ΣΥΡΙΖΑ

15/03/2016
Comments off
1.271 Views

– για την πρόταση εξουσίας της αριστεράς
– το σοσιαλιστικό πρόγραμμα
– και την οργανωτική αναδιάταξη

Πρόλογος

Στην μπροσούρα αυτή περιλαμβάνονται τρία κείμενα. Το πρώτο είναι ο χαιρετισμός του «Ξεκινήματος» στην πρώτη πανελλαδική συνάντηση του ΣΥΡΙΖΑ, τον Μάρτη του 2008, προτού το «Ξ» αποφασίσει τη συμμετοχή του στον ΣΥΡΙΖΑ. Το δεύτερο, με τίτλο «ΣΥΡΙΖΑ: ιστορική ευκαιρία, ιστορικά καθήκοντα» εκδόθηκε την ίδια περίπου περίοδο, κι ενόσω το «Ξ» συζητούσε το θέμα της ένταξής του στον ΣΥΡΙΖΑ. Και το τρίτο, «ΣΥΡΙΖΑ: η αναγκαιότητα μιας αριστερής πρότασης εξουσίας και της προσαρμογής των οργανωτικών δομών και λειτουργίας» γράφτηκε τον Ιούλιο του 2008, μετά την συνδιάσκεψη του «Ξ» που αποφάσισε την ένταξη του στον ΣΥΡΙΖΑ (Ιούνης 2008). Στο σύνολό τους τα τρία κείμενα, δίνουν μια αρκετά ολοκληρωμένη εικόνα για τις απόψεις του «Ξ» όσον αφορά την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ.

Το «Ξ» πιστεύει πως ο ΣΥΡΙΖΑ, για να μπορέσει να είναι συνεπής με τις αρχές και τις διακηρύξεις της αριστεράς για μια κοινωνία δίκαιη, χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς πολέμους και στην υπηρεσία των συμφερόντων των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, πρέπει να συνεχίσει την πορεία προς τ’ αριστερά και να την ολοκληρώσει σε ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Η επιχειρηματολογία γι’ αυτό αναπτύσσεται αναλυτικά στο κείμενο «ΣΥΡΙΖΑ, ιστορική ευκαιρία ιστορικά καθήκοντα» το οποίο είναι κατά βάση ένα προγραμματικό κείμενο.

Πέρα από το ζήτημα του προγράμματος, ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται βέβαια, να εμπλακεί βαθιά στους αγώνες του μαζικού και ιδιαίτερα του εργατικού κινήματος και ταυτόχρονα να δώσει στην κοινωνία τη δική του πρόταση εξουσίας, με τρόπο σαφή και κατανοητό στα πλατιά εργατικά και λαϊκά στρώματα. Τέλος πρέπει να προσαρμόσει τις οργανωτικές του δομές ώστε να δώσει «χώρο», συμμετοχής και παρέμβασης στις δεκάδες χιλιάδες των ανένταχτων αγωνιστών που προσβλέπουν σ’ αυτόν. Οι απόψεις μας αυτές αναπτύσσονται αναλυτικά στο τρίτο κείμενο.

Μια σύντομη σύνοψη όλων των ζητημάτων που μας απασχολούν περιέχεται στο πρώτο κείμενο, τον χαιρετισμό του «Ξ» στην πρώτη πανελλαδική συνάντηση του Μάρτη που πέρασε, που παίζει και το ρόλο μιας εισαγωγής, κατά κάποιο τρόπο, στα θέματα με τα οποία ασχολείται η παρούσα έκδοση. Σ’ αυτή τη συνάντηση το «Ξ» έθεσε συνοπτικά όλα τα ζητήματα που μέχρι και αυτή τη στιγμή συνεχίζουν να απασχολούν τον ΣΥΡΙΖΑ.

Χρειάζεται να θυμόμαστε πως τα κείμενα αυτά γράφτηκαν σε μια περίοδο που τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ έφτασαν μέχρι και το 18,5% στις δημοσκοπήσεις. Από τότε η εκλογική απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ έχει μειωθεί σημαντικά. Τα κείμενα που ακολουθούν μπορούν ως ένα βαθμό να βοηθήσουν στην εξαγωγή μερικών από τα συμπεράσματα για τους λόγους της υποχώρησης των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ. Ακριβώς γιατί ασχολούνται με το πώς θα μπορούσε ο ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει τα ψηλά εκλογικά ποσοστά του και να αλλάξει μια για πάντα το πολιτικό σκηνικό.

Ακόμα, την τελευταία περίοδο ο ΣΥΡΙΖΑ μπήκε στην διαδικασία της συζήτησης των βασικών προγραμματικών σημείων για τη δική του πρόταση εξουσίας. Αυτό το βήμα είναι πολύ σημαντικό, κάτι για το οποίο το «Ξ» παλεύει από την πρώτη στιγμή, όπως θα γίνει φανερό από την ανάγνωση των κειμένων που ακολουθούν. Η μέχρι στιγμής συζήτηση δείχνει πως αυτό το πρόγραμμα θα είναι ό,τι πιο αριστερό έχει μέχρι σήμερα εκδώσει ο ΣΥΡΙΖΑ (παρότι δεν μπορεί να υπάρχει σιγουριά καθώς η διαδικασία αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί). Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, καθώς όσα περισσότερα βήματα προς τα αριστερά γίνονται τόσο πιο κοντά μας φέρνουν σε ένα πιο πλήρες πρόγραμμα για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη σοσιαλιστική κοινωνία.

Είναι λοιπόν πιθανό μερικά από τα σημεία τα οποία προτείνουμε σήμερα να υιοθετηθούν από τον ΣΥΡΙΖΑ στην αμέσως επόμενη περίοδο. Αυτό είναι κάτι το οποίο ασφαλώς χαιρετίζουμε. Από την άλλη αυτό δεν αναιρεί τη βασική επιχειρηματολογία μας καθώς ο κύριος όγκος των όσων προτείνουμε συναντά την αντίσταση της πλειοψηφίας των δυνάμεων που αποτελούν τον ΣΥΡΙΖΑ. Χρειάζεται, όμως, να θυμάται ο αναγνώστης ότι η κριτική που γίνεται στις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ αφορά κείμενα του πρώτου μισού του 2008 και του 2007 και όχι κείμενα τα οποία μπορεί να εκδοθούν στις βδομάδες και τους μήνες που έρχονται.

Ανάμεσα στην περίοδο που γράφτηκαν αυτά τα κείμενα και σήμερα έχει μεσολαβήσει ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Αυτό είναι η διεθνής κρίση η οποία ξεκίνησε από την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ οδηγώντας 2,2 εκατομμύρια (μέχρι στιγμής υπολογισμοί) οικογένειες στο να χάσουν τα σπίτια τους, επέφερε την κατάρρευση τεράστιων τραπεζικών, χρηματιστηριακών και ασφαλιστικών κολοσσών και που πια κτυπά την πραγματική οικονομία, οδηγώντας στο κλείσιμο επιχειρήσεων, σε μαζική άνοδο της ανεργίας και σε κατακόρυφη αύξηση της φτώχειας. Δεν υπάρχει τμήμα του πλανήτη το οποίο θα μείνει ανεπηρέαστο από αυτή την κρίση, την πιο σημαντική από το 1929, όπως παραδέχονται πια οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου.

Σ’ αυτές τις συνθήκες το ζήτημα του «σοσιαλιστικού προγράμματος» γίνεται περισσότερο επίκαιρο και απαραίτητο παρά ποτέ. Αν πριν τη διεθνή κρίση υπήρχαν αμφιβολίες γι’ αυτό, ανάμεσα σε πολλά στελέχη της αριστεράς, σήμερα δεν υπάρχει χώρος για καμία αμφιβολία: το σύστημα είναι σάπιο, είναι καταστροφικό, είναι απάνθρωπο.

Σ’ αυτές τις συνθήκες τα καθήκοντα της αριστεράς είναι κατά τη γνώμη μας πολύ συγκεκριμένα. Είναι να πείσει την κοινωνία για την αναγκαιότητα των πολιτικών ανατροπών και της κοινωνικής αλλαγής. Είναι να εξηγήσει αναλυτικά, το γιατί, το πώς και το τι χρειάζεται να γίνει. Είναι να δημιουργήσει μέσα στην κοινωνία τις συνειδητές εκείνες δυνάμεις που θα δώσουν τους κοινωνικούς, εργατικούς νεολαιίστικους κλπ αγώνες που χρειάζονται. Και εφόσον δώσει το πολιτικό στίγμα, το πρόγραμμα και τους στόχους, η αριστερά πρέπει μετά να οργανώσει αυτές τις δυνάμεις για να μπορούν να είναι αποτελεσματικές. Αυτά είναι τα καθήκοντα στα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να ανταποκριθεί.

Την ίδια στιγμή, όταν λέμε «σοσιαλισμό» πρέπει να εξηγούμε τι σημαίνει. Για σοσιαλισμό μιλά και το ΠΑΣΟΚ και η διεθνής σοσιαλδημοκρατία. Για σοσιαλισμό και κομμουνισμό μιλά και το ΚΚΕ και διάφορα σταλινικά κόμματα και οργανώσεις. Χρειάζεται εξήγηση ότι τίποτα απ’ αυτά δεν εκπροσωπεί τις πραγματικές σοσιαλιστικές, μαρξιστικές ιδέες. Πως, σοσιαλισμός, πέρα από το πέρασμα των μεγάλων παραγωγικών μονάδων στην ιδιοκτησία της κοινωνίας, σημαίνει πρακτικά και συγκεκριμένα τη μεταφορά των αποφάσεων που αφορούν την οικονομία και την κοινωνία στα ίδια τα εργατικά και λαϊκά στρώματα, κάτω από συνθήκες πραγματικής δημοκρατίας και ελευθερίας. Σημαίνει σχεδιασμός της οικονομίας για την εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας κάτω από εργατική/κοινωνική διαχείριση και έλεγχο. Σημαίνει εκλεγμένους και ανακλητούς ανά πάσα στιγμή εκπροσώπους των εργαζομένων, σημαίνει ελευθερία συνδικαλιστικής και πολιτικής έκφρασης και οργάνωσης, σημαίνει πολυκομματισμό αντί των μονοκομματικών δικτατοριών που κυριαρχούσαν στις χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Η μπροσούρα αυτή αποτελεί συμβολή στην αναζήτηση που επικρατεί σε μεγάλα τμήματα του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ. Η συζήτηση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ ασφαλώς δεν είναι εύκολη, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελείται από διαφορετικές συνιστώσες με διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες. Όμως είναι αναπόφευκτη. Κάθε συνιστώσα έχει ευθύνη να πάρει θέση για τα μεγάλα πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα που αφορούν την κοινωνία και κατ’ επέκταση τον ΣΥΡΙΖΑ. Το «Ξ» δεν επιχειρεί να κρύψει τις αντιθέσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε να κρυφτεί πίσω από τους συμβιβασμούς που συχνά είναι αναπόφευκτοι. Θεωρεί πως παράλληλα με τις κοινές αποφάσεις που βοηθούν το εγχείρημα να πάει μπροστά χρειάζεται και η γνωστοποίηση των διαφορών στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί αυτός τελικά θα κληθεί να επιλέξει και να αποφασίσει. Και για να το πράξει πρέπει να έχει πληροφόρηση και γνώση.

______

Νοέμβρης 2008

1. Χαιρετισμός από το «Ξεκίνημα» στην Πανελλαδική Συνάντηση του ΣΥΡΙΖΑ, 14-15-16 Μάρτη 2008

Σύντροφοι-σες

Θέλουμε να σας μεταφέρουμε τον θερμό συντροφικό χαιρετισμό της Οργάνωσής μας, η οποία την τελευταία περίοδο έχει μετακινηθεί με σαφή τρόπο προς την κατεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως πολλοί από σας γνωρίζετε το «Ξεκίνημα» βρίσκεται αυτή την περίοδο σε μια διαδικασία εσωτερικής συζήτησης με θέμα την συμμετοχή του στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε πριν από 10 μήνες στην πραγματικότητα, όταν το «Ξ» παρακολουθώντας τις διεργασίες συνολικά στην αριστερά κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι μόνες σοβαρές διεργασίες, με δυνατότητες και προοπτική, που να αφορούν την κοινωνία και το μαζικό κίνημα, αναπτύσσονταν στον ΣΥΡΙΖΑ.

Σαν αποτέλεσμα το “Ξ” κάλεσε για ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές. Αυτό ήταν μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με την σταθερή θέση του “Ξ” για «ψήφο στα κόμματα της αριστεράς» γενικά. Οι τελικές αποφάσεις του “Ξ” θα παρθούν σε μια συνδιάσκεψη που θα κληθεί γι’ αυτό το σκοπό στο σύντομο μέλλον.

Ενθουσιασμός…

Έτσι, είμαστε σήμερα εδώ για να για να μοιραστούμε μαζί σας τον ενθουσιασμό από τα μεγάλα βήματα της αριστεράς, την αλματώδη αύξηση της απήχησης του ΣΥΡΙΖΑ, τα ισχυρά πλήγματα που δέχεται σήμερα ο δικομματισμός και τον πανικό που αυτό προκαλεί στα κόμματα του κεφαλαίου, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ.

Για πρώτη φορά εδώ και δύο δεκαετίες η Αριστερά επιστρέφει στο προσκήνιο, και στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα στην κοινωνία, ότι μπορεί να αντισταθεί, να παλέψει, να προκαλέσει ανατροπές, ότι τίποτα δεν πάει χαμένο, ότι το παιχνίδι δεν κρίθηκε, ότι μάλιστα αντιστρέφονται οι όροι.

Η εκτίναξη των ποσοστών της αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ με ένα έμμεσο αλλά σαφή τρόπο ενισχύουν το ηθικό των λαϊκών στρωμάτων, δίνουν προοπτική αγώνα στους εργαζόμενους ενάντια στις πολιτικές του κεφαλαίου.

Ακόμα, επαναφέρουν το όραμα, το όραμα μιας εναλλακτικής κοινωνίας, σοσιαλιστικής, το οποίο «χάθηκε» όλο το προηγούμενο διάστημα. Αυτό το όραμα, κατά τη γνώμη μας, είναι εντελώς αναγκαίο για να έχει προοπτική το εργατικό κίνημα, εντελώς απαραίτητο για να έχει ηθικό, κατεύθυνση δράσης και στόχο.

Όλα αυτά αλλάζουν τα δεδομένα στο επίπεδο της ταξικής πάλης, θετικά, υπέρ του εργατικού κινήματος, της νεολαίας, των λαϊκών στρωμάτων.

…και ευθύνες

Την ίδια στιγμή, τον ενθουσιασμό συνοδεύει και ο προβληματισμός – που δεν αφορά μόνο εμάς, αλλά πολλούς ομιλητές που έχουμε ακούσει – που αφορά στην αίσθηση της ευθύνης, την αίσθηση του καθήκοντος. Γιατί, η ευθύνη του 3% (εκλογές 2004) ή ακόμα και η ευθύνη του 5% (εκλογές 2007) είναι πραγματικά μηδαμινή μπροστά στην ευθύνη του 17 – 18% που δίνουν οι δημοσκοπήσεις σήμερα.

Στην κοινωνία υπάρχουν ερωτηματικά για τον ΣΥΡΙΖΑ – όχι μόνο σε όσους έχουν ενεργή εμπλοκή στα κινήματα αλλά και στα πλατιά λαϊκά στρώματα. Ερωτηματικά υπάρχουν και εδώ μέσα. Και είναι δύο βασικά ερωτήματα:

1. Θα κρατήσει ο ΣΥΡΙΖΑ αυτά τα ποσοστά ή θα ξεφουσκώσει;

2. Δεύτερο και σημαντικότερο. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ μπορέσει να σταθεροποιήσει την απήχηση του, θα έχουμε κάτι πραγματικά νέο, διαφορετικό η θα έχουμε επανάληψη των ίδιων «λαθών» του παρελθόντος;

Κι όταν μιλάμε για «λάθη» πρέπει να ξέρουμε τι εννοούμε. Σωστά αναφέρθηκαν οι μεγάλες παραδόσεις της αριστεράς, το παράδειγμα του ΕΑΜ και άλλα, ο ηρωισμός της αριστεράς κλπ. Όμως για να βγουν σωστά συμπεράσματα, με καθαρότητα, σήμερα, χρειάζεται να έχουμε την πλήρη εικόνα της ιστορίας της αριστεράς.

Από τη μια έχουμε το ΕΑΜ και το ΕΛΑΣ κι από την άλλη έχουμε τη Βάρκιζα. Από τη μια έχουμε τον Άρη Βελουχιώτη, και από την άλλη έχουμε αυτούς που τον οδήγησαν στην απελπισία, έχουμε τον Ζαχαριάδη και αυτούς που τον επέβαλαν. Από τη μια έχουμε το Πολυτεχνείο και τους μεγάλους αγώνες της δεκαετίας του ’70 κι από την άλλη έχουμε τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, που ξεπούλησαν τις ελπίδες και τα οράματα των λαϊκών στρωμάτων.

Αυτά δεν είναι «λάθη» από τη μεριά της αριστεράς, είναι προδοσίες. Οι αγώνες, οι θυσίες, ο ηρωισμός χαρακτήριζαν πάντα το μαζικό κίνημα, τα λαϊκά στρώματα. Οι προδοσίες χαρακτήριζαν τις ηγεσίες του κινήματος.

Αυτό το στοιχείο, πρέπει κατά τη γνώμη μας να διαπεράσει βαθιά την συνείδηση, ιδιαίτερα της νέας γενιάς. Που, όπως αναφέρθηκε κι από άλλους ομιλητές, είναι καχύποπτη. Καλώς είναι καχύποπτη, «ευτυχώς» είναι καχύποπτη, απέναντι στις σημερινές ηγεσίες. Ταυτόχρονα όμως, όλοι καταλαβαίνουμε πως η καχυποψία από μόνη της δεν φτάνει – δεν αποτελεί πρόταση ή πρόγραμμα για δράση.

Απεριόριστες Δυνατότητες

Εμείς είμαστε της γνώμης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να στοχεύσει πολύ ψηλά. Οι δυνατότητες που υπάρχουν για την ενίσχυση των αριστερών ιδεών και της αριστεράς είναι από αντικειμενική σκοπιά απεριόριστες.

Το ζήτημα είναι: θα μπορέσει η Αριστερά γενικά και ο ΣΥΡΙΖΑ συγκεκριμένα να τις αντλήσει;

Η απάντηση είναι ΝΑΙ, αλλά υπό κάποιες προϋποθέσεις.

Αυτή είναι στην ουσία η συζήτηση – ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να έχουν επιτυχία τα επόμενα βήματα.

Βάθεμα της Αριστερής Στροφής

Για μας, η πρώτη προϋπόθεση είναι:

Η αριστερή στροφή η οποία έχει συντελεστεί στον ΣΥΝ στη διάρκεια των τελευταίων 2-3 χρόνων, και η όποια αντανακλάστηκε στον ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο πρέπει να συνεχιστεί αλλά πρέπει να ενταθεί και να βαθύνει.

Ο λόγος που ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να αξιοποιήσει τις αντικειμενικές δυνατότητες της κρίσης του συστήματος – οικονομικής κοινωνικής και πολιτικής – και που τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ έχουν εκτιναχθεί, είναι η αριστερή στροφή της τελευταίας περιόδου του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς την οποία θα ήταν αδύνατη, αδιανόητη, η σημερινή άνοδος.

