Μαρξισμός και Αναρχισμός

15/03/2016
Comments off
1.023 Views
Των Ανδρέα Παγιάτσου και Ρολάνδου Παύλου
β’ έκδοση
Δεκέμβρης 1995

Πρόλογος

Τα δύο κείμενα που ακολουθούν στοχεύουν στο να ανταποκριθούν στον προβληματισμό που διακατέχει σήμερα μια σημαντική μερίδα νεολαίων που αναζητούν μια μαχητική διέξοδο στην κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία αλλά κι ολόκληρο τον πλανήτη.

Η περίοδος που περνάμε σήμερα διεθνώς έχει εντελώς πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά και είναι γεμάτη αντιφάσεις. Η κατάρρευση των σταλινικών καθεστώτων της πρώην ΕΣΣΔ και της Αν. Ευρώπης που μιλούσαν στο όνομα του σοσιαλισμού (κάτι που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο), σε συνδυασμό με τη χωρίς προηγούμενο δεξιά στροφή των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, έχει προκαλέσει μια βαθιά κρίση στο χώρο της αριστεράς γενικά, ένα ιδεολογικό κενό, που από πολλές σκοπιές μπορεί να χαρακτηριστεί σαν το βαθύτερο στη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Την ίδια στιγμή, όμως, οι αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος παίρνουν νέες εκρηκτικές διαστάσεις. Ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν ήταν τόσοι πολλοί οι φτωχοί, οι εξαθλιωμένοι και οι πεινασμένοι στον πλανήτη. Ακόμα και η ανισότητα, ανάμεσα στις πλούσιες και τις φτωχές χώρες κι ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς κάθε χώρας, αναπτύσσεται με τέτοια άλματα που αρχίζει να επιστρέφει στα επίπεδα του μεσοπολέμου (στην περίπτωση μάλιστα της Βρετανίας στη δεκαετία του 1880 !!). Για τα λαϊκά στρώματα και ειδικά τη νεολαία, το μέλλον δεν ήταν ποτέ πιο αβέβαιο και πιο εφιαλτικό, από την εποχή του Β’ Παγκόσμιου πολέμου.

Μια νέα περίοδος μεγάλων ταξικών αγώνων έχει ανοίξει, η οποία συνδυάζει την μαχητικότητα με την ριζοσπαστική αναζήτηση. Οι αγώνες των ευρωπαϊκών μαζών στη διάρκεια των τελευταίων 1-2 χρόνων με προεξέχοντες αυτούς στην Γαλλία, την Ιταλία και την Σουηδία, οι εξελίξεις στις οικονομικά καθυστερημένες πρώην αποικιακές χώρες με προεξέχουσα την εξέγερση των Ζαπατίστας στο Ν. Μεξικό, είναι δείγματα των μεγάλων επαναστατικών εξελίξεων που εγκυμονούνται στην περίοδο που έχουμε μπει.

Η πορεία της ταξικής πάλης βαδίζει χέρι-χέρι με την πορεία της ανάπτυξης των ιδεών. Με τον ίδιο τρόπο που η νεολαία είναι το βαρόμετρο κι ο πιο ευαίσθητος δείκτης στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις, έτσι και η ιδεολογική αναζήτηση στις γραμμές της είναι σε μεγαλύτερη έκταση, πιο έντονη και πιο βαθιά. Από το σημερινό νεολαιίστικο κίνημα, που για πρώτη φορά απ’ τη δεκαετία του ’30 είναι αποδεσμευμένο σε τόσο μεγάλο βαθμό διεθνώς από το βάρος του σταλινισμού και του ρεφορμισμού, θα βγουν τα αυριανά στελέχη του μαζικού κινήματος.

Η απόρριψη του σταλινισμού και του ρεφορμισμού μέσα από την ίδια την πραγματικότητα της ιστορικής εξέλιξης ανοίγει το δρόμο στις επαναστατικές ιδέες. Χιλιάδες νεολαίοι στην Ελλάδα κι εκατομμύρια στην Ευρώπη και διεθνώς προσπαθούν να αντλήσουν συμπεράσματα από την ιστορική εμπειρία, αναζητούν τις ιδέες που θα δώσουν τη δυνατότητα στο μαζικό κίνημα να ενοποιήσει τη δράση του με στόχο την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, της δικτατορίας των αγορών και της υποταγής του ανθρώπου και της κοινωνίας στους δείκτες κερδοφορίας.

