου του, μελέτησε τα γραπτά του Μαρξ, ανάμεσα στα οποία και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Τα σχόλια στα οποία κατέληξε στη μέση της δεκαετίας του 90 είναι αποκαλυπτικά:

«Όσο περισσότερο καιρό περνάω στη Wall Street, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι ο Μαρξ είχε δίκιο». Ενώ ο φίλος του συμπλήρωσε: «Είμαι απόλυτα πεισμένος ότι η προσέγγιση του Μαρξ είναι ο καλύτερος τρόπος να καταλάβουμε τον καπιταλισμό».

Ο Κάσσιντι και ο τραπεζίτης φίλος του δεν κατέφυγαν στη συνηθισμένη δημαγωγία της συντριπτικής πλειοψηφίας των αστών αναλυτών, που χαρακτηρίζονται από άγνοια και που ταυτίζουν τον Σταλινισμό. Αναγνώρισαν ότι «η κληρονομιά του Μαρξ επισκιάστηκε από την αποτυχία του κομμουνισμού (σημ: του Σταλινισμού)».

Ο Μαρκ Γκάρνεϊ, διευθυντής της Τράπεζας της Αγγλίας, έκανε πρόσφατα παρόμοια σχόλια, λέγοντας ότι η αυτοματοποίηση εκατομμυρίων θέσεων εργασίας μπορεί να οδηγήσει σε μαζική ανεργία, καθήλωση των μισθών και άνοδο της επιρροής των μαρξιστικών ιδεών μέσα σε μια γενιά (περίπου τρεις δεκαετίες). Προειδοποίησε ότι:

«Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ενδέχεται να ξαναγίνουν επίκαιροι».

Ο Κάσσιντι προχωράει ένα βήμα παρακάτω, λέγοντας:

«Ο Μαρξ έγραψε εξαιρετικά ενδιαφέροντα κείμενα γύρω από την παγκοσμιοποίηση, την ανισότητα, την πολιτική διαφθορά, τα μονοπώλια, την τεχνολογική πρόοδο, την παρακμή του πολιτισμού και την αποκαρδιωτική φύση της σύγχρονης ύπαρξης, θέματα με τα οποία οι σημερινοί οικονομολόγοι ασχολούνται ξανά, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι βαδίζουν πάνω στα χνάρια του Μαρξ».

Χρησιμοποιώντας τις μεθόδους ανάλυσης του Μαρξ, καταφέραμε να προβλέψουμε το αναπόφευκτο της οικονομικής κρίσης ή ύφεσης, κάτι που δεν ήταν φανερό τον καιρό που οι υποστηρικτές του συστήματος κάνανε τα παραπάνω σχόλια, στις αρχές δηλαδή της δεκαετίας του 90.

Στο περιοδικό «Socialism Today» («Ο σοσιαλισμός σήμερα») γράφαμε ότι:

«Μια σοβαρή οικονομική κρίση ή ύφεση θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μέτρα προστατευτισμού τις διάφορες εθνικές αστικές τάξεις».

Αυτή δεν είναι η τάση που αναπτύχθηκε μετά την καταστροφική παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-08; Αυτή είναι και η λογική πίσω από τις πολιτικές των εμπορικών κυρώσεων ενάντια στην Κίνα και σε άλλες χώρες που εφαρμόζει σήμερα ο Τραμπ, όπως και τα αντίστοιχα «αντίποινα» ενάντια στις ΗΠΑ.

Η άρχουσα τάξη σε ολόκληρο τον κόσμο φοβάται ότι μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος εμπορικός πόλεμος αντιποίνων, σε αντίστοιχα πλαίσια με το νόμο περί δασμών «Σμουτ-Χόλεϊ» της δεκαετίας του 30, ο οποίος διεύρυνε σε πολύ μεγάλο βαθμό την έκταση και το βάθος της τότε οικονομικής κρίσης.