Πιέσεις

Μ’ αυτό θα μπορούσαν ίσως εύκολα να συμφωνήσουν οι περισσότεροι. Αλλά, ας μην θεωρείται αυτή η πρόταση, για βάθεμα της αριστερής στροφής, τόσο απλή.

Όσο ενισχύεται ο ΣΥΡΙΖΑ τόσο θα ενισχύονται οι πιέσεις που θα τον σπρώχνουν προς τα δεξιά, και στην κατεύθυνση μιας κεντροαριστερής κυβέρνησης.

Δεν υπάρχει ο χρόνος για να αναπτύξουμε αυτό το κεφάλαιο. Θέλουμε όμως να τονίσουμε: «σύντροφοι, ας μην υποτιμηθούν αυτές οι πιέσεις».

Θα είναι ασφυκτικές, θα προέρχονται από την αστική τάξη, θα προέρχονται από τα ΜΜΕ, θα προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ, θα προέρχονται και από την «κοινή γνώμη» η οποία θα επηρεάζεται από τα ΜΜΕ και τους αστικούς θεσμούς, θα προέρχονται και από το εσωτερικό του ΣΥΝ αλλά και άλλων κομματιών του ΣΥΡΙΖΑ.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ υποτιμήσει την έκταση και το μέγεθος αυτών των πιέσεων θα πέσει στην παγίδα – κι έτσι θα έχει χαθεί, ξανά, μια ιστορική ευκαιρία.

Νέοι Σχηματισμοί

Θέλουμε να ενισχύσουμε αυτή την επιχειρηματολογία, τεκμηριώνοντάς την με αναφορές στην ευρωπαϊκή και διεθνή εμπειρία. Κάποιος μπορεί να πει πως οι αναφορές σε περασμένες δεκαετίες αφορούν ένα μακρινό παρελθόν και σήμερα είναι αμφίβολης σημασίας. Ας δούμε λοιπόν ποια είναι η πορεία των κομμάτων της αριστεράς στη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών.

Χτες [σημ: στη συζήτηση της προηγούμενης μέρας] νοιώσαμε πως ωραιοποιήθηκε κάπως η κατάσταση ορισμένων σχηματισμών της αριστεράς (στην Ευρώπη) ή περιορίστηκε τόσο πολύ η αναφορά στα «προβλήματα» που παρουσιάζουν, ώστε να νοιώσουμε πως αυτά απλά σπρώχνονταν κάτω απ’ το χαλί.

Κομμουνιστική Επανίδρυση

Τα τελευταία 15 χρόνια έχουν δώσει πολλά παραδείγματα νέων σχηματισμών της αριστεράς ιδιαίτερα στην Ευρώπη αλλά και διεθνώς.

Ένα απ’ αυτά είναι η Κομμουνιστική Επανίδρυση. Η οποία ενέπνευσε τα πιο μεγαλειώδη κινήματα της προηγούμενης περιόδου, κατέβασε εκατομμύρια στους δρόμους, βοήθησε στην αναπτέρωση του ηθικού του κινήματος σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Που βρίσκεται σήμερα η Κομ. Επανίδρυση; Αφού υποτάχτηκε στο δέλεαρ των υπουργικών θέσεων στην κυβέρνηση του Πρόντι, έγινε συνυπεύθυνη για την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών του τελευταίου. Αποτέλεσμα; 20 μήνες μετά, ο Μπερλουσκόνι να απειλεί με επιστροφή, και η Κ.Ε. να βρίσκεσαι σε βαθιά εσωτερική κρίση.

Αυτό δεν είναι απλά ένα «λάθος»! Η ηγεσία της Κ.Ε έχει βυθίσει ένα μαχαίρι στο κορμί της ιταλικής αριστεράς, του ιταλικού κινήματος, της ευρωπαϊκής αριστεράς και του ευρωπαϊκού κινήματος – τίποτα λιγότερο!

Και αυτό έχουμε ευθύνη, απέναντι στο κίνημα, να το λέμε καθαρά, να το καταγγέλλουμε!

Την ίδια στιγμή πρέπει να κατανοούμε το «γιατί» – τι είναι αυτό που σπρώχνει ή/και που επιτρέπει σε κόμματα της αριστεράς να επαναλαμβάνουν αυτό το θλιβερό παρελθόν;

ΣΚ Ολλανδίας και Αριστερό Κόμμα Γερμανίας

Το ΣΚ Ολλανδίας και το Αριστερό Κόμμα στη Γερμανία, αναφέρθηκαν χτες σαν παραδείγματα προς μίμηση και σαν αντίβαρα, ως ένα βαθμό, στα «ιταλικά προβλήματα».

Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Η ηγεσία του ΣΚ Ολλανδίας λέει δημόσια «ναι» σε συγκυβέρνηση με τους Σοσιαλδημοκράτες. Πού είναι το θετικό;

Το Αριστερό Κόμμα στη Γερμανία δεν το λέει απλά, το κάνει και πράξη, σε επίπεδο κυβερνήσεων των κρατιδίων που αποτελούν τη Γερμανική Ομοσπονδία – πολλά από τα οποία είναι πιο μεγάλα από την Ελλάδα. Με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κυβέρνηση του Βερολίνου, το ΑΚ συμμετέχει μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες στην κυβέρνηση και εφαρμόζει νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Σήμερα το Αριστερό Κόμμα φτάνει στις δημοσκοπήσεις το 14%. Όταν κληθεί αύριο να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες σε επίπεδο ομοσπονδιακής, κεντρικής κυβέρνησης, υπάρχει καμία αμφιβολία για το τι πολιτικές τελικά θα εφαρμόσει;

Γενική πορεία – και ένα φυσιολογικό ερωτηματικό

Ποια ήταν η πορεία αυτών των σχηματισμών μετά την αρχική ευφορία την οποία δημιούργησαν; Μετακινήθηκαν όλα προς τα δεξιά! Σχεδόν χωρίς καμία εξαίρεση!

Και η δεξιά αυτή πορεία ήταν η βάση πάνω στην οποία κάποιοι από αυτούς τους σχηματισμούς διασπάστηκαν όπως το Respect στην Βρετανία πέρυσι. Ή και διαλύθηκαν, μέσα μάλιστα από εκφυλιστικές εσωτερικές συγκρούσεις, όπως το Σκοτσέζικο Σοσιαλιστικό Κόμμα, SSP.

Η εμπειρία αυτών των σχηματισμών, παλιών και νέων, δημιουργεί με τον πιο φυσιολογικό τρόπο το ακόλουθο ερωτηματικό: Γιατί, δηλαδή, ο ΣΥΡΙΖΑ να αποφύγει αυτή την πορεία; Που μεταφράζεται: πως μπορεί να αποφευχθεί αυτή η πορεία;

Οι προθέσεις των συνιστωσών και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είναι άψογες! Φτάνουν όμως οι καλές προθέσεις;

Πολιτική Πρόταση/Πρόγραμμα

Το πρώτο βήμα στην διασφάλιση, ως ένα βαθμό – αφού απόλυτες εγγυήσεις είναι αδύνατο να υπάρξουν – πως η «νέα αριστερά», που κτίζεται στην Ελλάδα, θα μπορέσει να είναι συνεπής, είναι η πολιτική της πρόταση, το πρόγραμμά της, όταν κληθεί να αναλάβει ευθύνες εξουσίας.

Αυτό το θέμα δεν τίθεται αφηρημένα, πια. Όταν ένας πολιτικός σχηματισμός φτάνει το 17 – 18% στην υποστήριξη του κόσμου, φυσιολογικά στην κοινωνία τίθεται το ερώτημα: «τι θα κάνουν αυτοί αν κληθούν να κυβερνήσουν»; Σ’ αυτό το ερώτημα η αριστερά δεν μπορεί να απαντά «δεν με απασχολεί» ή «δεν είναι της ώρας»… Οφείλει να πει με καθαρότητα τι προτείνει. Διαφορετικά θα ξεκινήσει η αμφιβολία και η αμφισβήτηση και η κοινωνική δυναμική που έχει η αριστερά, στην προκειμένη ο ΣΥΡΙΖΑ, θα αρχίσει να παραπαίει με κίνδυνο ανακοπής και οπισθοδρόμησης. Ούτε μπορεί η αριστερά να λέει «η πρόταση που κάνω σήμερα αφορά τα κινήματα, την ένταση και κλιμάκωσή τους, κοκ..». Αυτό δεν φτάνει. Γιατί δεν μπορούν τα κινήματα να αναπτύσσονται σε διαρκή βάση χωρίς πολιτική πρόταση απ’ την αριστερά. Τα δύο αλληλοτροφοδοτούνται. Όταν λείπει το ένα υποσκάπτει το άλλο.

Σε ποιον απευθύνεται;

Κατ΄αρχήν και πάνω απ’ όλα η πολιτική πρόταση της αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ στην προκειμένη, πρέπει να απευθύνεται στην κοινωνία. Να εξοπλίζει πολιτικά τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, και στη συνέχεια να γίνεται κτήμα του μαζικού κινήματος. Όταν οι ιδέες της αριστεράς, όχι αφηρημένα, αλλά οι προτάσεις της, το πρόγραμμά της συγκεκριμένα, γίνουν κτήμα του μαζικού κινήματος, τότε έχει ανοίξει ο δρόμος για τις μεγάλες αλλαγές.

Κατά δεύτερο, η πρόταση πρέπει να απευθύνεται στην υπόλοιπη αριστερά. Αυτό σημαίνει βασικά το ΚΚΕ.

Ένα τέτοιο πρόγραμμα πρέπει να είναι στην ουσία και η απάντηση στα ψευτο-ενωτικά, ψευτο-αριστερά καλέσματα της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ. Γιατί όταν οι θέσεις γίνουν συγκεκριμένες, όταν το πρόγραμμα είναι ξεκάθαρα στην υπηρεσία των εργαζομένων, τότε η «μπλόφα» του ΠΑΣΟΚ θα αποκαλυφθεί στον κόσμο που εξακολουθεί να το υποστηρίζει.

Βασικά Σημεία του Προγράμματος

Ας δούμε τα βασικά σημεία ενός πολιτικού προγράμματος στην υπηρεσία των εργαζομένων. Όλος ο ΣΥΡΙΖΑ, όλες οι συνιστώσες του συμφωνούν λίγο πολύ στα ακόλουθα:

-Δραστική ενίσχυση των μισθών και των συντάξεων
-35ωρο, 7ωρο, πενθήμερο
-Τέρμα στις ευέλικτες μορφές εργασίας και τους εργαζόμενους-λάστιχο
-Μονιμότητα στην απασχόληση
-Προστασία της κοινωνικής ασφάλισης, ανατροπή όλων των αντί-ασφαλιστικών νόμων των προηγούμενων χρόνων
-Μαζικές επενδύσεις στη δημόσια Υγεία και δημόσια Παιδεία
-Και πολλά άλλα που αφορούν τον ρατσισμό, την ισότητα των φύλων, το περιβάλλον, κοκ.

Όμως πιστεύει κανείς πως το κεφάλαιο, η ΕΕ θα αποδεχτούν αυτές τις πολιτικές χωρίς σκληρές συγκρούσεις; Δεν υπάρχει καμία περίπτωση για κάτι τέτοιο. Αυτό μας φέρνει στο επόμενο ερώτημα. Είναι έτοιμος ο ΣΥΡΙΖΑ για τέτοιες συγκρούσεις;

Ας πάμε παραπέρα… Θα προχωρήσει η αριστερά, όταν κληθεί να ασχοληθεί με την εξουσία, σε:

-Επανεθνικοποίηση όλων των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων;

-Κοινωνικοποίηση των στρατηγικών μονάδων της οικονομίας, αυτών που ελέγχουν 50 οικογένειες όλες κι όλες, ώστε να μπορέσει να λειτουργεί η οικονομία με βάση τις ανάγκες του συνόλου και όχι το κέρδος του μεγάλου κεφαλαίου;

Θα προχωρήσει η αριστερά σε ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης, με αιρετές διοικήσεις σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, χωρίς ειδικούς μισθούς και προνόμια, στις οποίες η πλειοψηφία να ανήκει σε εκπροσώπους των εργαζομένων οι οποίοι να είναι ανακλητοί ανά πάσα στιγμή;

Αν η αριστερά θέλει να είναι συνεπής με τις αρχές και τις διακηρύξεις της, όλα τα πιο πάνω είναι εντελώς απαραίτητα.

Όμως, όλα αυτά σημαίνουν μετωπική σύγκρουση με κεφάλαιο. Ντόπιο και ξένο. Ξανά: είναι έτοιμος ο ΣΥΡΙΖΑ γι αυτή τη σύγκρουση;

Όχι, δεν είναι. Σήμερα, δεν είναι. Ξεκινάει όμως μια συζήτηση. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Μια συζήτηση που αφορά την προγραμματική φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό επιτρέπει στον ΣΥΡΙΖΑ να προετοιμαστεί. Στο βαθμό που το καταφέρει η συμβολή του θα είναι ιστορική. Στο βαθμό που δεν το καταφέρει θα έχουμε επανάληψη των μεγάλων ηττών και απογοητεύσεων του παρελθόντος.

Κλείνοντας

Η εκρηκτική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ τον θέτει κάτω από μεγάλα καθήκοντα και από μεγάλες πιέσεις. Πιέσεις από την αστική τάξη, το ΠΑΣΟΚ, τα ΜΜΕ κλπ. Αλλά πιέσεις κι απ’ την κοινωνία, το εργατικό κίνημα.

Ο μόνος τρόπος να ανταποκριθεί θετικά στις πιέσεις του κινήματος και να μπει στην αντεπίθεση απέναντι στις πιέσεις της αστικής τάξης είναι απαντώντας πολιτικά σε δύο κορυφαία ζητήματα.

1.Να δώσει περιεχόμενο στην πρόταση που έχει ήδη καταθέσει ο Αλέκος Αλαβάνος για μια νέα αριστερή διακυβέρνηση του τόπου. Περιεχόμενο που να είναι συγκεκριμένο, πρακτικό και κατανοητό από τα λαϊκά στρώματα για να γίνει κτήμα τους και οδηγός για δράση.

2. Με παρόμοιο τρόπο, πρέπει να δώσει περιεχόμενο συγκεκριμένο, πρακτικό και κατανοητό για το τι σημαίνει «σοσιαλισμός με ελευθερία και δημοκρατία». Για να γίνει και αυτό το σύνθημα, επαναλαμβάνουμε, οδηγός για δράση για το εργατικό κίνημα και την κοινωνία.

Μόνο έτσι, μπορούν να προετοιμαστούν οι μεγάλες μάχες που έρχονται. Μόνο έτσι μπορεί η αριστερά να προετοιμαστεί και να προετοιμάσει το μέλλον. Μόνο έτσι μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να προκαλέσει μια τεράστια πολιτική ανατροπή ανοίγοντας νέους δρόμους. Και μόνο έτσι μπορεί να κλείσει ο κύκλος των ηττών και των απογοητεύσεων και να δώσουμε παράδειγμα προς μίμηση για την αριστερά διεθνώς, από την Ευρώπη μέχρι τη Λατινική Αμερική.

__________

2. ΣΥΡΙΖΑ: Ιστορική ευκαιρία, ιστορικά καθήκοντα

Μάρτης 2008

Μια από τις πιο μεγάλες πολιτικές ανατροπές των τελευταίων τριών δεκαετιών βρίσκεται προ των πυλών. Η εκτίναξη των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ ξεπερνά κάθε προσδοκία και κάθε πρόβλεψη. Ο δικομματισμός, οι ηγεσίες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, βρίσκονται σε κατάσταση πανικού. Το ερώτημα που απασχολεί όλους, εχθρούς και φίλους, είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει τελικά να σπάσει τον δικομματισμό μια για πάντα, ή αν η άνοδος του είναι κάτι το οποίο θα ξεφουσκώσει την επόμενη περίοδο. Αυτό τελικά θα κριθεί από όλους εμάς που συμμετέχουν ή στηρίζουν τις προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ.1

Δεν έπεσε από τον ουρανό

Η εκρηκτική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν ένας συνδυασμός, από τη μια της αντικειμενικής κατάστασης στην κοινωνία και από την άλλη της ανταπόκρισης του ΣΥΡΙΖΑ στις απαιτήσεις της εποχής.

Αντικειμενικά, το έδαφος ήταν ώριμο για μια μεγάλη ανατροπή στην πολιτική σκηνή. Η κοινωνία έφτασε στα όρια της αγανάκτησής της, μέσα από τις πολιτικές που εφάρμοζε για δεκαετίες το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και στη συνέχεια η Ν.Δ. Όλα τα «οράματα» και οι υποσχέσεις που αυτά τα κόμματα είχαν δώσει αποδείχτηκαν ψεύτικα. Η ένταξη στην Ε.Ε. και στο ευρώ, όχι μόνο δεν έλυσαν κανένα πρόβλημα αλλά η κατάσταση γίνεται χειρότερη κάθε χρόνο. Το μοναδικό χειροπιαστό αποτέλεσμα των τελευταίων 23 χρόνων είναι η διαρκής λιτότητα.

Η εμπειρία της τελευταίας διακυβέρνησης της Ν.Δ. ήταν καταλυτική. Από τη μια απέδειξε ότι η Ν.Δ. δεν είχε τίποτα να προσφέρει απέναντι στην αντιλαϊκή, αδιέξοδη, διεφθαρμένη και σάπια πολιτική του ΠΑ.ΣΟ.Κ., παρά μόνο να τα κάνει ακόμη χειρότερα. Και από την άλλη έδειξε ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ., σαν αντιπολίτευση, ήταν άφωνο, ανύπαρκτο, ανίκανο να δώσει οποιαδήποτε προοπτική.

Ενότητα και αριστερή στροφή ΣΥΝ

Όμως αν ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να αξιοποιήσει αυτές τις δυνατότητες αυτό οφείλεται στην μετακίνηση του προς τα αριστερά την τελευταία περίοδο.

Παράλληλα, ένα από τα πιο ελκυστικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ενότητα στη δράση και η συνεργασία τόσων πολλών αριστερών οργανώσεων – κάτι που σπάει τον κατακερματισμό που μαστίζει την Αριστερά.

Πάνω απ’ όλα όμως, χωρίς την αριστερή στροφή του ΣΥΝ στη διάρκεια των τριών τελευταίων χρόνων, από το 4ο συνέδριο του 2004, η εκρηκτική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν αδύνατη.

Ήταν η μαχητική εμπλοκή του ΣΥΝ στα κινήματα της τελευταίας περιόδου, ιδιαίτερα στο κίνημα της νεολαίας. Ήταν η μαχητική αντιπολίτευση του ΣΥΝ στη βουλή και οι σκληρές καταγγελίες με «λαϊκές εκφράσεις» του Αλέκου Αλαβάνου της πολιτικής της κυβέρνησης. Ήταν οι αρκετά σαφείς διαχωριστικές γραμμές από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η άρνηση της συγκυβέρνησης μαζί του (κυβέρνηση κεντροαριστεράς) ιδιαίτερα την τελευταία περίοδο. Ήταν η εδραίωση της αριστερής στροφής του ΣΥΝ στο τελευταίο, 5ο συνέδριο του. Και τέλος βέβαια, η εκλογή του Αλέξη Τσίπρα στην προεδρία του ΣΥΝ συμπλήρωσε στην εικόνα της δυναμικής, ριζοσπαστικής, ανοιχτής και ενωτικής αριστεράς, που η ελληνική κοινωνία αναζητούσε, τα στοιχεία της ανανέωσης και της φρεσκάδας.

