Χ. ΚΕΦΑΛΗΣ: Μαργκαρέτε Νόιμαν – Εξόριστη στη Σιβηρία

Η μαρτυρία της Μαργκαρέτε Νόιμαν για τις σταλινικές διώξεις

Δημοσιεύουμε άρθρο του Χρήστου Κεφαλή*

Η Μαργκαρέτε Νόιμαν, Γερμανίδα αντιφασίστρια, γνώρισε διώξεις από το σταλινικό και το ναζιστικό καθεστώς. Σε παλιότερο σεμινάριο η Ίρις Τζαχίλη μας είχε παρουσιάσει το δεύτερο μέρος των περιπετειών της, στο ναζιστικό στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ, μετά την παράδοσή της από την NKVD, τη σταλινική ασφάλεια, στην Γκεστάπο το 1940. Σήμερα θα ασχοληθούμε με το πρώτο μέρος, τη φυλάκισή της και την εξόρισή της στη Σιβηρία κατά την περίοδο των σταλινικών εκκαθαρίσεων των χρόνων 1936-40 στην ΕΣΣΔ.

Μερικά βιογραφικά στοιχεία

Η Μαργκαρέτε Νόιμαν ήταν σύζυγος του Χάιντς Νόιμαν, ηγετικού στελέχους του ΚΚ της Γερμανίας που εκτελέστηκε τον Απρίλη του 1937 με τις συνήθεις τότε κατηγορίες της κατασκοπίας για τους ναζί. Οι διώξεις που υπέστη η Νόιμαν στην ΕΣΣΔ συνδέονται άρρηκτα με αυτό το γεγονός, ώστε εισαγωγικά θα πρέπει να πούμε δυο λόγια και για τους δύο.

Ο Χάιντς Νόιμαν έγινε μέλος του ΚΚ της Γερμανίας από το 1920. Σπούδαζε φιλολογία αλλά τα παράτησε και έγινε συντάκτης στον Τύπο του ΚΚ της Γερμανίας. Το 1922 φυλακίστηκε 6 μήνες και έμαθε άψογα σε αυτό το διάστημα τα ρωσικά.

Στα 1922-32 ο Νόιμαν ήταν στενός συνεργάτης του Στάλιν και ο κύριος υποστηρικτής του στο ΚΚ της Γερμανίας, βοηθώντας στο ξεκαθάρισμά του από αντισταλινικές ομάδες. Εκπλήρωσε αποστολές σε διάφορες χώρες, για παράδειγμα στα 1927 ήταν εκπρόσωπος της Κομιντέρν στην Κίνα. Ωστόσο, από το 1932 αντιλήφθηκε ότι το κόμμα υποτιμούσε τον κίνδυνο του Χίτλερ, εναντιώθηκε στην επίσημη γραμμή του σοσιαλφασισμού και έχασε τη θέση του στο Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΓ.

Ο Χάιντς και η Μαργκαρέτε γνωρίζονται το 1929 και ζουν μαζί ως τα 1937. Το 1933 το ζευγάρι στάλθηκε στην Ισπανία, όπου ο Νόιμαν εκπροσωπούσε την Κομιντέρν, μετά πήγαν στην Ελβετία, όπου ο Νόιμαν συνελήφθη και φυλακίστηκε και το 1935 απελάθηκαν στην ΕΣΣΔ. Εκεί ο Νόιμαν αρνήθηκε την πρόταση του Στάλιν, να προβεί σε μια αυτοκριτική για τα υποτιθέμενα λάθη του, συνελήφθη και εκτελέστηκε στις 26 Νοέμβρη 1937.

Η Νόιμαν συλλαμβάνεται τον Ιούνη του 1938 ως γυναίκα «εχθρού του λαού». Κρατείται αρχικά στη φυλακή της Λουμπιάνκα στη Μόσχα και κατόπιν στο Μπουτίρκι, άλλη μοσχοβίτικη φυλακή. Στη συνέχεια εξορίζεται σε στρατόπεδα εργασίας στο Καζακστάν, Καραγκάντα και Μπίρμα. Το 1940 παραδίδεται, στο πλαίσιο του συμφώνου Στάλιν-Χίτλερ, μαζί με αρκετούς άλλους Γερμανούς και Εβραίους κομμουνιστές, στην Γκεστάπο. Περνά άλλα πέντε χρόνια στο ναζιστικό στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ, όπου γνωρίζει μεταξύ άλλων τη Μιλένα Γιεσένκα, τη φίλη του Κάφκα, η οποία χάνεται εκεί το Μάη του 1944. Η Νόιμαν επιζεί και απελευθερώνεται τον Απρίλη του 1945.