Η συνείδηση ενός κομματιού του νεολαιίστικου κινήματος στο στάδιο που περνάμε σήμερα, αποτελεί ένα μπερδεμένο μίγμα φιλομαρξιστικών και μισοαναρχικών ιδεών. Τα δύο κείμενα που ακολουθούν επιδιώκουν να παρέμβουν σ’ αυτό τον προβληματισμό, από τη σκοπιά του Μαρξισμού. Καταπιάνονται με τις διαφορές ανάμεσα στις Μαρξιστικές ιδέες και τον Αναρχισμό από διαφορετικές οπτικές γωνίες και προσπαθούν να ανταποκριθούν σε διαφορετικές ανάγκες και επίπεδα προβληματισμού.

Το πρώτο, γραμμένο από τον Ανδρέα Παγιάτσο, αποτελεί μια πιο εκλαϊκευμένη και σύντομη προσέγγιση στις βασικές διαφορές του Μαρξισμού με τον Αναρχισμό και στα αδιέξοδα των αναρχικών στη θεωρία και την πράξη.

Το δεύτερο κείμενο, γραμμένο από τον Ρολάνδο Παύλου, αποτελεί μια πιο εκτεταμένη θεωρητική και ιστορική αναφορά στην διαμάχη ξεκινώντας από τα μέσα του περασμένου αιώνα. Ανταποκρίνεται στις ανάγκες όσων θέλουν να ασχοληθούν με το ζήτημα πιο διεξοδικά και σε μεγαλύτερο βάθος.

Πρώτο κείμενο

Ο Αναρχισμός είναι κατά βάση ένα ρεύμα διαμαρτυρίας, ένα ρεύμα άρνησης. Δεν αποτελεί οργανωμένο κίνημα, δεν έχει συγκεκριμένες απαντήσεις στα συγκεκριμένα προβλήματα των λαϊκών μαζών, δεν έχει καν ολοκληρωμένη θεωρία (όπως θα δούμε στη συνέχεια αυτό το παραδέχονται οι ίδιοι οι θεωρητικοί του Αναρχισμού) παρ’ όλο που ο Αναρχισμός έχει μια ιστορία πάνω από ενάμισι αιώνα.

Παρ’ όλα αυτά οι αναρχικές ιδέες αρχίζουν να γίνονται ελκυστικές σε κάποια στρώματα του νεολαιίστικου κινήματος. Η εξήγηση γι’ αυτό βρίσκεται στην γενικότερη κρίση που μαστίζει την αριστερά. Τα Σοσιαλιστικά Κόμματα έχουν στραφεί ολοκληρωτικά προς τα δεξιά, έχουν δοκιμαστεί στις κυβερνήσεις κι έχουν απογοητεύσει τις λαϊκές μάζες που τα στήριξαν, έχουν εγκαταλείψει κάθε ίχνος σοσιαλιστικού προγράμματος. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα, “ορθόδοξα” ή ευρωκομμουνιστικά, επίσης δοκιμάστηκαν κι απέτυχαν, ιδιαίτερα με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των υπολοίπων Σταλινικών κρατών. Η ιδέα του σοσιαλιστικού οράματος εμφανίζεται σήμερα στα λαϊκά στρώματα απομακρυσμένη. Μέσα στις μάζες των εργαζομένων υπάρχει μια τεράστια ιδεολογική σύγχυση και μια τεράστια απογοήτευση από τα πολιτικά κόμματα που υποτίθεται ότι εκφράζουν τα συμφέροντα τους.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, ένα κομμάτι της νεολαίας, το οποίο έχει σιχαθεί τους πολιτικούς, αναζητά ριζοσπαστικές απαντήσεις στα προβλήματα του. Θέλει να παλέψει ενάντια στο κατεστημένο που του στερεί το μέλλον, κι ενάντια στην καθημερινή καταπίεση του χώρου δουλειάς, του σχολείου, της οικογένειας κλπ κλπ. Κι από τη στιγμή που καμιά μαζική πολιτική δύναμη δεν μπορεί να τον αντιπροσωπεύσει, στρέφεται σε μια ατομικού είδους “επανάσταση” που ταιριάζει απόλυτα με τον τύπο της αναρχικής αντίδρασης – η οποία δεν προϋποθέτει ούτε οργάνωση, ούτε συλλογική δράση, ούτε επεξεργασία στρατηγικών στόχων, ταχτικών ελιγμών κλπ.