Και τώρα τι;

Όσο περισσότερο ενισχύεται ο ΣΥΡΙΖΑ τόσο αυξάνονται τα ιστορικά του καθήκοντα. Γιατί, πραγματικά, αυτή η στιγμή διαφαίνεται η δυνατότητα μιας εναλλακτικής διακυβέρνησης του τόπου. Όσο αυτό γίνεται συνείδηση στην κοινωνία άλλο τόσο θα ενισχύεται η δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ.

Όμως αυτόματα προκύπτουν δύο ερωτήματα. Πρώτον, πώς θα μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει αυτή την δυναμική; Και δεύτερον, πώς θα μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να αποφύγει το παράδειγμα της αριστεράς, ιστορικά και διεθνώς, η οποία δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της, δεν μπόρεσε να έχει συνέπεια λόγων και έργων και τελικά οδηγήθηκε είτε σε ήττες, είτε σε προδοσίες του κινήματος;

Με αυτά καταπιανόμαστε στη συνέχεια. Αυτά τα ερωτήματα έχουν πάνω απ’ όλα να κάνουν με τον ΣΥΝ ο οποίος αποτελεί την κύρια δύναμη στον ΣΥΡΙΖΑ. Από την πορεία του ΣΥΝ θα καθοριστεί κατά κύριο λόγο η συνολική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ.

Από την ιστορία της ελληνικής Αριστεράς

Όσο ενθουσιασμό και αν προκαλεί η εκρηκτική άνοδος του ΣΥΝ / ΣΥΡΙΖΑ άλλο τόσο προβληματισμό πρέπει να δημιουργεί η ανάγκη να αποφευχθούν λάθη του παρελθόντος.

Το ελληνικό κίνημα έχει υποφέρει πολλά και έχει πληρώσει πάρα πολύ ακριβά τα λάθη της ελληνικής αριστεράς στο παρελθόν. Βγάζοντας συμπεράσματα από τα «λάθη» του ΚΚΕ σε μια προηγούμενη ιστορική εποχή, επιχείρησε να εναποθέσει τις ελπίδες του στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. στη δεκαετία του ’70. Από τις αριστερές θέσεις που αρχικά είχε, όμως, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. μετακινήθηκε προς τα δεξιά σε βαθμό που σήμερα να μην έχει καμία σχέση με την αριστερά και να είναι απλά ένα δεύτερο κόμμα στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Οι εργαζόμενοι και η νεολαία πλήρωσαν ακριβά την εμπιστοσύνη που δώσανε στο ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Τέτοιου είδους λάθη, τέτοιου είδους ασυνέπεια λόγων και έργων, ψεύτικων οραμάτων και εξαπάτησης, δεν πρέπει να επαναληφθούν ξανά. Πώς όμως θα αποφευχθούν;

Από τη διεθνή εμπειρία

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης τα παραδοσιακά αριστερά κόμματα, σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά, είτε διαλύθηκαν είτε εκφυλίστηκαν είτε συμβιβάστηκαν και αστικοποίηθηκαν – με ελάχιστες εξαιρέσεις. Αυτό δημιούργησε ένα κενό το οποίο οδήγησε στη δημιουργία νέων αριστερών σχηματισμών σε πανευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Κόμματα όπως την Κομμουνιστική Επανίδρυση στην Ιταλία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Σκοτίας (SSP), το Κόμμα για τον Σοσιαλισμό και την Ελευθερία στη Βραζιλία (P-SOL), το Κόμμα «Σεβασμός» (Respect) στην Βρετανία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ολλανδίας, το Αριστερό Κόμμα στην Γερμανία, κοκ, είναι κόμματα τα οποία δημιουργήθηκαν στη διάρκεια των τελευταίων 10 – 15 χρόνων. Τι διδάσκει η εμπειρία από αυτή τη νέα Αριστερά στη διάρκεια των τελευταίων 10 – 15 χρόνων;

Πιο πρόσφατα παραδείγματα, στη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου, το 2007, είχαμε τη διάσπαση του Respect στη Βρετανία και τη διάλυση του Σκοτσέζικου Σοσιαλιστικού Κόμματος στην Σκοτία (που για ένα διάστημα λειτούργησε σαν πρότυπο για τους νέους σχηματισμούς στην Ευρώπη).

Στην Ολλανδία, το ΣΚ, το οποίο ξεκίνησε σαν ένας πολύ ριζοσπαστικός σχηματισμός, σήμερα δηλώνει έτοιμο να συμμετέχει στην ίδια κυβέρνηση με τους ξεπουλημένους Ολλανδούς «Σοσιαλιστές».

Στη Γερμανία το Αριστερό Κόμμα συμμετέχει στις τοπικές κυβερνήσεις, στο Βερολίνο και αλλού, μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες, εφαρμόζοντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Με επικεφαλής επιφανείς προσωπικότητες όπως ο Λαφοντέν, πρώην πρόεδρος της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας και ο Μπίσκι, νυν πρόεδρος του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, το κόμμα αυτό δεν αρνείται συγκυβέρνηση με τους Σοσιαλδημοκράτες και σε επίπεδο ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Γερμανίας. Υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στο μέλλον, αυτό το κόμμα, όντας στην κεντρική κυβέρνηση, θα εφαρμόζει τις ίδιες αντιλαϊκές πολιτικές που ακολουθεί σήμερα σε επίπεδο κρατιδίων;

Η «οδυνηρή» περίπτωση της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης

Η πιο «οδυνηρή» εικόνα αυτή την εποχή όμως, εμφανίζεται στην Ιταλία.

Η Κομμουνιστική Επανίδρυση, το κόμμα που στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ήταν επικεφαλής όλων των μεγάλων κινημάτων στην Ευρώπη, του κινήματος ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και του αντιπολεμικού κινήματος, δεν άντεξε στο δέλεαρ των υπουργικών θέσεων και σαν αποτέλεσμα συμμετείχε στην κυβέρνηση του Πρόντι εφαρμόζοντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Υπόσκαψε έτσι το ίδιο το κίνημα αλλά υπόσκαψε και τη δική της υπόσταση. Σήμερα είναι συνυπεύθυνη για την απειλούμενη επιστροφή του Μπερλουσκόνι, 20 μόνο μήνες μετά την πτώση του. Η ηγεσία της επιχειρεί να προχωρήσει στην αλλαγή ονόματος και αριστερών συμβόλων για να φτιάξει το «ουράνιο τόξο» – αυτό που μεγάλα κομμάτια της βάσης ονομάζουν με αγανάκτηση και απογοήτευση, «ροζ πράμα». Η εκλογική απήχηση της κομμουνιστικής επανίδρυσης βρίσκεται σε κάθετη πτώση.

Η Κομμουνιστική Επανίδρυση επανέλαβε το ίδιο ιστορικό λάθος δύο φορές. Είχε συμμετάσχει ξανά σε κεντροαριστερή κυβέρνηση στα μέσα της δεκαετίας του 90, αναγκάστηκε να αποχωρήσει και πλήρωσε αυτό το «λάθος» με διάσπαση. Και όμως μια δεκαετία μετά επανέλαβε το ίδιο «λάθος».

Βάθεμα της αριστερής στροφής

Με άλλα λόγια, όχι μόνο τα παλιά αριστερά κόμματα, κομμουνιστικά και σοσιαλιστικά, εγκατέλειψαν ιδέες και αρχές, αλλά φαίνεται πως και τα νέα κόμματα της αριστεράς ακολουθούν παρόμοιες διαδρομές. Είναι δυνατό μ’ αυτά τα δεδομένα (και πολλά άλλα που δεν υπάρχει ο χώρος για να αναφερθούν) να είναι κανείς «χαλαρός», να εφησυχάζει για το τι επιφυλάσσει η επόμενη μέρα για τον ΣΥΡΙΖΑ; Κατά τη γνώμη μας αυτό θα ήταν καταστροφικό.

Έτσι, ξεκινάμε υποστηρίζοντας πως, αν προκύπτει ένα κεντρικό συμπέρασμα από όλη την αρνητική εμπειρία της αριστεράς ιστορικά και διεθνώς είναι ότι, το νέρωμα των αριστερών πολιτικών στο όνομα μιας «ρεαλιστικής πολιτικής» οδηγεί στην καταστροφή της αριστεράς.

Και από αυτό, για τον ΣΥΝ και τον ΣΥΡΙΖΑ, προκύπτουν σαν αναγκαιότητα:

– Συνέχιση και βάθεμα της αριστερής στροφής που έχουμε δει να συντελείται στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων.

– Σταθερότητα και συνέπεια στην άρνηση εμπλοκής σε οποιοδήποτε κεντροαριστερό σενάριο – με τον πιο εμφατικό και ξεκάθαρο τρόπο.

– Ξεκαθάρισμα της πρότασης για μια εναλλακτική αριστερή διακυβέρνηση. Από τη στιγμή που αποκλείεται η συγκυβέρνηση με κόμματα που υπηρετούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου (όπως το ΠΑΣΟΚ), πρέπει να υπάρξει συγκεκριμένη και πρακτική πρόταση εξουσίας από την ριζοσπαστική αριστερά.

Ενώ για τις μικρότερες συνιστώσες που συμμετέχουν στον ΣΥΡΙΖΑ3 τα πιο πάνω σημεία θα μπορούσε να είναι εύκολα αποδεκτά, για τη μεγάλη συνιστώσα, από την οποία το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται, δηλαδή τον ΣΥΝ, αυτό δεν είναι. Και εξηγούμαστε.

Τι έδειξε το πέμπτο συνέδριο του ΣΥΝ

Στο 5ο συνέδριο του ΣΥΝ κυριάρχησε η αριστερή πτέρυγα. Ο Αλέξης Τσίπρας εκλέχτηκε με πάνω από 70% των συνέδρων μέσα σ’ ένα κλίμα ενθουσιασμού, υποστηριζόμενος, βασικά, από την αριστερή βάση του κόμματος. Η μετριοπαθής ή “δεξιά” πτέρυγα του κόμματος, γνωστή σαν “Ανανεωτική”, υποστήριξε στη μεγάλη της πλειοψηφία (εξαιρέσεις υπήρξαν εκατέρωθεν) τον Φώτη Κουβέλη.

Η διαμάχη ανάμεσα στις δύο πτέρυγες δεν πήρε ανοιχτά πολιτικά ή ιδεολογικά χαρακτηριστικά όπως είχε γίνει στο 4ο συνέδριο, το 2004. Σαν αποτέλεσμα αυτής της επιφανειακής ομοψυχίας διάφοροι σύντροφοι στον ΣΥΝ ένοιωσαν (και δήλωσαν) ότι οι τάσεις στο εσωτερικό του ΣΥΝ είχαν πάψει πια να έχουν ουσιαστικό λόγο ύπαρξης, είχαν μπει, στην ουσία, σε μια διαδικασία αυτοκατάργησης.

Κατά τη γνώμη μας αυτή είναι μια λάθος εκτίμηση. Η «δεξιά» πτέρυγα δεν έχει υποχωρήσει από την πραγματική της άποψη που είναι η συγκυβέρνηση με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. (θέτοντας βέβαια τον όρο στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. να μετακινηθεί ελαφρώς προς τα “αριστερά”). Και αυτό ήταν πολύ εμφανές στο συνέδριο.

Η Ανανεωτική τάση (“δεξιά” πτέρυγα) του ΣΥΝ δεν έκανε καμία αυτοκριτική στο 5ο συνέδριο. Ενώ στο προηγούμενο συνέδριο το 2004, είχε παλέψει με νύχια και δόντια ενάντια στην αριστερή στροφή του ΣΥΝ, όταν αυτή η αριστερή στροφή έφερε αποτελέσματα, οδήγησε στη μαζικοποίηση του κόμματος, προκάλεσε ένα τόσο μεγάλο ρήγμα στον δικομματισμό, μετά από όλη αυτή την «κοσμογονία», η δεξιά πτέρυγα δεν είχε την τόλμη σε κανένα σημείο του συνεδρίου να αναγνωρίσει πως έκανε λάθος!

Ακόμα και όταν προκλήθηκε δημόσια από στελέχη της αριστερής πτέρυγας του κόμματος, και πάλι αρνήθηκε να αναγνωρίσει οποιοδήποτε λάθος. Αντίθετα, μάλιστα, πολλά στελέχη της «δεξιάς» πτέρυγας μπήκαν στην αντεπίθεση. Ανέφεραν χαρακτηριστικά πως το γεγονός ότι μετά τις εκλογές του περασμένου Σεπτέμβρη ο Αλέκος Αλαβάνος, άρχισε να μιλά ανοιχτά για την ανάγκη συμμετοχής της αριστεράς στη διακυβέρνηση της χώρας αποτελούσε δική τους δικαίωση.

Τι σημαίνει συμμετοχή της Αριστεράς στη διακυβέρνηση;

Στην πραγματικότητα η αριστερή και δεξιά πτέρυγα του ΣΥΝ ερμηνεύουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο τη συμμετοχή της αριστεράς στη διακυβέρνηση.

Και ο λόγος βέβαια είναι ότι η τοποθέτηση του Αλέκου Αλαβάνου για «μια νέα κυβερνητική πλειοψηφία με πυρήνα την ριζοσπαστική Αριστερά» μπορεί να ερμηνευτεί όχι απλά με διαφορετικούς τρόπους, αλλά, μάλιστα, με διαμετρικά αντίθετους τρόπους. Η πραγματικότητα δηλαδή είναι ότι ο ΣΥΝ δεν έχει καθαρή θέση πάνω στο ζήτημα κι αυτό φυσιολογικά ενθαρρύνει αποκλίνουσες απόψεις.

Η μεν αριστερή πτέρυγα, σύμφωνα με τις δηλώσεις των ίδιων των στελεχών της, βλέπει την συμμετοχή της ριζοσπαστικής αριστεράς στη διακυβέρνηση σαν κάτι που ανήκει στο μακροπρόθεσμο μέλλον, στη βάση μιας αριστερής πολιτικής και ενός αριστερού προγράμματος, με κάλεσμα στην υπόλοιπη Αριστερά και ιδιαίτερα στο Κ.Κ.Ε. για συμμετοχή, αποκλείοντας το επίσημο ΠΑ.ΣΟ.Κ. αλλά με την παρουσία κομματιών της βάσης και των ψηφοφόρων του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Η «δεξιά» πτέρυγα εμφανίζεται πιο «ρεαλιστική»: Δηλώνει πως δεν είναι δυνατό να περιμένει κανείς συνεργασία με το ΚΚΕ – αφού το ΚΚΕ δεν θέλει – και τονίζει πως ο ρόλος της αριστεράς δεν είναι να αυτοεξαιρείται από την διακυβέρνηση και να αυτοπεριθωριοποιείται… Τι σημαίνουν αυτά τα «ωραία»; Σημαίνουν πως αφού με το ΚΚΕ δεν μπορεί να γίνει τίποτα, κι αφού δεν πρέπει να αυτοπεριθωριοποιούμαστε, πρέπει να «τολμήσουμε» τις κυβερνητικές ευθύνες, κι αφού δεν υπάρχει άλλος υποψήφιος συνεργάτης, πρέπει να συγκυβερνήσουμε με το ΠΑΣΟΚ. Η δεξιά πτέρυγα του κόμματος δεν το λέει άμεσα, το λέει έμμεσα όμως ξεκάθαρα: να πιεστεί το ΠΑΣΟΚ να μετακινηθεί λίγο προς τα αριστερά και να προχωρήσουμε σε κοινή κυβέρνηση.

Αν κάποιοι σύντροφοι/σες στο χώρο του ΣΥΝ έχουν αμφιβολίες για το αν αυτή η ανάλυση είναι ορθή, τους παραπέμπουμε στις ομιλίες δύο ιστορικών ηγετών του συνασπισμού, του Λεωνίδα Κύρκου και του Νίκου Κωνσταντόπουλου4. Και οι δύο μίλησαν δημόσια, στις μέρες που προηγήθηκαν του 5ου συνεδρίου, υπέρ της συνεργασίας με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Βέβαια το βάρος και των δύο στις εσωτερικές διεργασίες του ΣΥΝ είναι σήμερα πολύ περιορισμένο. Όμως θα ήταν τεράστιο λάθος να νομίσει κανείς πως ο Κύρκος και ο Κωνσταντόπουλος εκπροσωπούν απλά τον εαυτό τους και πως ήταν εντελώς τυχαία η αναφορά τους λίγο πριν το συνέδριο του ΣΥΝ.

Ο Κύρκος, ο Κωνσταντόπουλος, ο Κουβέλης και πολλοί άλλοι μέσα στο ΣΥΝ διαφωνούν και μάλιστα ισχυρά με την αριστερή πορεία του κόμματος της τελευταίας περιόδου. Πριν 3 χρόνια η δεξιά πτέρυγα έδωσε πολύ σκληρή μάχη ενάντια στην αριστερή μετακίνηση του ΣΥΝ. Είναι λάθος να νομίζει κανείς πως «αυτοί οι σ. κατανόησαν το λάθος τους». Γιατί δεν είναι θέμα «λάθους». Είναι θέμα διαφορετικής ιδεολογικής τοποθέτησης. Και ασφαλώς η φάση της δυναμικής ανάπτυξης και μαζικής απήχησης στην οποία βρίσκεται σήμερα ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ κάθε άλλο παρά επιτρέπουν στην “ανανεωτική” πτέρυγα να μπει στην αντεπίθεση. Όμως, ας μην υπάρχει καμιά αμφιβολία, οι συγκρούσεις στο εσωτερικό του ΣΥΝ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα ξαναβγούν στην επιφάνεια. Αν η «δεξιά» πτέρυγα του ΣΥΝ μπορέσει να βρει μια σοβαρή ευκαιρία για να τερματίσει ή να ανατρέψει την αριστερή πορεία του ΣΥΝ, θα το κάνει. Και μ’ αυτή την έννοια το θέμα της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα δεν έχει λήξει. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα επανέλθει. Και το ποια θα είναι η εξέλιξη θα εξαρτηθεί από την εσωτερική πάλη και τα ισοζύγια στο εσωτερικό του ΣΥΝ και κατ’ επέκταση και του ΣΥΡΙΖΑ.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι αλλού…

Αν όμως το πρόβλημα του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μόνο η «Ανανεωτική» πτέρυγα του ΣΥΝ το πρόβλημα θα ήταν μικρό.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, κατά τη δική μας άποψη, είναι ότι η αριστερή πτέρυγα του ΣΥΝ δεν έχει μια καθαρή πρόταση/αντίληψη για το τι είδους διακυβέρνηση θέλει να έχει, για το τι σημαίνει δηλαδή η πρόταση της για «μια νέα κυβερνητική πλειοψηφία με πυρήνα την ριζοσπαστική αριστερά».

