Τα ΕΑΑΚ και το μεγάλο φοιτητικό κίνημα του 2006-2007

15/03/2016
Comments off
1.569 Views

Kριτική αποτίμηση με αφορμή το διήμερο 22-23 Μάρτη 2008

Πρόλογος

Με αφορμή το πρώτο 2ήμερο της ΕΑΑΚ για το 2008 (22 με 23 Μάρτη), νοιώσαμε την ανάγκη να βάλουμε μερικά ζητήματα στο χαρτί, τα περισσότερα από τα οποία απασχόλησαν το τελευταίο 2ήμερο, αφού δε μας δόθηκε ο χρόνος που χρειαζόμασταν για να τα αναπτύξουμε στη διάρκεια του ίδιου του διήμερου…

Τα κεντρικά θέματα που “έπιασαν” οι εκπρόσωποι των διαφόρων σχημάτων στο πανελλαδικό 2ήμερο της ΕΑΑΚ ήταν:

1. Η πολιτική κατάσταση (συγκυρία) που επικρατεί μετά τις βουλευτικές εκλογές του ’07, τα σκάνδαλα, τις Γενικές Απεργίες για το ασφαλιστικό και γενικά ό,τι συμβαίνει στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας.

2. Οι διεθνείς εξελίξεις και ειδικά στα Βαλκάνια με την ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου.

3. Η θεαματική άνοδος της Aριστεράς, και ειδικά του Συ.Ριζ.Α. με ποσοστά που έφταναν μέχρι και 18% (δημοσκοπήσεις Μάρτη ’08).

4. Το φοιτητικό κίνημα και τα καθήκοντα που έχει η ΕΑΑΚ το επόμενο διάστημα σε σχέση με την εφαρμογή του νόμου-πλαίσιο αλλά και με το ζήτημα του ασφαλιστικού.

5. Οι φοιτητικές εκλογές, αν θα έπρεπε να γίνουν στις 9/4/08 ή μετά το Πάσχα έτσι ώστε να γίνει προσπάθεια για νέες κινητοποιήσεις των φοιτητών.

6. Η διεύρυνση των ΕΑΑΚ, με τις δυνάμεις του Σ.Ε.Κ. στα πανεπιστήμια (την Πρωτοβουλία Γένοβα).

Το 2ήμερο αναλώθηκε, σε μεγάλο βαθμό, με ζητήματα που δεν αποτελούν πρωτεύοντα καθήκοντα μιας αριστερής φοιτητικής δύναμης/συσπείρωσης. Και εξηγούμαστε: Ασφαλώς το φοιτητικό κίνημα δεν μπορεί να έχει μόνο ρόλο να ασχολείται με τα στενά φοιτητικά ζητήματα. Το τι γίνεται στον κόσμο, στην κοινωνία, στους εργαζόμενους, δεν μπορεί παρά να το απασχολούν. Το θέμα όμως, όπως πάντα, είναι θέμα ισορροπίας. Υπάρχει πρόβλημα αν τα φοιτητικά ζητήματα και τα ζητήματα της παιδείας “εξαφανιστούν” μέσα σε μια συζήτηση για τα “καθήκοντα της επαναστατικής αριστεράς” απέναντι σε ότι προκύπτει. Τότε ο φοιτητικός συνδικαλισμός παραχωρεί τη θέση του στην “επαναστατική αναζήτηση” αριστερών οργανώσεων, πράγμα εντελώς θεμιτό για τις ίδιες τις οργανώσεις, αλλά που δεν απασχολεί τη μεγάλη μάζα των φοιτητών η οποία θέλει από τον φοιτητικό συνδικαλισμό να ασχολείται πρώτα και κύρια με τα φοιτητικά προβλήματα.

Έτσι το πανελλαδικό 2ήμερο της ΕΑΑΚ  δεν είχε ως κεντρικό ζήτημα το φοιτητικό κίνημα και πως θα καταφέρουμε να πείσουμε τους φοιτητές να ξανακατέβουμε σε κινητοποιήσεις για να ανατρέψουμε το νόμο-πλαίσιο.  Δεν περιοριζόταν στο να συμπληρώσει το πιο πάνω με την ανάγκη της κοινής πάλης με τους εργαζόμενους για να σταματήσουμε την επίθεση που δεχόμαστε στο ασφαλιστικό. Πήγαινε πολύ μακρύτερα: πολλές τοποθετήσεις καταπιάνονταν με το ποια θα πρέπει να είναι η απάντηση της “ριζοσπαστικής Aριστεράς” απέναντι στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ (εννοώντας πιθανή συμμαχία μεταξύ ΜΕ.Ρ.Α.- ΕΝ.ΑΝΤΙ.Α). Αρκετοί ομιλητές προχωρούσαν το ζήτημα ακόμη παραπέρα λέγοντας ότι είναι καθήκον της ΕΑΑΚ να φτιάξει ΕΑΑΚ και στους χώρους των εργαζομένων. Υποστήριζαν ότι ο ρόλος των δυνάμεων που ήταν εκεί πέρα (στο 2ημερο) ήταν να πείσουν τους εργαζομένους να κάνουν νέες απεργίες και μάλιστα απεργίες διαρκείας. Και βέβαια δεν έλειπαν οι αναφορές στο θέμα του Κοσσόβου, της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στα Βαλκάνια κοκ.

Σαν αποτέλεσμα, ενώ η συζήτηση έφευγε σε κάθε κατεύθυνση, δεν υπήρξε ουσιαστική αναφορά, πολύ περισσότερο αποφάσεις για το τι κάνουμε στα πανεπιστήμια ενάντια την εφαρμογή του νόμου πλαίσιο και για τα άλλα ζητήματα της παιδείας. Δεν υπήρξε κανένα σχέδιο δράσης αναφορικά με τα άμεσα προβλήματα με τα οποία είναι αντιμέτωπο το φοιτητικό κίνημα και το κίνημα της παιδείας.

Και έτσι γεννιέται φυσιολογικά το ερώτημα: “τι είναι, τελικά, η ΕΑΑΚ;”. Είναι αυτόνομα σχήματα της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Aριστεράς στα πανεπιστήμια, όπως η ίδια η ΕΑΑΚ υποστηρίζει, ή είναι συγκόλληση πολιτικών οργανώσεων; Η απάντηση είναι περισσότερο το δεύτερο και λιγότερο το πρώτο.

Και υπάρχουν πολλά παραδείγματα τα οποία το δείχνουν αυτό, σε βαθμό μάλιστα υπερβολής… Όπως για παράδειγμα όταν θέλει ένα σχήμα να τοποθετηθεί στο 2ήμερο… είναι σχεδόν αδύνατο αν οι επικεφαλής του δεν είναι μέλη των τριών μεγάλων συνιστωσών των ΕΑΑΚ – δηλαδή είτε του ΝΑΡ, είτε της ΑΡΑΝ, είτε της ΑΡΑΣ.   Μάλιστα, οι τοποθετήσεις των σχημάτων γίνονται σύμφωνα με λίστα η οποία είναι συμφωνημένη από πριν και βάσει ποσόστωσης των οργανώσεων (δηλώσεις προεδρείου στο τελευταίο 2ήμερο)! Ή, π.χ., για το κείμενο στο οποίο καταλήγει κάθε 2ήμερο (ή… σχεδόν κάθε 2ήμερο – βλ. πιο κάτω) η διαδικασία συγγραφής του έχει ως εξής: 3-4 άτομα από κάθε βασική οργάνωση (ΝΑΡ, ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ) κάθονται γύρω από ένα τραπέζι (όταν στο αμφιθέατρο συνεχίζονται οι τοποθετήσεις) και επί ώρες διαπραγματεύονται και αποφασίζουν για το τι θα λέει το κείμενο…

Αυτά, λυπούμαστε, αλλά δεν τιμούν τη δημοκρατία στο φοιτητικό κίνημα και στα ΕΑΑΚ. Πολύ περισσότερο όταν αυτές οι διαδικασίες περιγράφονται από τις οργανώσεις που είναι επικεφαλής των ΕΑΑΚ σαν “άμεση δημοκρατία”. Δυστυχώς η κατάληξη της λεγόμενης “αμεσοδημοκρατίας” είναι η γραφειοκρατία σε όλο της το μεγαλείο… Η άποψη ενός σχήματος δεν έχει σχεδόν καμία βαρύτητα στην όλη διαδικασία του 2ημέρου και βέβαια ο κάθε ΕΑΑΚίτης με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να έχει λόγο για τον τρόπο λήψης της τελικής απόφασης…

Στη συνέχεια του κειμένου αυτού θα ασχοληθούμε με τα θέματα που απασχόλησαν το διήμερο, πιάνοντας τα ζητήματα από την σκοπιά των (πολιτικών) οργανώσεων της ΕΑΑΚ και όχι των σχημάτων, καθώς άλλωστε με αυτό τον τρόπο τέθηκαν και συζητήθηκαν στο ίδιο το διήμερο.

Θεωρούμε υποχρέωση να ξεκινήσουμε με ένα απολογισμό του μεγάλου κινήματος της προηγούμενης περιόδου, γιατί απ’ αυτό προκύπτουν εξαιρετικά σημαντικά συμπεράσματα για το σήμερα. Αυτό το κεφάλαιο, δυστυχώς, όσο κι ακούεται απίστευτο, έλειπε ολοκληρωτικά από το διήμερο των ΕΑΑΚ, όπως και από προηγούμενες συναντήσεις των ΕΑΑΚ.

Στη συνέχεια θα καταπιαστούμε με το ζήτημα της συνεργασίας της Αριστεράς στα Πανεπιστήμια καθώς και με το θέμα του ΣΥΡΙΖΑ που, χωρίς υπερβολή κυριάρχησε στο διήμερο.

Στο τέλος αυτής μπροσούρας υπάρχουν δύο παραρτήματα, στα οποία καταπιανόμαστε με  τα ζητήματα του Κοσσόβου και των πρόσφατων εκλογών στην Κύπρο. Έχει πολύ ”ενδιαφέρον” να δούμε τη στάση που κράτησαν οι μεγαλύτερες οργανώσεις της ΕΑΑΚ, που την ίδια στιγμή που μιλούν στο όνομα της «επανάστασης», της «ρήξης», ενάντια σε κάθε συμβιβασμό, κλπ κλπ, υποστήριξαν τον δεξιό, εθνικιστή, νεοφιλελεύθερο και πάμπλουτο εκπρόσωπο του κεφαλαίου Τάσσο Παπαδόπουλο στις τελευταίες εκλογές, επειδή είπε ”όχι” στο σχέδιο Ανάν το 2004 κι αυτό τον καθιστά, υποτίθεται, αντιιμπεριαλιστή…

Απολογισμός και συμπεράσματα από το εκπαιδευτικό κίνημα 2006- 2007

Θα ξεκινήσουμε πρώτα κάνοντας μια αναδρομή στο μεγάλο εκπαιδευτικό κίνημα και στα συμπεράσματα που μπορούν να βγουν. Αυτό δεν γίνεται απλά για να γίνει, ούτε λόγω κάποιας εμμονής με το παρελθόν. Απλά πιστεύουμε ότι για να μπορέσουμε να δούμε το παρόν και το μέλλον πρέπει πρώτα να εξετάσουμε το παρελθόν. Από το προηγούμενο μεγάλο φοιτητικό κίνημα μπορούμε να αντλήσουμε πολλά και πολύτιμα συμπεράσματα.

Το κίνημα που συγκλόνισε το χώρο της παιδείας από το Μάη 2006 ως τον Απρίλη 2007 δημιούργησε μεγάλες ευκαιρίες και δυνατότητες για τις πολιτικές οργανώσεις της ΕΑΑΚ. Οι οργανώσεις αυτές βρέθηκαν στην ηγεσία του πιο μαζικού φοιτητικού κινήματος των τελευταίων δεκαετιών ενώ παράλληλα έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορική απεργία των δασκάλων, τον Σεπτέμβρη – Οκτώβρη του ίδιου χρόνου (2006).

Μέσα από την επαφή με 10άδες χιλιάδες αγωνιστές και την καθοδήγηση ενός μαζικού αγώνα, ο χώρος αυτός είχε μια διπλή ευκαιρία. Από τη μια είχε την ευκαιρία να παίξει καταλυτικό ρόλο στην ανατροπή του πολιτικού τοπίου μέσα στα πανεπιστήμια, όπου πάνω από 20 χρόνια κυριαρχεί η ΔΑΠ. Από τη άλλη, σε επίπεδο κοινωνίας, είχε την ευκαιρία να σπάσει τα στενά όρια της “ριζοσπαστικής-επαναστατικής αριστεράς” και για πρώτη φορά να αποκτήσει ένα μαζικό κοινό. Οι δυνατότητες αυτές έγιναν αντιληπτές από τις παραπάνω οργανώσεις και δημιούργησαν μεγάλες προσδοκίες στους αγωνιστές του χώρου ειδικά πριν τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2007.

Δυστυχώς σήμερα είναι γεγονός ότι καμία από τις δυο δυνατότητες δεν αξιοποιήθηκε.

Στις περσινές φοιτητικές εκλογές (2007) η ΕΑΑΚ σημείωσε μικρή άνοδο της τάξης του 1%, κάτι που ήταν εντελώς αναντίστοιχο  με το ρόλο που έπαιξε κατά τη διάρκεια των φοιτητικών καταλήψεων. Ενώ, στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτέμβρη του 2007 τα δυο σχήματα που στηρίχτηκαν από το χώρο της ΕΑΑΚ, το ΜΕΡΑ και το ΕΝΑΝΤΙΑ, δεν κατάφεραν να σπάσουν το φράγμα του “κόσμου της ριζοσπαστικής αριστεράς”, παίρνοντας περίπου από 10,000 ψήφους το καθένα.

Στη σημερινή φάση δε, είναι καθαρό πως η πρωτοβουλία των κινήσεων έχει περάσει στον Συ.Ριζ.Α, ο οποίος εμφανίζει μια δυναμική άνοδο σε ποσοστά. Αντικειμενικά λοιπόν γεννιέται το ερώτημα σε χιλιάδες αγωνιστές, “τι λάθος έγινε και δεν κατάφερε ο χώρος των ΕΑΑΚ  να αξιοποιήσει τις μεγάλες δυνατότητες που άνοιξε το κίνημα στην παιδεία;”.