Η μαχητικότητα των αναρχικών, όπως αντανακλάται στις συγκρούσεις τους με την αστυνομία ή στις καταλήψεις χώρων για να μένουν άστεγοι, μπορεί να γίνει ελκυστική σε μαχητικούς νεολαίους που αναζητούν κάποια μορφή αντίδρασης στην καταπίεση. Οι αναρχικές κοινότητες ή τα κοινόβια που εμφανίστηκαν κατά περιόδους μπορεί επίσης να γίνουν ελκυστικά σε νεολαίους που σκέφτονται τη φυγή από τον σκληρό κόσμο της καθημερινής πραγματικότητας.

Όμως, παρά την έλξη που μπορεί να ασκεί σε κάποια νεολαιίστικα στρώματα, για την κοινωνία στο σύνολο της ο Αναρχισμός αποτελεί ένα περιθωριακό ρεύμα. Κι αυτό γιατί οι εργαζόμενοι, που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία στην κοινωνία, δεν είναι ποτέ δυνατό να αρκεστούν σε γενικά συνθήματα για την επανάσταση, αλλά απαιτούν πάντα συγκεκριμένες προτάσεις: για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορέσουν να ανατρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα, για το πως θα οργανώσουν σε μια νέα κοινωνία τη βιομηχανία, το εμπόριο, το τραπεζικό σύστημα, τις δημόσιες υπηρεσίες κλπ. Απαιτούν συγκεκριμένες προτάσεις και για τα ζητήματα της καθημερινής πάλης – για καλύτερα μεροκάματα, καλύτερες συνθήκες δουλειάς, θεσμικές καταχτήσεις κλπ.

Το εργατικό κίνημα απαιτεί, από τη φύση του, και οργάνωση και συλλογική δράση και στρατηγικούς στόχους και ταχτικούς ελιγμούς. Αυτά ο Αναρχισμός δεν μπορεί να τα προσφέρει, αυτά ακριβώς αρνείται σαν θεωρία και σαν φιλοσοφία. Κι αυτό του στερεί τη δυνατότητα να μετατρέψει τη μαζική δυσαρέσκεια στη δύναμη εκείνη που θα φέρει σε πέρας το στόχο για μια νέα κοινωνία δίκαιη κι ελεύθερη.

Το ζήτημα του κράτους

Η βασική θεωρητική διαφορά ανάμεσα στους αναρχικούς και τους μαρξιστές έχει να κάνει με το ζήτημα του κράτους. Για τον αναρχικό, το κράτος και κάθε μορφή εξουσίας είναι η πηγή όλων των κακών. Πιστεύει ότι, άμα καταργηθεί η εξουσία, οι άνθρωποι θα κινηθούν από μόνοι τους στην κατάργηση των ταξικών αντιθέσεων, θα κινηθούν από μόνοι τους στη δημιουργία αυτοδιαχειριζόμενων κοινοτήτων, στην ισότητα, στη δικαιοσύνη, στη φιλία, στην αγάπη, κλπ. Η αντίληψη αυτή των αναρχικών κρύβει μια ολοκληρωτική αδυναμία να κατανοήσουν τι είναι το κράτος, πώς γεννήθηκε, πώς αναπτύχθηκε και πώς θα καταργηθεί.

Ο Μαρξισμός εμφανίστηκε σαν ένα από τα πολλά ανατρεπτικά ρεύματα που παρουσιάστηκαν στις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα. Ο λόγος που ο Μαρξισμός επιβίωσε απέναντι σε όλα αυτά τα ρεύματα, τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία εξαφανίστηκαν, και ο λόγος που ο Μαρξισμός συνεχίζει να αποτελεί την κυρίαρχη μέθοδο ανάλυσης για όσους ενδιαφέρονται πραγματικά ν’ αλλάξουν την κοινωνία και ν’ ανατρέψουν το κατεστημένο, είναι η δυνατότητα που έχει να δίνει επιστημονική εξήγηση για τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν ιστορικά οι κοινωνίες, για τον τρόπο με τον οποίο εμφανίστηκε ο καπιταλισμός και για τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός θα ανατραπεί και θα κτιστεί η σοσιαλιστική κοινωνία.