Ας δούμε τι λέει ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, σε μια αντιπροσωπευτική γι’ αυτόν συνέντευξη, γι’ αυτό ακριβώς το θέμα (Συνέντευξη στην Καθημερινή, 3/2/2008):

«Το καθήκον μας είναι να προσπαθήσουμε να αναδείξουμε συγκεκριμένα ένα εναλλακτικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Νομίζω ότι στο αμέσως επόμενο διάστημα πρέπει να επιδιώξουμε μια ανοιχτή πλατιά συζήτηση με την κοινωνία, με πυρήνα αυτού του εγχειρήματος τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στην κατεύθυνση του να συναντηθεί και με άλλες δυνάμεις, με δυνάμεις από τον σοσιαλιστικό χώρο, προκειμένου να είμαστε έτοιμοι σε σύντομο χρονικό διάστημα να μπορούμε να εκπονήσουμε ένα, όχι απλά εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης απ’ τα αριστερά αλλά ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για την Αριστερά σήμερα».

… “μεταρρύθμιση” ή ανατροπή;

Πρέπει να πούμε ότι όσο “νεανικό” και “φρέσκο” και αν είναι το πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα, οι πιο πάνω ιδέες δεν είναι ούτε νέες ούτε φρέσκιες, ούτε ριζοσπαστικές.

Πιο αναλυτικά: Ο στόχος των φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων που θέτει ο ΣΥΝ και η νέα ηγεσία του, είναι ασφαλώς ένας πολύ ευγενής στόχος. Με την πιο πάνω δήλωση ο νέος πρόεδρος του ΣΥΝ εννοεί ότι πρέπει να προστατέψουμε το εισόδημα των εργαζομένων, τις συντάξεις των συνταξιούχων, την δημόσια παιδεία, τη δημόσια υγεία, τον δημόσιο τομέα γενικά ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και τις μετοχοποιήσεις, την προστασία από τις απολύσεις, τα συνδικαλιστικά δικαιώματα και ελευθερίες που οι εργαζόμενοι κατάκτησαν στις προηγούμενες δεκαετίες, να προστατευτεί το μέλλον της νέας γενιάς, να τερματιστεί η επίθεση στις εργασιακές σχέσεις, να σταματήσουν οι συμβάσεις επισφαλούς απασχόλησης, οι απλήρωτες υπερωρίες, να προστατευτεί το περιβάλλον, να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των προσφύγων και των μεταναστών, κοκ. Όλα αυτά είναι πολύ καλά και πολύ σωστά. Όμως πώς θα γίνουν;

Καθένα από τα παραπάνω μέτρα φέρνει, αντικειμενικά, την όποια κυβέρνηση τα επιχειρήσει, σε αντιπαράθεση με τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Η εφαρμογή αυτών των μέτρων θα σημαίνει αναπόφευκτα ότι το ελληνικό κεφάλαιο (το οποίο χάνει συνέχεια έδαφος στον ευρωπαϊκό και διεθνή ανταγωνισμό παρά τις σκληρές πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται) θα δεχτεί ένα ακόμα μεγαλύτερο πλήγμα σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα του να αντιμετωπίσει τους ανταγωνιστές του στη διεθνή αγορά. Και θα προσεγγίσει την όποια κυβέρνηση «με πυρήνα την ριζοσπαστική Αριστερά» με το αίτημα να τερματιστούν αυτές οι πολιτικές, «γιατί υποσκάπτουν την ελληνική οικονομία».

Σε περίπτωση που η κυβέρνηση αρνηθεί να εφαρμόσει την πολιτική που ζητά το κεφάλαιο ας μην υπάρχει οποιαδήποτε αυταπάτη ότι το κεφάλαιο θα καθίσει με χέρια σταυρωμένα να βλέπει τα κέρδη του να εξατμίζονται. Θα πιέσει και στο βαθμό που η κυβέρνηση της αριστεράς επιμένει στις φιλολαϊκές πολιτικές της, τότε το κεφάλαιο θα καταφύγει στο πιο σημαντικό όπλο το οποίο έχει, την επενδυτική αποχή. Δηλαδή, θα σταματήσει να επενδύει προκαλώντας ύφεση στην οικονομία, θα αποσύρει τα κεφάλαια του από το χρηματιστήριο προκαλώντας κατάρρευση των αξιών, θα μεταφέρει τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό, όπου θα του προσφέρονται πιο επικερδείς όροι. Αυτό το σενάριο δεν είναι υποθετικό5. Είναι νόμος της λειτουργίας του κεφαλαίου. Δεν έχει να κάνει με τον καλό ή τον κακό καπιταλιστή – είναι η απλή λογική του καπιταλιστή. Τι θα κάνει σε αυτή την περίπτωση μια κυβέρνηση “με πυρήνα την ριζοσπαστική αριστερά”; Έχει στην πραγματικότητα δύο επιλογές. Ή θα υποταχθεί στους όρους του κεφαλαίου, ή θα αφαιρέσει από το κεφάλαιο τη δύναμη που έχει στην οικονομία. Μέση λύση, καλώς ή κακώς, δεν υπάρχει.

Με άλλα λόγια ακόμα και οι απλές μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες του ανταγωνισμού, στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης θέτουν επί τάπητος το ζήτημα της σύγκρουσης και της ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου. Τότε όμως δεν μιλάμε για μεταρρυθμίσεις. Μιλάμε για ρήξη και ανατροπή. Είναι διατεθειμένη η νέα ηγεσία του ΣΥΝ να προχωρήσει σε μια τέτοια ρήξη και ανατροπή;

“Κοινωνικό συμβόλαιο” ή ταξική πάλη και διεθνισμός;

Η έννοια του “κοινωνικού συμβολαίου” στο οποίο αναφέρεται ο Αλέξης Τσίπρας, δείχνει πως δεν είναι.

Κοινωνικό συμβόλαιο σημαίνει συμβόλαιο ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Οι βασικές κοινωνικές τάξεις είναι το κεφάλαιο από τη μια και οι εργαζόμενοι από την άλλη και ανάμεσά τους υπάρχουν διάφορα ενδιάμεσα στρώματα. Για να υπάρξει κοινωνικό συμβόλαιο χρειάζεται να υπάρχουν κοινά συμφέροντα. Ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία όμως δεν μπορούν να υπάρξουν κοινά συμφέροντα. Αυτό πια, δεν πρέπει να χρειάζεται ανάλυση και εξήγηση – η καθημερινή εμπειρία εκατομμυρίων εργαζομένων, νέων και παλιών, μιλά από μόνη της.

Κοινωνικό συμβόλαιο είναι αδύνατο να υπάρξει – είτε στην Ελλάδα είτε αλλού! Και αυτή η ασάφεια, αυτό το θολό σημείο, αυτή η αδυναμία στο πρόγραμμα της ηγεσίας του ΣΥΝ αποκαλύπτουν μια αχίλλειο πτέρνα: όταν έρθει η ώρα της κρίσης, δηλαδή της διακυβέρνησης, ο ΣΥΝ και κατά συνέπεια ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να ακολουθήσει τον δρόμο που ακολούθησαν τα κόμματα της αριστεράς που αναφέραμε πιο πάνω: που ενώ ξεκίνησαν με τις πιο αγαθές προθέσεις τελικά υποχώρησαν στις πιέσεις του κεφαλαίου και μπήκαν τα ίδια σε κρίση.

Πολύ περισσότερο που οι πιέσεις του κεφαλαίου δεν θα είναι μόνο εγχώριες. Είναι αφελές να περιμένει κανείς ότι το διεθνές κεφάλαιο και η ΕΕ θα παρακολουθούν είτε αδιάφορα, είτε «σεβόμενοι τη θέληση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού» να επηρεάζονται αρνητικά και τα δικά τους συμφέροντα. Θα χρησιμοποιήσουν κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο για να μπλοκάρουν την όποια ριζοσπαστική κυβέρνηση, να την υποτάξουν, να την ρίξουν.

Τι μπορεί να κάνει τότε μια αριστερή ριζοσπαστική κυβέρνηση; Είτε θα έχει χτίσει από την προηγούμενη περίοδο δεσμούς με αντίστοιχες οργανώσεις και κόμματα της αριστεράς σε πανευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, έτσι ώστε να έχει συμμάχους και στήριξη, την ίδια στιγμή που αντίστοιχες μάχες θα αναπτύσσονται και σε άλλες χώρες, κι όπου δυνατό σε επίπεδα ηπειρωτικά, είτε θα οδηγείται στους συμβιβασμούς και στην υποταγή – και τελικά στην εγκατάλειψη των αρχών της.

Έτσι εξηγείται η υποταγή της αριστεράς ιστορικά: από την έλλειψη ενός συνεπούς, ολοκληρωμένου σοσιαλιστικού προγράμματος από τη μια και από την έλλειψη του διεθνισμού από την άλλη.

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ

Τα θολά σημεία στην πολιτική και το πρόγραμμα του ΣΥΝ αντανακλούνται στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (το οποίο αποτελεί συμβιβασμό ανάμεσα στις συνιστώσες του).

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δίνει την έμφαση στην ανάγκη να δώσουμε τη μάχη ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό. Παραθέτει όλα τα σημεία των αντιλαϊκών πολιτικών που σήμερα εφαρμόζονται και ζητά να αντισταθούμε σ’ αυτά να τα αντιπαλέψουμε και να τα ανατρέψουμε. Συμφωνούμε απόλυτα!

Ταυτόχρονα το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται στο σοσιαλισμό. Και το κάνει όχι μία αλλά πολλές φορές. Και εδώ συμφωνούμε απόλυτα!

Όμως κάτι λείπει. Λείπει καταρχήν η απάντηση στο ακόλουθο ερώτημα: είναι δυνατόν να ανατραπεί ο νεοφιλελευθερισμός και οι αντιλαϊκές πολιτικές χωρίς να ανατραπεί ο καπιταλισμός; Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν καταπιάνεται με αυτό το πολύ μεγάλο, πολύ ουσιαστικό, κεντρικό ερώτημα. Και φυσικά δεν το απαντάει.

Πρόκειται όμως για ένα κρίσιμο ερώτημα. Στο οποίο η απάντηση είναι αρνητική: αν δεν ανατραπεί η εξουσία του κεφαλαίου, δηλαδή το καπιταλιστικό σύστημα, είναι αδύνατο να ανατραπούν οι αντιλαϊκές πολιτικές που σήμερα είναι ταυτισμένες με την έννοια του νεοφιλελευθερισμού, και που δεν είναι τίποτε άλλο από τις πολιτικές του κεφαλαίου.

Λείπει ακόμα κάτι: δεν εξηγείται τι σημαίνει σοσιαλισμός, δεν περιγράφεται πουθενά.

Και παρότι είναι εξαιρετικά σημαντικό ακόμα και απλά να αναφέρεται ο σοσιαλισμός, γιατί βοηθάει στην ανάπτυξη μιας σοσιαλιστικής συνείδησης μέσα στην κοινωνία, έστω γενικά και κάπως αφηρημένα, εντούτοις είναι απαραίτητο να εξηγείται και να περιγράφεται αναλυτικά.

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζει έτσι ένα είδος «άλματος», το οποίο από την ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού «πηδάει» στον σοσιαλισμό χωρίς όμως να εξηγεί ούτε τη φάση της ανατροπής του καπιταλισμού και χωρίς να περιγράφει τι σημαίνει σοσιαλισμός. Αυτές είναι δύο εξαιρετικά προβληματικές ελλείψεις.

Για να φτάσεις στο τέλος του δρόμου, που είναι σοσιαλισμός, πρέπει να έχεις προδιαγράψει με αρκετή ακρίβεια τι είναι αυτό στο οποίο θες να φτάσεις. Διαφορετικά θα χαθείς. Και τότε δεν θα μπορέσεις, όχι σοσιαλισμό να φτιάξεις, αλλά ούτε τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές να ανατρέψεις. Και αυτό, όπως αναφέραμε και πιο πάνω, είναι ένα σημείο κλειδί για να ερμηνεύσουμε την αδυναμία της παραδοσιακής αριστεράς αλλά και των νέων σχηματισμών της αριστεράς στην Ευρώπη και διεθνώς να αποφύγουν τις παγίδες, να μην πέσουν στα χέρια «του εχθρού»…

Μεταρρύθμιση ή επανάσταση;

Η συνηθισμένη απάντηση όσων διαφωνούν με την άποψη που έχουμε μόλις εκφράσει είναι ότι αυτά ισοδυναμούν με επανάσταση και η επανάσταση είναι μια παρωχημένη ιδέα, μια ιδέα που έχει δοκιμαστεί και έχει αποτύχει.

Χρειάζεται και εδώ να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Καταρχήν, επανάσταση δεν σημαίνει μικρούς συνωμοτικούς κύκλους, ένοπλες εξεγέρσεις μειοψηφιών, αντάρτικα πόλεων ή βουνών, πραξικοπήματα, κλπ. Επανάσταση δεν σημαίνει «βία και αίμα». Επανάσταση, για τους συνεπείς σοσιαλιστές και κομμουνιστές, για τον μαρξισμό, σημαίνει την κινητοποίηση των μεγάλων μαζών της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων σε τέτοια έκταση και τέτοιο όγκο που να προκαλούν μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές ανατροπές. Επανάσταση δεν είναι μια στιγμιαία έκρηξη – που έρχεται από το πουθενά. Είναι μια διαδικασία η οποία μπορεί να είναι και αρκετά μακρά σε διάρκεια, με κορυφώσεις και υποχωρήσεις, η οποία κάποια στιγμή θέτει το ζήτημα «ποιος είναι ο αφέντης εδώ πέρα». Αυτή την επανάσταση οι λαϊκές μάζες, φυσιολογικά, λογικά, θέλουν και επιδιώκουν να είναι όσο γίνεται πιο ειρηνική. Αν χρειαστεί να καταφύγουν σε βία θα το κάνουν γιατί η άρχουσα τάξη δεν επιτρέπει με ειρηνικό και δημοκρατικό τρόπο να υιοθετηθεί η βούληση των λαϊκών στρωμάτων. Αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την “λατρεία” της βίας και του αίματος από τις “τυφλές” αναρχικές ή αναρχίζουσες ομάδες.

Δεύτερον, με δεδομένη αυτή την ερμηνεία της “επανάστασης” ας μας πει κάποιος πότε σταμάτησε η επανάσταση να χαρακτηρίζει διαφορετικά τμήματα του πλανήτη, διαφορετικές χώρες και ηπείρους. Ακόμα και την εποχή της μεγάλης άνθισης και ευημερίας του καπιταλισμού, από τη δεκαετία του 50 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο πλανήτης σειόταν από επαναστάσεις – είτε στο λεγόμενο τρίτο κόσμο, είτε στον ανεπτυγμένο βιομηχανικό κόσμο: Κίνα, Κούβα, Βιετνάμ, Αγκόλα, Μάης του ’68 στη Γαλλία, Πορτογαλία το ’74, είναι μόνο μερικά από τα πολλά παραδείγματα.

Τρίτον, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, αναπτύσσονται διεργασίες στην ήπειρο της Λατινικής Αμερικής οι οποίες δεν μπορούν να περιγραφούν με καμία άλλη λέξη παρά μόνο σαν “επαναστατικές”. Πώς αλλιώς μπορεί να περιγραφεί η κατάσταση στην Βενεζουέλα, όπου τρεις φορές, το ντόπιο κεφάλαιο με τη συνεργασία των ΗΠΑ επιχείρησε να ανατρέψει τον Τσάβεζ, αλλά ηττήθηκε από την μαζική κινητοποίηση της κοινωνίας; Πώς αλλιώς να περιγραφούν οι απανωτές κοινωνικές εκρήξεις στη Βολιβία, που οδήγησαν τελικά στην εκλογή του πρώτου αυτόχθονα προέδρου στην ιστορία της ηπείρου – του Έβο Μοράλες; Πώς αλλιώς να περιγραφούν οι εκρήξεις στον Ισημερινό που οδήγησαν στην κατάληψη του τοπικού κοινοβουλίου από τα λαϊκά στρώματα; Και πώς διαφορετικά να περιγραφεί η εξέγερση των μαζών της Αργεντινής που την περίοδο 2001 – 2002 ανέτρέψαν πέντε προέδρους μέσα σε δύο μήνες;!

Η Λατινική Αμερική όμως δεν αποτελεί κάποιο «κεραυνό εν αιθρία» σε έναν κόσμο ο οποίος γενικά «σφυρίζει αδιάφορα». Η Λατινική Αμερική αποτελεί μεν εξαίρεση σήμερα, αλλά μόνο με την έννοια ότι είναι το πιο «προχωρημένο φυλάκιο» σ’ ένα κόσμο τον οποίο διαπερνά μαζικά η αμφισβήτηση, η ριζοσπαστική αναζήτηση και οι μεγάλοι ταξικοί και κοινωνικοί αγώνες. Το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, το κίνημα ενάντια στον πόλεμο, οι τεράστιες κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης, οι τεράστιες κινητοποιήσεις ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, οι μαζικές οι γενικές απεργίες, οι οποίες κάθε λίγο παραλύουν χώρες της Ευρώπης όπως τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, και βέβαια την Ελλάδα, η διάλυση δεκαετιών κοινωνικής συναίνεσης σε χώρες όπως τη Γερμανία, όλα αυτά είναι σαφή δείγματα ότι «κάτι μεγάλο κινείται». Και κινείται παντού – απ’ άκρη σ’ άκρη στον πλανήτη.

Πρέπει να είμαστε ακριβείς: Το ερώτημα δεν είναι αν θα έχουμε επαναστατικές διεργασίες στις διάφορες χώρες και ηπείρους. Αυτό το διασφαλίζει ο καπιταλισμός ο οποίος μέσα από την ίδια την εσωτερική λογική και λειτουργία του οδηγεί τα εργατικά και φτωχά λαϊκά στρώματα σε εκρήξεις. Το ερώτημα είναι αν θα μπορέσουν να νικήσουν αυτές οι επαναστατικές διεργασίες, όταν εμφανιστούν.

Για να μπορέσει ένα τέτοιο μαζικό κίνημα, μια τέτοια έκρηξη των λαϊκών στρωμάτων να δικαιωθεί, δηλαδή να νικήσει, θα πρέπει μπροστά σ’ αυτό το κίνημα να υπάρχει μια Αριστερά η οποία να θέλει αυτήν την νίκη και η οποία να έχει ένα αρκετά καθαρό σχέδιο στο μυαλό της για το πώς θα την φέρει σε πέρας.

Το ερώτημα της εξουσίας

Και το ερώτημα κλειδί εδώ, είναι τι μορφή εξουσίας προτείνει η αριστερά. Όλα τα άλλα μπορούν να είναι λίγο γενικά. Μπορούν να είναι κάπως ελαστικά. Ακόμα και η περιγραφή του σοσιαλισμού μπορεί να είναι λίγο ευέλιχτη με την έννοια ότι δεν είναι δυνατό να προβλεφτούν οι λεπτομέρειες μιας μελλοντικής κοινωνίας. Αλλά το ζήτημα της εξουσίας δεν μπορεί να είναι γενικό, δεν μπορεί να είναι ελαστικό, δεν μπορεί να είναι ασαφές.

Ποιος θα έχει την εξουσία, στην μελλοντική κοινωνία; Το κεφάλαιο ή οι εργαζόμενοι; Αν η αριστερά σ’ αυτή την απάντηση δεν πει με καθαρότητα ότι η εξουσία θα περάσει στους εργαζόμενους, μέσα από συγκεκριμένες δομές και θεσμούς, τότε η εξουσία δεν θα φύγει ποτέ απ’ το κεφάλαιο.