Και το πρώτο πράγμα που πρέπει να πούμε είναι πως το κίνημα αυτό έληξε με την αίσθηση ότι “τελικά κέρδισε η κυβέρνηση”. Οι χιλιάδες φοιτητές που έκαναν πολύμηνο αγώνα διαισθάνθηκαν ότι δεν φτάνει η αποφασιστικότητα, η μαζικότητα και η διάρκεια ενός αγώνα για να καταφέρεις να κερδίσεις την κυβέρνηση. Κατάλαβαν ότι χρειάζεται κάτι παραπάνω, κάτι που έλλειπε.

Αντιλήφθηκαν, ακόμη, ότι το κίνημα είχε σημαντικές αδυναμίες που του στέρησαν τη νίκη και πως η ΕΑΑΚ είχε σοβαρή ευθύνη για αυτές τις αδυναμίες, παρόλο που ήταν το ηγετικό και πιο αποφασιστικό κομμάτι του κινήματος.

Έτσι παρότι δεκάδες χιλιάδες φοιτητές ψήφιζαν τα πλαίσια της ΕΑΑΚ κατά τη διάρκεια των καταλήψεων, δεν ταυτίστηκαν μαζί τους και δεν ένοιωσαν την ίδια ανάγκη να στηρίξουν την ΕΑΑΚ στις φοιτητικές εκλογές του Μάη του 2007, και το ΜΕΡΑ ή το ΕΝΑΝΤΙΑ στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτέμβρη του 2007. Κάθε σοβαρός αγωνιστής έχει την ευθύνη να αναζητήσει τις αιτίες γι’ αυτό.

Έλλειψη σχεδίου

Ένα πράγμα που προκύπτει ξεκάθαρα, είναι ότι η ριζοσπαστικοποίηση και η πολιτικοποίηση του κόσμου δεν επιτυγχάνεται μέσα από πολυσέλιδα πλαίσια γραμμένα με “επαναστατική” ορολογία…

Αντίθετα αυτό που χρειάζεται είναι να δημιουργηθούν οι καλύτερες προϋποθέσεις για να μπορέσει το κίνημα να νικήσει, κι αυτό απαιτεί σχέδιο: δηλαδή συγκεκριμένες προτάσεις, απλά διατυπωμένες, που να προτείνουν ποια θα πρέπει να είναι κάθε φορά τα επόμενα βήματα για να φτάσουμε στη νίκη.

Αυτό το σχέδιο ήταν που έλλειπε από το κίνημα. Και ήταν ευθύνη της ΕΑΑΚ να διατυπώσει ένα τέτοιο σχέδιο. Δυστυχώς δεν το κατάφερε ούτε καν στις πιο κρίσιμες στιγμές του αγώνα. Από το Μάη του 2006 ως τον Απρίλη του 2007 η μοναδική πρόταση της ΕΑΑΚ ήταν το “συνελεύσεις – καταλήψεις – διαδηλώσεις”… Όμως αυτός ο ”τυφλοσούρτης” δεν ήταν αρκετός ιδιαίτερα στις καμπές του κινήματος οπότε χρειάζονταν συγκεκριμένες προτάσεις κλιμάκωσης του αγώνα. Όμως τέτοιες προτάσεις δεν έγιναν ποτέ και αυτό ”έβγαζε μάτι” από την αρχή ως το τέλος.

Η αδυναμία αυτή έγινε πιο φανερή από ποτέ μετά την 8η Μάρτη 2007. Η πιο μαζική φοιτητική διαδήλωση είχε κτυπηθεί άγρια από τα ΜΑΤ. Πάνω από 40 φοιτητές είχαν συλληφθεί. Μέσα σε ένα όργιο καταστολής η κυβέρνηση προχωρούσε στην ψήφιση του νέου νόμου πλαίσιο. Το ερώτημα που έμπαινε ήταν πώς θα έπρεπε να συνεχίσει το κίνημα με δεδομένο ότι οι φοιτητές είχαν αρχίσει να κουράζονται αφού οι καταλήψεις συμπλήρωναν 2 μήνες.

Στο “Πανελλαδικό Συντονιστικό Γενικών Συνελεύσεων” που έγινε στις 9 Μάρτη στην Ιατρική η ηγεσία της ΕΑΑΚ δεν προσπάθησε να δώσει καμία απολύτως απάντηση σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα. Αρκέστηκε σε “επαναστατικούς λόγους” για το ριζοσπαστικό χαρακτήρα του κινήματος, καταδίκασε την ωμή βία των ΜΑΤ, συνέκρινε τον αγώνα μας με τα κινήματα του 79, του 91 και του 98, αυτο-επιβεβαιώθηκε για το γεγονός πως αυτή ήταν επικεφαλής του κινήματος… αλλά πέρα από αυτά δεν πρότεινε τίποτα απολύτως για την επόμενη μέρα πέρα από το “συνελεύσεις – καταλήψεις – διαδηλώσεις”!

Η ίδια χτυπητή αδυναμία της ηγεσίας της ΕΑΑΚ να διατυπώσει συγκεκριμένες προτάσεις φάνηκε ξανά στο Πανελλαδικό Διήμερο της ΕΑΑΚ που έγινε πριν τις διακοπές του Πάσχα (31 Μάρτη – 1 Απρίλη του 2007). Σε αυτό συμμετείχαν πάνω από 2,000 αγωνιστές και το κρίσιμο ερώτημα για όλους ήταν τι κάνουμε μετά το Πάσχα. Σε αυτό το ερώτημα ηγεσία της ΕΑΑΚ απέτυχε να απαντήσει.

Οι εκπρόσωποι των τριών μεγαλύτερων οργανώσεων της ΕΑΑΚ αναγκάστηκαν να παραδεχτούν δημόσια την Δευτέρα (2/4/07) στις 12.30 το μεσημέρι, μετά από δύο ολονύχτιες συνελεύσεις, ότι το διήμερο θα λήξει χωρίς καμιά απόφαση επειδή τα στελέχη των βασικών οργανώσεων δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν μεταξύ τους!

Η κατάληξη αυτή ήταν όχι μόνο θλιβερή αλλά και σκανδαλώδης! Πρώτο γιατί στις συγκεκριμένες,  κρίσιμες συνθήκες, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο κλείσιμο του κινήματος μετά το Πάσχα και στην απογοήτευση πολλών αγωνιστών. Και δεύτερο γιατί απέδειξε στην πράξη τι σήμαινε η ”αμεσοδημοκρατία”: κανένα δικαίωμα στις 2000 φοιτητές που ήταν εκεί να αποφασίσουν – το δικαίωμα αυτό το είχαν μόνο τα ηγετικά στελέχη των τριών πιο μεγάλων οργανώσεων!

Πανεκπαιδευτικό Μέτωπο

Η έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου για την πορεία των αγώνων, οποιασδήποτε πρότασης για την πορεία του κινήματος είχε ήδη φανεί από το καλοκαίρι του 2006, αμέσως μετά τον πρώτο γύρο των φοιτητικών καταλήψεων.

Οι φοιτητικές καταλήψεις που ξεκίνησαν το Μάη του 2006 έπιασαν στον ύπνο την κυβέρνηση και τη ΔΑΠ, εξαπλώθηκαν μέσα σε λίγες βδομάδες σε ολόκληρη την Ελλάδα, αγκάλιασαν το σύνολο των σχολών σημειώνοντας ρεκόρ καταλήψεων στις αρχές Ιούνη (420 κατειλημμένες σχολές) και πάνω από όλα πέτυχαν μια πρώτη νίκη όταν στις 13 Ιούνη 2006 ανάγκασαν την κυβέρνηση να αναβάλει την κατάθεση του νέου νόμου πλαίσιο για το φθινόπωρο. Πάνω από όλα όμως γέννησαν ένα κύμα ενθουσιασμού και αυτοπεποίθησης τόσο στους φοιτητές όσο και στα υπόλοιπα στρώματα της εκπαίδευσης, που είδαν ότι ο αγώνας μπορεί να έχει αποτελέσματα.

Ολόκληρη η εκπαίδευση μπήκε σε μια φάση αγωνιστικού αναβρασμού. Στα τέλη Ιούνη η κατάσταση είχε ως εξής: οι φοιτητές ανανέωναν το ραντεβού για το φθινόπωρο, οι δάσκαλοι αποφάσιζαν να μπουν σε απεργία μετά το καλοκαίρι και οι μαθητές συζητούσαν ανοιχτά να μπουν και αυτοί σε καταλήψεις. Επιπλέον οι πολιτικές οργανώσεις της ΕΑΑΚ ήταν στην ηγεσία των φοιτητών και ταυτόχρονα επηρέαζαν καταλυτικά τους δασκάλους μέσα από τις “Παρεμβάσεις- Συσπειρώσεις-Κινήσεις”, τη συνδικαλιστική τους παράταξη στην Ομοσπονδία των Δασκάλων, τη ΔΟΕ. Για πρώτη φορά υπήρχαν όλες οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για να χτιστεί το Πανεκπαιδευτικό Μέτωπο.

Κι όμως παρά τις ευνοϊκές συνθήκες το Πανεκπαιδευτικό Μέτωπο δεν χτίστηκε ποτέ. Σοβαρή ευθύνη για αυτό φέρουν οι βασικές οργανώσεις της ΕΑΑΚ γιατί δεν προσπάθησαν να συντονίσουν δασκάλους και φοιτητές παρότι είχαν σοβαρή παρέμβαση και στους δυο χώρους.

Στην Ομοσπονδία των δασκάλων (ΔΟΕ) οι “Παρεμβάσεις” πρότειναν να ξεκινήσει η απεργία το Σεπτέμβρη (η πρόταση υιοθετήθηκε απ’ τους συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ κι έτσι έγινε απόφαση της Ομοσπονδίας). Αυτή η επιλογή ήταν ένα μεγάλο λάθος. Γιατί ήταν σε όλους γνωστό ότι οι φοιτητές θα ήταν αδύνατον να μπουν ταυτόχρονα σε καταλήψεις καθώς είχαν εξεταστική ως τον Οκτώβρη.

Αυτό το λάθος είχε συνέπειες. Οι δάσκαλοι έκαναν απεργία για 6 ολόκληρες εβδομάδες. Οργάνωσαν τεράστια συλλαλητήρια με αποκορύφωμα τις 50,000 στις 18 Οκτώβρη του 2006. Όμως ο αγώνας τους ήταν κατά βάση απομονωμένος από φοιτητές και μαθητές. Γιατί η συνδικαλιστική ηγεσία επέλεξε λάθος χρόνο! Οι μαθητές, στη β’θμια εκπαίδευση  μπήκαν προς το τέλος της απεργίας σε καταλήψεις αλλά οι δάσκαλοι είχαν ήδη κουραστεί.

Η απεργία έληξε στα τέλη Οκτώβρη χωρίς νίκη και οι μαθητικές καταλήψεις που κράτησαν μόνες τους για κάποιες βδομάδες αναγκάστηκαν να σταματήσουν στα μέσα Νοέμβρη καθώς οι φοιτητές φαίνονταν να μην προχωρούν άμεσα σε δεύτερο γύρο καταλήψεων. Οι διαδοχικοί αγώνες δασκάλων-μαθητών χωρίς κάποιο αποτέλεσμα λειτούργησαν αρνητικά στη διάθεση των φοιτητών, οι οποίοι προχώρησαν σε νέες καταλήψεις μόνο το Γενάρη όταν η κυβέρνηση προσπάθησε να περάσει την αναθεώρηση του άρθρου 16.

Η ευκαιρία για πανεκπαιδευτικό μέτωπο είχε χαθεί και αυτή η δυνατότητα δεν υπήρχε μετά το Γενάρη του 2007.

Η ΕΑΑΚ είχε τη δυνατότητα να επηρεάσει τα πράγματα σε αντίθετη κατεύθυνση. Τι θα έπρεπε να κάνει; Κατά τη γνώμη μας μετά την υποχώρηση της κυβέρνησης τον Ιούνη του 2006 θα έπρεπε να τονίσει τη σημασία μιας πρώτης νίκης και να προετοιμάσει το κίνημα για τον δεύτερο γύρο τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, όταν μεταφερόταν στην ουσία ο πόλεμος. Να δοθεί η εξεταστική του Ιούνη (αντί για ”συνέχιση μέχρι τελικής πτώσεως μέσα στο καλοκαίρι”) για να μην υπάρχει διπλή εξεταστική τον Σεπτέμβρη. Τα Φοιτητικά  Συντονιστικά θα έπρεπε να διατηρηθούν σ’ αυτό το διάστημα  και μέσα από τις απαραίτητες επαφές με τους δασκάλους, αλλά και τους μαθητές και εκπαιδευτικούς της β’βάθμιας να μπούμε στον Σεπτέμβρη με κοινές κινητοποιήσεις: με άλλα λόγια το ενιαίο πανεκπαιδευτικό μέτωπο στην πράξη! Τίποτα όμως από αυτά δεν έγινε.

“Αμεσοδημοκρατικά” Συντονιστικά

Πέρα από την έλλειψη προτάσεων και σχεδίου από τους ηγετικούς των ΕΑΑΚ, το χάος που επικρατούσε στο Πανελλαδικό Συντονιστικό (Π.Σ.) δεν επέτρεψε σε καμιά φάση του αγώνα να τεθούν προτάσεις “από τα κάτω” να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση ανάμεσα στους πρωτοπόρους αγωνιστές του κινήματος.

Επί της ουσίας οι φοιτητές κάθε Γενικής Συνέλευσης δεν είχαν κανένα τρόπο να επηρεάσουν τη λειτουργία του Π.Σ. Αιτία ήταν η λογική της λεγόμενης ”αμεσοδημοκρατίας” που πρότεινε η ΕΑΑΚ και βάση αυτής λειτουργούσε το Π.Σ. Με βάση τη λογική αυτή τα Συντονιστικά δεν έπρεπε να αποτελούνται από εκλεγμένους και ανακλητούς αντιπροσώπους των Γενικών Συνελεύσεων. Στην πράξη αυτό σήμαινε ότι όποια δύναμη είχε τα περισσότερα μέλη και πιο δυνατό μηχανισμό μπορούσε να επικρατήσει μέσα στα Συντονιστικά. Και την περίοδο Μάη-Ιούνη αυτή η δύναμη ήταν η ΕΑΑΚ, αφού η ΠΚΣ-ΚΝΕ αρχικά δεν συμμετείχε και μετά απλά σύρθηκε στο κίνημα.