Σε πολλά από τα γραπτά του, ο Μαρξ εξηγεί πώς το καπιταλιστικό σύστημα φρενάρει την ανάπτυξη της βιομηχανίας, της επιστήμης, της τεχνολογίας, των παραγωγικών δυνάμεων. Την εποχή που έγραφε –τον 19ο αιώνα– ο καπιταλισμός εξακολουθούσε να παίζει ένα σχετικά προοδευτικό ρόλο οδηγώντας την κοινωνία μπροστά, τουλάχιστον στο οικονομικό επίπεδο.

Την εποχή εκείνη, το αντιδραστικό πρόσωπο του καπιταλισμού δεν είχε αποκαλυφθεί πλήρως. Αυτό έγινε με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, που αποτελούσε έκφραση του γεγονότος ότι οι παραγωγικές δυνάμεις είχαν ξεπεράσει τα στενά όρια του έθνους-κράτους.

Είναι γεγονός ότι από την περίοδο εκείνη και έπειτα, ο καπιταλισμός πέρασε κάποιες φάσεις μεγάλης ανάπτυξης, όπως για παράδειγμα την περίοδο ανάμεσα στο 1950 και το 1973. Αυτό όμως ήταν μια εξαίρεση που συνέβη κάτω από πολύ ιδιαίτερες συνθήκες, αποτέλεσμα της καταστροφής που προκάλεσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και το άνοιγμα νέων αγορών για τον παγκόσμιο καπιταλισμό.

Ωστόσο, η περίοδος αυτή ακολουθήθηκε από μια περίοδο παρατεταμένης κρίσης του συστήματος, κατά την οποία σύντομα διαλείμματα ανάπτυξης, όπως αυτό της δεκαετίας του 1980, ήταν περιορισμένα, οι εργαζόμενες μάζες βρέθηκαν σε όλο και πιο δυσχερή θέση, ενώ το βιοτικό επίπεδο των λαών της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και περιοχών της Ασίας έπεσε κατακόρυφα. Οι ρυθμοί ανάπτυξης της δεκαετίας του 1980, όπως επίσης και οι επενδύσεις στη βιομηχανία, ήταν πολύ χαμηλότεροι από τους αντίστοιχους της προηγούμενης μεγάλης ανάπτυξης (1950-73).

Ωστόσο, ακόμη και αυτή η περιορισμένη ανάπτυξη, η οποία επέτρεπε στις εργαζόμενες μάζες κύρια των «ανεπτυγμένων» χωρών να πάρουν κάποια ψίχουλα από το πλούσιο τραπέζι των καπιταλιστών, έφτασε σε ένα απότομο τέλος με την καταστροφική κρίση του 2007-8.

Πριν από αυτή την κρίση, όλες οι βασικές ιδέες του Μαρξ δεχόντουσαν τις κακόβουλες επιθέσεις και παραποίηση από τους καπιταλιστές οικονομολόγους και σχολιαστές.

Ένας από τους υποτιθέμενους «μύθους» του Μαρξ ήταν η λεγόμενη «θεωρία της αυξανόμενης εξαθλίωσης» της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα ο Μαρξ δεν ανέπτυξε ποτέ μια τέτοια θεωρία, πολύ περισσότερο με υπεραπλουστευτικό και επομένως λανθασμένο τρόπο που την παρουσιάζουν οι επικριτές του. Ήξερε καλά ότι υπάρχουν ιστορικές φάσεις κατά τις οποίες η εργατική τάξη είναι σε θέση να αποσπάσει παραχωρήσεις, κάποιες φορές μάλιστα σημαντικές, από τους καπιταλιστές.

Ακόμη όμως και σε αυτές τις περιόδους, αποκρύπτεται το γεγονός ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων το μερίδιο της εθνικής οικονομίας που καταλήγει στους εργαζόμενους στην πραγματικότητα μειώνεται. Με άλλα λόγια, έχουμε μια σχετική μείωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων μαζών.