Σ’ αυτό το σημείο το πρόγραμμα του ΣΥΝ δεν δίνει καμία απάντηση. Κι αυτό βέβαια αντανακλάται και στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουμε, επομένως, κάθε λόγο να μην εφησυχάζουμε.

Σταλινισμός

Και εκεί που νίκησε η επανάσταση ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Θα ανταπαντήσουν οι διαφωνούντες.

Αυτό, πραγματικά, είναι ένα πολύ πιο σοβαρό ερώτημα. Γιατί η εμπειρία από την Σοβιετική Ένωση, το Ανατολικό Μπλοκ, την Κίνα, κοκ, είναι αρνητική. Γιατί εδώ είχαμε μονοκομματικές δικτατορίες, μια προσωπολατρεία η οποία έφτανε στην θεοποίηση του δικτάτορα (Στάλιν, Μάο), είχαμε τη μαζική εξόντωση με δολοφονίες και εκτελέσεις των (αριστερών διαφωνούντων) πολιτικών αντιπάλων – όλα αυτά στο όνομα της σοσιαλιστικής επανάστασης! Όλες οι κατακτήσεις της πρώτης φάσης της επανάστασης, τα θετικά της εθνικοποίησης των μέσων παραγωγής και του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας, η δωρεάν παιδεία, υγεία και κατοικία, η εξάλειψη της ανεργίας κοκ, θάφτηκαν στην ουσία κάτω από την κατάργηση κάθε ελευθερίας οργάνωσης, δράσης και σκέψης. Στο όνομα δήθεν της εξουσίας της εργατικής τάξης είχαμε τη δικτατορία της κομματικής γραφειοκρατίας (ή νομεκλατούρας) η οποία ζούσε μέσα στη χλιδή τον προκλητικό πλούτο τα ειδικά μαγαζιά και τα ειδικά νοσοκομεία. Αυτοί οι ασύδοτοι γραφειοκράτες δεν ήταν οι «συνεχιστές της επανάστασης», όπως προσποιούνταν, ήταν οι νεκροθάφτες της. Αυτό το σύστημα κατέρρευσε και οι χτεσινοί «κομμουνιστές» έγιναν οι σημερινοί καπιταλιστές που κυριαρχούν σήμερα σ’ αυτές τις χώρες.

Ναι. Αυτό, μάλιστα. Η μελέτη του σταλινικού φαινόμενου είναι ένα από τα πιο ουσιώδη καθήκοντα της σημερινής αριστεράς. Η καταδίκη του σταλινισμού είναι από τα πιο σημαντικά, πρωτεύοντα καθήκοντα.

Η διαπαιδαγώγηση της κομματικής βάσης, του συνόλου της αριστεράς και της κοινωνίας,

-στην εσωκομματική δημοκρατία,
-στο δικαίωμα των διαφορετικών απόψεων και των τάσεων μέσα στο κόμμα,
-στην έννοια της «εργατικής δημοκρατίας» δηλαδή της δημοκρατίας στις συνθήκες του σοσιαλισμού,
-που σημαίνει ελευθερία έκφρασης και οργάνωσης (συνδικαλιστικής, πολιτικής),
-δημοκρατικά λαϊκά και εργατικά συμβούλια,
-με εκλεγμένους και ανακλητούς ανά πάσα στιγμή εκπρόσωπους των εργαζομένων,
-ελεύθερη αντιπαράθεση υποψήφιων για τα «εργατικά κοινοβούλια» και πάλι με εκπροσώπους που να είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί,
-πολυκομματισμός,
-εργατικός έλεγχος και εργατική διαχείριση,

όλα αυτά πρέπει να αποτελούν πυλώνα της σημερινής αριστεράς αυτής που θέλει να αλλάξει την κοινωνία.

Αυτά όμως! Όχι το αν η επανάσταση είναι επίκαιρη ή όχι – μια συζήτηση που αποτελεί στην πραγματικότητα υπεκφυγή από την ουσία. Αλλά το πώς θα νικήσει το κίνημα που θα βρίσκεται στους δρόμους και το πώς θα χτιστεί μια δημοκρατική σοσιαλιστική κοινωνία. Δεν φτάνει να λέμε ότι θέλουμε «σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία». Πρέπει να τον περιγράφουμε και πρέπει να προτείνουμε ένα πρόγραμμα το οποίο να διασφαλίζει ότι ο σοσιαλισμός μας δεν θα εκφυλιστεί, που να διασφαλίζει πρακτικά και συγκεκριμένα τη δημοκρατία και την ελευθερία.

Συμπέρασμα

Η ελληνική Αριστερά, με τον ΣΥΡΙΖΑ μπροστά, βρίσκεται ξανά, μετά από δεκαετίες, αντιμέτωπη με μια ιστορική ευκαιρία: να αλλάξει το πολιτικό σκηνικό. Να ανατρέψει ό,τι ήταν μέχρι σήμερα δεδομένο. Να δώσει προοπτική και όραμα στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα. Να φρενάρει την επίθεση του κεφαλαίου. Να ξαναθέσει το όραμα της σοσιαλιστικής κοινωνίας και να το κάνει κτήμα των μαζών. Η ευκαιρία είναι τεράστια. Η πρόκληση είναι τεράστια. Τα καθήκοντά είναι τεράστια.

Στον δρόμο αυτής της «νέας» αριστεράς υπάρχουν κίνδυνοι. Λίγο να υποτιμηθούν μπορούν να οδηγήσουν στην καταστροφή. Έχουμε όλοι γνώση, από την ιστορία, του πώς «αγνοί αριστεροί» μετατρέπονται σε διεφθαρμένους γραφειοκράτες. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ.

Ο καταλύτης σε όλες αυτές τις εξελίξεις είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Η εκρηκτική άνοδος του προκαλεί δέος. Ο πρώτος κίνδυνος είναι να ξεφουσκώσει. Ο δεύτερος είναι τα λαϊκά στρώματα να δώσουν στον ΣΥΡΙΖΑ τη δυνατότητα να αλλάξει τις ζωές τους και αυτός να αποτύχει.

Στον διάλογο για το πως θα πάμε μπροστά, πως θα αποφύγουμε τα «λάθη» του παρελθόντος, ένας διάλογος ο οποίος αναπόδραστα θα αναπτυχθεί μέσα στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και γενικά της αριστεράς στην Ελλάδα καταθέτουμε τις πιο πάνω απόψεις και τις συνοψίζουμε σ’ ένα πολιτικό πρόγραμμα το οποίο στα βασικά του στοιχεία προτείνει:

– Αντίσταση στην επίθεση του κεφαλαίου. Υπεράσπιση του δικαιώματος της εργασίας, ενός ικανοποιητικού βιοτικού επιπέδου, της μονιμότητας στην εργασία, των συντάξεων, της δημόσιας υγείας και παιδείας, ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, ενάντια στη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, για 35ωρο – 5μερο – 7ωρο.

-Ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και τον πόλεμο, ενάντια στους ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ και της Ε.Ε., ενάντια τις στρατιωτικές οικονομικές και πολιτικές τους επεμβάσεις, την πολιτική του διαίρει και βασίλευε, ενάντια στους διεθνούς οργανισμούς τους οποίους ελέγχουν απόλυτα και έχουν θέσει στην υπηρεσία των δικών τους συμφερόντων. Ταυτόχρονα, ενάντια στους τοπικούς εθνικισμούς και τοπικούς ιμπεριαλισμούς, σεβασμό των δικαιωμάτων των εθνοτήτων και μειονοτήτων, υπεράσπιση του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού και του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης για καταπιεσμένες μειονότητες και εθνότητες.

– Υπεράσπιση του περιβάλλοντος, υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών και των προσφύγων, ενάντια στον εθνικισμό, τον ρατσισμό και τον σκοταδισμό της εκκλησίας, υπέρ της ισότητας των φύλων, σεβασμό και κατοχύρωση της διαφορετικότητας στο χρώμα, τις σεξουαλικές προτιμήσεις, τη θρησκεία και τη γλώσσα.

– Συνέχιση των ενωτικών πρωτοβουλιών προς το σύνολο της αριστεράς και ιδιαίτερα των ενωτικών καλεσμάτων προς το Κ.Κ.Ε., στη βάση συγκεκριμένων ζητημάτων κοινής δράσης, τα οποία να αγγίζουν την ευαισθησία των εργαζομένων γενικά και της κομματικής βάσης κατ’ επέκταση. Ας μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η κομματική βάση του Κ.Κ.Ε. παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η κομματική βάση μπορεί να αναγκάσει την ηγεσία του κόμματος, σε μετέπειτα φάση, ή να ανταποκριθεί θετικά στα ενωτικά καλέσματα ή να περάσει από νέα καταστροφική κρίση.

– Καθαρή πρόταση για την μελλοντική διακυβέρνηση του τόπου από την Αριστερά. Η πρόταση πρέπει να γίνει στη βάση συγκεκριμένου προγράμματος που να απαντά στα καθημερινά προβλήματα των εργαζομένων (όπως τα πιο πάνω – για την ανεργία, το εισόδημα, τις συντάξεις, το κοινωνικό κράτος, κ.λπ.) και να απευθύνεται κατά προτεραιότητα στο Κ.Κ.Ε. θέτοντας το απέναντι στις ευθύνες του.

– Απόρριψη της Κεντροαριστεράς από θέση αρχής. Γιατί τυχόν ανάληψη της ευθύνης διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος σε συνεργασία με ένα ΠΑ.ΣΟ.Κ. το οποίο έχει στα λόγια κάνει μερικά αριστερά κλικ, κάτω από την πίεση της κοινωνίας, θα οδηγήσει σε μια νέα μεγάλη προδοσία της εμπιστοσύνης των λαϊκών στρωμάτων στην Αριστερά. Το σημερινό ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι ανίκανο να εφαρμόσει μια αριστερή πολιτική. Η πρόταση για μελλοντική διακυβέρνηση πρέπει να είναι στη βάση ενός ξεκάθαρα αριστερού προγράμματος – χωρίς παζάρια. Πάνω σε αυτή τη βάση η ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα προτιμήσει να συνεργαστεί με τη Ν.Δ. παρά με μια κυβέρνηση της αριστεράς. Και πάνω σε τέτοιου είδους διεργασίες είναι που μπορούν να αποσπαστούν μεγάλα κομμάτια της κοινωνικής βάσης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

– Επιστροφή στο δημόσιο – επανεθνικοποίηση – όλων των επιχειρήσεων οι οποίες έχουν ιδιωτικοποιηθεί, όποιες και αν είναι οι αντιδράσεις της Ε.Ε.

– Για να μπορέσει να εφαρμόσει ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα μια αριστερή κυβέρνηση δεν έχει άλλη επιλογή από το να προχωρήσει στην κοινωνικοποίηση όλων των μεγάλων επιχειρήσεων της οικονομίας. Η ελληνική οικονομία ελέγχεται από όχι περισσότερες από 50 οικογένειες (τις οποίες μέχρι πρόσφατα ο πρωθυπουργός ονόμαζε νταβατζήδες) οι οποίες ελέγχουν τη βιομηχανία, το εμπόριο, τις τράπεζες, τον εφοπλιστικό στόλο, τα ΜΜΕ. Αυτή η παραγωγική δύναμη πρέπει να περάσει στα χέρια της κοινωνίας, για να μπορέσει να προγραμματιστεί η οικονομία με βάση τις ανάγκες του συνόλου και όχι τα κέρδη των 50 οικογενειών.

– Οι δημόσιες επιχειρήσεις πρέπει να ανήκουν πραγματικά στην κοινωνία, και να λειτουργούν κάτω από συνθήκες πλήρους διαφάνειας, κοινωνικού και εργατικού ελέγχου και διαχείρισης, από συμβούλια στα οποία η πλειοψηφία θα ανήκει στους εργαζόμενους, χωρίς προνόμια, χωρίς υψηλότερους μισθούς και χωρίς προμήθειες στα υψηλόβαθμα κλιμάκια. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων σε κάθε είδους συμβούλιο, πρέπει να είναι εκλεγμένοι και ανακλητοί ανά πάσα στιγμή, με βάση τους απολογισμούς που θα έχουν υποχρέωση να παρέχουν σε τακτικά χρονικά διαστήματα στους εργαζόμενους. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η διαφθορά στον δημόσιο τομέα. Και μόνο έτσι μπορεί ο δημόσιος τομέας να λειτουργεί για την κοινωνία και όχι για τις οικονομικές ελίτ.

– Τέλος, η Αριστερά που θέλει να αλλάξει δραστικά και ποιοτικά τις ζωές των εργαζομένων στην Ελλάδα δεν μπορεί να μην είναι βαθιά διεθνιστική. «Εθνικοί δρόμοι» προς τον σοσιαλισμό δεν υπάρχουν – και δεν υπήρξαν ποτέ. Αυτό σημαίνει ότι χτίζουμε από σήμερα στενούς δεσμούς συντροφικών σχέσεων με κόμματα και οργανώσεις της ευρωπαϊκής και διεθνούς αριστεράς, που είναι διατεθειμένα να σταθούν με συνέπεια στις αριστερές ιδέες, να συμφωνήσουν με τις προτάσεις για ένα πρόγραμμα μαχητικής αντίστασης στην επίθεση τους κεφαλαίου και για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Η απάντησή μας στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της καπιταλιστικής Ε.Ε. δεν μπορεί παρά να είναι μόνο μία: η Σοσιαλιστική Ενωμένη Ευρώπη στην υπηρεσία των εργαζομένων της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων.

________________

1. Το κείμενο αυτό γράφτηκε το Μάρτη του 2008. Το “Ξ” δε συμμετείχε τότε στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τον στήριζε, έχοντας τον ψηφίσει και στις εκλογές που είχαν προηγηθεί, το Σεπτέμβρη του 2007.
2. ΚΕΑ. Το ΚΕΑ αποτελείται από κόμματα της αριστεράς στην Ευρώπη, όπως το Γαλλικό Κομμουνιστικό, το ΑΚΕΛ, την Κομμουνιστική Επανίδρυση, την Ενωμένη Αριστερά στην Ιταλία κλπ. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των κομμάτων είναι η εμπλοκή τους σε κοινές κυβερνήσεις με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Ο ΣΥΝ συμμετέχει στο ΚΕΑ.
3. Αυτές είναι: ΑΚΟΑ, ΚΟΕ, ΚΕΔΑ, ΔΕΑ, Κόκκινο, Ενεργοί Πολίτες, Ξεκίνημα, Ρόζα, ανένταχτοι αριστεροί.
4. Δηλώσεις Κωνσταντόπουλου, 14 Γενάρη 2008, στην παρουσίαση βιβλίου του Κώστα Λαλιώτη και δηλώσεις Κύρκου λίγες μέρες μετά (http://www.xekinima.org/news/display.php?tbl=news&id=547).
5. Υπάρχουν πάμπολλα διεθνή παραδείγματα που πιστοποιούν αυτή την αλήθεια, και η Ελλάδα της περιόδου 81 – 83, του «αριστερού ΠΑΣΟΚ» είναι ένα από αυτά. Ο Παπανδρέου ξεκίνησε με σημαντικές παροχές στα λαϊκά στρώματα αλλά το ελληνικό κεφάλαιο προχώρησε σε σαμποτάζ της οικονομίας και τον υποχρέωσε σε στροφή 180ο Το πιο χαρακτηριστικό όμως παράδειγμα της Γαλλίας του Μιτεράν, την ίδια περίοδο, ο οποίος μέσα σε ένα χρόνο, εγκατέλειψε την πολιτική των παροχών και προσαρμόστηκε στους όρους του κεφαλαίου.

________________________

3. ΣΥΡΙΖΑ: η αναγκαιότητα μιας αριστερής πρότασης εξουσίας και της προσαρμογής των οργανωτικών δομών και λειτουργίας

Ιούλης 2008

Όπως έχουμε γράψει σε μια σειρά κείμενά μας μέχρι σήμερα (*) η βασική θέση του «Ξ» είναι πως χωρίς ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ελπίδες και τις προσδοκίες των λαϊκών στρωμάτων. Και πως χρειάζεται, από τη μεριά του, μια καθαρή «πρόταση εξουσίας» (**) στηριγμένη σε συγκεκριμένες κοινωνικές/πολιτικές δυνάμεις που να παλέψουν και να θέσουν σε εφαρμογή το σοσιαλιστικό πρόγραμμα.

Αυτό το θέμα, προκαλεί ήδη σημαντικές συζητήσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει θερμά την αναγκαιότητα να κατατεθεί «πρόταση εξουσίας» από τον ΣΥΡΙΖΑ, επιδιώκοντας μ’ αυτό να δώσει «όραμα» και προοπτική στα πλατιά λαϊκά στρώματα.

Ένα άλλο κομμάτι, με επίκεντρο τους «Ανανεωτικούς» του ΣΥΝ, επίσης υποστηρίζουν την πρόταση αυτή, αλλά αυτό που έχουν στο μυαλό τους είναι την κεντροαριστερά – την συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ.

Ένα τρίτο κομμάτι διαφωνεί, υποστηρίζοντας πως αν σήμερα τεθεί ζήτημα εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ, αυτό τον οδηγεί σε συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ- λόγω του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων. Οι σ. αυτοί επιμένουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να εγκαταλείψει τα αρχικά χαρακτηριστικά του, που τον καθιστούν ένα μέτωπο ενάντιαστον νεοφιλελευθερισμό το οποίο έχει σαν βασικό στόχο την ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων.

Είναι αλήθεια πως η συζήτηση περί «πρότασης εξουσίας» από τον ΣΥΡΙΖΑ περιέχει κινδύνους για κεντροαριστερές αποκλίσεις. Και είναι επίσης αλήθεια πως ο ΣΥΡΙΖΑ δημιουργήθηκε σαν ένα μέτωπο ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, και πως επομένως κάθε συζήτηση για σοσιαλιστικό πρόγραμμα και πρόταση εξουσίας ξεπερνά τα όρια του, όπως αυτά είχαν αρχικά αποφασιστεί.

Όμως το «Ξ» πιστεύει πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υποχρεωμένος να προσαρμόζεται στις ανάγκες του κινήματος και της κοινωνίας. Δεν πρέπει να παραμένει προσκολλημένος σε θέσεις και δομές οι οποίες έχουν ξεπεραστεί από την πραγματικότητα της ζωής. Και, σ’ ότι αφορά τους κινδύνους μιας συζήτησης που αφορά την «εξουσία», αυτοί εξαρτούνται από το περιεχόμενο της συζήτησης αυτής και από τα αποτελέσματά της. Γι’ αυτό η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει στην ουσία.

Γιατί μπαίνει το θέμα της “εξουσίας”;

Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί τίθεται θέμα «πρότασης εξουσίας» από τον ΣΥΡΙΖΑ, σήμερα, όταν πριν από ένα μόλις χρόνο, κάτι τέτοιο δεν υπήρχε, ούτε κατά φαντασία. Η απάντηση, όπως έχουμε γράψει και αλλού, είναι απλή: όταν η κοινωνία κάνει το εκπληκτικό άλμα να δώσει 18% (στις δημοσκοπήσεις, έστω) σε ένα νέο πολιτικό σχηματισμό, ο λόγος που το κάνει είναι γιατί θέλει να δει πώς αυτός ο σχηματισμός μπορεί να αλλάξει την ζωή του. Αυτό στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων ταυτίζεται με το ζήτημα του ποιος κυβερνά τον τόπο. Αν ο σχηματισμός αυτός (ο ΣΥΡΙΖΑ στην προκειμένη) δείξει πως δεν μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτή την ευθύνη, τότε τα λαϊκά στρώματα θα του στρέψουν την πλάτη!