Σαν αποτέλεσμα αυτής της λογικής το Π.Σ. συνεδρίασε δυο φορές μέσα στις καταλήψεις του Μάη-Ιούνη, μια φορά στην αρχή και μια φορά στο τέλος του αγώνα. Δεν πήρε καμιά συγκεκριμένη απόφαση και δεν προχώρησε σε κανένα σχεδιασμό των επόμενων σημαντικών βημάτων του κινήματος.

Το πλήρες αδιέξοδο της λεγόμενης “αμεσοδημοκρατίας” αποκαλύφθηκε μετά το Γενάρη του 2007 όταν και η ΠΚΣ μπήκε στο κίνημα.

Αφού μέχρι τότε τα Π.Σ. λειτουργούσαν με βάση το ποιος έχει τα περισσότερα μέλη στο αμφιθέατρο η ΠΚΣ-ΚΝΕ αποφάσισε να κινητοποιήσει τον πολύ πιο δυνατό μηχανισμό της για να ελέγξει το Π.Σ. Αυτό έγινε ουσιαστικά στις 15 Φλεβάρη 2007 όταν η ΚΝΕ κινητοποίησε περισσότερα μέλη στο Π.Σ.

Απέναντι σε ένα τέτοιο αρνητικό συσχετισμό η ηγεσία της ΕΑΑΚ προχώρησε σε μια απαράδεκτη κίνηση εντελώς αντίθετη με οποιαδήποτε έννοια δημοκρατίας, πολύ περισσότερο “αμεσοδημοκρατίας”. Εντελώς συνειδητά ισχυρίστηκε ψευδώς ότι απειλείται το άσυλο του ΕΜΠ από τις δυνάμεις των ΜΑΤ και με αυτό σαν πρόφαση ζήτησε την αναβολή της συνεδρίασης του Π.Σ. Έτσι το ψέμα της “άμεσης δημοκρατίας” των ΕΑΑΚ αποκαλύφθηκε, με τραγικό τρόπο για το κίνημα, αλλά και για τα ΕΑΑΚ – γιατί όταν κάποιος καταφεύγει σε τέτοια βρώμικα κόλπα για να ελέγξει το κίνημα τότε όχι μόνο δεν του αξίζει αλλά και δεν μπορεί κιόλας.

Ακολούθησαν συνεδριάσεις του Π.Σ. “απείρου κάλλους” σε γηπεδική ατμόσφαιρα συνθημάτων ακόμη και ξύλου μεταξύ ΠΚΣ-ΕΑΑΚ. Σε δυο περιπτώσεις το Π.Σ. έβγαλε δυο διαφορετικές ανακοινώσεις, μια της ΕΑΑΚ και μια της ΠΚΣ. Μέσα στο Φλεβάρη το κίνημα ήταν ουσιαστικά διασπασμένο καθώς σε δυο περιπτώσεις οργανώθηκαν ταυτόχρονα τοπικές και πανελλαδικές πορείες από ΕΑΑΚ και ΠΚΣ.

Τελικά αποδείχτηκε ότι η “αμεσοδημοκρατία” των Π.Σ. δεν ήταν ούτε άμεση ούτε δημοκρατία αφού δεν επέτρεψε ποτέ στους πρωτοπόρους φοιτητές να πάρουν δημοκρατικά τις αποφάσεις τους αλλά έδωσε τη δυνατότητα στους μηχανισμούς να έχουν τον πρώτο και τελευταίο λόγο.

Αυτή η χαοτική κατάσταση των συντονιστικών είχε αρνητικές επιπτώσεις στο κίνημα και ταυτόχρονα δεν βοήθησε στην ουσιαστική συμμετοχή των ανένταχτων αγωνιστών.

Εργατικό Κίνημα – υποβάθμιση σημασίας

Το ζήτημα της σύνδεσης του φοιτητικού με το εργατικό κίνημα συζητήθηκε πολύ κατά τη διάρκεια των καταλήψεων. Σε αρκετές αποφάσεις του Πανελλαδικού Συντονιστικού και σε πολλά πλαίσια μπήκε το αίτημα να καλέσουν οι ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ 24ωρη Γενική Απεργία για την παιδεία. Όμως ποτέ δεν οργανώθηκε μια πλατιά μαζική εκστρατεία του Π.Σ., με αφίσες, προκηρύξεις και παρεμβάσεις σε χώρους δουλειάς αλλά και σε ΔΣ Σωματείων, Ομοσπονδιών κλπ, που να θέτει συγκεκριμένη ημερομηνία πραγματοποίησης μιας τέτοιας απεργίας. Αυτός θα ήταν ο μόνος τρόπος από τη μια να εξαναγκαστούν οι γραφειοκρατικές ηγεσίες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ να καλέσουν απεργίες και από την άλλη οι απεργίες αυτές να έχουν επιτυχία.

Μια τέτοια σύνδεση θα αποτελούσε μια πραγματική κλιμάκωση του κινήματος. Όπως απέδειξαν οι πρόσφατες απεργίες για το ασφαλιστικό, οι εργαζόμενοι αποτελούν το πιο μαζικό μαχητικό κομμάτι της κοινωνίας. Μια συμπόρευση εργατικού και φοιτητικού κινήματος θα μπορούσε να στριμώξει την κυβέρνηση “στα σχοινιά” και να αυξήσει την κοινωνική πίεση σε αυτή. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει το κίνημα στη νίκη. Κάτω από την πίεση της βάσης του κινήματος η ηγεσία της ΕΑΑΚ υποχρεώθηκε να απευθύνει κάλεσμα για απεργία στις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Το έκανε όμως με τρόπο τυπικό, χωρίς ποτέ να το πιστεύει ή να το επιδιώκει πραγματικά. Και αφού αυτές δεν ανταποκρίθηκαν (όπως ήταν αναμενόμενο) παράτησε στην ουσία αυτό το αίτημα, χωρίς να επιχειρήσει να απευθυνθεί μαζικά στη βάση των εργαζομένων.

Μπάχαλα – ένα ανόητο φλέρτ

Συνεχίζοντας με την υποτίμηση της σημασίας του να έχεις τους εργαζόμενους και την κοινωνία στο πλευρό σου, η στάση της ΕΑΑΚ απέναντι στα μπάχαλα των αναρχικών ήταν υποχωρητική. Και αυτό πήγαζε από το ότι μέρος της ΕΑΑΚ θεωρούσε και συνεχίζει να θεωρεί πως κλιμάκωση του αγώνα είναι οι “συμβολικές συγκρούσεις” με την αστυνομία έξω από τη Βουλή, συγκρούσεις που αντικειμενικά ευνοούσαν τα μπάχαλα.

Οι συγκρούσεις αυτές που επιχειρούσε ένα κομμάτι της ΕΑΑΚ δεν προσέφεραν τίποτα στο κίνημα ούτε το έκαναν “πολιτικά επικίνδυνο”. Τις πραγματοποιούσε το μπροστινό μέρος των μπλοκ των ΦΣ και μόνο για λίγα δευτερόλεπτα – καμία σχέση δηλαδή με ”δράση του κινήματος”. Από πολιτική άποψη ήταν εντελώς ανούσιες. Τι προσέφεραν προς την κλιμάκωση του αγώνα; Τι προσέφεραν ως προς την προώθηση των αιτημάτων; Τίποτα απολύτως.

Συνέπεια όμως αυτής της λογικής ήταν η ανοχή στα μπάχαλα των αναρχικών, παρά το γεγονός ότι δεν αποφασίστηκαν ποτέ και σε καμιά ΓΣ, παρά το ότι έδιναν πάτημα σε κυβέρνηση και ΜΜΕ να δυσφημούν το κίνημα, παρά το ότι απωθούσαν τους εργαζόμενους από τις πορείες, ποτέ δεν καταδικάστηκαν πολιτικά από την ΕΑΑΚ. Η ΕΑΑΚ ποτέ δεν πήρε αποστάσεις από αυτά ούτε προσπάθησε να τα αποτρέψει.

Ο απολογισμός και τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτόν τον μεγάλο αγώνα του φοιτητικού κινήματος, στον οποίο πρωτοστάτησαν τα ΕΑΑΚ και ο οποίος, δυστυχώς, δεν μπόρεσε να νικήσει, δεν έχει γίνει ποτέ από τις βασικές οργανώσεις που αποτελούν την ΕΑΑΚ – το ΝΑΡ, την ΑΡΑΝ και την ΑΡΑΣ. Η αναφορά στο κίνημα και ο απολογισμός της πορείας του αγώνα περιέχει μόνο θριαμβολογίες και ποτέ, καμία εξήγηση για το γιατί πέρασε ο νόμος ή το τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικό.

Η ριζοσπαστική Αριστερά έχει την ευθύνη να κοιτάει την αλήθεια κατάματα και όχι να κρύβεται από αυτή. Να τολμάει να παραδέχεται τις αδυναμίες και τα λάθη της αλλά και να τα διορθώνει. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είδαμε στα δύο τελευταία διήμερα της ΕΑΑΚ.

Τα καθήκοντα του σήμερα και η συνεργασία της Αριστεράς

Πλέον έχει περάσει παραπάνω από ένας χρόνος από τη ψήφιση του νόμου-πλαίσιο και το φοιτητικό κίνημα είναι αντιμέτωπο με μια νέα κατάσταση. Στον ένα αυτό χρόνο ο νόμος επιχειρήθηκε  να περάσει σε “κομμάτια”, πράγμα που είχε μικρή επιτυχία. Ο Πρότυπος Εσωτερικός Κανονισμός και τα 4ετή Ακαδημαϊκά Αναπτυξιακά Προγράμματα, που αποφασίστηκαν από τους Πρυτάνεις στην τελευταία τους Σύνοδο δείχνουν ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να προχωρήσει με πιο γρήγορα βήματα την εφαρμογή του νόμου-πλαίσιο.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση η Αριστερά πρέπει να δράσει άμεσα και δυναμικά. Και αυτό μπορεί να το κάνει μόνο έχοντας ενωτική λογική.

Τι σημαίνει αυτό

Η ριζοσπαστική Αριστερά, για να ανταποκριθεί στο ρόλο της, πρέπει να σκέφτεται και να δρα έχοντας σαν κεντρικό κριτήριο τη δημιουργία όσο το δυνατόν ευνοϊκότερων προϋποθέσεων για την ανατροπή των μέτρων της κυβέρνησης. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να υπάρξουν ενωτικές πρωτοβουλίες και ενωτικές δράσεις των δυνάμεων της Αριστεράς.

Η επίκληση στην ενότητα/συνεργασία της αριστεράς δεν γίνεται ούτε από φετιχισμό ούτε επειδή “πιάνει” σαν αίτημα. Η πραγματικότητα των κινημάτων έχει αποδείξει ότι η ενωτική λογική είναι απαραίτητη για να πάνε τα πράγματα μπροστά.

Το πιο τρανό παράδειγμα γι’ αυτό είναι το φοιτητικό κίνημα των δύο τελευταίων ετών, όπου το κατέβασμα κοινών πλαισίων ήταν ένας από τους πιο βασικούς λόγους που μπόρεσαν να περάσουν οι προτάσεις για καταλήψεις στις Γενικές Συνελεύσεις. Αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κανένας. Γιατί, λοιπόν, αυτό να μην συνεχιστεί;

Η πρόταση αυτή, επί της ουσίας, αφορά τη συνεργασία της ΕΑΑΚ με την ΑΡΕΝ – γιατί η ΑΡΕΝ είναι θετική σε προτάσεις συνεργασίας. Το ενωτικό κάλεσμα βέβαια πρέπει να απευθύνεται στο σύνολο της αριστεράς, και συγκεκριμένα και στις δυνάμεις της ΠΚΣ. Φυσικά δεν έχουμε αυταπάτες ότι η ηγεσία της ΠΚΣ θα δεχτεί κάτι τέτοιο. Αλλά τα κριτήριά μας δεν πρέπει να είναι το ποια στάση θα κρατήσει η ηγεσία της ΠΚΣ, αλλά το αν η πρότασή μας θα βρει θετική ανταπόκριση στο μαζικό φοιτητικό κίνημα.

Ότι μια τέτοια ενωτική πρόταση θα έβρισκε θετική ανταπόκριση στο φοιτητικό κίνημα, μαζικά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Και, σαν αποτέλεσμα, μια τέτοια ενωτική πρωτοβουλία, αν γινόταν με έντονο και μαζικό τρόπο, θα όξυνε τις διεργασίες που συντελούνται στο εσωτερικό της ΚΝΕ πιέζοντας την ηγεσία της. Απόδειξη του ότι στο εσωτερικό της ΚΝΕ αναπτύσσονται διεργασίες που καθόλου δεν πρέπει να υποτιμηθούν είναι το γεγονός της πρόσφατης διαγραφής στελεχών της ΚΝΕ (μεταξύ των οποίων και ο γραμματέας σπουδάζουσας Αττικής), πράγμα που αποτελεί αντανάκλαση των προβληματισμών της βάσης της για την πολιτική του κόμματος αυτή την περίοδο.

Τι είδους ενότητα/συνεργασία και τι μπορεί να προσφέρει

Μπαίνει το ζήτημα τι είδους ενότητα/συνεργασία θα είναι αυτή. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να είναι μια ενότητα στη βάση των κινηματικών διαδικασιών. Μετά από ένα χρόνο κινηματικής ύφεσης είδαμε, τελευταία, να γίνονται αρκετά μαζικές Γενικές Συνελεύσεις και να παίρνονται αποφάσεις για διήμερες ή τριήμερες καταλήψεις με συμμετοχή των Φοιτητικών Συλλόγων στη Γενική Απεργία στις 19 Μάρτη.

Οι περισσότερες από αυτές τις Συνελεύσεις πάρθηκαν με κοινά πλαίσια ΕΑΑΚ- ΑΡΕΝ. Αν δεν κατέβαιναν τα κοινά πλαίσια οι συνελεύσεις θα χανόντουσαν! Δεν είναι ξεκάθαρο πως αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε; Για να μπορούμε να μιλάμε για ανασυγκρότηση του φοιτητικού κινήματος πρέπει στις Συνελεύσεις να κατεβαίνουν κοινά πλαίσια, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να παίρνονται αγωνιστικές αποφάσεις.