Αρχικά μένει στη Βαυαρία, στη συνέχεια όμως ξενιτεύεται στη Σουηδία, όπου δημοσιεύεται το 1948 το βιβλίο της Ανάμεσα στον Στάλιν και τον Χίτλερ. Εκεί αφηγείται τις εμπειρίες της πρώτα στα σταλινικά και μετά στα ναζιστικά στρατόπεδα. Σε αυτό το βιβλίο, συγκεκριμένα στο μέρος για τις διώξεις που υπέστη στην ΕΣΣΔ θα αναφερθούμε παραπέρα. Το μέρος έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εργατική Πάλη» με τίτλο Εξόριστη στη Σιβηρία.

Γιατί είναι σημαντικό το βιβλίο της Νόιμαν;

Υπάρχει μια γνώμη ότι το βιβλίο της Νόιμαν είναι αντικομμουνιστικό, έγραψε όσα έγραψε για να επιτεθεί στον Μαρξ και τον Λένιν, στη θεωρία του κομμουνισμού, κ.λπ. Αυτή η γνώμη βασίζεται στο γεγονός ότι το 1950 εντάχθηκε στο Συνέδριο για την Πολιτιστική Ελευθερία, μια οργάνωση που περιλάμβανε αντικομμουνιστές συγγραφείς, όπως οι Μαριτέν, Αρόν, Κέσλερ, Χουκ, Άγιερ, κ.ά., και αργότερα αποκαλύφθηκε ότι χρηματοδοτούνταν από τη CIA. Αυτό όμως οφειλόταν περισσότερο στις ωμές επιθέσεις που δέχθηκε μετά την κυκλοφορία του βιβλίου της από τα ΚΚ της Δυτικής Ευρώπης και επίσης της ΕΣΣΔ, και όχι σε κάποιο συνειδητό αντικομμουνισμό της. Στο βιβλίο της δηλώνει: «Δεν ξέρω αν η κομμουνιστική ιδέα, αν η θεωρία της, ήδη περιείχε ένα βασικό λάθος ή αν η σοβιετική πρακτική υπό τον Στάλιν πρόδωσε την αρχική ιδέα και εγκαθίδρυσε στη Σοβιετική Ένωση ένα είδος φασισμού».

Επομένως, ο σκοπός της Νόιμαν δεν είναι να βγάλει συμπεράσματα για τον κομμουνισμό ή για οτιδήποτε άλλο. Σκοπός της είναι να καταθέσει μαρτυρία, να διασώσει τα γεγονότα που έζησε στην ιστορική μνήμη, αφήνοντας τα συμπεράσματα σε άλλους.

Αυτό από μόνο του δεν θα έφτανε να κάνει το βιβλίο σημαντικό, υπάρχουν όμως δυο ακόμη στοιχεία. Το πρώτο είναι η γνώση της Νόιμαν για πρόσωπα και πράγματα, ιδιαίτερα στο ΚΚ της Γερμανίας, η οποία της επιτρέπει να δίνει μια από πρώτο χέρι μαρτυρία όσων διαδραματίζονταν στα παρασκήνια. Και το δεύτερο είναι η οξεία, διεισδυτική και ευαίσθητη ματιά και η υψηλή λογοτεχνική δεξιότητά της. Η Νόιμαν κρατά το ουσιώδες από κάθε τι για το οποίο μιλά. Δεν περιγράφει μόνο τα βασανιστήρια ή τις στερήσεις που υπέστησαν τα θύματα της σταλινικής τρομοκρατίας. Συνθέτει ταυτόχρονα μια πιστή εικόνα των συνθηκών στη Σιβηρία, του τρόπου που οι διωκόμενοι, κομμουνιστές οι περισσότεροι αλλά και άσχετοι αθώοι, έβλεπαν την κατάσταση, της στάσης τους απέναντι στις δυσχέρειες, που ποίκιλε σε κάθε ανθρώπινο τύπο. Δίνει έτσι ένα πανόραμα της σταλινικής τρομοκρατίας, βοηθώντας να βγάλουμε εμείς τα σωστά συμπεράσματα.

Το βιβλίο είναι γεμάτο από δυνατά περιστατικά, διαλόγους, περιγραφές, κοκ, συχνά πολύ πιο αποκαλυπτικά από όσα βρίσκουμε σε ξερές ιστορικές μελέτες. Αναγκαστικά εδώ θα γίνει μια μικρή, επιλεκτική παράθεση ορισμένων από αυτά.