Η μέθοδος ανάλυσης του Μαρξ ήταν ταξική, δηλαδή ξεκινούσε από την κατανόηση ότι οι άνθρωποι είναι χωρισμένοι σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες (τάξεις), λόγω της διαφορετικής θέσης που έχουν στη διαδικασία της παραγωγής, πράγμα το οποίο τους κάνει να έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ τους.

Ο Μαρξ εξήγησε ότι ούτε το κράτος, ούτε η ταξική κοινωνία έπεσαν από τον ουρανό, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της ίδιας της ανάπτυξης των μέσων παραγωγής.

Η ανάπτυξη των μέσων παραγωγής ήταν αυτό το οποίο επέτρεψε στις πρώτες ανθρώπινες κοινότητες τη δημιουργία από την προσωπική εργασία ενός πλεονάσματος υλικών αγαθών, πέρα από τα απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση τους. Η δυνατότητα δημιουργίας αυτού του πλεονάσματος επέτρεψε σε κάποιους ανθρώπους να εκμεταλλευτούν την εργασία άλλων ανθρώπων και να ζουν σε βάρος τους. Έτσι άρχισε ο διαχωρισμός της κοινωνίας σε τάξεις, έτσι δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για να εμφανιστεί το δουλοκτητικό σύστημα της αρχαίας κοινωνίας σε πρώτη φάση. Σαν αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας και μέσα από διάφορους δρόμους, εμφανίστηκε σταδιακά το κράτος για να κατοχυρώσει και να προστατέψει τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, δηλαδή των εκμεταλλευτών.

Συνεπώς, η ύπαρξη του κράτους αποτε-λεί αντανάκλαση της ταξικής κοινωνίας και δε μπορεί να καταργηθεί παρά μόνο αν καταργηθεί η ταξική κοινωνία. Όμως η ταξική κοινωνία δεν μπορεί να εξαλειφθεί μέσα σε 24 ώρες, από κανενός είδους επανάσταση. Έτσι το καθήκον το οποίο προκύπτει, σε πρώτη φάση, είναι, όχι γενικά μιλώντας η ανατροπή του κράτους, αλλά συγκεκριμένα η ανατροπή του καπιταλιστικού κράτους και η αντικατάσταση του από ένα εργατικό κράτος. Η ανατροπή, δηλαδή, του κράτους που βρίσκεται στην υπηρεσία του κεφαλαίου και η αντικατάσταση του από ένα κράτος που να βρίσκεται στην υπηρεσία των εργαζομένων.

Το εργατικό κράτος, βέβαια, είναι ένα εντελώς διαφορετικό πράγμα από το αστικό κράτος. Στηρίζεται στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή και τον εργατικό έλεγχο σε όλο το φάσμα της παραγωγής, και η διαχείριση περνά μέσα από εκλεγμένα κι ανακλητά συμβούλια, των εργαζομένων και των υπολοίπων λαϊκών στρωμάτων.

Το εργατικό κράτος που προσπάθησαν συγκεκριμένα να κτίσουν οι Μπολσεβίκοι μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση του 1917 και το οποίο ανακόπηκε πρώτα από τον εμφύλιο πόλεμο και μετά από την άνοδο του Σταλινισμού είχε τα εξής χαρακτηριστικά: Όλοι οι αξιωματούχοι να είναι άμεσα εκλεγμένοι και ανακλητοί, κανένας αξιωματούχος να μην παίρνει μισθό μεγαλύτερο από το μισθό ενός εργαζομένου, να μην υπάρχει μόνιμος στρατός και χωροφυλακή αλλά να υπάρχουν λαϊκές πολιτοφυλακές με εκλεγμένους αξιωματικούς που να αναλαμβάνουν τα ζητήματα της ασφάλειας και, τέλος, να υπάρχει ανακύκλωση στα διάφορα γραφειοκρατικά καθήκοντα από διαφορετικά άτομα ώστε να μην υπάρχουν μόνιμοι γραφειοκράτες.