Αλλά, αν αυτό είναι σωστό, τότε δεν θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει συνεργασία και για την προετοιμασία των Συνελεύσεων; Δηλαδή, να βγαίνουν όπου κρίνεται χρήσιμο (πχ σε Συλλόγους που η παρουσία της Αριστεράς είναι μικρή) κάποια κοινά κείμενα, να γίνονται κοινές προτάσεις σε ΔΣ κλπ. Μια τέτοια πλατιά ενωτική συνεργασία, μια συνεργασία στην πράξη, μπορεί να συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία των όρων για μαζικές κινητοποιήσεις.

Η συνεργασία αυτή των δυνάμεων της Αριστεράς όμως θα μπορούσε και έπρεπε να μεταφραστεί και σε εκλογική συνεργασία. Γι’ αυτή την πρόταση υπήρχαν πολλές αντιρρήσεις. Πολλοί σύντροφοι της ΕΑΑΚ, μιλούσαν ενάντια σ’ αυτό που αποκαλούσαν ”εκλογική συγκόλληση”. Υποστήριζαν ότι στις εκλογές τίθενται προς ψήφιση τα συνολικά πολιτικά πλαίσια των διάφορων δυνάμεων και επομένως εκλογικές συνεργασίες πρέπει να αποκλείονται.

Αυτό όμως δεν είναι σωστό.

Οι εκλογές αποτελούν μια πολιτική μάχη και όπως κάθε πολιτική μάχη δίνεται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Ανάλογα με τις συνθήκες η αριστερά κάνει τις πολιτικές της επιλογές. Απόλυτοι κανόνες που ισχύουν για πάντα δεν υπάρχουν.

Αυτό σημαίνει ότι ανάλογα με τις συνθήκες η Αριστερά οφείλει να ζητήσει τη στήριξη των φοιτητών όχι σαν δημοψήφισμα μιας συνολικής πολιτικής αποδοχής του maximum προγράμματος κάθε παράταξης αλλά στη βάσει κάποιων κεντρικών ζητημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των διεκδικήσεων του κινήματος.

Το ερώτημα είναι συγκεκριμένο: μια εκλογική συνεργασία θα συμβάλει στην περαιτέρω ώθηση του κινήματος; Αν η απάντηση σ’ αυτό είναι ναι, η ριζοσπαστική αριστερά οφείλει να αφήσει σε δεύτερη μοίρα το θέμα της δικής της καταγραφής, για να βοηθήσει το κίνημα να πάει μπροστά, κατανοώντας πως η περαιτέρω άνοδος του κινήματος θα ενισχύσει πάνω απ’ όλα την ίδια την ριζοσπαστική αριστερά!

Δυστυχώς αυτό δεν το κατανοούν οι βασικές συνιστώσες των ΕΑΑΚ. Δεν κατανοούν ότι όσοι ψηφίζουν τις προτάσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν το κάνουν επειδή έχουν διαβάσει τον Μαρξ και τον Λένιν ούτε και τα πολυσέλιδα πλαίσια των ΕΑΑΚ. Το κάνουν γιατί βλέπουν ότι υπάρχουν κάποιες πολιτικές και κάποιοι νόμοι που στρέφονται εναντίον τους και γιατί η Αριστερά παλεύει ενάντια σ’ αυτές τις πολιτικές. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και με βάση αυτή την πραγματικότητα πρέπει να γίνονται οι προτάσεις, εκτιμήσεις κλπ και όχι με βάση τις δικές μας επιδιώξεις για το πώς θα θέλαμε να είναι.

Οπότε, μια συνεργασία των αριστερών παρατάξεων ενάντια στις αιχμές της κυβερνητικής πολιτικής όχι μόνο είναι θεμιτή αλλά και αναγκαία. Και στο επίπεδο της κοινής δράσης και στο επίπεδο των κοινών πλαισίων και στο επίπεδο των κοινών εκλογικών καθόδων – κριτήριο σε όλα αυτά πρέπει να είναι το αν βοηθούν, αν δίνουν ώθηση στο κίνημα και τους αγώνες του ή όχι.

Από την άλλη, μια παρόμοια κατάσταση και επιχειρηματολογία υπήρχε και πριν το φοιτητικό κίνημα του Μάη- Ιούνη. Τότε η δικαιολογία, για να μην γίνονται κοινά πλαίσια των δυνάμεων της Αριστεράς, ήταν το αν θα γράφει στο πλαίσιο “ενιαία πανεπιστημιακή” ή “ενιαία ανώτατη” ή άλλα παρόμοια… Και αυτό αναγόταν σε μείζον ζήτημα, ανάμεσα στην ΕΑΑΚ και την ΠΚΣ, από το οποίο κανένας δεν μπορούσε να υποχωρήσει με το επιχείρημα για  μια συνολική αποδοχή ενός πολιτικού σκεπτικού κλπ κλπ. Στην πράξη, όμως, αυτό το τόσο ”σπουδαίο ζήτημα”, εξαφανίστηκε μέσα από την ανάπτυξη του φοιτητικού ξεσηκωμού του 2006-7 και της ανάγκης για κοινά πλαίσια, με στόχο να συντριβεί το μπλοκ της αντίδρασης ΔΑΠ και ΠΑΣΠ. Το αγεφύρωτο χάσμα της “ενιαίας πανεπιστημιακής” ή “ανώτατης” εκπαίδευσης εξαφανίστηκε εν μία νυκτί – το μαζικό φοιτητικό κίνημα, ούτε ασχολήθηκε, ούτε καν το πήρε είδηση…

Ενόψει των φοιτητικών εκλογών η ριζοσπαστική Αριστερά όφειλε να ξεπεράσει τις προσχηματικές διαφωνίες και να πάρει την πρωτοβουλία για μια ενωτική κάθοδο της Αριστεράς, κυρίως των δυνάμεων της ΕΑΑΚ και της ΑΡΕΝ, στις εκλογές. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να αλλάξει πολλά πράγματα στον φοιτητικό συνδικαλισμό. Κατ’ αρχάς θα μπορούσε να αλλάξει τους συσχετισμούς σε πολλούς Συλλόγους, είτε ισχυροποιώντας την Αριστερά είτε κάνοντάς την πρώτη δύναμη. Έπειτα μπορούσε να δημιουργήσει τριγμούς στην ΠΚΣ, με το σκεπτικό που αναπτύχθηκε παραπάνω.

Η αλλαγή των συσχετισμών θα έθετε σε άλλη βάση πολλά ζητήματα, από τη διενέργεια των Γενικών Συνελεύσεων και τις πρωτοβουλίες σχετικά με Συνελεύσεις Τμημάτων μέχρι τις δραστηριότητες που μπορεί να αναπτύξει ένα αριστερό ΔΣ (π.χ εκδηλώσεις του Συλλόγου για τα εκπαιδευτικά ζητήματα, ψηφίσματα κλπ). Θα δημιουργούσε δηλαδή, πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη κινηματικών διαδικασιών.

Αλλά το βασικό είναι ότι η  δυναμική που θα μπορούσε να αποκτήσει μια τέτοια συνεργασία, αν γινόταν σωστά, μαζικά και δραστήρια, μπορούσε να είναι μεγάλη. Ένα καλό αποτέλεσμα της Αριστεράς στις εκλογές θα τόνωνε το ηθικό των φοιτητών και θα έθετε σε νέα, καλύτερη βάση τη δράση και την παρουσία της Αριστεράς στα πανεπιστήμια.

Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν κάτι τέτοιο. Η Αριστερά, συνολικά, πήρε 30% στα ΑΕΙ και 19% στα ΤΕΙ, στις τελευταίες εκλογές (Απρίλης 2008). Η δυναμική που θα αποκτούσε μια συνεργασία των δυνάμεων της αριστεράς θα μπορούσε όμως σίγουρα να δώσει πολύ μεγαλύτερα ποσοστά και θα οδηγούσε στο πέρασμα πολλών σχολών, αν όχι της πλειοψηφίας, στα χέρια των αριστερών παρατάξεων! Αυτό θα ήταν καλό ή όχι για το μαζικό φοιτητικό κίνημα και τους αγώνες του;

Αντίθετα η πολυδιάσπαση της αριστεράς ήταν ένας από τους λόγους που επιτρέψανε ξανά, για μια ακόμη φορά, να βγει η ΔΑΠ πρώτη δύναμη – μετά από ένα τέτοιο εκπληκτικό κίνημα! Και η ΠΑΣΠ δεύτερη!…  Ας μην κατηγορεί κανείς τους φοιτητές γι’ αυτό…

Η ενότητα/συνεργασία που προτείνουμε, τόσο σε κινηματικό όσο και σε εκλογικό επίπεδο μπορεί να συντελέσει στην αλλαγή του σκηνικού. Στην κοινωνία αυτό που βλέπουμε είναι μια σοβαρή μείωση της απήχησης του δικομματισμού και την απαξίωση των κομμάτων του κεφαλαίου, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, στα μάτια πολλών εργαζομένων και νέων. Αυτή η απαξίωση, όμως, δεν γίνεται απάθεια ή παραίτηση. Αντιθέτως, ο κόσμος στρέφεται προς τα αριστερά και κυρίως προς τον Συ.Ριζ.Α.

Αυτό, η ενίσχυση δηλαδή γενικά της αριστεράς στην κοινωνία, είναι κάτι θετικό και πρέπει να αντανακλαστεί και στα πανεπιστήμια. Οι κύριες συνιστώσες της ΕΑΑΚ δεν μπορούν να το δουν αυτό. Δεν μπορούν να δουν ότι η ενίσχυση των αριστερών ιδεών στην κοινωνία είναι κάτι θετικό για την ανάπτυξη κινημάτων και πως αυτές οι συνθήκες προσφέρουν μεγάλες ευκαιρίες και δυνατότητες για την αντικαπιταλιστική /μαρξιστική /επαναστατική αριστερά. Αλλά για να τις αξιοποιήσει πρέπει να παρέμβει σ’ αυτές τις διαδικασίες. Οι βασικοί της ηγεσίας της ΕΑΑΚ παρακολουθούν από μακριά αρνούμενοι ”να λερώσουν τα χέρια τους”. Το μαζικό κίνημα στην ουσία τους προσπερνάει. Ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους γι’ αυτό, είναι η άρνηση των ΕΑΑΚ να έχουν ενωτική προσέγγιση στην υπόλοιπη αριστερά, και ιδιαίτερα να έχουν θετική στάση σε μια συνεργασία με την ΑΡΕΝ.      

Σε ποια βάση

Ένα εύλογο ερώτημα είναι σε ποια βάση θα γίνει αυτή η συνεργασία. Σίγουρα δεν μιλάμε για μια πολιτική ενοποίηση των διάφορων εκφάνσεων της Αριστεράς. Κάτι τέτοιο θα ήταν και ανιστόρητο και πολιτικά αφελές.

Όμως, οι υπαρκτές πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις δυνάμεις της Αριστεράς δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και κοινά σημεία, βάσει των οποίων μπορούν να συνεργαστούν.

Αυτά τα σημεία, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, καθορίζονται από τις ανάγκες του αγώνα, από τις προκλήσεις δηλαδή που έχει να αντιμετωπίσει το φοιτητικό κίνημα στις διάφορες φάσεις της διαδρομής του. Πάνω σε αυτά, που αφορούν την επίθεση σε εκπαίδευση και εργασία, θα μπορούσε να υπάρξει κάλεσμα σε συνεργασία προς το σύνολο των αριστερών παρατάξεων, στη βάση συγκεκριμένων αιτημάτων, στη βάση ενός ριζοσπαστικού και μαχητικού πλαισίου  – πράγμα που απαντά και στο επιχείρημα για “εκλογική συγκόλληση”. Ένα πλαίσιο αιτημάτων όπως το ακόλουθο:

1.     Να ανατραπεί ο νέος νόμος- πλαίσιο. Να μην εφαρμοστεί ο Εσωτερικός Κανονισμός και το 4ετές Ακαδημαϊκό- Αναπτυξιακό Πρόγραμμα.

2.     Να ανατραπούν οι νόμοι για αξιολόγηση, έρευνα, ΙΔΒΕ, ΔΟΑΤΑΠ. Να μην εφαρμοστεί η κοινοτική οδηγία 36/05 για την αναγνώριση των ΚΕΣ.

3.     Να μην κατατεθεί το ν/σ για τα μεταπτυχιακά.

4.     Ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 και του Συντάγματος.

5.     Καμιά επιχειρηματική δραστηριότητα στα πανεπιστήμια. Όχι στην ιδιωτική χρηματοδότηση και την ανταποδοτική λειτουργία των πανεπιστημίων.

6.     Πλήρως Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία με δραστική αύξηση των κρατικών δαπανών σε αυτήν. Δωρεάν σίτιση, στέγαση και μεταφορές για όλους τους φοιτητές.

7.     Ενιαία πτυχία με όλα τα επαγγελματικά και εργασιακά δικαιώματα σε αυτά. Το πτυχίο να αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση για δουλειά

8.     Μαζί με τους εργαζόμενους να παλέψουμε για αυξήσεις στους μισθούς με παράλληλη μείωση του ωραρίου. Μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους.

Δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει η ΕΑΑΚ με την ΑΡΕΝ πάνω σε αυτό (ή παρόμοιο) και να δώσουν από κοινού την εκλογική μάχη; Μπορούσε. Και αυτό δεν είναι κάτι το παράλογο. Εξ άλλου οι δυνάμεις που συμμετέχουν στην ΕΑΑΚ συνεργάζονται με τις δυνάμεις της ΑΡΕΝ σε άλλους χώρους όπως στα τοπικά κινήματα και σε κοινές δημοτικές παρατάξεις και κινήσεις (πχ Ζωγράφου, Χαλάνδρι κλπ στην Αθήνα) ή και σε συνδικαλιστικά (π.χ ΕΑΚ σε συμβασιούχους Υπ. Πολιτισμού).