Η σύλληψη του Χάιντς και της Μαργκαρέτε Νόιμαν

Η Νόιμαν ξεκινά με μια επώδυνη, σκληρή περιγραφή της σύλληψης του Χάιντς Νόιμαν. Αναφέρεται στην έρευνα που διεξήγαγαν οι πράκτορες του NKVD στο δωμάτιό τους:

«Ένας από τους τρεις άνδρες του NKVD, ένας κοντός χοντρόσωμος, έψαχνε τους χίλιους και έναν τόμους της βιβλιοθήκης μας, τους φυλλομέτραγε έναν έναν κι όπως το κυνηγόσκυλο, έφερνε στον αρχηγό τα ευρήματα που είχαν ενδιαφέρον. Τα βιβλία όπου γινόταν λόγος για τον Τρότσκι, τον Ζινόβιεφ, τον Ράντεκ, τον Μπουχάριν τα στοιβάζανε στο πάτωμα. Γεμάτος ταραχή έβγαλε ένα γράμμα του Στάλιν στον Νόιμαν, στα 1926, που βρισκόταν μέσα σε ένα βιβλίο. Σε εκείνο το γράμμα, ο Στάλιν καλούσε τον Νόιμαν να βάλει μπροστά μια πολιτική καμπάνια ενάντια στον Ζινόβιεφ στην Κόκκινη Σημαία, τότε κεντρικό όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. Ο άνθρωπος με τα γυαλιά το διάβασε προσεχτικά κι είπε με τόνο ξερό και διοικητικό: “Τιέμ χούζε!” (Τόσο το χειρότερο!)… Ύστερα ο νατσάλνικ του NKVD σύνταξε το πρακτικό από την έρευνα: “Εξήντα βιβλία με περιεχόμενο τροτσκιστικό, ζινοβιεφικό, καμενεφικό και μπουχαρινικό, μια βαλίτσα γεμάτη χειρόγραφα, γράμματα και σημειώσεις”».

Η ίδια παραθέτει τη φράση του Χάιντς Νόιμαν προτού χωρίσουν, «Ο Στάλιν έχει την ευθύνη για αμέτρητα εγκλήματα. Αν θα μείνεις ζωντανή να πας να βρεις τον Φρίντριχ Άντλερ» – ουσιαστικά μια προτροπή να καταθέσει μαρτυρία για όσα συνέβησαν· ο Άντλερ ήταν ένας αριστερός δημοσιολόγος στην Αυστρία. Συνεχίζει με μια αφήγηση της δικής της άθλιας διαβίωσης ως τη σύλληψη και τη φυλάκισή της.

Είναι πολύ σοκαριστική η περιγραφή της των συνθηκών που επικρατούσαν στη Λουμπιάνκα, την πρώτη φυλακή όπου κρατήθηκε:

«Όταν ανοίξανε να μπω στο κελί 31 σταμάτησα πετρωμένη στο κατώφλι της πόρτας και αναρωτιόμουν αν με κορόιδευαν τα μάτια μου. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν πως με έριξαν σε ένα τρελοκομείο. Μια εκατοντάδα μισόγυμνες γυναίκες κείτονταν πάνω σε σανίδες στο πάτωμα, στηριγμένες καθιστές η μια πάνω στην άλλη ή πάνω στους τοίχους. Με δυσκολία μπορούσες να ανασάνεις εκείνον τον αέρα. Ολάκερη η κάμαρα ήταν ένα γουργουρητό… Στάροστα [επιμελήτρια] στο κελί 31 ήταν η Τάσω Σαλπέτερ, μια γεωργιανή. Με καλωσόρισε φιλικά.

– Είναι δύσκολο να σου βρούμε χώρο. Θα χρειαστεί να μείνεις μερικές ημέρες κοντά στην “παράσα”, ώσπου να βρεθεί καλύτερη θέση… Το κελί είναι για εικοσιπέντε γυναίκες και μαζί με σένα γίναμε εκατόν δέκα…

Έτσι αναγκάστηκα να πλαγιάσω κοντά στην “παράσα”, όπως λένε στη φυλακή τη “βούτα”, τον τενεκέ για τις σωματικές ανάγκες. Γειτόνισσά μου ήταν μια επιληπτική, κατόπιν ερχόταν μια σειρά γυναίκες που δεν είχαν κουβέρτα ούτε παλτό και δεν είχαν βρει καμιά που να θέλει να μοιραστεί μια κουβέρτα μαζί τους. Κρύωναν υπερβολικά κοντά στο παράθυρο κι έτσι ήταν υποχρεωμένες να αντέχουνε τη μπόχα…»

Μαρτυρίες για τα θύματα των διώξεων

Οι περισσότεροι κρατούμενοι στη φυλακή όπου κρατήθηκε η Νόιμαν και πολλοί από τους εξόριστους στη Σιβηρία ήταν κομμουνιστές. Υπήρχε βέβαια μια ποικιλία από ανθρώπινους τύπους: καλόπιστα αφελείς, φανατικοί, κριτικοί αγωνιστές, και η Νόιμαν σκιαγραφεί παραστατικά τα γνωρίσματά τους, χαράζοντας τις μορφές τους στη μνήμη μας.