Όλα αυτά τα καθήκοντα, βέβαια, βρίσκονται σε πλήρη αντιδιαστολή με το μονοκομματικό ολοκληρωτισμό που καθιερώθηκε από το Σταλινισμό, γιατί προϋποθέτουν πλατιά δημοκρατία και πλήρη ελευθερία έκφρασης. Στην πραγματικότητα ο μονοκομματισμός δεν ήταν ποτέ στο πρόγραμμα των Μπολσεβίκων – μάλιστα η πρώτη κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν “δικομματική” (μαζί με τους αριστερούς Σοσιαλεπαναστάτες).

Ο μονοκομματισμός γεννήθηκε μέσα από τον εμφύλιο πόλεμο, όταν όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι των Μπολσεβίκων, δεξιοί κι αριστεροί, συντάχθηκαν με τους παλιούς αξιωματικούς του Τσάρου και τους ιμπεριαλιστές, σε μια προσπάθεια να ανατρέψουν τους Μπολσεβίκους και το εργατικό κράτος με τη δύναμη των όπλων. Για τον Λένιν και τον Τρότσκι, τους βασικούς ηγέτες της Οχτωβριανής επανάστασης, αυτό αποτελούσε μια υποχρεωτική, όμως προσωρινή, εκτροπή από τις αρχές της εργατικής δημοκρατίας. Ο Σταλινισμός, όμως, που μετά το θάνατο του Λένιν πήρε πραξικοπηματικά τον έλεγχο του κόμματος αποδεκατίζοντας την ιστορική ηγεσία, ανάτρεψε όλες τις αρχές του Μπολσεβικισμού και της εργατικής δημοκρατίας, εγκαθιδρύοντας τη δικτατορία της γραφειοκρατίας του ενός και μόνου κόμματος.

Οι Μαρξιστές πιστεύουν ότι ένα υγιές (μη γραφειοκρατικό και δικτατορικό) εργατικό κράτος, στηριγμένο στην εργατική δημοκρατία, είναι απαραίτητο για να μπορέσει να διασφαλίσει την εξουσία των εργαζομένων ενάντια στην εξουσία του κεφαλαίου.

Κράτος σημαίνει άσκηση εξουσίας, χρήση εξαναγκασμού ενάντια σε άτομα ή κοινωνικές ομάδες. Για τους Μαρξιστές, η αναγκαιότητα ύπαρξης του εργατικού κράτους, προκύπτει σαν συνέπεια της αναπόφευκτης αντίδρασης των εκμεταλλευτών και των προνομιούχων στρωμάτων, που δε θα είναι διατεθειμένα να εξισωθούν με τις πλατιές μάζες του πληθυσμού.

Το κράτος, σε τελευταία ανάλυση, όπως εξήγησε ο Ένγκελς, βρίσκεται στα χέρια αυτού που ελέγχει τα ένοπλα σώματα της κοινωνίας (κι αυτό είναι κάτι με το οποίο οι αναρχικοί δε θα διαφωνούσαν). Τέτοια “ένοπλα σώματα”, στην υπηρεσία και κάτω από τον έλεγχο των εργαζομένων, είναι απαραίτητα για να προστατέψουν την κοινωνία από την αναπόφευκτη προσπάθεια των καπιταλιστών και των συμμάχων τους να χρησιμοποιήσουν όση βία χρειαστεί για να επανεγκαθιδρύσουν τη δική τους εξουσία.

Από τη στιγμή που εγκαθιδρύσει την εξουσία του, το (δημοκρατικό) εργατικό κράτος αρχίζει σταδιακά να απονεκρώνεται, καθώς θα εξαλείφονται οι ταξικές διαιρέσεις μέσα στην κοινωνία, οπότε δε θα υπάρχει η αιτία για να υπάρχουν κατασταλτικοί μηχανισμοί. Θα καταργείται σταδιακά καθώς θα αναπτύσσεται στο μεταξύ η κοινωνία της πλήρους ισότητας, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, χωρίς φτώχεια, χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση. Έτσι, το σοσιαλιστικό ή εργατικό κράτος είναι ένα μεταβατικό στάδιο στην κατεύθυνση του χτισίματος μιας ολοκληρωτικά ελεύθερης κοινωνίας.