Μια τέτοια συνεργασία σε καμία περίπτωση δεν θα σήμαινε κατάργηση ή αποσιώπηση των διαφορών που υπάρχουν. Ο καθένας θα είχε το δικό του υλικό, τη δική του ανεξάρτητη παρέμβαση, θα έθετε τα ζητήματα που αυτός θεωρεί πιο σημαντικά, ακόμα θα έκανε κριτική στον άλλον, ανοιχτά και δημόσια. Υπάρχουν διαφορές, υπάρχουν και σημεία σύγκλισης. Γιατί να κολλήσουμε στα πρώτα παραβλέποντας τα δεύτερα; Γιατί να μην υπήρχε και να μην υπάρξει συνεργασία με βάση τα όσα συμφωνούμε; Όταν αυτό μόνο θετικά έχει να προσφέρει στο κίνημα;

Η ριζοσπαστική Αριστερά πρέπει να μπει μπροστά σε πρωτοβουλίες που θα συντελέσουν στην αλλαγή των συνθηκών και των συνειδήσεων προς μια ριζοσπαστική κατεύθυνση. Και η ενωτική δράση ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου στην εκπαίδευση και των φερέφωνών του στα πανεπιστήμια (ΔΑΠ-ΠΑΣΠ) είναι κάτι απαραίτητο για να γίνει αυτό.

Ο Συ.Ριζ.Α. και η στάση της ριζοσπαστικής Αριστεράς απέναντί του.

Ένα από τα πιο βασικά ζητήματα του διημέρου ήταν και ο Συ.Ριζ.Α. Και πως θα μπορούσε να μην είναι άλλωστε…

Το τελευταίο διάστημα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα κατάσταση στην κοινωνία. Η πτώση του δικομματισμού και η αλματώδης άνοδος του Συ.Ριζ.Α έχει προκαλέσει προσδοκίες, ελπίδες, αναλύσεις,  εκτιμήσεις αλλά και προβληματισμούς σε μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας αλλά και μέσα στους κόλπους της Αριστεράς. Ερωτήματα όπως “είναι θετική η άνοδος του Συ.Ριζ.Α;”, “τι στάση πρέπει να κρατήσουν απέναντί του οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς;”, “ποια είναι τα όριά του;”, κοκ, είναι μερικά από τα ερωτήματα τα οποία είναι πλατιά διαδεδομένα και στα οποία χρειάζονται σοβαρές και καθαρές απαντήσεις.

Άνοδος του Συ.Ριζ.Α. Γιατί;

Τον τελευταίο χρόνο βλέπουμε να συντελείται μια αλλαγή στη συνείδηση ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας, μια στροφή προς τα αριστερά. Στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, τα δύο κόμματα του κεφαλαίου, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, έχασαν μεγάλο μέρος της δύναμής τους, παίρνοντας, μαζί, 700.000 ψήφους λιγότερες από τις εκλογές του 2004. Παράλληλα οι δυνάμεις της Αριστεράς αυξήθηκαν κατακόρυφα, αφού ΚΚΕ και Συ.Ριζ.Α πήραν συνολικά 13,2% (σχεδόν 1.000.000 ψήφους) το μεγαλύτερο ποσοστό της Αριστεράς από το 1990! Από τότε ο Συ.Ριζ.Α ανεβαίνει συνεχώς αφού οι δημοσκοπήσεις του έδωσαν μέχρι και 18%, την ίδια ώρα που τα ποσοστά των δύο μεγάλων κομμάτων βρίσκονται σε σταθερή πτώση.

Όλα αυτά δεν είναι τυχαία (όπως υποστηρίζουν κάποιοι σύντροφοι στα ΕΑΑΚ). Σίγουρα δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις δημοσκοπήσεις σαν τους δότες της απόλυτης αλήθειας, μπορούν όμως να μας φανερώσουν κάποιες τάσεις που αναπτύσσονται στην ελληνική κοινωνία. Το ερώτημα που υπάρχει είναι το εξής: γιατί ΝΔ και ΠΑΣΟΚ πέφτουν τόσο πολύ και ανεβαίνει ο Συ.Ριζ.Α; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση περιλαμβάνει δύο όψεις: τις αντικειμενικές συνθήκες από τη μια και τη στάση του Συ.Ριζ.Α. από την άλλη.

Αντικειμενικές συνθήκες

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 κι έπειτα, οι αστικές τάξεις των ευρωπαϊκών χωρών πέρασαν στην αντεπίθεση. Η κατάσταση γι’ αυτές ήταν ιδανική. Το αντίπαλο δέος (οι χώρες του λεγόμενου “υπαρκτού σοσιαλισμού”) είχε εξαφανιστεί και το ηθικό του εργατικού κινήματος είχε καταποντιστεί. Έτσι, βρήκαν την ευκαιρία να αυξήσουν ακόμα περισσότερο τα κέρδη τους. Σκληρές πολιτικές λιτότητας, πενιχρές αυξήσεις στους μισθούς, ιδιωτικοποιήσεις, αφαίρεση εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, ήταν μερικά από τα μέτρα που εφάρμοσαν και εφαρμόζουν σε χώρες όλης της Ευρώπης (και βέβαια και σ’ όλο τον πλανήτη).

Εξαίρεση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει και η Ελλάδα. Βέβαια, συνεχώς “έντυναν” αυτές τις αντεργατικές πολιτικές με ωραίες δικαιολογίες. Πρώτα ήταν ο “εκσυγχρονισμός” του κράτους, μετά η είσοδος στην ΟΝΕ, μετά οι Ολυμπιακοί κλπ.

Σιγά-σιγά, αναπτύσσονταν αντιστάσεις, με τους εργαζόμενους και τους φοιτητές να αντιδρούν, κάνοντας μεγάλους αγώνες. Αυτές οι δικαιολογίες, προς το παρόν, στέρεψαν. Πλέον, δεν υπάρχει κάποιος μεγάλος “εθνικός στόχος” για τον οποίο πρέπει ”να κάνουμε υπομονή”. Οι αντιδράσεις των εργαζομένων και της νεολαίας ολοένα και πυκνώνουν. Το μεγάλο εκπαιδευτικό κίνημα (φοιτητές, δάσκαλοι, μαθητές), που χτυπούσε την κυβέρνηση για ένα χρόνο, οι μεγάλοι αγώνες των εργαζομένων στα λιμάνια, στον ΟΤΕ, στην Ολυμπιακή και πιο πρόσφατα στη ΔΕΗ και στους ΟΤΑ αλλά και οι πανεργατικές απεργίες του τελευταίου καιρού έδειξαν ότι η κοινωνία δεν κοιμάται. Και όχι μόνο δεν κοιμάται αλλά, σημαντικό κομμάτι της, αντιστέκεται στην επίθεση που δέχεται και συνεχώς βγάζει συμπεράσματα. Αντιλαμβάνεται ότι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ,  δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές. Δοκίμασε και τους δύο και απογοητεύτηκε. Η ζωή της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας έγινε χειρότερη. Καταλαβαίνει ότι μόνο με αγώνες μπορούμε να υπερασπίσουμε τις κατακτήσεις μας. Κατανοεί ότι μόνο η Αριστερά μπορεί να παλέψει για λύσεις στα προβλήματά του. Αυτός ο κόσμος, δηλαδή, δεν πάει σπίτι του. Δεν τα παρατάει αλλά αγωνίζεται και στρέφεται προς τα αριστερά. Πιο ειδικά στρέφεται προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί όμως προς τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι κάπου αλλού – πχ στο ΚΚΕ ή στην «ριζοσπαστική αριστερά”;

Η στάση του Συ.Ριζ.Α

Μια πρώτη ερμηνεία αφορά τη στάση του ίδιου του Συ.Ριζ.Α που είναι συνδυασμένη με αλλαγές στο εσωτερικό του ΣΥΝ.

Τα τρία τελευταία χρόνια, ο ΣΥΝ και κατ’ επέκταση και ο Συ.Ριζ.Α, άρχισε να κινείται πιο αριστερά. Συμμετείχε πιο ενεργά στα κινήματα που αναπτύχθηκαν και κυρίως στο φοιτητικό και στα κινήματα πόλης. Έκανε μια αρκετά μαχητική κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, καθιερώνοντας τον Συ.Ριζ.Α των 6 βουλευτών, στα μάτια πολύ κόσμου, σαν την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση. Η στάση του Αλαβάνου, με τη στήριξή του στις φοιτητικές καταλήψεις και τις σκληρές καταγγελίες για την πολιτική της κυβέρνησης εκτιμήθηκε από εργαζόμενους και νεολαία. Η  δημόσια τοποθέτηση της σημερινής ηγεσίας του ΣΥΝ, ενάντια στην κεντροαριστερά, το ενδεχόμενο δηλαδή της συγκυβέρνησης με το ΠΑΣΟΚ (σε αντίθεση με τις τοποθετήσεις της προηγούμενης ηγεσίας, Κωνσταντόπουλου) έπαιξε ρόλο στο να συσπειρώσει αριστερό κόσμο, ιδιαίτερα νέους.

Πέρα από τα βήματα προς μια πιο αριστερή κατεύθυνση, σημαντικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί έναν πλατύ και ενωτικό σχηματισμό (με συνεχή ενωτικά καλέσματα προς το ΚΚΕ και την υπόλοιπη αριστερά) τον μόνο που υπάρχει στην Ελλάδα. Αυτό το σημείο καθόλου δεν πρέπει να υποτιμάται: για το ελληνικό εργατικό κίνημα ο κατακερματισμός της αριστεράς σε δεκάδες κόμματα και οργανώσεις που ”σκοτώνονται” αποτελεί ένα από τα πιο αρνητικά χαρακτηριστικά που απωθούν πολλούς αγωνιστές από το να εμπλακούν και να οργανωθούν.

Η στάση της ριζοσπαστικής Αριστεράς

Αυτή η άνοδος του Συ.Ριζ.Α έχει δημιουργήσει μια πολύ μεγάλη συζήτηση μέσα στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά για το ποια στάση θα πρέπει να κρατήσει απέναντι σε αυτό το φαινόμενο. Μέσα στο διήμερο της ΕΑΑΚ, έγιναν πολλές τοποθετήσεις που καταπιάνονταν με αυτό το θέμα.

Οι απόψεις που ακούστηκαν μπορούν να συμπυκνωθούν σε:

  1. ο Συ.Ριζ.Α είναι μια “φούσκα”, οπότε δεν πρέπει να πολυασχολούμαστε με αυτόν,
  2. ο Συ.Ριζ.Α, επειδή είναι ένας ρεφορμιστικός σχηματισμός, δεν μπορεί να δώσει πραγματική λύση στα προβλήματα των εργαζομένων και έτσι η ριζοσπαστική Αριστερά, από θέση αρχής, δεν μπορεί να παρέμβει σε αυτόν,
  3. είτε έτσι είτε αλλιώς, για την συντριπτική πλειοψηφία, η άνοδος του Συ.Ριζ.Α δεν έχει τίποτα το θετικό.

Ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά..

Για την πρώτη άποψη δεν μπορούμε να πούμε και πολλά. Το να αγνοείς ή να μη θεωρείς σημαντική μια τόσο μεγάλη αλλαγή, μια αλλαγή που χρόνια είχαμε να δούμε στην ελληνική κοινωνία, είναι… σχεδόν εγκληματικό.

Η άνοδος του Συ.Ριζ.Α μας δείχνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι των εργαζομένων και της νεολαίας αναζητά εναλλακτικές απαντήσεις για την επίλυση των προβλημάτων του. Ότι “ψάχνεται” για αυτές τις απαντήσεις και στρέφεται για να τις βρει στην Αριστερά. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό γεγονός.

Το να το αγνοεί κάποιος σημαίνει ή ότι δεν καταλαβαίνει τι γίνεται ή ότι φοβάται να μπει σε μια διαδικασία ανάλυσης αυτού του φαινομένου. Σημαίνει ότι ζει κυριολεκτικά στον κόσμο του. Και κάτι τέτοιο, δεν αρμόζει στη ριζοσπαστική Αριστερά, σε μια Αριστερά που παλεύει ν’ αλλάξει τον κόσμο και για την ανατροπή του καπιταλισμού. Την πραγματικότητα πρέπει να την αντιλαμβανόμαστε όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Και με βάση αυτή την εκτίμηση των αντικειμενικών συνθηκών να κάνουμε και τις αναλύσεις μας. Το αντίστροφο είναι επικίνδυνο. Το να προσαρμόζουμε την πραγματικότητα στις αναλύσεις μας, το να αλλάζουμε την πραγματικότητα, δηλαδή, επειδή δεν μας βολεύει είναι λάθος. Και αυτό κάνει ένα μεγάλο κομμάτι της ΕΑΑΚ.

Όσο αφορά τη δεύτερη άποψη, αυτή βασίζεται στη λογική της “καθαρότητας” των ”επαναστατών”.

Πιο συγκεκριμένα, η άποψη αυτή έχει την εξής λογική: ο ΣΥΝ/Συ.Ριζ.Α είναι ένας ρεφορμιστικός σχηματισμός. Δεν πιστεύει, δηλαδή, στην επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού αλλά στη βελτίωσή του με μικρές αλλαγές/ μεταρρυθμίσεις. (Η κριτική αυτή είναι σωστή μιλώντας γενικά για τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά είναι λάθος μιλώντας για επιμέρους συνιστώσες ή τμήματα των υποστηρικτών του). Άρα, συνεχίζουν τη σκέψη τους, εμείς, που είμαστε επαναστάτες δεν μπορούμε να συμμετέχουμε και να παρέμβουμε σε έναν τέτοιο σχηματισμό. Και εδώ έγκειται το λάθος αυτού του συλλογισμού.

Το πρόβλημα με αυτή τη θέση είναι ότι δεν αντιλαμβάνεται τον τρόπο ανάπτυξης της συνείδησης των εργαζομένων καθώς και των επαναστατικών διαδικασιών. Μέχρι να ανατραπεί ο καπιταλισμός θα περάσουμε από αρκετές φάσεις. Άλλες θα είναι ευνοϊκές άλλες όχι. Σε άλλες θα αναπτύσσονται κινήματα που θα ριζοσπαστικοποιούν την κοινωνία, σε άλλες θα υπάρχει υποχώρηση των κινημάτων… Μέσα σε αυτή την πορεία, η οποία δεν είναι ευθύγραμμη αλλά έχει τα μπρος και τα πίσω της, τις νίκες και τις ήττες της, οι επαναστάτες θα πρέπει να τοποθετηθούν για μια σειρά από ζητήματα. Ένα από αυτά θα είναι και η στάση τους απέναντι και σε τέτοιους ρεφορμιστικούς σχηματισμούς. Πρέπει να τους απορρίπτουν επειδή η ηγεσία τους είναι ρεφορμιστική; Πρέπει να τους απορρίπτουν επειδή το πρόγραμμά τους δεν είναι επαναστατικό; Η απάντηση και στις δύο ερωτήσεις είναι όχι.