Μια απλή Βερολινέζα εργάτρια, η Καίτε Σουλτς, είχε φυγαδευτεί στην ΕΣΣΔ επειδή κινδύνευε στη Γερμανία καθώς μερικοί συνάδελφοί της είχαν εμπλακεί στο φόνο ενός ναζί, και εργαζόταν στη Μόσχα στο τμήμα Διεθνών Σχέσεων της Κομιντέρν.

«Μέσα στο 1937», συνεχίζει η Νόιμαν, «η Νικαβεντέ έπιασε τον Αμπράμοφ-Μίροφ, διευθυντή σε κείνο το τμήμα, μαζί με όλο το προσωπικό του και την Καίτε. Ο Αμπράμοφ-Μίροφ κατηγορήθηκε πως έκανε κατασκοπεία για δεκαπέντε χώρες. Η Καίτε κατηγορήθηκε σαν συνεργός του.

– Ξέρεις Γκρέτε, δεν φοβάμαι καθόλου. Το κόμμα θα με λευτερώσει. Ξέρουν πως είμαι αθώα, μου έλεγε.

– Για ποιο κόμμα μιλάς;

– Μα για το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα φυσικά, απαντούσε απορημένα. Ο Βίλχελμ Πικ με γνωρίζει πολύ καλά.

Πίστευε όντως ότι ο Πικ, ένα διαβόητο τσιράκι της Γκεπεού, θα τη βοηθούσε. Ήταν πιο πιθανό να τη σπρώξει ακόμη πιο βαθιά στο λάκκο για να σώσει το δικό του πετσί. Δεν είπα τίποτε άλλο. Γιατί να προσπαθήσω να της στερήσω τις ψευδαισθήσεις και την ελπίδα της; Ήταν ένα αθώο, φτωχό παιδί».

Η Σουλτς καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια στην Ανατολική Σιβηρία και όντας ασθενική, εκτιμά η Νόιμαν, είναι απίθανο να επέζησε.

Αυτό που περιγράφει εδώ η Νόιμαν ήταν ο κανόνας στις σταλινικές διώξεις του 1936-38. Τόσο στο ΚΚΣΕ όσο και στα άλλα, ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα σχεδόν όλα τα ηγετικά στελέχη εξοντώθηκαν και οι υφιστάμενοί τους συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε εξορία στα Γκούλαγκ. Ο Πικ και ο Ούλμπριχτ, άνθρωποι του Στάλιν και σχεδόν τα μόνα στελέχη του ΚΚ της Γερμανίας που επέζησαν, έγιναν αργότερα ηγέτες της ΓΛΔ.

Ο φανατικός τύπος ενσαρκώνεται από την Κάτια Σεμιόνοβα, μια πιστή σταλινική Ρωσίδα κομμουνίστρια που υποστήριζε τη σύλληψή της ακόμη και αν ήταν αθώα, αποδίδοντας το γεγονός στους τροτσκιστές. Η Νόιμαν παραθέτει ένα χαρακτηριστικό διάλογο:

«– Αλήθεια, γιατί σε πιάσανε;

– Είμαι θύμα τροτσκιστικής συκοφαντίας. Μα θα μου το πληρώσουν αυτοί οι ληστές!…

– Μα Κάτια, δεν πιστεύεις πως οι 110 γυναίκες μέσα σε τούτο το κελί μπορεί να είναι αθώες όπως κι εσύ;…

Με μπάτσισε στο μάγουλο με φανατισμό.

– Δεν πιάνουν ακόμα αρκετές. Πρέπει να προστατευτούμε από τους προδότες, ακόμη και αν πιάνονται μερικές αθώες. Κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά».