Ηθική αντί επιστήμης

Οι θεωρητικοί του Αναρχισμού, όμως, δεν έχουν μια τέτοια επιστημονική αντίληψη. Δεν κατανοούν την αναγκαιότητα του εργατικού κράτους σαν μεταβατικού σταδίου. Ξεκινούν από μια θέση η οποία είναι στη βάση της ηθική και λέει, σύμφωνα με τον Νίκολας Ουώλτερ, ένα από τους πρόσφατους θεωρητικούς των αναρχικών (“Για τον Αναρχισμό”, 1969), ότι:

“Κανένας άνθρωπος δεν έχει το δικαίωμα να κάνει ο,τιδήποτε, αλλά και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να τον εμποδίσει να το κάνει”,



θέση που αποτελεί μια μοντέρνα παράφραση της κλασσικής διατύπωσης του Μπακούνιν, του βασικού θεωρητικού των αναρχικών,

“Το Καλό από τη στιγμή που το διατάζουν γίνεται Κακό.”

Αυτές οι προτάσεις αγνοούν και παραβλέπουν ολοκληρωτικά την πραγματικότητα της ταξικής κοινωνίας. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα, καμιά πολιτική και καμιά πρόταση, που να μπορεί να ικανοποιήσει ταυτόχρονα τα συμφέροντα όλων των ανθρώπων. Αυτό που είναι καλό για κάποιους ανθρώπους είναι κακό για άλλους ανθρώπους. Κι αυτή η διαφορά δεν προκύπτει, βασικά, από τα δια-φορετικά προσωπικά χαρακτηριστικά κι αντιλήψεις των διαφορετικών ατόμων, αλλά από τα διαφορετικά συμφέροντα τους, λόγω της διαφορετικής θέσης τους στη διαδικασία παραγωγής. Είναι κοντά στην κοινή λογική ότι σε κάποιους θα πρέπει να επιβληθούν οι αποφάσεις της πλειοψηφίας, γιατί όπου υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων οι διαφωνίες δεν μπορούν να αρθούν μέσα από συζήτηση, όσο διεξοδική κι αν είναι. Όμως, σύμφωνα με τη θεωρία των αναρχικών απαγορεύεται η οποιαδήποτε επιβολή οποιασδήποτε άποψης σε οποιαδήποτε μειοψηφία ανθρώπων. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στο “Ερωτήσεις κι απαντήσεις για τον Αναρχισμό” των Χ. Ερλιτς, Κ. Ερλιτς, Ν. Ντελεόν και Γ. Μόρρις:

“Οι ομάδες θα παίρνουν τις αποφάσεις τους με ομοφωνία, γιατί η αρχή της πλειοψηφίας είναι απαράδεκτη για ανθρώπους που θεωρούν ότι ο καθένας πρέπει να διευθύνει τη ζωή του/της όπως θέλει”.

Η αρχή αυτή, της ομοφωνίας, είναι βέβαια η λογική προέκταση της θέσης τους ότι κανένας δεν δικαιούται να καταπιέσει κανένα. Αποδείχνει όμως έμπρακτα το αδιέξοδο της σκέψης τους, καθώς αυτή η πρόταση ουσιαστικά οδηγεί την κοινότητα των αναρχικών σε κατάρρευση, αφού είναι αδύνατο να υπάρχει ομοφωνία σε όλα τα ζητήματα. Το δόγμα αυτό δεν μπορεί καλά καλά να ισχύσει ούτε σε μια κοινωνία “αγίων”. Πρώτ’ απ’ όλα, δεν απαντά στο ερώτημα πώς θα ελεγχθούν οι διάφοροι εχθροί της κοινότητας, είτε είναι οι καπιταλιστές που έχουν χάσει την εξουσία τους, είτε είναι εθνικιστές, φασίστες, ρατσιστές, είτε απλά εγκληματίες.

Χωρίς πρόταση για την κοινωνία

Αρνούμενοι την ταξική ανάλυση που αποτελεί τη μόνη επιστημονική προσέγγιση για το ζήτημα του κράτους, οι αναρχικοί καταλήγουν στο τέλος να μην έχουν πρόταση για την κοινωνία.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι επίσημα παραδέχονται πως δεν έχουν μια οικονομική θεωρία και δε φαίνεται να τους απασχολεί και πολύ να τη δημιουργήσουν.

“Αν και ακόμα (!) δεν έχει γραφεί μια αναρχική οικονομική θεωρία”, παραδέχονται στην μπροσούρα “Ερωτήσεις κι Απαντήσεις για τον Αναρχισμό”, “τα θεωρήματα της θα (!) πρέπει να πηγάζουν από τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης, την ελευθερία και την ισότητα…”.