Γιατί, όμως; Ο βασικός λόγος είναι ότι, ανάλογα με τις συνθήκες, τέτοιου είδους σχηματισμοί μπορούν να λειτουργήσουν προωθητικά για το κίνημα και να βοηθήσουν αρκετό κόσμο να βγάλει ριζοσπαστικά συμπεράσματα. Στο τέλος αυτοί οι σχηματισμοί, είτε στο σύνολό τους, είτε σε ένα μέρος τους, θα οδηγηθούν στο να εγκαταλείψουν τις αρχές της αριστεράς, κοκ, πράγμα το οποίο έχουμε δει να επαναλαμβάνεται πολλές φορές στην ιστορία.

Το ερώτημα είναι αν η μαρξιστική ή επαναστατική ή ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να κάθεται από μακριά, να τους παρακολουθεί και να τους “βρίζει”, ή αν θα πρέπει να παρέμβει στα στρώματα τα οποία ελκύονται απ’ αυτούς τους σχηματισμούς για να βοηθήσει να διαμορφωθεί η συνείδηση τους: να διαμορφωθεί σε μια κατεύθυνση μαρξιστική, επαναστατική, έτσι ώστε να ενισχυθεί η αριστερή ραχοκοκαλιά και να περιορίσει τους κινδύνους από μια “προδοσία” σε μια επόμενη φάση, ή αν δεν μπορεί να αποτραπεί αυτή, τότε ένα μεγάλο κομμάτι να αντέξει τις πιέσεις, να μην οδηγηθεί στο σπίτι του απογοητευμένο και ηττοπαθές, αλλά να συνεχίσει το δρόμο της πάλης για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Είναι γεγονός ότι η Κομμουνιστική Επανίδρυση σήμερα στην Ιταλία, ξεπουλάει αρχές και ιδεολογία. Αυτή η ίδια Κ.Ε. στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ήταν η εμπροσθοφυλακή όλων των μεγάλων κινημάτων όχι μόνο σε ιταλικό αλλά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Ήταν σωστό ή λάθος, όταν η Κ.Ε. ήταν μπροστά στους μεγάλους αγώνες των προηγούμενων χρόνων, να παρεμβαίνουν οι επαναστάτες μαρξιστές στα κινήματα που αναπτυσσόντουσαν και στην κοινωνική βάση της Κ.Ε.; Για μας η απάντηση είναι ένα ανεπιφύλακτο “ναι”! Έπρεπε να το κάναμε και ταυτόχρονα να προειδοποιούσαμε για τους μελλοντικούς κινδύνους από την ηγεσία της ΚΕ – έτσι θα ενισχύαμε τις δυνάμεις του μαρξισμού στο κίνημα και την κοινωνία.

Ας σταθούμε σ’ ένα άλλο παράδειγμα ακόμα. Στη Γερμανία υπάρχει το Αριστερό Κόμμα που δημιουργήθηκε από δυσαρεστημένα στελέχη του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, από συνδικαλιστές, και από το πρώην Κομμουνιστικό Κόμμα της Ανατολικής Γερμανίας. Ήταν το πρώτο αριστερό κόμμα που ιδρύθηκε στην Γερμανία εδώ και εβδομήντα περίπου χρόνια!! Κάλυψε ένα πολιτικό κενό που υπήρχε (στο αριστερό φάσμα του πολιτικού σκηνικού) και προσέλκυσε πολλούς εργαζομένους που, βλέποντας την αποτυχία της πολιτικής των δύο μεγάλων κομμάτων, έψαχνε άλλες διεξόδους. Τώρα, αυτό το κόμμα έχει 14% στις δημοσκοπήσεις. Η Γερμανία σείεται αυτή την εποχή από τις μεγαλύτερες απεργίες στην μεταπολεμική ιστορία της (μετά τον β’ παγκ. πόλεμο). Τα δύο είναι αλληλένδετα. Η άνοδος του Α.Κ. και οι άνοδος των ταξικών αγώνων πάνε μαζί.

Είναι γεγονός ότι αύριο, σε 1, 2, ή 3, χρόνια το Α.Κ. μπορεί να κάνει ότι κάνει σήμερα η Κομουνιστική Επανίδρυση. Αυτό τι σημαίνει; Ότι σήμερα δεν πρέπει να παρέμβουμε στον κόσμο που αυτό το κόμμα επηρεάζει να δώσουμε μαζί τους τις μάχες που δίνουν και ταυτόχρονα να τους προειδοποιούμε για την ηγεσία του Α.Κ., και έτσι να ενισχύσουμε τις αντιστάσεις στα μελλοντικά ξεπουλήματα, και παράλληλα την απήχηση των μαρξιστικών ιδεών στην κοινωνία;

Και οι δύο σχηματισμοί, η ΚΕ και το ΑΚ, είναι ρεφορμιστικοί – όπως και πολλοί άλλοι νέοι σχηματισμοί της αριστεράς στην Ευρώπη και διεθνώς. Σε μια περίοδο, όμως, που τα ”σοσιαλιστικά” και “κομμουνιστικά” κόμματα έχουν στραφεί προς τα δεξιά και δεν μπορούν να πείσουν τους εργαζόμενους, τέτοιοι σχηματισμοί μπορούν να βοηθήσουν να στραφεί ο κόσμος προς τα αριστερά, να αρχίσει να αμφισβητεί τα καθεστωτικά κόμματα και να αναπτυχθούν αγώνες υπεράσπισης αλλά και επέκτασης των δικαιωμάτων των εργαζομένων και της νεολαίας.

Στην πραγματικότητα τέτοιοι σχηματισμοί είναι αντικειμενικά αναπόφευκτοι. Και αντί να τους “βρίζουν”, οι μαρξιστές οφείλουν να δουν σε πόσο βαθμό μπορούν να επηρεάσουν την πορεία τους.

Στην Ελλάδα, ένας τέτοιος σχηματισμός είναι ο Συ.Ριζ.Α. Το ΚΚΕ, μπορεί να μην στράφηκε προς τα δεξιά, όπως έκαναν σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά ΚΚ, αλλά ο αντιδημοκρατικός τρόπος λειτουργίας και αντιμετώπισης των κινημάτων και η διασπαστική πολιτική του, παράλληλα με τα απανωτά και ιστορικά πολιτικά του λάθη, του στερούν τη δυνατότητα να αποκτήσει κάποια μεγάλη δυναμική.

Σε μια διαδικασία, λοιπόν, σαν κι αυτή, η επαναστατική Αριστερά πρέπει να παρέμβει. Να παρέμβει στη βάση των μαζικών ρεφορμιστικών σχηματισμών, έτσι ώστε να μιλήσει με κόσμο, να διαδώσει τις ιδέες της και να πείσει γι’ αυτές. Να μπορέσει να επηρεάσει αυτούς τους σχηματισμούς και να τους στρέψει όσο πιο αριστερά γίνεται. Να βρει “ανοιχτά αυτιά” για ριζοσπαστικές ιδέες.

Κι αυτό μπορεί να γίνει γιατί αυτός ο κόσμος που στρέφεται στο Συ.Ριζ.Α δεν είναι “ρεφορμιστές” – είναι άνθρωποι που θέλουν να παλέψουν, που είναι ανοιχτοί σε διάλογο και διαφορετικές απόψεις για το ποιο δρόμο πρέπει να ακολουθήσει το κίνημα, είναι άνθρωποι που “ψάχνονται”. Οι επαναστάτες πρέπει να παρέμβουν σε αυτή την αναζήτηση για να βοηθήσουν τον κόσμο να βγάζει όλο και πιο ριζοσπαστικά συμπεράσματα.

Και αυτό μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά μόνο όταν είναι κοντά σε αυτούς τους σχηματισμούς – είτε δηλαδή να συνεργάζεσαι μαζί τους, (”ενιαίο μέτωπο”, σύμφωνα με την ορολογία του Λένιν) είτε να συμμετέχεις ενεργά σ’ αυτούς. Γιατί, διαφορετικά, αν ο κόσμος δεν ακούει μια διαφορετική προσέγγιση και ανάλυση, αν δεν ακούει τη διαφορετική πρόταση των μαρξιστών, τότε θα επηρεάζεται πολύ περισσότερο από τις ρεφορμιστικές ηγεσίες, τότε θα περιορίζεται η δυνατότητά του να προχωρήσει σε πιο ριζοσπαστικά, επαναστατικά συμπεράσματα.

Οι απόψεις που εκφράζει η ΕΑΑΚ δεν είναι καθόλου καινούργιες. Πριν 90 περίπου χρόνια, ο ίδιος ο Λένιν, στον οποίο αναφέρονται όλες οι οργανώσεις της ΕΑΑΚ, βρέθηκε αντιμέτωπος με παρόμοιες θέσεις (στο εσωτερικό της τότε Κομμουνιστικής Διεθνούς). Το βιβλίο του “Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού” είναι μια απάντηση σε αυτές. Αξίζει να δούμε τι έλεγε ο Λένιν αυτός ο μεγάλος επαναστάτης σε αυτό το βιβλίο, όχι επειδή μένουμε προσκολλημένοι στο παρελθόν, αλλά γιατί πρέπει να μελετάμε και να χρησιμοποιούμε τα συμπεράσματα του παρελθόντος. Ο Λένιν λοιπόν λέει ότι πρέπει

“…να δουλεύεις εκεί που είναι οι μάζες. Πρέπει να είσαι σε θέση να κάνεις κάθε θυσία, να υπερνικάς τα πιο μεγάλα εμπόδια για να διεξάγεις μια συστηματική, επίμονη, σταθερή και υπομονετική προπαγάνδα και ζύμωση μέσα σ’ εκείνα ακριβώς τα ιδρύματα, τους συλλόγους και τις ενώσεις, ακόμα και στις πιο αντιδραστικές, όπου υπάρχουν προλεταριακές και μισοπρολεταριακές μάζες” (εκδόσεις Αλφειός, σελ 45).

Και λίγο παρακάτω:

“…όλο το καθήκον των κομμουνιστών είναι ακριβώς να ξέρουν να πείθουν τους ”καθυστερημένους”, να ξέρουν να δουλεύουν ανάμεσά τους και όχι να απομονώνονται απ’ αυτούς με επινοημένα, παιδιάστικα –  “αριστερά” συνθήματα” (σελ 46).

Ο Λένιν προτρέπει τους επαναστάτες να παρεμβαίνουν εκεί όπου υπάρχουν εργαζόμενοι, εκεί όπου στρέφεται ο κόσμος με σκοπό να τον πείσουν για τις επαναστατικές ιδέες.

Και στη συνέχεια, στο κεφάλαιο για τον ”αριστερό κομμουνισμό στην Αγγλία” ο Λένιν καλεί τους Κομμουνιστές να συνεργαστούν με το Εργατικό Κόμμα, να ζητήσουν επίσημη εκλογική συμμαχία και μάλιστα, αν οι Εργατικοί ηγέτες αρνηθούν, τότε οι κομμουνιστές να στηρίξουν εκλογικά τους υποψήφιους του Εργατικού Κόμματος σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες όπου δεν μπορούν οι ίδιοι οι κομμουνιστές να εκλέξουν δικό τους υποψήφιο! Γιατί; Για να μην εκλεγούν οι υποψήφιοι των δεξιών κομμάτων – Φιλελεύθεροι και Συντηρητικοί. Μήπως ο Λένιν λέει αυτά τα πράγματα επειδή δεν ξέρει τι είναι οι ηγέτες του Εργατικού Κόμματος; Κάθε άλλο – ξέρει πολύ καλά: τους αποκαλεί αντιδραστικούς και το ίδιο το Εργατικό Κόμμα ένα ”αστικό εργατικό κόμμα”. Αλλά ο Λένιν ενδιαφέρεται να βρει τον τρόπο οι βρετανοί κομμουνιστές να έρθουν κοντά στα μαζικά στρώματα που έχουν αυταπάτες στο Εργατικό Κόμμα και να τα πείσουν για την ορθότητα των μαρξιστικών/κομμουνιστικών ιδεών.

Μήπως η ηγεσία της ΕΑΑΚ έχει κάτι να μάθει από τον Λένιν, ο οποίος στο τέλος-τέλος δεν ήταν επαναστάτης μόνο στα λόγια αλλά, πέρα από κορυφαίος θεωρητικός του μαρξισμού, κατάφερε αυτό που ακόμα παραμένει όνειρο για τους μαρξιστές της εποχής μας, δηλαδή να καθοδηγήσουν και να καταστήσουν νικηφόρα την σοσιαλιστική επανάσταση και την εργατική εξουσία;

Ένα μεγάλο κομμάτι της ΕΑΑΚ, όμως, δεν καταλαβαίνει αυτά τα λόγια. Ούτε μπορεί να τα μεταφράσει στα λόγια του σήμερα. Κρύβονται πίσω από γενικούς αφορισμούς του είδους ”ήταν άλλη εποχή” αποφεύγοντας την ουσία, που είναι η μεθοδολογία με την οποία ο Λένιν προσέγγιζε παρόμοια ζητήματα με αυτά που είμαστε σήμερα αντιμέτωποι.

Έτσι, τις γενικές διαφορές που έχει με το Συ.Ριζ.Α η πλειοψηφία της ΕΑΑΚ τις ανάγει σε απόλυτο κριτήριο, χωρίς να αντιλαμβάνεται τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που υπάρχουν για τη ριζοσπαστική Αριστερά σ’ ένα τόσο ευρύ ακροατήριο. Έτσι καταλήγει να απομονώνεται. Και αυτό είναι το χειρότερο.

Το θεμελιώδες λάθος της αντίληψης, σχεδόν του συνόλου της ΕΑΑΚ, είναι ότι δεν θεωρεί τη δυναμική του Συ.Ριζ.Α σαν κάτι το θετικό για την κοινωνία και σαν κάτι που δημιουργεί θετικές συνθήκες για την επέκταση της επιρροής των μαρξιστικών, επαναστατικών ιδεών!