Ο κριτικός τύπος του κομμουνιστή αντιπροσωπεύεται από τον Μπόρις Ρεσνίκ, έναν Λιθουανό κομμουνιστή που η Νόιμαν συνάντησε στην Καραγκάντα. Ο Ρεσνίκ είχε καταδικαστεί σε 10 χρόνια φυλακή για κομμουνιστική δραστηριότητα στη Λιθουανία, όπου είχε πάθει φυματίωση, και αργότερα είχε αποδράσει και είχε καταφύγει στην ΕΣΣΔ. Εκεί τον συνέλαβαν με την κατηγορία ότι ήταν πράκτορας της λιθουανικής ασφάλειας και με εντολή της είχε διαφύγει στην ΕΣΣΔ παριστάνοντας τον κομμουνιστή, για να οργανώσει σαμποτάζ. Είναι η ίδια ακριβώς κατηγορία που αντιμετώπισαν ο Μάρκος Μαρκοβίτης και άλλοι Έλληνες κομμουνιστές, που απέδρασαν από τις φυλακές Συγγρού το 1931 και διέφυγαν στην ΕΣΣΔ, όπου οι περισσότεροι εκτελέστηκαν. Ο Ρεσνίκ, ενώ παρέμενε κομμουνιστής, σύγκρινε την αυταρχική βία του Στάλιν με την αστυνομική βία που ασκούσαν ενάντια στους κομμουνιστές οι αρχές της Λιθουανίας.

Αρκετά επεισόδια, μαρτυρίες, κ.ά., αναφέρονται σε βασανιστήρια στα οποία υποβάλλονταν οι κρατούμενοι. Μια τέτοια ιστορία είναι των Λίτεν και Γκρεζίτσκι, δυο καθηγητών που είχαν συλληφθεί ως τροτσκιστές και εξοριστεί 5 χρόνια στην Κολύμα, στα πιο σκληρά Γκούλαγκ του Βορρά, επειδή είχαν λάβει από το εξωτερικό κάποιους καταλόγους εκδοτικών οίκων, που εξέδιδαν βιβλία απαγορευμένα στην ΕΣΣΔ.

«– Και γιατί σας ξαναφέρανε στη Μόσχα; ρώτησε η Στεφανία Μπρουν.

– Είναι ένα θλιβερό κεφάλαιο. Ο παλιός διευθυντής της Σχολής Καρλ Λίκμπνεχτ, που βρισκότανε επίσης στην Κολύμα, μας κατάγγειλε στην Γκεπεού του στρατοπέδου, με την ελπίδα να συντομέψει έτσι το χρόνο της εξορίας του με τη νομιμοφροσύνη του. Δήλωσε πως όχι μόνο είμαστε τροτσκιστές αλλά και κατάσκοποι ξένης δύναμης. Μας ξαναφέρανε στη Μόσχα για ανακρίσεις και μείναμε εφτά μήνες στο Μπουτίρκι. Στον ανακριτή μας δείρανε σκληρά. Καθίσανε τον Γκρεζίτσκι πάνω στη ζεματιστή σόμπα, ώσπου καήκανε τα οπίσθιά του. Ωστόσο, και οι δύο αρνηθήκαμε να υπογράψουμε την πλαστή κατάθεση. Στο τέλος τα παράτησαν και επιστρέφουμε να εκτίσουμε την υπόλοιπη ποινή μας. Δεν ξέρω αν μπορέσουμε να ζήσουμε τα επόμενα δυόμιση χρόνια ή τι θα μας συμβεί μετά…»

Η συζήτηση είχε γίνει νύχτα, στη διάρκεια μιας μεταγωγής, και όπως αναφέρει η Νόιμαν, όταν τους είδε στο φως της ημέρας, εντελώς σακατεμένους και ανήμπορους, κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επιζήσουν.

Σιβηρία και παράδοση στους ναζί

Οι συνθήκες που συνάντησε στη Σιβηρία η Νόιμαν ήταν πολύ χειρότερες. Λιγότερη τροφή, άθλια στέγη σε κρύες καλύβες γεμάτες ζωύφια και σκληρή, εξαντλητική δουλειά.

«Κατά τις τρεις το πρωί, όταν το πρώτο αχνό φως της στέπας άρχισε να μπαίνει στις καλύβες, ένα σινιάλο από σάλπιγγα σήμανε εγερτήριο. Ήτανε το πρώτο μου πρωί στο πειθαρχικό μπλοκ. Ακολούθησε σχεδόν αμέσως ένας βροντερός κτύπος στην πόρτα της καλύβας με τις γυναίκες και δυνατές φωνές: “Σηκωθείτε γυναίκες! Κουνηθείτε!” Ευχαριστώ θεέ μου που πέρασε η νύχτα, ήταν η πρώτη μου σκέψη. Το μέρος ήταν γεμάτο κοριούς. Αλλά οι κοριοί δεν ήταν το μόνο κακό, υπήρχαν και ψείρες.