Πιο αναλυτικά, τα λαϊκά στρώματα κατανοούν πως μόνο αν αλλάξει η κατάσταση στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας, στο επίπεδο της διακυβέρνησης, θα σταματήσουν οι αντιλαϊκές πολιτικές. Θέλουν να χτυπηθεί ο δικομματισμός, θέλουν να φύγει η διακυβέρνηση από τα χέρια και την εναλλαγή του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Στην ουσία τα λαϊκά στρώματα θέτουν στον ΣΥΡΙΖΑ το ακόλουθο δίλημμα:

…αν ανεβάσουμε τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ στο 25%, μειώνοντας αντίστοιχα τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ, ας πούμε κάτω από 20%, πως θα τα αξιοποιήσετε, τι είδους πρωτοβουλίες θα πάρετε για να φύγει η κυβέρνηση της ΝΔ και να την αντικαταστήσει μια κυβέρνηση που να υπερασπίζεται τα λαϊκά στρώματα; Αν ανταποκριθούμε στο κάλεσμά σας και «σπάσουμε» τον δικομματισμό στηρίζοντας εσάς, με τι θα τον αντικαταστήσετε; Το δίλημμα είναι αδήριτο! Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κανένα τρόπο να το αποφύγει!

Καλώς ή κακώς, στις επόμενες εκλογές μπροστά στα εργατικά στρώματα θα μπει το ερώτημα: πως θα ξεφορτωθούμε την ΝΔ; Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πρόταση πάνω σ’ αυτό, ένα σημαντικό κομμάτι των λαϊκών στρωμάτων που σήμερα κοιτάνε προς τον ΣΥΡΙΖΑ, θα κλονιστούν, θα νοιώθουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταλαβαίνει το κεντρικό και άμεσο πρόβλημα τους και δεν απαντάει σ’ αυτό. Σαν αποτέλεσμα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος σημαντικά τμήματά τους να στραφούν στο «μικρότερο κακό», δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, καθώς μόνο αυτό θα φαίνεται πως μπορεί να διώξει την κυβέρνηση της ΝΔ.

Κατανοώντας πιθανά αυτή την αναγκαιότητα ο Αλέκος Αλαβάνος έθεσε, έμμεσα, αυτό το ζήτημα από τον προηγούμενο Μάρτη (χρησιμοποιώντας τα δικά του λόγια: «μια νέα πλειοψηφία με επίκεντρο την ριζοσπαστική αριστερά»). Όμως δεν μπήκε στην ουσία της πρότασης, στο περιεχόμενο της «νέας πλειοψηφίας» – ποιοι δηλαδή θα την αποτελούν και με βάση ποιο πολιτικό πρόγραμμα. Αυτό είναι το κεντρικό θέμα με το οποίο θα ασχοληθούμε εδώ.

Μήπως έτσι ανοίγει ο δρόμος στην κεντροαριστερά;

Όπως αναφέραμε πιο πάνω, κάποιοι από τους συντρόφους στον ΣΥΡΙΖΑ, θεωρούν πως το ζήτημα της «εξουσίας» δεν πρέπει να τεθεί γιατί έτσι ρίχνουμε νερό στον μύλο της κεντροαριστεράς.

Θα ήταν, όντως, αφέλεια να υποτιμηθεί αυτός ο κίνδυνος. Το άνοιγμα της συζήτησης για την συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, περιέχει πραγματικά τον κίνδυνο η «δεξιά» πτέρυγα και τα «ασταθή» στοιχεία στην αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και του ΣΥΝ, να αδράξουν την ευκαιρία (κάποιοι) ή να συρθούν από την πίεση της λεγόμενης «πραγματικότητας» (άλλοι) και να καταλήξουν στην αγκαλιά της κεντροαριστεράς (μαζί με το ΠΑΣΟΚ) – κάτω από την πίεση των ΜΜΕ και της (διαμορφωμένης από τα ΜΜΕ) «κοινής γνώμης» που δεν θα βλέπει άλλο τρόπο να διωχθεί η ΝΔ από την κυβέρνηση.

Ο κίνδυνος της κεντροαριστεράς υπάρχει έτσι κι αλλιώς!

Όμως αυτός ο κίνδυνος είναι υπαρκτός είτε έτσι είτε αλλιώς – και επομένως δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε ξορκίζοντας τον. Ας δούμε, χαρακτηριστικά, ένα απόσπασμα από μια πρόσφατη ομιλία:

«Η εναλλακτική πρόταση της αριστεράς σήμερα είναι αναγκαία όσο ποτέ αλλά και απολύτως εφικτή. Δείτε το παράδειγμα της Κύπρου. Ποιος θα περίμενε ότι η αριστερά στις μέρες μας θα ήταν στην εξουσία; Αποδεικνύεται όμως ότι όχι μόνο μπορεί αλλά είναι και σε θέση να οικοδομεί ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο που όχι μόνο είναι εφαρμόσιμο αλλά είναι και το μόνο που μπορεί να δώσει λύσεις να ανοίξει διεξόδους… Και είναι πολύ ενδιαφέρουσα και σημαντική αυτή η πρόκληση για την Κυπριακή αριστερά. Σημαντική όχι μόνο για τη Κύπρο και την Ελλάδα αλλά και για όλη την ευρωπαϊκή αριστερά …η Κυπριακή αριστερά είναι η πρώτη στην Ευρώπη που έρχεται αντιμέτωπη με την πρόκληση ενός εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου και η πρώτη που δείχνει ότι μπορεί να τα καταφέρει. Και εμείς πιστεύουμε ότι μπορεί να τα καταφέρει αλλά ότι σύντομα θα ακολουθήσουν κι άλλες χώρες, με πρώτη ίσως τη χώρα μας που μπορεί να αποτελέσει τον αδύναμο κρίκο στη συντηρητική Ευρώπη…» (Αυγή, 5.7.08)

Η τοποθέτηση αυτή ανήκει στον πρόεδρο του ΣΥΝ, Αλέξη Τσίπρα, σε ομιλία του στην Κεντρική Πολιτική Επιτροπή του ΣΥΝ, στις 4 Ιούλη 2008.

Τι είναι όμως η κυβέρνηση του ΑΚΕΛ στην Κύπρο; Είναι μία κυβέρνηση του ΑΚΕΛ μαζί με την ΕΔΕΚ (αντίστοιχο κόμμα με το ΠΑΣΟΚ) και με το ΔΗΚΟ. Η ΕΔΕΚ είναι μόνο κατ’ όνομα σοσιαλιστική, όσο είναι και το ΠΑΣΟΚ, ενώ το ΔΗΚΟ, ένα παραδοσιακό κόμμα του κεφαλαίου. Αυτό το κόμμα, που τοποθετείται στην κεντροδεξιά, με πρόεδρο τον Τάσο Παπαδόπουλο κυβερνούσε την Κύπρο για δύο τετραετίες (2000 – 2008) και εφάρμοσε όλες τις νεοφιλελεύθερες επιταγές της ΕΕ, υπάκουα και χωρίς καμία διαμαρτυρία (επίσης παραχώρησε την Κύπρο στο ΝΑΤΟ στην διάρκεια του πολέμου Ιράκ – και πάλι αδιαμαρτύρητα).

Η κυβέρνηση λοιπόν του Δημήτρη Χριστόφια στην Κύπρο, είναι κυβέρνηση της Κεντροαριστεράς. Όχι μόνο επί της ουσίας αλλά και από καθαρά τυπική άποψη. Όμως ο Αλέξης Τσίπρας την χρησιμοποιεί σαν πρότυπο. Την ίδια στιγμή σε πολλές άλλες τοποθετήσεις του ο Α. Τσίπρας με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο απορρίπτει την κεντροαριστερά, την ιταλική εμπειρία, κοκ. Τι δείχνει αυτό; Τι συμπεράσματα να βγάλουμε; Αν θεωρήσουμε πως αυτή η αναφορά στο ΑΚΕΛ είναι ένα «λάθος», τότε αυτό το λάθος έρχεται να συμπληρώσει άλλα «λάθη» στα οποία έχουμε ξανά αναφερθεί – όπως στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Ολλανδίας, το Αριστερό Κόμμα στη Γερμανία, κοκ, που έχουν επίσης αναφερθεί σαν πρότυπα σε άλλες συζητήσεις.

Η ουσία, αυτό που θέλουμε να τονίσουμε, είναι ότι, χωρίς να έχει προηγηθεί καμιά συζήτηση για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να έχει υπάρξει καμία απόφαση για το ζήτημα της στάσης του απέναντι στο θέμα της διακυβέρνησης και της εξουσίας, βλέπουμε ότι μέσα στην ηγεσία του ΣΥΝ οι τάσεις που ωθούνε προς κάποιας μορφής κεντροαριστερά είναι πολύ περισσότερο από υπαρκτές! Και, βέβαια, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι αν ο ΣΥΝ κάνει το βήμα της κεντροαριστεράς θα έχει καθορίσει και την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ – προς τον γκρεμό!

Αριστερή κυβέρνηση με σοσιαλιστικό πρόγραμμα – η μόνη απάντηση στην κεντροαριστερά!

Με άλλα λόγια, δεν είναι η συζήτηση για την πρόταση εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ που θα ανοίξει τον δρόμο προς την κεντροαριστερά. Γιατί αυτός ο δρόμος είναι ήδη ανοιχτός. Κάποιοι παρασύρονται σ’ αυτό το δρόμο, κάτω από πιέσεις. Και κάποιοι άλλοι καραδοκούν – το κομμάτι του ΣΥΝ το οποίο συνειδητά επιζητεί συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ, και οι οποίοι θεωρούν πως μετά τα αριστερίστικα παιγνιδίσματα της πρώτης περιόδου του ΣΥΡΙΖΑ, τώρα ο ΣΥΝ αρχίζει να σοβαρεύει, να γίνεται «ρεαλιστής». Ανάμεσα σ’ αυτούς ο πρώην πρόεδρος, Νίκος Κωνσταντόπουλος και, μαζί του, ο «ιστορικός ηγέτης» του ΚΚΕ Εσωτερικού Λεωνίδας Κύρκος οι οποίοι δεν χάνουν ευκαιρία να υμνήσουν την συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ.

Αν λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ αρνιόταν να μπει στην συζήτηση για την δική του «πρόταση εξουσίας» αυτό θα σήμαινε δύο πράγματα:

– πρώτο, τα λαϊκά στρώματα κινδυνεύουν να απογοητευτούν και να του στρέψουν την πλάτη, για τους λόγους που αναπτύξαμε πιο πάνω,

– και δεύτερο, αν προκύψουν αφόρητες πιέσεις – πχ σε περίπτωση αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης στις επόμενες εκλογές – τότε ο ΣΥΡΙΖΑ «θα γίνει κομμάτια» καθώς ένα κομμάτι του θα κινηθεί προς την κεντροαριστερά, ένα άλλο θα καταγγείλει την ασυνέπειά του και θα εγκαταλείψει το κοινό εγχείρημα, και ένα τρίτο, το μεγαλύτερο, θα καταλήξουν απογοητευμένοι στα σπίτια τους.

Γι’ αυτούς τους λόγους το «Ξ» υποστηρίζει πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα αποφεύγοντάς το! Όσο το αποφεύγει τόσο περισσότερο αυξάνονται οι κίνδυνοι να συρθεί ο (κύριος όγκος του) ΣΥΡΙΖΑ σε μια κυβέρνηση της κεντροαριστεράς!

Ακριβώς επειδή κάποια στιγμή είναι πολύ πιθανό ο ΣΥΡΙΖΑ να βρεθεί κάτω από αφόρητες πιέσεις για να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση της κεντροαριστεράς, αν δεν έχει διαμορφώσει από πριν τη δική του πρόταση εξουσίας, που να απαντά και να αναιρεί την κεντροαριστερά, τότε θα είναι περισσότερο ευάλωτος στις πιέσεις!

Με άλλα λόγια, το άνοιγμα της συζήτησης για την πρόταση εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν σέρνει τον ΣΥΡΙΖΑ στο δρόμο της κεντροαριστεράς, αλλά είναι ο μόνος τρόπος να οχυρωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στον κίνδυνο της κεντροαριστεράς.

Για όλους αυτούς τους λόγους ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να έχει μια καθαρή πρόταση εξουσίας. Και πρόταση εξουσίας σημαίνει πρώτα και κύρια πρόγραμμα – ένα πρόγραμμα σοσιαλιστικό από μια κυβέρνηση ταγμένη να το υπηρετήσει και να το εφαρμόσει, μια κυβέρνηση της αριστεράς.

Μαζί με ποιους;

«Μαζί με ποιους;» είναι το δεύτερο ερώτημα. Ποιοι μπορούν να αποτελούν την κυβέρνηση της αριστεράς; Το ερώτημα είναι εντελώς επίκαιρο καθώς το ΠΑΣΟΚ με τον Γιώργο Παπανδρέου επικεφαλής, προσπαθεί να παρουσιαστεί σαν αριστερό.

Η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι πολύ συγκεκριμένη. Η πρόταση πρέπει κατ’ αρχήν να απευθύνεται στο ΚΚΕ – και με βάση τη συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ οι πόρτες να είναι ανοιχτές σε όλη την υπόλοιπη (εξωκοινοβουλευτική) αριστερά.

Υπάρχει μία πραγματικότητα που απαιτεί ευαίσθητους χειρισμούς: η πλειοψηφία των σημερινών υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ αποτελείται από πρώην ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Πολλοί απ’ αυτούς υποστηρίζουν τη συνεργασία ΠΑΣΟΚ-ΣΥΝ και μάλιστα, προεκλογικά (αυτό εξάλλου δείχνουν και όλες οι δημοσκοπήσεις).

Η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ σ’ αυτό περιέχει ασφαλώς το σκέλος ότι, το ΠΑΣΟΚ, έχοντας υποταχθεί ολοκληρωτικά στα συμφέροντα του κεφαλαίου δεν μπορεί να θεωρείται αριστερά. Αλλά αυτό δεν φτάνει. Γιατί δεν απαντάει στο ερώτημα πως θα αποφύγουμε μια νέα 4ετία της ΝΔ; Για να έχει απάντηση αυτό το ερώτημα ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να δείξει τις πολιτικές δυνάμεις που μπορούν, μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ, να ανατρέψουν το πολιτικό σκηνικό – κι αυτό είναι βασικά το ΚΚΕ. Σ’ αυτό πρέπει τολμηρά, δυνατά, επίμονα, αλλά και συντροφικά, να απευθυνθεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι αλήθεια πως ο ΣΥΡΙΖΑ καλεί το ΚΚΕ σε συνεργασία, έτσι κι αλλιώς. Όμως εννοούμε κάτι παραπέρα! Άλλο πράγμα το κάλεσμα γενικά σε συνεργασία και άλλο, το κάλεσμα σε συγκεκριμένη συνεργασία για μια κοινή κυβέρνηση στη βάση ενός συγκεκριμένου προγράμματος της αριστεράς!

Αν το ΚΚΕ πει όχι;

Η απάντηση των «Ανανεωτικών» του ΣΥΝ είναι ότι το κάλεσμα στο ΚΚΕ δεν έχει νόημα γιατί το ΚΚΕ δεν πρόκειται να ανταποκριθεί θετικά. Αυτή η τοποθέτηση δεν είναι ειλικρινής. Στην ουσία η «δεξιά» πτέρυγα του ΣΥΝ δεν θέλει τη συνεργασία με το ΚΚΕ και κρύβεται πίσω από τις αρνήσεις του.

Η πραγματικότητα είναι πως αυτός που δεν θέλει είναι η ηγεσία του ΚΚΕ – η βάση του κόμματος είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό. Η βάση του κόμματος, όχι μόνο η κοινωνική και εκλογική, αλλά ακόμα και η οργανωμένη, παρακολουθεί τις εξελίξεις! Ότι στις γραμμές του ΚΚΕ υπάρχει δυσαρέσκεια, αυτό το ξέρει και ο τελευταίος που παρακολουθεί έστω επιφανειακά τον χώρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη διάρκεια του περασμένου χρόνου αποκεφαλίστηκε η ηγεσία της Σπουδάζουσας (φοιτητικές παρατάξεις του ΚΚΕ) στην Αθήνα, έχοντας θέσει ζητήματα που αφορούσαν την άρνηση του ΚΚΕ να συνεργαστεί με άλλες δυνάμεις της αριστεράς.

Με αυτά τα δεδομένα, όταν μπροστά στην κοινωνική βάση του ΚΚΕ τεθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ ένα πρόγραμμα εργατικό, ταξικό, σοσιαλιστικό, που να συνοδεύεται από κάλεσμα στην ηγεσία του ΚΚΕ, με υπομονή και επιμονή, για να αναλάβουν από κοινού την ευθύνη μιας αριστερής διακυβέρνησης της χώρας, τότε, είτε η ηγεσία του ΚΚΕ θα ακολουθήσει είτε το κόμμα θα βρεθεί αντιμέτωπο με την μεγαλύτερη κρίση στην πρόσφατη ιστορία του – μεγαλύτερη πιθανά κι απ’ του 1990. Γιατί τα λαϊκά στρώματα του ΚΚΕ δεν θα μπορούν να καταλάβουν πώς γίνεται η ηγεσία του κόμματος τους να αρνείται να μπει σε μια κυβέρνηση που θα εφαρμόσει ένα πρόγραμμα υπέρ των εργαζομένων.

Έτσι, αν η ηγεσία του ΚΚΕ αρνηθεί μια τέτοια πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ αυτό θα σημαίνει μαζική πτώση των ποσοστών του και αντίστοιχη άνοδο των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ. Που σημαίνει πως και πάλι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι σε θέση να επιφέρει σεισμικές ανατροπές στο πολιτικό σκηνικό και τελειωτικό κτύπημα στον δικομματισμό.

Η τεράστια δυναμική της συνεργασίας της Αριστεράς

Βγαίνουν τα ποσοστά; Κάποιοι αμφισβητούν την πρόταση με το επιχείρημα ότι και να προσθέσεις το 18% του ΣΥΡΙΖΑ και το 8% του ΚΚΕ και πάλι είσαι γύρω στο 25%, πράγμα που δεν είναι αρκετό για τη διακυβέρνηση του τόπου. Το ζήτημα δεν είναι στατικό. Η ουσία δεν είναι αν το 18+8 είναι αρκετό για μια κυβέρνηση της αριστεράς. Η ουσία είναι η δυναμική που μπορεί να αναπτύξει στην κοινωνία η συνεργασία της αριστεράς στην προοπτική της εξουσίας.