Μήπως, όμως, αν συμμετάσχει η ριζοσπαστική Αριστερά σε έναν τέτοιο σχηματισμό, υπάρχει ο κίνδυνος ενσωμάτωσής της; Ο κίνδυνος αυτός υπάρχει γι’ αυτή την Αριστερά που δεν έχει εμπιστοσύνη στις ιδέες της και δεν μπορεί να πείσει γι’ αυτές. Που είναι αδύναμη ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά. Που φοβάται να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που προκύπτουν από περίπλοκες καταστάσεις. Που βάζει νερό στο κρασί της και εγκαταλείπει τις αρχές και τις διακηρύξεις της. Που δεν εκπαιδεύει με δυνατά επιχειρήματα τα μέλη και στελέχη της. Αυτή η Αριστερά, όμως, είναι αμφίβολο αν της αξίζει να λέγεται επαναστατική.

Ο Συ.Ριζ.Α. αποτελεί στην πραγματικότητα ένα μεγάλο στοίχημα για την ριζοσπαστική αριστερά. Η Αριστερά, που μιλά στο όνομα του μαρξισμού και της επανάστασης, πρέπει να αναγνωρίσει ότι αυτό που συμβαίνει με το Συ.Ριζ.Α. είναι ένα σημαντικό φαινόμενο. Το να μπορέσει, αυτή η Αριστερά, να προσεγγίσει και να παρέμβει σε αυτόν για να βοηθήσει στη διαμόρφωση ταξικής, μαρξιστικής συνείδησης σε μαζικό επίπεδο είναι απαραίτητο για να φέρει ένα βήμα πιο κοντά το στόχο της ριζικής ανατροπής του καπιταλισμού, το στόχο του σοσιαλισμού.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Οι κυπριακές εκλογές και η στάση των οργανώσεων της ΕΑΑΚ

Στο πρόσφατο διήμερο της ΕΑΑΚ ένα μεγάλο κομμάτι της συζήτησης αφιερώθηκε στο θέμα του Συ.Ριζ.Α. Όλες οι τοποθετήσεις (των πολιτικών οργανώσεων επί της ουσίας) που καταπιάστηκαν με αυτό το ζήτημα ανέφεραν ότι ο Συ.Ριζ.Α είναι ένας ρεφορμιστικός σχηματισμός και ότι γι’ αυτόν τον λόγο η επαναστατική αριστερά πρέπει να διαχωριστεί πλήρως από αυτόν και να “οχυρωθεί” ακόμη περισσότερο απέναντί του. Αυτή ήταν η θέση και του ΝΑΡ και της ΑΡΑΝ και της ΑΡΑΣ, των τριών βασικών συνιστωσών της ΕΑΑΚ.

Είναι όμως “ενδιαφέρον” ότι η πιο πάνω θέση αυτών των οργανώσεων έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στάση που κράτησαν οι ίδιες οργανώσεις (εκτός ίσως της ΑΡΑΣ, η οποία για κάποιο λόγο δεν είδαμε να έχει πάρει πουθενά δημόσια θέση) στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν το Φλεβάρη που μας πέρασε στην Κύπρο. Εκεί, οι παραπάνω οργανώσεις – που, επαναλαμβάνουμε αυτοαποκαλούνται επαναστατικές και γι’ αυτό το λόγο αρνούνται κάθε εμπλοκή, συνεργασία ή στήριξη στο ρεύμα του ρεφορμισμού – στήριξαν την υποψηφιότητα του δεξιού-εθνικιστή Τάσσου Παπαδόπουλου[1], με την αιτιολογία ότι το προηγούμενο διάστημα έλεγε “όχι” στην εφαρμογή του σχεδίου Ανάν (την ίδια στάση υπέρ του Τ. Παπαδόπουλου κράτησε, οφείλουμε να πούμε και η ΚΟΕ, οργάνωση του μαοϊκού/σταλινικού χώρου που συμμετέχει στον ΣΥΡΙΖΑ).

Έτσι, ”επαναστατικές” οργανώσεις που βρίσκονται στην ηγεσία της ΕΑΑΚ, αρνούνται οποιαδήποτε σχέση με τους ρεφορμιστές, επειδή είναι ρεφορμιστές, αλλά ψηφίζουν δεξιούς, εθνικιστές, νεοφιλελεύθερους, εκπροσώπους του κεφαλαίου! Καταπληκτικά!

Από πού πηγάζει αυτή η λάθος θέση;

Οι οργανώσεις που στήριξαν Τάσσο Παπαδόπουλο το έκαναν γιατί ο τελευταίος μάχονταν υπέρ του “όχι” στο σχέδιο Ανάν. Είναι όμως δυνατόν αυτή η θέση να αποτελεί τη βάση για να στηρίξεις μία τέτοια υποψηφιότητα;

Το σχέδιο Ανάν (που απορρίφθηκε από τους ελληνοκυπρίους σε δημοψήφισμα που έγινε το 2004) δεν είχε βέβαια στόχο την πραγματική συμφιλίωση και την υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων του ελληνοκυπριακού και τουρκοκυπριακού πληθυσμού του νησιού. Στόχος ήταν ο συμβιβασμός – υπό την πίεση των ιμπεριαλιστών – των συμφερόντων των αστικών τάξεων της μίας και της άλλης πλευράς, χωρίς να διασφαλίζει κάποια βιώσιμη και λειτουργική λύση για το ζήτημα του κυπριακού. Μ’ αυτή την έννοια οι μαρξιστές οφείλουν να ασκήσουν πολύ σκληρή κριτική στο σχέδιο Ανάν.

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος και οι εθνικιστές του νησιού, μαζί με τους ακροδεξιούς, τους νεοφασίστες και την σκοταδιστική κυπριακή εκκλησία, ανέπτυξαν μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον του σχεδίου Ανάν, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους από αυτούς που αναφέρουμε παραπάνω: για λόγους εθνικιστικούς. Γιατί δεν ήταν διατεθειμένοι να αποδεχτούν την αρχή της συνύπαρξης με την τουρκοκυπριακή κοινότητα σε μια ισότιμη βάση, γιατί στο τέλος-τέλος προτιμούν μια “καθαρή από Τούρκους” μισή Κύπρο, αντί να μοιραστούν την εξουσία με τους εκπροσώπους της τ/κ κοινότητας.   Η προπαγάνδα υπέρ του “όχι” αποτέλεσε εργαλείο στα χέρια των εθνικιστών για να σπείρουν το εθνικιστικό μίσος μεταξύ ελληνοκύπριων και τουρκοκύπριων και να δημιουργήσουν ένα γενικό κλίμα τρομοκράτησης στο νησί.

Επομένως, το “όχι” του Παπαδόπουλου απείχε πολύ από το “όχι” του ελληνοκυπριακού πληθυσμού, που – στην πλειοψηφία του – απέρριψε το σχέδιο Ανάν επειδή ανησυχούσε ότι κινδύνευε να οδηγήσει σε νέες περιπέτειες και συγκρούσεις.

Επίσης το ”όχι” του Παπαδόπουλου δεν είχε καμία σχέση με αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Ο ίδιος Παπαδόπουλος ήταν αυτός που παραχωρούσε τις βάσεις του ΝΑΤΟ στην Κύπρο για να βομβαρδίζεται το Ιράκ λίγα χρόνια πριν. Ο Παπαδόπουλος δεν είναι αντι-ιμπεριαλιστής, είναι απλά ένας εθνικιστής.

Ακόμη, όλη την προηγούμενη περίοδο η νεολαία και οι εργαζόμενοι του νησιού δέχτηκαν τη νεοφιλελεύθερη επίθεση της κυβέρνησης Παπαδόπουλου (χτύπημα των συντάξεων, πάγωμα των μισθών, ακρίβεια, απολύσεις, κλπ) στο όνομα της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη ζώνη του Ευρώ.

Δεν πρέπει ακόμη να ξεχνάμε ότι ο Τάσσος Παπαδόπουλος ήταν στέλεχος της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) η οποία στα πλαίσια του αγώνα της για απελευθέρωση του νησιού από την κατοχή των Άγγλων την περίοδο 1955-59 είχε επικεφαλής της τον Γεώργιο Γρίβα, αρχηγό της φασιστικής Οργάνωσης “Χ” τον καιρό του ελληνικού εμφύλιου και η οποία είχε προχωρήσει σε εκτελέσεις ελληνοκύπριων αριστερών, αλλά και τουρκοκύπριων. Διακηρυγμένη θέση της ΕΟΚΑ, από ιδρύσεως της ήταν πως Κομμουνιστές και Τούρκοι δεν είχαν καμία θέση στον αγώνα ενάντια στους βρετανούς αποικιοκράτες! Είναι ένα πράγμα να υποστηρίζεις τον αγώνα του κυπριακού λαού για ανεξαρτησία – πράγμα το οποίο είναι εκ των ουκ άνευ! Και είναι εντελώς άλλο πράγμα να κλείνεις τα μάτια αντί να κατακρίνεις αμείλικτα τους εγκληματίες αντικομμουνιστές που βρέθηκαν στην ηγεσία αυτού του αγώνα…

Οι οργανώσεις λοιπόν που στην Ελλάδα “κατακεραυνώνουν” όποιον επιχειρεί συνεργασία ή συμμετοχή στο Συ.Ριζ.Α επειδή “δεν είναι επαναστατικός σχηματισμός”, στην Κύπρο στηρίζουν ένα δεξιό υποψήφιο που τον στήριζαν  ταυτόχρονα η εκκλησία και οι νεοφασίστες αντί να στηρίξουν (με κριτική βέβαια και χωρίς αυταπάτες) τον Δημήτρη Χριστόφια από το ΑΚΕΛ, τον μοναδικό αριστερό υποψήφιο, που κατέβαινε για πρώτη φορά στην ιστορία της Κύπρου και που συσπείρωνε μαζικά και με ενθουσιασμό τα εργατικά και λαϊκά στρώματα στο νησί.

Μετά από χρόνια κυβερνήσεων της Δεξιάς και εθνικιστικής πολιτικής, που δεν μπόρεσαν να λύσουν τα παραπάνω ζητήματα, η Αριστερά είχε έναν δικό της υποψήφιο. Και μάλιστα εκλεγμένο με συντριπτική πλειοψηφία από τη βάση του ΑΚΕΛ που κατάλαβε ότι το να είναι η Αριστερά “ουρά” της αστικής τάξης και των κομμάτων της για δεκαετίες δεν έχει κανένα αποτέλεσμα.

Αυτό είναι ένα σημαντικό συμπέρασμα. Όμως, μπορεί ο Χριστόφιας να δώσει πραγματική λύση στα προβλήματα του κυπριακού λαού; Το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων πιστεύει ή τουλάχιστον ελπίζει ότι μπορεί. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν μπορεί αφού οποιαδήποτε κυβέρνηση (όπως είναι αυτή του Χριστόφια) δεσμεύεται από την κυριαρχία του κεφαλαίου θα αποτύχει στο να επιλύσει τα προβλήματα του λαού. Τι στάση θα έπρεπε να κρατήσει η επαναστατική Αριστερά και ειδικά σε μια χώρα όπου οι δυνάμεις της είναι μικρές και δεν μπορούν να επηρεάσουν την πορεία των εξελίξεων; Οφείλει να βαδίσει μαζί με την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα στη μάχη που δίνουν για να εκλέξουν ένα “δικό τους υποψήφιο” προειδοποιώντας τους ταυτόχρονα πως δεν πρέπει να έχουν αυταπάτες. Γιατί να το κάνει αυτό; Γιατί ο άλλος δρόμος, της πάλης ενάντια στον υποψήφιο των εργαζομένων κατατάσσει αυτόματα την επαναστατική αριστερά, στους εχθρούς του κινήματος. Οπότε έχει χάσει το παιγνίδι προτού καν αρχίσει. Στόχος της επαναστατικής αριστεράς δεν μπορεί να είναι κανένας άλλος από την κατάκτηση του μαζικού κινήματος στις δικές της μαρξιστικές ιδέες. Όποιο κομμάτι της αριστεράς αδιαφορεί γι’ αυτό ή δεν αναζητεί διαρκώς τις απαιτούμενες τακτικές για να φέρει αυτό τον στρατηγικό στόχο σε πέρας, δεν είναι άξια του ονόματος που θέλει να φέρει.

Καθήκον της επαναστατικής αριστεράς στην περίπτωση της Κύπρου ήταν να στηρίξει την υποψηφιότητα Χριστόφια, κάνοντας παράλληλα την κριτική ότι για να ικανοποιηθούν τα αιτήματα των εργαζομένων και των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων θα πρέπει να υπάρξει ρήξη με τις πολιτικές του κεφαλαίου, πράγμα που ο Χριστόφιας δεν είναι διατεθειμένος να το κάνει. Μια τέτοια στάση θα είχε νόημα και θα βοηθούσε στο να βγουν ριζοσπαστικά συμπεράσματα.

Το να υποστηρίζεις έναν εθνικιστή εκπρόσωπο της αστικής τάξης και του νεοφιλελευθερισμού, απλά και μόνο για το “όχι” στο σχέδιο Ανάν, είναι δικαίωμα του καθενός, ας μην μιλά όμως στο όνομα του μαρξισμού και της επανάστασης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Η ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου και η στάση της Αριστεράς

Στο διήμερο της ΕΑΑΚ πιάστηκε από πολλούς ομιλητές και το θέμα της ανεξαρτητοποίησης του Κοσσόβου. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των τοποθετήσεων ήταν αντίθετη στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και ανεξαρτησίας των Κοσσοβάρων. Σύμφωνα με όλους τους ομιλητές που υποστήριξαν αυτή τη θέση ο τελικός σκοπός είναι ο κοινός αγώνας των λαών/εργαζομένων των Βαλκανίων ενάντια σε καπιταλιστές και ιμπεριαλιστές. Ας δούμε κατά πόσον καταφέρνουν να φτάσουν στο στόχο αυτό.

Το Κόσσοβο είναι μια χώρα 2 εκατομμυρίων κατοίκων εκ των οποίων 85-90% είναι Αλβανοί, 10% είναι Σέρβοι και σε μικρό ποσοστό υπάρχουν και άλλες εθνότητες όπως οι Ρομ, οι Ρουμάνοι κ.α.

Στις 17/2/2008 το Κόσσοβο ανακηρύσσει μονομερώς την ανεξαρτησία του από τη Σερβία. Η κίνηση αυτή ενθαρρύνεται και στηρίζεται πλήρως από τις Η.Π.Α. και ακολουθεί αναγνώριση από την πλειοψηφία των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ανεξαρτησία του Κοσσόβου δεν αναγνωρίζει η Σερβία – γεγονός που καθιστά την διακήρυξη αυτή παράνομη διότι σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου θα έπρεπε να συμφωνούν και οι δύο εθνότητες – η Ρωσία, η Κίνα καθώς και Ευρωπαϊκές χώρες που στα σύνορά τους έχουν εθνότητες που διεκδικούν ή θα μπορούσαν να διεκδικήσουν κάποια τέτοιου είδους ανεξαρτησία.