Οι γυναίκες σύρθηκαν έξω από τη βρωμερή καλύβα τους, ακόμη μισοκοιμισμένες, γκρινιάζοντας και βλαστημώντας. Τρέμοντας από το πρωινό κρύο, τράβηξαν για τα αποχωρητήρια ή απλά έκαναν την ανάγκη τους όπου έβρισκαν. Μετά από αυτό όλοι μπήκαμε στη γραμμή για τη σούπα και ο αέρας έφερνε τη βρομιά από τα περιττώματα.

Μ’ ένα σακούλι στον ώμο, το «κατιλόκ» (καραβάνα) μου στο χέρι, κίνησα μαζί με τη φάλαγγα στη στέπα… Σε μια ώρα πάνω κάτω φτάσαμε σε ένα απέραντο λιβάδι με ηλιοτρόπια και πρόσταξαν να σταματήσουμε. Η δουλειά μας ήταν να βγάζουμε τα ζιζάνια και να αφήνουμε ένα φυτό κάθε τριάντα πόντους. Κάθε μέρα έπρεπε να το κάνουμε αυτό σε μια διαδρομή περίπου τρία χιλιόμετρα. Αν τα έβγαζες, είχες εξασφαλισμένα 600 γραμμάρια ψωμί…

Από το καλοκαίρι του 1939 η δουλειά στα χωράφια πληρωνόταν 20 καπίκια τη μέρα, αν έβγαζες τη νόρμα σου. Αν δεν την έβγαζες, δεν έπαιρνες τίποτα. Σε ένα μήνα που τέλειωνες τη δουλειά σου όλες τις μέρες δεν μπορούσες να κερδίσεις πάνω από έξι ρούβλια. Ένα κιλό ρέγκες στην καντίνα κόστιζε έξι ρούβλια, ένα κιλό ψωμί σχεδόν ένα ρούβλι».

Στα κεφάλαια του βιβλίου για τη Σιβηρία βρίσκουμε μερικές πολύ επιβλητικές σκηνές. Διαβάζουμε για τις αμμοθύελλες της στέπας, όταν ο άνεμος σήκωνε στον αέρα όχι μόνο τη σκόνη αλλά και ξεριζωμένα φυτά που αποτελούσαν τροφή ζώων· για τις χιονοθύελλες του χειμώνα, όταν ολόκληρο το στρατόπεδο καλυπτόταν από χιόνι· για τις σχέσεις ανάμεσα στους πολιτικούς κρατούμενους, τους ποινικούς εγκληματίες, που επίσης μεταφέρονταν εκεί, και τον τοπικό πληθυσμό, κυρίως νομάδες και τσιγγάνους. Ένας δυνατός διάλογος είναι αυτός ανάμεσα στη Σίνα, την πιο όμορφη τσιγγάνα του στρατοπέδου, και ένα στρατιώτη που της έκανε κόρτε:

«– Σίνα πήγες στο σχολείο;

– Όχι, τι ανάγκη είχα να πάω σχολείο;

– Κι όμως, πρέπει να μάθεις κάτι, να μορφωθείς.

– Άει στο διάβολο!

Ίσως να μην ξέρεις τι είναι ο σοσιαλισμός, ε;

Και αυτή του απάντησε: – Άντε κοιμήσου με το σοσιαλισμό σου. Εγώ είμαι λεύτερη τσιγγάνα».

Στη συνέχεια, το Φλεβάρη του 1940, η Νόιμαν και πολλοί άλλοι Γερμανοί κομμουνιστές παραδίδονται στους ναζί. Μεταφέρονται πρώτα στη Μόσχα, όπου τους ταΐζουν για μερικές βδομάδες να πάρουν βάρος, χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει. Και στη συνέχεια μεταφέρονται με τρένα και περνιούνται στη γερμανική ζώνη από τη γέφυρα του Μπρεστ Λιτόφσκ. Η σκηνή της παράδοσης είναι εξαιρετικά ωμή και καταθλιπτική, με τη Νόιμαν να περιγράφει πως οι στρατιώτες του NKVD αναγκάζουν βίαια του Εβραίους να διασχίσουν τη γέφυρα.

«Ο αξιωματικός του NKVD και ο αξιωματικός των Ες – Ες χαιρετηθήκανε με το χέρι στο πηλίκιο… Σε κάποια στιγμή άκουσα “Μπούμπερ Νόιμαν”, ύστερα είδα τρεις άνδρες να χωρίζουν από την ομάδα μας και να μιλούν με συγκινημένη ταραχή στον αξιωματικό του NKVD. Κάποιος μουρμούρισε: “Αρνιούνται να περάσουν το γεφύρι!” Ήταν ο Εβραίος μετανάστης από την Ουγγαρία, ένας Γερμανός καθηγητής κι ένας νέος εργάτης από τη Δρέσδη. Γι’ αυτόν έμαθα αργότερα ότι είχε πάρει μέρος σε μια ένοπλη σύγκρουση με τους εθνικοσοσιαλιστές στα 1933 όπου είχε σκοτωθεί ένας ναζί… Είδα να σπρώχνουνε και τους τρεις με τη βία στη γέφυρα».