Κατ’ αρχήν, πέρα από τους αριστερούς ψηφοφόρους που θα εισρεύσουν και θα συσπειρωθούν, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ θα ελκύσει αναποφάσιστους, λευκά, άκυρα και αποχή. Ακόμα περισσότερο όμως θα λειτουργήσει καταλυτικά μέσα στα πιο φτωχά εργατικά στρώματα που σήμερα ψηφίζουν ΠΑΣΟΚ. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για μια κυβέρνηση της αριστεράς στη βάση ενός εργατικού – σοσιαλιστικού προγράμματος, θα πρέπει εμφατικά να απευθύνεται και στην κοινωνική/εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ.

Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ απευθύνεται στον ΣΥΝ και τον καλεί σε συνεργασία, αλλά δεν λέει λέξη για την ταμπακιέρα, που είναι, ποιο πρόγραμμα θα εφαρμόσει μια τέτοια κυβέρνηση. Ένα σημαντικό κομμάτι των λαϊκών στρωμάτων που ψηφίζουν ΠΑΣΟΚ βλέπουν με συμπάθεια αυτή την πρόταση σαν τον τρόπο να φύγει η κυβέρνηση της ΝΔ.

Η πιο καταλυτική απάντηση που μπορεί να δώσει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι να απευθύνει μαζικά το κάλεσμά του για μια κυβέρνηση της αριστεράς, να αναπτύξει αναλυτικά το εργατικό – σοσιαλιστικό πρόγραμμα του και να προκαλέσει την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να πάρει θέση. Έτσι θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Υπάρχει περίπτωση η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να εγκαταλείψει τις μέχρι σήμερα πολιτικές της και να κάνει μια στροφή 180ο υπέρ των εργατικών αγώνων, της πάλης για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και για το σοσιαλισμό; Ούτε κατά διάνοια! Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι πολύ πιο πιθανό να αρχίσει να συζητάει με τη ΝΔ την προοπτική της «μεγάλης συμμαχίας» (τύπου Γερμανίας – κυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών με Σοσιαλδημοκράτες) για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος της αριστεράς, παρά να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση της αριστεράς. Όμως υπάρχουν εργατικά στρώματα που για να πιστέψουν αυτή την θέση πρέπει να την δουν στην πράξη. Το κάλεσμα στον κόσμο που ψηφίζει ΠΑΣΟΚ να στηρίξει μια κυβέρνηση της αριστεράς και η πολεμική της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ εναντίον της, θα απελευθερώσουν ότι αγνό και ταξικό παραμένει σήμερα ακόμα στον χώρο του ΠΑΣΟΚ.

Ξανά, επαναλαμβάνουμε, η κοινωνική δυναμική μιας αριστερής πρότασης εξουσίας θα είναι τεράστια.

Μπορεί ένα «μέτωπο» να παίρνει τέτοιες αποφάσεις;

Μια από τις πρώτες αντιδράσεις στο να υιοθετήσει ο ΣΥΡΙΖΑ την πρόταση της «κυβέρνησης της αριστεράς στη βάση ενός σοσιαλιστικού προγράμματος» είναι πως είναι αδύνατο για τον ΣΥΡΙΖΑ να αποφασίσει κάτι τέτοιο. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα μέτωπο και όχι ένας πολιτικός φορέας. Και, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ αποφασίζει στη βάση της συναίνεσης, που σημαίνει ότι πρέπει να συμφωνήσουν όλοι για να παρθεί οποιαδήποτε απόφαση. Επομένως, αφού είναι αδύνατο να συμφωνήσουν όλοι στην αναγκαιότητα ενός σοσιαλιστικού προγράμματος και του καλέσματος, κατ’ αρχήν προς το ΚΚΕ για μια αριστερή διακυβέρνηση του τόπου, γιατί να γίνει η πρόταση;

Είναι γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει συγκροτηθεί σαν ένα μέτωπο ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό. Όμως αυτό το «μέτωπο» μιλά ταυτόχρονα για τον σοσιαλισμό.

Ταυτόχρονα κατεβαίνει σε εκλογές, εκλέγει βουλευτές, ευρωβουλευτές κλπ. Αυτοί, θα κληθούν αύριο να πάρουν θέση σε ζητήματα κυβερνητικών πολιτικών. Και, βέβαια, δεν μπορούν απλά να λένε «όχι». Κατά κανόνα είναι υποχρεωμένοι να κάνουν αντιπροτάσεις – αφού η κοινωνία θέλει να καταλάβει τι αντιπροτείνεις όταν απορρίπτεις τις επιλογές της κάθε κυβέρνησης.

Με άλλα λόγια, μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μην είναι κόμμα, αλλά σίγουρα είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα απλό μέτωπο.

Διλήμματα στελεχών που δεν αφορούν την κοινωνία

Αυτή όμως η συζήτηση για το τι ακριβώς είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, αν είναι μέτωπο ή κάποιου άλλου είδους μόρφωμα – λίγο μετωπικό, λίγο συνδικαλιστικό, λίγο πολιτικό – δεν αφορά την κοινωνία. Μπορεί να αφορά τα στελέχη και τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί αυτά τα στελέχη να ξοδεύουν ώρες, συχνά ατέλειωτες, για να «ξεκαθαρίσουν» αυτά τα ζητήματα, αλλά αυτού του είδους τα προβλήματα δεν αφορούν την κοινωνία, τους εργαζόμενους, τη νεολαία, δεν τους ενδιαφέρουν και δεν πρόκειται να τους απασχολήσουν.

Σπάσιμο του δικομματισμού απαιτεί πολιτική αντιπρόταση! Τα λαϊκά στρώματα δεν ενδιαφέρονται για τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Τον στηρίζουν γιατί περιμένουν απ’ αυτόν λύσεις, στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Λύσεις στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα μπορεί να δώσει μόνο μια αριστερή κυβέρνηση στη βάση ενός σοσιαλιστικού προγράμματος! Αυτή η θέση πρέπει να προβληθεί εμφατικά, κατά τη γνώμη μας, από όλους όσους συμφωνούν μ’ αυτή την άποψη. Και, αυτοί που διαφωνούν να αναλάβουν την ευθύνη της διαφωνίας τους.

Μπορεί τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ να μην μπορεί να καταλήξει, σήμερα, σε μια πρόταση όπως την πιο πάνω. Όμως την ευθύνη για την «αδυναμία» αυτή πρέπει να την αναλάβουν αυτοί που διαφωνούν μ’ αυτή την πρόταση!

Το ερώτημα επομένως αν μπορεί ή δεν μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να αποφασίσει κάτι τέτοιο κακώς τίθεται. Το πραγματικό ερώτημα είναι, γιατί δεν μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να αποφασίσει κάτι τέτοιο. Ποιοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, και ποιοι είναι αυτοί οι οποίοι, επειδή διαφωνούν, δεν επιτρέπουν να ληφθεί μια τέτοια απόφαση. Αυτή η συζήτηση, μάλιστα, πρέπει να γίνει δημόσια, μπροστά στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, μπροστά στα λαϊκά στρώματα. Για να ξέρουν όλοι την θέση καθενός.

Γιατί αυτοί που σήμερα θα διαφωνήσουν πολιτικά με την πρόταση για μια κυβέρνηση της αριστεράς στη βάση ενός σοσιαλιστικού προγράμματος, είναι αυτοί που αύριο θα είναι επιρρεπείς στην κεντροαριστερά.

Πως εξοπλίζεται το κίνημα για το μέλλον, πολιτικά και ιδεολογικά

Κατά τη γνώμη μας, η πρόταση ενός σοσιαλιστικού προγράμματος αποτελεί την πιο σημαντική συμβολή την οποία έχει να κάνει η αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ – είτε μιλάμε για συνιστώσες, είτε μιλάμε για άτομα/στελέχη. Το χειρότερο από όλα είναι οι υποστηριχτές του σοσιαλιστικού προγράμματος να το αποκρύψουν, να αποφύγουν να το προτείνουν, επειδή περιμένουν πως δεν θα συμφωνήσει η ανανεωτική πτέρυγα του ΣΥΝ (ή και κάποιοι άλλοι πιθανά που σήμερα δεν είναι τόσο εμφανείς).

Η πάλη για τον σοσιαλισμό, η πορεία του κινήματος προς μια σοσιαλιστική κοινωνία απαιτεί ξεκαθάρισμα του στόχου από την αρχή και συνέπεια λόγων και έργων στη συνέχεια. Δεν είναι δυνατό να υποστηρίζει κανείς ότι παλεύει για το σοσιαλισμό, αλλά εν τω μεταξύ να κάνει και μια… ε, «προσωρινή» συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, μέχρι, «να ωριμάσουν», υποτίθεται, οι συνθήκες… Αυτά τα έχουμε δει και τα έχουμε ακούσει πολλές φορές.

Μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ένα κομμάτι το οποίο περιμένει την ευκαιρία να κυβερνήσει μαζί με το ΠΑΣΟΚ. Αν και όταν καταφέρουν κάτι τέτοιο, αυτοί οι θαυμαστές του Κύρκου και του Κωνσταντόπουλου, θα έχουν επιφέρει στον ΣΥΡΙΖΑ ένα πλήγμα το οποίο μπορεί να είναι ακόμα και καταστροφικό. Η μόνη άμυνα της αριστεράς σ’ αυτό τον κίνδυνο είναι να εκπαιδεύσει, να ατσαλώσει στελέχη μέσα στο κίνημα που να μην ξεπουλιούνται στην κεντροαριστερά, να μην μπερδεύονται, να μην ταλαντεύονται. Κι ο μόνος τρόπος να το κάνει αυτό, είναι εξηγώντας, από την αρχή, αναλυτικά, με στοιχεία, τεκμηριωμένα, επιστημονικά, την βαρβαρότητα στην οποία οδηγεί την ανθρωπότητα ο καπιταλισμός και την αναγκαιότητα ενός σοσιαλιστικού προγράμματος.

Από «μέτωπο ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό», πολιτικός φορέας;

Στο πιο πάνω ερώτημα η απάντηση είναι «ναι»! Ο ΣΥΡΙΖΑ, πράγματι, δημιουργήθηκε σαν ένα μέτωπο ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό. Όμως για την κοινωνία είναι κάτι παραπάνω, όπως εξηγήσαμε πιο πάνω. Και από τη στιγμή που η κοινωνία καλεί τον ΣΥΡΙΖΑ να περάσει από το τεστ ενός πολιτικού φορέα, θα ήταν αυτοκτονία ο ΣΥΡΙΖΑ να πει «λυπούμαι, δεν μπορώ να αναλάβω ευθύνες πολιτικού φορέα, είμαι απλά ένα μέτωπο».

Αντιμέτωπος λοιπόν με νέα καθήκοντα, έχοντας την τύχη – και την τιμή – να επιλεγεί από το μαζικό κίνημα για να παίξει ένα καταλυτικό ρόλο για την ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να προσαρμοστεί στις ανάγκες της κοινωνίας. Ας ξεκίνησε σαν μέτωπο – σήμερα οφείλει να κατανοήσει πως η κοινωνία του ζητάει ένα ρόλο πολιτικού φορέα, και να προσαρμοστεί, να μετασχηματιστεί.

Κι εδώ θα προκύψει πάλι το δίλημμα που τέθηκε πιο πάνω: δεν συμφωνούν όλες οι οργανώσεις και τα κόμματα που συμμετέχουν στον ΣΥΡΙΖΑ, στην μετατροπή του σε πολιτικό φορέα. Αυτό ισχύει. Και πάλι όμως, αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αναλάβει τις ευθύνες της μετεξέλιξής του σε ένα πολιτικό φορέα, τότε την ευθύνη πρέπει να αναλάβουν αυτοί που διαφωνούν με αυτή την πρόταση.

Όσοι υποστηρίζουν την άποψη της μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ στις πιο πάνω γραμμές, είτε είναι συνιστώσες είτε είναι άτομα, χρειάζεται να παλέψουν γι’ αυτή την άποψη ανοιχτά και καθαρά. Και όσοι, πάλι, διαφωνούν να πάρουν την ευθύνη της διαφωνίας τους.

Το χειρότερο απ’ όλα είναι οι υποστηριχτές της πρότασης να την αποκρύβουν επειδή δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή από ένα άλλο τμήμα, είτε του ΣΥΝ είτε του ΣΥΡΙΖΑ.

Πολιτική προοπτική και δυναμικό μαζικό κίνημα

Μια ακόμη ένσταση η οποία έχει ακουστεί στην πρότασή μας είναι ότι δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα εξουσίας από την Αριστερά αν το κίνημα δεν βρίσκεται σε άνοδο. Ότι δηλαδή, η Αριστερά μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία μόνο αν στην κοινωνία αναπτύσσονται τεράστιοι κοινωνικοί αγώνες.

Το λάθος αυτής της άποψης, κατά τη γνώμη μας, είναι ότι δεν βλέπει τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στην ανάπτυξη των κοινωνικών και ταξικών αγώνων από τη μια και την ύπαρξη μιας πολιτικής προοπτικής για το κίνημα από την άλλη. Ενός πολιτικού στόχου που να δίνει στο κίνημα προοπτική, αισιοδοξία και δύναμη για να παλέψει. Αυτό το λάθος είναι σοβαρό.

Η ιστορική εμπειρία, και στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, έχει ήδη αποδείξει πολλές φορές ότι η απουσία πολιτικού οράματος λειτουργεί αποθαρρυντικά για τους αγώνες. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται πολιτικούς στόχους. Όταν υπάρχουν αυτοί οι πολιτικοί στόχοι τότε είναι πολύ πιο αποφασισμένοι να κατέβουν σε πραγματικά μαχητικούς ταξικούς αγώνες.

Την προηγούμενη περίοδο στην Ελλάδα είχαμε πολύ σοβαρούς αγώνες. Είχαμε κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό οι οποίες γράψανε ιστορία. Στους προηγούμενους μήνες είχαμε σκληρές απεργίες, π.χ. στην Δ.Ε.Η. που κράτησε 18 μέρες. Είχαμε την απεργία των λιμενεργατών, μαχητικές απεργίες των δημοσιογράφων κοκ. Πριν από αυτόν τον τελευταίο γύρο των κινητοποιήσεων, είχαμε το μεγάλο κίνημα της παιδείας, με καταλήψεις των φοιτητών οι οποίες κράτησαν ένα χρόνο, με αποχή των πανεπιστημιακών στην περίοδο των εξετάσεων, με απεργία των δασκάλων που κράτησε έξι βδομάδες και την υποστήριξη τους από τους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αν εξαιρέσουμε τη νίκη των φοιτητών για το άρθρο 16 του Συντάγματος, όλοι οι υπόλοιποι αγώνες οδηγήθηκαν σε ήττα.

Επομένως, μεγάλους αγώνες την προηγούμενη περίοδο είχαμε. Το εργατικό κίνημα καθώς και το νεολαιίστικο έδειξαν ότι είχαν πραγματικά διάθεση για μεγάλους αγώνες. Τι άλλο πρέπει να κάνει το κίνημα για να θεωρεί η Αριστερά ότι ήρθε η ώρα να του «δώσει» και πολιτική προοπτική;

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι αναγκαία η πολιτική προοπτική από την Αριστερά – δηλαδή τον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί το κίνημα νιώθει χτυπημένο, ηττημένο και απογοητευμένο. Και νιώθοντας, πράγματι, πως δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με την κυβέρνηση, πως δεν έχει τρόπο να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις που δέχεται, αναπόφευκτα στρέφεται στο πολιτικό επίπεδο αναζητώντας τον τρόπο μιας μεγάλης ανατροπής, εκεί, στο πολιτικό επίπεδο.

Σε αυτή την προσμονή ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποχρέωση να ανταποκριθεί. Διαφορετικά είναι σαν να απαλλάσσει τον εαυτό του από τις δικές του ευθύνες. Να αρνείται δηλαδή την ευθύνη του να διεκδικήσει την εξουσία, να φορτώνει αυτή την ευθύνη στους ώμους του κινήματος και να απαιτεί από το κίνημα να δημιουργήσει, αυτό, τις προϋποθέσεις για να περάσει η εξουσία στα χέρια της αριστεράς.

Η σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική προοπτική του κινήματος και τους καθημερινούς αγώνες για το μεροκάματο, τη δουλειά και τα δικαιώματα είναι στενή, είναι διαρκής, είναι αμφίδρομη. Όταν δώσεις στο κίνημα, πολιτικό όραμα, τότε μπαίνει στους αγώνες πολύ πιο μαχητικά. Όταν οι αγώνες είναι μαχητικοί τότε η προοπτική του πολιτικού οράματος γίνεται πιο ζωντανή και ρεαλιστική. Και όσο αυτή η προοπτική γίνεται πιο ρεαλιστική τόσο αναπτύσσονται οι ταξικοί αγώνες.

Το καθήκον του ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν δεν είναι να περιμένει να αναπτυχθούν τεράστια κοινωνικά κινήματα για να δώσει αυτός στη συνέχεια «πολιτικό όραμα» θέτοντας ζήτημα εξουσίας. Είναι, άμεσα, να δώσει την πολιτική προοπτική για να βοηθήσει τους αγώνες να αναπτυχθούν και έτσι να διευκολύνει την προοπτική της ανάληψης της εξουσίας από την Αριστερά.

Οι 4 και οι φίλοι τους – συγκρούσεις μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ

Ασφαλώς αν ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρήσει να προχωρήσει σε ένα πρόγραμμα πολιτικής ανατροπής και εξουσίας της αριστεράς θα υπάρξει μέσα από τις γραμμές του μια πολύ ισχυρή αντίσταση προερχόμενη, καταρχήν, από την «ανανεωτική» πτέρυγα του ΣΥΝ, αλλά όχι μόνο.

Τον προηγούμενο μήνα (Ιούνη 2008) είχαμε στο θέμα του δημοψηφίσματος για τη συνθήκη της Λισσαβόνας την άρνηση τεσσάρων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ (Παπαγιαννάκης, Τσούκαλης, Φιλίνη, Ψαριανός) να καταψηφίσουν τη συνθήκη και να ψηφίσουν υπέρ του δημοψηφίσματος για την έγκριση της συνθήκης από τον ελληνικό λαό. Πρόκειται για μια σκανδαλώδη στάση τεσσάρων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ: όχι μόνο ταυτίζονται με τις αντιλαϊκές πολιτικές του διευθυντηρίου της Ε.Ε. αλλά αρνούνται και το στοιχειώδες δημοκρατικό δικαίωμα του ελληνικού λαού να αποφασίσει αυτός μέσα από ένα δημοψήφισμα για την θέση της ελληνικής κυβέρνησης. Και βέβαια αναιρούν στην πράξη τις προγραμματικές θέσεις και αρχές που περιέχονται στην ιδρυτική διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτά τα άτομα ασφαλώς δεν αποτελούν εξαιρέσεις. Πολλά στελέχη της «δεξιάς» πτέρυγας του ΣΥΝ, για παράδειγμα, που μέχρι πολύ πρόσφατα συνεργάζονταν στενά με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης ή συνδικάτων, έχουν κάνει στροφή την τελευταία περίοδο. Έχουν σπάσει την συνεργασία με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και, αρκετοί, έχουν γίνει «βασιλικότεροι του βασιλέως» υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί να υπάρχει σ’ αυτά τα άτομα εμπιστοσύνη; Δεν αρνούμαστε ότι κάποιοι μπορεί να έχουν επανεξετάσει τις απόψεις τους. Όμως για πολλούς απ’ αυτούς, αυτό που ισχύει είναι ότι είναι απλοί καιροσκόποι που κοιτάνε ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να εξυπηρετήσουν τα δικά τους προσωπικά συμφέροντα. Έτσι, τη μια μέρα συνεργάζονται με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και την επόμενη πηδάνε στο τρένο του ΣΥΡΙΖΑ όταν βλέπουν πως αυτό μπορεί να προωθήσει τα προσωπικά τους συμφέροντα πιο μακριά. Αυτοί οι άνθρωποι, οι άνθρωποι χωρίς αρχές, είναι δεδομένο πώς θα σταθούν εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια να δώσει ο ΣΥΡΙΖΑ προοπτική εξουσίας, σοσιαλιστική προοπτική, στα πιο φτωχά και καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας.