Είναι γεγονός ότι η ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου, με δεδομένο το υπάρχον ιμπεριαλιστικό και καπιταλιστικό πλαίσιο, εμπεριέχει τον κίνδυνο έξαρσης των εθνικισμών σε καταπιεζόμενες ανά χώρα εθνικές μειονότητες. Επιπλέον το Κόσσοβο δεν θα είναι πραγματικά ανεξάρτητο, καθώς,

1.     Στην περιοχή θα παραμείνουν 16.000 στρατιώτες του ΝΑΤΟ.

2.     Θα φτιαχτούν νέες στρατιωτικές βάσεις των Η.Π.Α.

3.     Θα αποσταλούν από την Ε.Ε. 2000 στελέχη – αστυνομικοί, δικαστές και υπάλληλοι – για να στελεχώσουν τις τοπικές υπηρεσίες.

4.     Η διοίκηση του Κοσσόβου περνά από τον Ο.Η.Ε. σε Διεθνές Πολιτικό Γραφείο με στελέχη διορισμένα από την Ε.Ε. που θα ελέγχουν ακόμα και με άσκηση βέτο τους νόμους που θα ψηφίζονται από το υποτίθεται ανεξάρτητο κοινοβούλιο του Κοσσόβου.

Στην ουσία λοιπόν το Κόσσοβο πράγματι θα αποτελεί ένα προτεκτοράτο των Η.Π.Α. στα Βαλκάνια και με την θέση αυτή συμφωνούν και οι υπόλοιπες οργανώσεις της Aριστεράς. Δυστυχώς όμως μένουν μόνο σ’ αυτό. Και παραβλέπουν το γεγονός ότι ανεξάρτητα από τους σχεδιασμούς των εθνικιστών, των αστικών κυβερνήσεων και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ένας λαός που καταπιέζεται και αγωνίζεται ενάντια στην καταπίεσή του έχει δικαιώματα και μάλιστα χρειάζεται την συμπαράστασή μας. Από τη συντριπτική πλειοψηφία των οργανώσεων της αριστεράς απουσιάζουν ολοκληρωτικά οποιαδήποτε αιτήματα σχετικά με τα δικαιώματα των Αλβανών Κοσσοβάρων και δεν γίνεται πουθενά λόγος για τον Σέρβικο εθνικισμό. Αντιθέτως κρίνουν τον καταπιεζόμενο κοσσοβαρικό λαό όπως κρίνουν τους μαφιόζους καπιταλιστές ηγέτες του που συντάσσονται με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Έτσι καταλήγουν να ταυτίζονται επί της ουσίας με τις θέσεις της Σέρβικης αστικής τάξης και των Σέρβων εθνικιστών.

Η θέση της συντριπτικής πλειοψηφίας της Aριστεράς της χώρας μας είναι καμία ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου (από ΚΚΕ και ΣΥΝ, μέχρι ΝΑΡ, ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ, ΚΟΕ, ακόμα και οργανώσεις όπως το ΣΕΚ και τη ΔΕΑ που κινούνται στο χώρο του τροτσκισμού).

Το δικαίωμα όμως ενός λαού που καταπιέζεται να γίνει ανεξάρτητος αποτελεί βασική θέση του μαρξισμού, ανεξάρτητα αν τελικά η ανεξαρτησία που μπορεί να πάρει ανάλογα με τις συνθήκες είναι λειψή και παραμορφωμένη. Οι παραδόσεις του μαρξισμού, τα γραπτά του ίδιου του Μαρξ και ιδιαίτερα τα κλασσικά κείμενα του Λένιν τα οποία υπερασπίζουν με σθένος το δικαίωμα των καταπιεσμένων εθνοτήτων στην αυτοδιάθεσή τους, είναι ξεκάθαρα πάνω στο ζήτημα αυτό.

Το γεγονός ότι οι Αλβανοί Κοσσοβάροι έφτασαν σε σημείο να απαιτούν αυτή την ανεξαρτησία είναι ένα εντελώς ξεχωριστό θέμα από τις βλέψεις του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Αν οι Αλβανοί δεν ένιωθαν καταπιεσμένοι στα πλαίσια του Σέρβικου κράτους δεν θα πείθονταν να εμπλακούν σε εθνικές συγκρούσεις.

Οι Αλβανοί Κοσσοβάροι ζητούν την ανεξαρτησία τους γιατί θεωρούν ότι μη έχοντας κάποια άλλη εθνότητα να τους καταπιέζει θα αυτοδιοικούνται, θα αναπτυχθούν και τελικά θα λύσουν τα προβλήματα της φτώχιας και της ανεργίας που μαστίζουν την περιοχή. Η άρνηση αυτού του δικαιώματος θα ενισχύσει την καχυποψία μεταξύ Αλβανών και Σέρβων και θα εξάρει ακόμα περισσότερο τους εθνικισμούς και στις δύο πλευρές με ότι αυτό συνεπάγεται για τη σέρβικη μειονότητα του Κοσσόβου.

Και φυσικά το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Η ελληνική αριστερά (θα έπρεπε να) παίρνει θέση για το ζήτημα του Κοσσόβου όχι για χάρη της θεωρητικής ανάλυσης αλλά επειδή θεωρεί ότι οι επαναστάτες των χωρών αυτών (Κόσσοβο, Σερβία, Αλβανία) με βάση αυτή τη θέση θα μπορέσουν καλύτερα να αντιπαλέψουν τις δικές τους αστικές τάξεις. Αυτή είναι η ουσία του διεθνισμού άλλωστε.

Ας φανταστούμε λοιπόν ποια θα ήταν τα αποτελέσματα αν η θέση των παραπάνω αριστερών οργανώσεων, για μη αναγνώριση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση, υιοθετούνταν από την αριστερά και τους επαναστάτες στο Κόσσοβο και τη Σερβία. Αν μια αριστερή-επαναστατική οργάνωση στο Κόσσοβο υποστήριζε δημόσια την αντίθεση της στην αυτοδιάθεση, τότε στην καλύτερη περίπτωση θα απομονώνονταν από τους Κοσσοβάρους εργαζόμενους. Στη χειρότερη θα θεωρούνταν πράκτορας του Σερβικού κράτους. Έτσι δεν θα είχε καμιά τύχη στην προσπάθειά της να πείσει τους Κοσσοβάρους εργαζόμενους ενάντια στην αστική τους τάξη.

Αν μια αριστερή-επαναστατική οργάνωση στη Σερβία έβγαινε δημόσια ενάντια στο δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των Κοσσοβάρων θα αντιμετωπίζονταν από τους Κοσσοβάρους εργαζόμενους σαν εκπρόσωπος του Σερβικού κράτους που για χρόνια τους καταπίεζε και άρα σαν εχθρός τους. Έτσι θα απομάκρυνε τους Κοσσοβάρους εργαζόμενους από τους Σέρβους εργαζόμενους και αντίθετα θα τους οδηγούσε ακόμη περισσότερο στην επιρροή της εθνικιστικής αστικής τους τάξης. Επιπλέον μια τέτοια θέση θα έσπρωχνε τους Σέρβους εργαζόμενους ακόμη πιο βαθιά στην αγκαλιά του Σερβικού εθνικισμού.

Η θέση λοιπόν ενάντια στο δικαίωμα στην ανεξαρτησία-αυτοδιάθεση, την οποία ζητούν οι Κοσσοβάροι εργαζόμενοι, όχι μόνο δεν μπορεί να ενώσει τις εργατικές τάξεις Σερβίας-Κοσσόβου-Αλβανίας σε ένα κοινό αγώνα ενάντια σε καπιταλιστές-ιμπεριαλιστές αλλά αντίθετα οδηγεί τις εργατικές τάξεις κάθε χώρας στην επιρροή και τον έλεγχο της κάθε αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών.

Είναι θεωρητικά και αφηρημένα τα παραδείγματα; Όχι. Τα δυο τελευταία χρόνια αναπτύχθηκαν στο Κόσσοβο κινήματα νεολαίας που στο αποκορύφωμά τους κατέβασαν στο δρόμο πάνω από 10,000 νέους. Κεντρικά συνθήματα των διαδηλώσεων αυτών ήταν από τη μια η αυτοδιάθεση και η ανεξαρτησία και ταυτόχρονα η αντίθεση στην εμπλοκή των ιμπεριαλιστών και του ΝΑΤΟ. Παρά λοιπόν την όποια σύγχυση που σίγουρα υπάρχει λόγω των εθνικισμών, υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να βρουν οι επαναστατικές απόψεις απήχηση στις χώρες αυτές εφόσον βέβαια έχουν τη σωστή ανάλυση και συνθήματα και εφόσον επιδιώκουν το χτίσιμο διεθνούς οργάνωσης των εργαζομένων και της νεολαίας.

Η Αριστερά έχει ευθύνη να υποστηρίξει το δικαίωμα των Κοσσοβάρων στην αυτοδιάθεση γιατί μόνον έτσι θα χτιστούν δεσμοί εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο λαών.

Υπεράσπιση του δικαιώματος της Αυτοδιάθεσης δεν σημαίνει βέβαια υπεράσπιση της διάσπασης υπαρχόντων κρατών και κατακερματισμός. Οι μαρξιστές μπορούν να έχουν καθαρή θέση ενάντια στη διάσπαση υπαρχόντων κρατών, αλλά όταν μια εθνότητα καταπιέζεται και διεκδικεί τα δικαιώματά της οι μαρξιστές έχουν υποχρέωση να υπερασπίσουν τα εθνικά της δικαιώματα, μέχρι και του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης.

Στην πραγματικότητα, όπως εξηγεί ο Λένιν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στα γραπτά του για την αυτοδιάθεση των εθνών, μόνο αν η εργατική τάξης μιας χώρας της οποίας η αστική τάξη καταπιέζει μια άλλη εθνότητα, υποστηρίξει την εθνότητα ενάντια στην εθνική καταπίεση από την αστική τάξη, μέχρι και του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, μόνο έτσι μπορούν τελικά οι δυο εργατικές τάξεις να χτίσουν την μεταξύ τους ενότητα και έτσι να αποσοβήσουν και την προοπτική μιας διάλυσης υπαρχόντων κρατών.

Ο Λένιν δεν ήταν μόνο λόγια! Η ρωσική επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 είχε ψηλά στη σημαία της τη θέση της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων που αποτελούσαν την τσαρική αυτοκρατορία. Έτσι όταν η επανάσταση ξεδιπλώθηκε οι εθνότητες στήριξαν τους Μπολσεβίκους. Και οι Μπολσεβίκοι δήλωσαν καθαρά σε όλους τις εθνότητες ότι μπορούσαν να ανεξαρτοποιηθούν, αν το επέλεγαν, ή να φτιάξουν μαζί με τους Μπολσεβίκους την σοσιαλιστική ομοσπονδία της Σοβιετικής Ένωσης, σε μια ελεύθερη, εθελοντική και ισότιμη βάση.

Έτσι χτίστηκε η Σοβιετική Ένωση – πάνω σε μια ελεύθερη και εθελοντική βάση, με σεβασμό στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Ο σταλινισμός που ακολούθησε το θάνατο το Λένιν ισοπέδωσε όλες αυτές τις παραδόσεις – όμως τον σταλινισμό χωρίζουν από τον μαρξισμό χάσματα και ποτάμια αίματος.

Μόνο με ένα τέτοιο πρόγραμμα, όπως του Λένιν, μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για το χτίσιμο της ταξικής αλληλεγγύης των λαών και τελικά της πάλης για σοσιαλισμό. Στα πλαίσια του καπιταλισμού δεν πρόκειται να υπάρξει λύση στα εθνικά προβλήματα. Μόνο ο σοσιαλισμός/κομμουνισμός μπορεί να δώσει στην περιοχή των Βαλκανίων πραγματική ελευθερία και κατοχύρωση των δικαιωμάτων σε όλες τις καταπιεζόμενες εθνότητες.

Ο τρόπος με τον οποίο θεωρούμε ότι οι λαοί μπορούν να ξεπεράσουν αυτή την κατάσταση είναι:

1. Προτείνοντας κοινή πάλη και ενότητα για όλα τα κοινά προβλήματα, παλεύοντας για όλα τα δικαιώματα (γλωσσικά, πολιτιστικά κλπ) των εθνοτήτων που καταπιέζονται και αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση όταν το διεκδικούν.

2. Αντιστεκόμενοι στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, πολιτικές και στρατιωτικές, που μόνο περισσότερη δυστυχία έφεραν στην περιοχή.

3. Προβάλλοντας κοινά ταξικά αιτήματα και οργανώνοντας κοινούς αγώνες ανάμεσα στους γειτονικούς λαούς.

4. Οργανώνοντας την αντίσταση στους εθνικιστές κάθε πλευράς που χύνουν το δηλητήριο του μίσους και οξύνουν τις σχέσεις μεταξύ των λαών.

5. Αποκαλύπτοντας τον ρόλο των καπιταλιστών, απ’ όποια πλευρά των συνόρων και αν βρίσκονται, για τα βρώμικα εθνικιστικά παιχνίδια που παίζουν στις πλάτες μας προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα.

6. Συνδέοντας αυτή την πάλη με τον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού, για την εργατική εξουσία, σε συνθήκες εργατικού ελέγχου και εργατικής διαχείρισης, για το σοσιαλισμό και την εθελοντική και ισότιμη συμμετοχή σε μια σοσιαλιστική ομοσπονδία των χωρών της περιοχής.


[1] Στελέχη του ΝΑΡ απαντούν σ’ αυτή την  κριτική υποστηρίζοντας πως δεν συμφωνούν όλα τα μέλη του ΝΑΡ με αυτή την άποψη. Τα εσωτερικά του ΝΑΡ δεν μας απασχολούν, εμείς κοιτάζουμε τη βασική γραμμή του κόμματος αυτού και το τι προβάλλει η εφημερίδα του, το ΠΡΙΝ. Και η βασική γραμμή ήταν υποστήριξη στον Τ. Παπαδόπουλο.

f