Σε αυτό το μέρος βρίσκουμε επίσης αρκετές σοκαριστικές ιστορίες για τους Γερμανούς αγωνιστές και αγωνίστριες ή απλό κόσμο που γνώρισαν την ίδια τύχη με τη Νόιμαν. Θα σταθώ σε μια τελευταία τέτοια ιστορία, εκείνη της Μπέτι Όλμπεργκ. Η Μπέτι ήταν αδελφή του Βαλεντίν Όλμπεργκ, μέλους του ΚΚ της Γερμανίας και πιθανότατα πράκτορα του NKVD. Ο Όλμπεργκ ήταν ένας από τους κατηγορούμενους στη δίκη των Κάμενεφ και Ζινόβιεφ όπου επιστρατεύτηκε, μαζί με άλλα 4-5 μέλη του ΚΚΓ για να ενοχοποιήσουν τους κατηγορούμενους. Τους είχαν υποσχεθεί ότι οι ίδιοι δεν θα πάθαιναν τίποτα, αλλά καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν για να εξαφανιστούν οι μαρτυρίες. Η Όλμπεργκ συνελήφθη και καταδικάστηκε σε εξορία στη Σιβηρία ως αδελφή του Βαλεντίν Όλμπεργκ, όπως γινόταν αδιάλειπτα με τους συγγενείς των καταδικασμένων στις δίκες. Η Νόιμαν αναφέρει ότι στη στιγμή της παράδοσής της στους ναζί είχε μείνει λιγότερο από 35 κιλά. Το τι απέγινε δεν είναι γνωστό, μετά το άνοιγμα των σοβιετικών αρχείων το 1990 όμως βρέθηκε η φωτογραφία της που είχε τραβηχτεί κατά τη σύλληψή της από το NKVD. Δείχνει μια αθώα κοπέλα να κοιτά με τρομαγμένη, απορημένη έκφραση το φακό. Αυτή η φωτογραφία, την οποία έτυχε να δω σε ένα ρωσικό σάιτ χωρίς να γνωρίζω αρχικά ότι ήταν της Όλμπεργκ, περιλήφθηκε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου μου Από τον Οκτώβρη στον Στάλιν, ως ένας μικρός φόρος τιμής στα θύματα του σταλινισμού.

Σταλινισμός και ναζισμός

Η ίδια η Νόιμαν παραθέτει ένα χαρακτηριστικό διάλογο από την ανάκρισή της από τους ναζί, στον οποίο ο ναζί ανακριτής, όταν ανακάλυψαν την ταυτότητά της, δυσκολευόταν να πιστέψει ότι ο Νόιμαν είχε συλληφθεί και ότι οι Ρώσοι τους είχαν παραδώσει τη γυναίκα του.

«– Τι έγινε –χμ!– ο φίλος σου ο Χάιντς Νόιμαν;

– Ο σύζυγός μου πιάστηκε στα 1937 από την Γκεπεού και δεν τον είδα έκτοτε.

– Αλλού αυτά! Είναι στο Παρίσι και δουλεύει για την Κομιντέρν! Το ίδιο κι εσύ, είσαι μια πράχτορας της Κομιντέρν και της Γκεπεού. Μας περνάς για τόσο ηλίθιους ώστε να πιστέψουμε πως οι Ρώσοι θα παραδίνανε χωρίς λόγο τη γυναίκα του Χάιντς Νόιμαν στη Γερμανία;»

Οι τραυματικές εμπειρίες της Νόιμαν και πλήθους άλλων αγωνιστών και αθώων θέτουν πράγματι το ερώτημα για το ποιος ήταν αυτός ο λόγος. Υποδεικνύουν πως υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα στο ναζισμό και το σταλινισμό. Πραγματικά τόσο στη ναζιστική Γερμανία όσο και στη σταλινική ΕΣΣΔ είχαμε στρατόπεδα συγκέντρωσης, μαζικές εκκαθαρίσεις αθώων, εθνικές διώξεις, τρομοκρατία. Ακόμη και τα μαζικά εγκλήματα των ναζί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρίσκουν το ανάλογό τους σε γεγονότα όπως η σταλινική εξόντωση των Πολωνών αιχμαλώτων πολέμου στο Κατίν και σε άλλες περιοχές της ΕΣΣΔ.