Το κεντρικό ερώτημα είναι αν πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ στο όνομά του συμβιβασμού με αυτά τα στοιχεία, να καταλήξει σε ένα νερόβραστο πρόγραμμα, να εγκαταλείψει τη σοσιαλιστική προοπτική από φόβο μην προκαλέσουν διάσπαση.

Η δική μας απάντηση είναι ένα κατηγορηματικό «όχι». Η ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ είναι πρώτα και κύρια απέναντι στον λαϊκά στρώματα που στρέφονται προς αυτόν. Στις εκατοντάδες χιλιάδες των εργαζομένων και των νέων που περιμένουν από αυτόν. Αυτή είναι η δύναμη του. Αυτό είναι το μέλλον του. Πάνω σ’ αυτό τον κόσμο πρέπει να επενδύσει. Και αν για να επενδύσει πάνω σ’ αυτό τον κόσμο θα πρέπει να συγκρουστεί με το κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ που είναι συντηρητικό και δεν θέλει ή δεν αντέχει τις κοινωνικές συγκρούσεις και τις πολιτικές ανατροπές, τότε καλώς να συγκρουστεί. Και αν σαν αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης «χαθούν» κάποια «σημαίνοντα» στελέχη, η ευθύνη βαρύνει τα ίδια αυτά στελέχη.

Γιατί σ’ αντίθετη περίπτωση στο όνομα των «συμβιβασμών για χάρη της ενότητας» ο ΣΥΡΙΖΑ θα προδώσει τις ελπίδες και τα οράματα της κοινωνίας και θα χάσει τις χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες των ανιδιοτελών αγωνιστών που είναι θα έτοιμοι να στρατευτούν στις γραμμές του. Αυτούς χρειάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτούς έχει ανάγκη ο ΣΥΡΙΖΑ – και δεν πρέπει με τίποτα να τους θυσιάσει για χάρη κάποιων «σημαντικών στελεχών». Αυτοί, οι αγωνιστές της βάσης, θα αποτελέσουν την κοινωνική δύναμη στην οποία μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να στηριχτεί. Αυτοί θα κάνουν πράξη την ανατροπή που χρειάζεται ο τόπος και το εργατικό κίνημα.

Για τις οργανωτικές δομές του ΣΥΡΙΖΑ

Όλα τα πιο πάνω δεν μπορούν παρά να συνδυάζονται με προσαρμογή των οργανωτικών δομών του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να απευθύνεται σε εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, σε δεκάδες χιλιάδες ανένταχτους αριστερούς, χωρίς να τους δίνει λόγο, χωρίς να τους κάνει συμμέτοχους στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων και εφαρμογής τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να δώσει χώρο στους «ανένταχτους» – αυτούς που δεν ανήκουν σε καμιά απ’ τις οργανωμένες συνιστώσες του. με τρόπο πραγματικό και ουσιαστικό. Πρέπει να ανοίξει τις πόρτες του σ’ αυτό τον κόσμο, όχι τυπικά, αλλά ουσιαστικά. Αυτό σημαίνει να μπορούν να έχουν λόγο στις αποφάσεις. Αν αυτό δεν γίνει, τότε δεν έχουν πραγματικό λόγο και κίνητρο συμμετοχής.

Ο τρόπος με τον οποίο σήμερα αποφασίζονται τα πράγματα στον ΣΥΡΙΖΑ που είναι με “συναίνεση” ανάμεσα στις πολιτικές οργανώσεις που τον αποτελούν, στην ουσία «πετάει» τους «ανένταχτους» εκτός.

Χρειάζεται, σε τοπικό επίπεδο, ο κάθε ΣΥΡΙΖΑ να μπορεί να παίρνει τις δικές του αποφάσεις. Χρειάζεται να υπάρχουν τοπικές οργανώσεις με ουσία και περιεχόμενο. Που σημαίνει να μπορούν να παίρνουν πρωτοβουλίες για θέματα που τους αφορούν, είτε είναι εργατικά, είτε νεολαιίστικα, είτε περιβαλλοντικά, είτε τοπικά. Να μπορούν να εκδίδουν τις δικές τους αφίσες και τις δικές τους προκηρύξεις. Να μπορούν να παρεμβαίνουν και να αναπτύσσουν κινήματα στους χώρους τους – είτε τοπικά είτε κλαδικά.

Και, για να μπορέσουν να δράσουν με αυτό τον τρόπο, οι τοπικές/κλαδικές οργανώσεις πρέπει να έχουν αυτονομία – δεν μπορεί η δυνατότητα τους να παίρνουν αποφάσεις να καθορίζεται από το δικαίωμα του βέτο το οποίο μπορεί να έχει η κάθε μία, η οποιαδήποτε συνιστώσα. Ούτε μπορεί η οποιαδήποτε τέτοια απόφαση να εξαρτάται από τη σύμφωνη γνώμη της κεντρικής γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτονομία στις τοπικές οργανώσεις, τις τοπικές συνελεύσεις, τις νομαρχιακές γραμματείες. Ελευθερία στην συζήτηση, στις αποφάσεις και στην δράση. Αυτή η αυτονομία έχει τα μέγιστα να προσφέρει σε έναν ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος έχει ξεκαθαρίσει ότι στόχος του είναι η σοσιαλιστική προοπτική. Με βάση τους κεντρικούς πολιτικούς άξονες, τους ενταγμένους στον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού, οι πρωτοβουλίες της «βάσης», έχουν να προσφέρουν ένα πλούτο μοναδικό ο οποίος θα πολλαπλασιάσει την ισχύ και τα όπλα του ΣΥΡΙΖΑ, οργανωτικά και πολιτικά, και στο τοπικό επίπεδο αλλά σωρευτικά και στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής.

Με άλλα λόγια, οι διαδικασίες της ομοφωνίας και της συναίνεσης που φέρανε τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρις εδώ, έχουν ολοκληρώσει τον ρόλο τους και την θετική τους συμβολή. Αυτή, πια, έχει εξαντληθεί. Πρέπει να παραχωρήσουν τη θέση τους σε νέες δομές οι οποίες να επιτρέψουν στις χιλιάδες των «ανένταχτων» να αποκτήσουν ουσιαστικό ρόλο.

Αυτό σημαίνει ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει κόμμα;

Στο ερώτημα αν οι πιο πάνω προτάσεις σημαίνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να μετασχηματιστεί σε κόμμα, η απάντηση δεν είναι ένα απλό «ναι» ή «όχι». Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει κατά τη γνώμη μας να μετασχηματιστεί, ναι, σε ένα «πολιτικό φορέα», ειδικού όμως τύπου, με τα δικά του δηλαδή πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία τον διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα κόμματα όπως τα ξέρουμε και όπως λειτουργούν.

Για μια ακόμη φορά η συζήτηση πάνω και σε αυτό το θέμα πρέπει να ξεκινήσει από την κοινωνία. Τα πλατιά λαϊκά στρώματα τα οποία στρέφονται προς τον ΣΥΡΙΖΑ τον αντιλαμβάνονται σαν πολιτικό φορέα. Η μετεξέλιξη λοιπόν του ΣΥΡΙΖΑ σε έναν «πολιτικό φορέα» είναι απαραίτητη για να ευθυγραμμιστεί με τις ανάγκες της κοινωνίας.

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ σαν πολιτικός φορέας δεν νοείται να καταργήσει την ανεξαρτησία των συνιστωσών που τον αποτελούν. Αν επιχειρήσει κάτι τέτοιο θα καταργηθεί ο ίδιος. Δεν νοείται να βάλει περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης, είτε ατόμων, είτε ρευμάτων, είτε οργανώσεων. Δεν νοείται να θέσει περιορισμούς στην ανεξαρτησία δράσης της καθεμιά ξεχωριστής οργάνωσης. Με αυτές τις έννοιες δεν μπορεί να υπάρξει σαν κόμμα, όπως τα παραδοσιακά κόμματα. Όμως μπορεί να υπάρξει σαν ένας πολιτικός φορέας ο οποίος να έχει έντονα ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά. Αυτή είναι η δική μας πρόταση.

Κάποιοι από τους συντρόφους οι οποίοι διαφωνούν με αυτή την πρόταση χρησιμοποιούν την επιχειρηματολογία αν ο ΣΥΡΙΖΑ μετατραπεί σε «κόμμα» τότε ο ΣΥΝ, που είναι η πιο μεγάλη συνιστώσα, θα καταλάβει την πλειοψηφία σε όλα τα επίπεδα και έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από μια προέκταση του ΣΥΝ. Αυτή όμως η επιχειρηματολογία ισχύει μόνο για την περίπτωση μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαίο κόμμα. Η μετεξέλιξή του όμως σε ένα «ομοσπονδιακό πολιτικό φορέα» με πλήρη ελευθερία δράσης σε όσους τον αποτελούν είναι άλλο θέμα. Γιατί είναι δυνατό, σε ένα τέτοιο φορέα, την ίδια στιγμή που διασφαλίζεται η ανεξαρτησία κάθε συνιστώσας, να τεθούν ρήτρες οι οποίες να προστατεύουν την εσωτερική δημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ από το «καπέλωμα» οποιασδήποτε, συνιστώσας. Ρήτρες για παράδειγμα οι οποίες να προνοούν ότι σε οποιοδήποτε όργανο, σε οποιοδήποτε επίπεδο, οι εκπρόσωποι των οργανωμένων συνιστωσών δεν μπορούν να ξεπερνούν ένα συγκεκριμένο ποσοστό (για παράδειγμα το 40% ή το 50% ή κάτι παρόμοιο). Και ακόμα ότι τα ποσοστά οποιασδήποτε μιας συνιστώσας δεν μπορούν να ξεπερνούν π.χ. το 10% του συνόλου. Σε αυτό το επίπεδο μπορεί να βρεθεί άκρη, με λίγη προσπάθεια και καλή θέληση. Έτσι και αλλιώς, όπως είναι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ, λειτουργούν μια σειρά από ρήτρες για να αποτρέπουν το καπέλωμα από την πιο δυνατή συνιστώσα – δηλαδή τον ΣΥΝ. Αυτές μπορούν να επεκταθούν. Επίσης υπάρχει μία σημαντική διεθνής εμπειρία από αντίστοιχες προσπάθειες στο εξωτερικό.

Μια δομή όπως αυτή που περιγράφουμε περιέχει ασφαλώς πολλές δυσκολίες, περιπλοκές κοκ. Δεν θέλουμε να το παρουσιάσουμε σαν το πιο απλό πράγμα του κόσμου. Όμως υπάρχει η λύση και απλά χρειάζεται την απαιτούμενη επεξεργασία.

Παλεύουμε για το μέλλον. Πρέπει να χτιστούν συνειδήσεις

Όλο το πιο πάνω πλαίσιο προτάσεων δεν επιδιώκει να δώσει λύσεις μέσα στους επόμενους μήνες ή ένα-δύο χρόνια. Λύσεις που αφορούν ιστορικά προβλήματα όπως της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος ή των ενδογενών αδυναμιών της αριστεράς δεν λύνονται ως δια μαγείας. Δεν χωράει επίσης καμία αυταπάτη ότι είναι δυνατό το παραπάνω πλαίσιο να υιοθετηθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ με ένα τρόπο εύκολο και απλό για να γίνει στη συνέχεια (εύκολα κι απλά) κτήμα της κοινωνίας.

Κάθε άλλο. Το πιο πάνω πλαίσιο είναι πρόταση πάλης – και μάλιστα μακροπρόθεσμης. Πάλης μέσα στις γραμμές κατ’ αρχήν του ΣΥΡΙΖΑ για να διαμορφωθούν συνειδήσεις που να προετοιμάζουν το μέλλον. Γιατί, ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει. Το λέμε και το επαναλαμβάνουμε. Κινδυνεύει, να μην μπορέσει να αντλήσει την κοινωνική δυναμική που σήμερα η κοινωνία του προσφέρει στο πιάτο. Ή κινδυνεύει, να καταφέρει μεν να αντλήσει την δυναμική αυτή αλλά να την στρέψει σε λάθος κατευθύνσεις. Κινδυνεύει να ακολουθήσει το παράδειγμα της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης την Ιταλία η οποία επανέλαβε τα «λάθη» της παραδοσιακής αριστεράς και πρόδωσε τις ελπίδες για τα οράματα των Ιταλών εργαζομένων!

Υπάρχει μόνο ένας δρόμος να μην αποτύχει ο ΣΥΡΙΖΑ! Κι αυτός είναι να προσφέρει στην κοινωνία την σοσιαλιστική προοπτική και το δρόμο για να την κάνει πραγματικότητα! Να θέσει αυτή την προοπτική μπροστά στην κοινωνία αποφασιστικά και τολμηρά! Και έτσι να προετοιμάσει το έδαφος για τις μελλοντικές πολιτικές και κοινωνικές ανατροπές!

Η αναφορά στον σοσιαλισμό σήμερα και η έμφαση στην σοσιαλιστική προοπτική, την πολιτική ανατροπή και την εξουσία της αριστεράς, δεν σημαίνουν ανυπομονησία! Δεν σημαίνουν βιασύνη. Δεν σημαίνουν την αυταπάτη ότι αύριο θα έχουμε σοσιαλισμό. Η πάλη για τον σοσιαλισμό και την εργατική δημοκρατία έχει μπροστά της δρόμο. Το ερώτημα είναι πως προετοιμαζόμαστε γι’ αυτό το δρόμο, πως προετοιμαζόμαστε για το μέλλον.

Τα λαϊκά στρώματα, το εργατικό κίνημα και η νεολαία, δεν είναι βρύση την οποία μπορεί κανείς να ανοίγει και να κλείνει ανάλογα με το ποια αυτός κρίνει πως είναι τα καθήκοντα της στιγμής. Για να μπορέσει το εργατικό κίνημα να φέρει σε πέρας το έργο της κοινωνικής ανατροπής και του σοσιαλισμού θα πρέπει να προετοιμάζεται από πριν και για πολύ χρόνο. Θα πρέπει σε μια προηγούμενη ιστορική περίοδο να έχουν χτιστεί οι σοσιαλιστικές συνειδήσεις και τα αντίστοιχα στελέχη μέσα στην κοινωνία. Θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί ένα μαζικό ρεύμα υπέρ του σοσιαλισμού. Ένα μαζικό ρεύμα που να ξέρει τι σημαίνει σοσιαλισμός – πέρα από συνθήματα και γενικές φράσεις – συγκεκριμένα και πρακτικά. Που να ξέρει τι σημαίνει, συγκεκριμένα και πρακτικά, αφαίρεση της εξουσίας από το κεφάλαιο, λαϊκή εξουσία, εργατική εξουσία. Πού να ξέρει τι σημαίνει εργατικός και κοινωνικός έλεγχος, εργατική δημοκρατία. Αυτές οι φράσεις δεν πρέπει να είναι κενές περιεχομένου – ούτε γενικές και ασαφείς ώστε ο καθένας να τους δίνει ότι ερμηνεία θέλει.

Αυτή η διαδικασία «διαπαιδαγώγησης» του μαζικού κινήματος αποτελεί ευθύνη αυτών που βρίσκονται μπροστά – αυτών που χαρακτηρίζονται με την αρνητικά φορτισμένη έκφραση «ηγεσία». Αυτή η διαδικασία «διαπαιδαγώγησης» απαιτεί χρόνο, είναι αργή, ιδιαίτερα στην εποχή που διανύουμε, περνάει μέσα από το χτίσιμο στελεχών μέσα στο μαζικό κίνημα.

Όσοι συμφωνούν και όσοι κατανοούν αυτή την αναγκαιότητα μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν άλλη επιλογή από το να μπουν μπροστά σ’ αυτή την πάλη. Όσοι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ πιστεύουν στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και για τον σοσιαλισμό οφείλουν κατά τη γνώμη μας να μπουν στη μάχη για να αποκτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ αυτά τα χαρακτηριστικά – πολιτικά και οργανωτικά. Ανεξάρτητα από το αν σήμερα αυτές οι απόψεις μπορούν να γίνουν πλειοψηφία ή όχι. Αυτό που έχει σημασία είναι να ξεκινήσει η πάλη για αυτές τις ιδέες μέσα κι έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που έχει σημασία είναι να συσπειρωθούν δυνάμεις στη βάση αυτών των ιδεών. Να μπορέσουν αυτές οι ιδέες να γίνουν σταδιακά ένα μαζικό ρεύμα μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ και μέσα στην κοινωνία. Άμα επιτευχθεί αυτό τότε θα έχει ανοίξει ο δρόμος.

Είναι σίγουρο πως κάποιοι, που σήμερα ανήκουν στον ΣΥΡΙΖΑ, θα επιλέξουν την φυγή, άλλοι την αποχώρηση, άλλοι τον συμβιβασμό και άλλοι τα ξεπουλήματα. Όμως είναι ακόμα πιο σίγουρο πως αυτές οι ιδέες θα βρουν μέσα στα εργατικά και λαϊκά στρώματα και ιδιαίτερα τη νεολαία, την πιο μεγάλη απήχηση. Θα αγκαλιαστούν με ενθουσιασμό. Θα δώσουν ελπίδα και προοπτική. Θα εμπνεύσουν. Και έτσι θα ετοιμάσουν τις μεγάλες κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορέσουν να φέρουν σε πέρας, αυτό για το οποίο θυσιάστηκαν τόσες γενιές, την εναλλακτική κοινωνία, την ανθρώπινη, την χωρίς εκμετάλλευση, την χωρίς καταπίεση, όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να είναι αφέντες της ζωής τους, όπου η τεχνολογία θα υπηρετεί τον άνθρωπο αντί να τον καταδυναστεύει, όπου ο άνθρωπος θα είναι ελεύθερος, σε συνθήκες πραγματικής δημοκρατίας, εργατικής δημοκρατίας, με ελευθερία έκφρασης και οργάνωσης: τον σοσιαλισμό.

__________________

(*)«ΣΥΡΙΖΑ – ιστορική ευκαιρία, ιστορικά καθήκοντα», www.xekinima.org (http://www.xekinima.org/news/displayNeolea.php?tbl=rightArticles&id=196), ή/και «ΣΥΡΙΖΑ – πως θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ελπίδες και τις προσδοκίες», Ξεκίνημα, τεύχος 312, 15 Ιουλίου-30 Αυγούστου 2008 (http://www.xekinima.org/news/display.php?tbl=news&id=616)
(**) Π.χ. Προκήρυξη – παρέμβαση του «Ξ» στην πρώτη συνάντηση της Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, Αθήνα 12-13 Ιούλη. (http://www.xekinima.org/news/display.php?tbl=news&id=618)