Επιπλέον, με την επιστροφή του υποσιτισμού και της πείνας στους δρόμους ακόμα και των πλούσιων χωρών του καπιταλιστικού κόσμου, όπως της Βρετανίας, που αντανακλάται γλαφυρά στη ραγδαία αύξηση των «τραπεζών τροφίμων» (σημ: πακέτα τροφίμων από τις κρατικές υπηρεσίες για άπορους) η πρόβλεψη του Μαρξ για «αυξανόμενη εξαθλίωση» έχει μετατραπεί σε πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου.

Σήμερα πλέον, δεν είναι καν απαραίτητο να επιχειρηματολογεί κανείς για το γεγονός ότι το ξέσπασμα της κρίσης έχει υποβαθμίσει δραματικά το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας, όχι μόνο στο νεοαποικιακό κόσμο, αλλά και στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ιαπωνία. Επιπλέον, το «χάσμα της ανισότητας», η τεράστια άβυσσος ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, έχει μεγαλώσει εκθετικά σε ολόκληρο τον κόσμο.

Όπως επισημαίνει η εφημερίδα Independent:

«Μόνο εννιά από τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη, έχουν περισσότερο πλούτο από τα φτωχότερα τέσσερα δισεκατομμύρια».

Μέχρι πρόσφατα λέγαμε ότι οι υπερπλούσιοι θα μπορούσαν να χωρέσουν σε ένα λεωφορείο. Πλέον χωράνε σε ένα βανάκι! Ο ίδιος δημοσιογράφος σημειώνει:

«Αν αυτοί οι δισεκατομμυριούχοι συνεχίσουν να πλουτίζουν με τους ίδιους ρυθμούς, ενδέχεται να δούμε τον πρώτο τρισεκατομμυριούχο του πλανήτη σε λιγότερο από 25 χρόνια».

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στον κόσμο 1.500 δισεκατομμυριούχοι, οι 560 από τους οποίους στις ΗΠΑ. Η Κίνα, η Γερμανία και η Ινδία, έχουν από άλλους 100 δισεκατομμυριούχους η κάθε μία. Αυτοί είναι οι «άρχοντες του σύμπαντος», που κρατάνε στα χέρια τους τις τύχες της ανθρωπότητας, όπως περιέγραψε με εξαιρετική ακρίβεια ο Καρλ Μαρξ. Αλλά ούτε καν ο Μαρξ δε θα μπορούσε να διανοηθεί ότι η συσσώρευση πλούτου μπορούσε να φτάσει σε αυτό το επίπεδο.

Ο Μαρξ πίστευε πως η εργατική τάξη θα είχε πάρει την εξουσία, ότι ο καπιταλισμός θα είχε αντικατασταθεί από το σοσιαλισμό, πολύ πριν φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο. Η καταφανής ανισότητα, η διαρκώς επιδεινούμενη φτώχεια, ο παγκόσμιος τρόμος ενός ατελείωτου πολέμου, θα γινόντουσαν έτσι παρελθόν. Η ευθύνη για το γεγονός ότι αυτό δε συνέβη, βαραίνει εξολοκλήρου τις επίσημες ηγεσίες, πολιτικές και συνδικαλιστικές, του εργατικού κινήματος, που ξανά και ξανά επέλεξαν να παραμείνουν εγκλωβισμένες στα πλαίσια ενός σάπιου συστήματος, αντί να κινητοποιήσουν την εργατική τάξη, όπως πρότεινε ο Μαρξ, στη μάχη για το χτίσιμο ενός σοσιαλιστικού κόσμου.

Όταν πέθανε ο Μαρξ, κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Χάιγκεητ, με μόλις έντεκα ανθρώπους παρόντες.

«Το όνομά του θα ζει για πάντα», είπε ο στενός φίλος και συνεργάτης του, Φρίντριχ Ένγκελς, κατά τη διάρκεια της κηδείας.

Και πράγματι θα ζει για πάντα, ιδιαίτερα αν ακολουθήσουμε τις προτροπές του και αντιληφθούμε τους στόχους για τους οποίους πάλεψε: μια σοσιαλιστική ευρωπαϊκή ομοσπονδία, σε ένα σοσιαλιστικό κόσμο.