Η Νόιμαν παραθέτει μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία για την Γκέρτρουντ Τιφερνάου, μια Γερμανίδα φυλακισμένη εργάτρια που έκανε αυτή τη σύγκριση. Η Τιφερνάου είχε συλληφθεί και κατηγορηθεί για «αντεπαναστατική προπαγάνδα» επειδή είχε πει σε μια συζήτηση στο εργαστήρι όπου δούλευε ότι «Ο μόνος έξυπνος ναζί είναι ο Γκέμπελς». Έχοντας πιαστεί καλοκαίρι υπέμενε σχεδόν γυμνή το κρύο του ρωσικού χειμώνα, καθώς οι αρχές δεν έδιναν ρούχα στις κρατούμενες. Κάθε τόσο φώναζε στους επόπτες: «Δεν αξίζετε μήτε πεντάρα περισσότερο από τους Γερμανούς φασίστες! Είσαστε μάλιστα χειρότεροι γιατί λέτε πως είσαστε σοσιαλιστές!» Προφανώς οι ναζί δεσμοφύλακες της Νόιμαν δεν ήταν σε θέση να συλλάβουν αυτό το γεγονός.

Οι ομοιότητες ανάμεσα στις πρακτικές του Χίτλερ και του Στάλιν όμως δεν σημαίνουν ότι η ναζιστική Γερμανία και η ΕΣΣΔ ήταν το ίδιο πράγμα, ότι μπορούμε να τις εξισώσουμε ως τα «άκρα του ολοκληρωτισμού», όπως γίνεται συχνά στις μέρες μας από την αντικομμουνιστική ιδεολογία.

Ο ναζισμός ήταν μια μορφή άκρας αντίδρασης που επικράτησε στη Γερμανία μετά την κρίση του 1929 με την υποστήριξη των καπιταλιστών και των κυρίαρχων τάξεων, που φοβούνταν μια επαναστατική ανατροπή της εξουσίας τους. Στην ΕΣΣΔ αντίθετα είχαμε μια σοσιαλιστική επανάσταση η οποία άνοιξε το δρόμο, σε όλη τη δεκαετία του 1920, για μεγάλη πολιτιστική πρόοδο και εξασφάλισε στις εθνότητές της ουσιαστικές ελευθερίες. Οι ωμότητες της δικτατορίας του Στάλιν δεν προέκυψαν από τις κατευθύνσεις της επανάστασης αλλά από την ανατροπή τους και τη φυσική εξόντωση των περισσότερων πρωταγωνιστών της, η οποία μπορεί να γινόταν στο όνομα του σοσιαλισμού, αλλά εξυπηρετούσε τους ιδιοτελείς σκοπούς των γραφειοκρατών. Επιπλέον, στην ΕΣΣΔ και το ΚΚΣΕ υπήρχαν και άλλες δυνάμεις και μετά το 1956 αυτά τα φαινόμενα σε μεγάλο βαθμό παραμερίστηκαν. Με τους ναζί, αντίθετα, είναι αδύνατο ακόμη και να φανταστούμε ότι μπορούσε ποτέ μια μερίδα τους να δείξει κάτι διαφορετικό, καταδικάζοντας το Ολοκαύτωμα και τα άλλα εγκλήματά τους. Και φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε τον τεράστιο αγώνα και τις θυσίες του σοβιετικού λαού, που σήκωσε το βάρος του αντιφασιστικού πολέμου στα 1940-45. Χωρίς την ΕΣΣΔ δεν θα υπήρχε κανείς να σταματήσει τον Χίτλερ και σε αυτό βρίσκεται επίσης μια κρίσιμη ιστορική δικαίωση της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Οι εξισώσεις του τύπου κομμουνισμός = ναζισμός = ολοκληρωτισμός είναι λοιπόν λαθεμένες. Ουσιαστικά πρόκειται για την προσπάθεια των κρατούντων να δυσφημήσουν τους αγώνες των λαών, παρουσιάζοντας ότι κάθε προσπάθεια κοινωνικής αλλαγής είναι μάταιη και ότι πρέπει να συμβιβαστούμε με την τωρινή κατάσταση.

Η παρουσίαση της ιστορικής αλήθειας σχετικά με τις σταλινικές μαζικές εκκαθαρίσεις και τα εγκλήματα είναι απαραίτητη για να δοθεί μια σωστή ιστορική ερμηνεία τους. Το βιβλίο Νόιμαν έχει μια ιδιαίτερη αξία και σημασία για το έργο αυτό.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Το παρόν είναι μια ομιλία του στο Σεμινάριο Ιστορίας του Δήμου Κηφισιάς, 7 Ιούνη 2019.