Στην πραγματικότητα, δεν μπορούν να έχουν οικονομική θεωρία και δεν πρόκειται να την αποκτήσουν ποτέ. Γιατί η τεράστια ανάπτυξη της βιομηχανίας και των τεχνολογιών στη σημερινή εποχή απαιτεί τέτοια οργάνωση της παραγωγής και τέτοιας έκτασης σχεδιασμό που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με το αναρχικό δόγμα “ο καθένας να κάνει όπως θέλει κι όπως νιώθει”.
Γι’ αυτό και δεν προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις στα κεντρικά και πρωταρχικής σημασίας ζητήματα αλλά ασχολούνται με τα δευτερεύοντα.

Δεν προτείνουν οργάνωση της κοινωνίας (σαν σύνολο) αλλά της (μικρής) κοινότητας. Δεν σκέφτονται στο επίπεδο του πώς θα μπει η τεχνολογία και οι επιστήμες στην υπηρεσία της ανθρωπότητας και πώς θα αξιοποιηθούν τα πλεονεκτήματα της παραγωγής σε μαζική κλίμακα. Δεν τους απασχολεί πώς θα συνδυαστεί η παραγωγή διαφορετικών βιομηχανικών μονάδων και των διαφορετικών τομέων της οικονομίας σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο. Ή πώς θα εξαλειφτεί η πείνα και οι αρρώστιες από τις υπανάπτυκτες περιοχές του πλανήτη και πώς θα αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που προσφέρει το διεθνές εμπόριο.

Αλλά τους απασχολούν επιμέρους ζητήματα, που αφορούν, τις λειτουργίες της κοινότητας, τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων, τι θα γίνει με το ιατρικό κέντρο της γειτονιάς, αν θα είναι υποχρεωτική η εκπαίδευση στο σχολείο ή όχι, τι θα γίνει με τους εγκληματίες ή τους τεμπέληδες, κλπ, κλπ.

Φτάνουν μάλιστα να συζητούν για το ιδανικό μέγεθος για μια αναρχική κοινότητα, κατά πόσο θα πρέπει να είναι γύρω στις 8000 άτομα, από την εμπειρία της Ισπανικής επανάστασης το ’36, ή γύρω στα 600 άτομα, με βάση την εμπειρία από τα αναρχικά κοινόβια που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη στη δεκαετία του ’70.

Η συζήτηση για τον τρόπο λειτουργίας της κάθε κοινότητας, μικρότερης ή μεγαλύτερης, είναι αναμφίβολα χρήσιμη, όμως δεν έχει κανένα νόημα αν δεν είναι ενταγμένη σε μια συνολική πρόταση για την κοινωνία, και πιο ειδικά για το πώς θα συνδυαστεί η παραγωγική διαδικασία για εκατομμύρια ανθρώπους σε εθνική κλίμακα και δισεκατομμύρια σε διεθνή κλίμακα.

Ακόμα όμως και με τα δευτερεύοντα ζητήματα με τα οποία καταπιάνονται οι αναρχικοί δεν μπορούν να καταλήξουν σε σοβαρές και λειτουργικές προτάσεις. Η βασική θεωρητική τους αδυναμία όπως αντανακλάται στο δόγμα “καμιά επιβολή, καμιάς άποψης, σε κανένα”, κάνει ώστε με οποιοδήποτε ζήτημα δοκιμάσουν να καταπιαστούν οι θεωρητικοί του Αναρχισμού, να καταλήγουν σε πάμπολλες αντιφάσεις, και συχνά να ανατρέπουν τις ίδιες τις αφετηριακές τους αρχές.

Τραγικές αντιφάσεις

Ακόμα και στο ζήτημα του κράτους, δηλαδή της αντίθεσης τους σε κάθε μορφής εξουσίας και κατασταλτικής δύναμης, δεν καταφέρνουν να είναι συνεπείς. Για παράδειγμα:

“Η σωστή αντιμετώπιση της εγκληματικότητας θα είναι μέρος της εκπαίδευσης και του συστήματος υγείας, και δε θα γίνεται θεσμοθετημένο σύστημα τιμωρίας. Η τελευταία καταφυγή δεν φτάνει στη φυλάκιση ή το θάνατο, αλλά στο μποϋκοτάζ ή την εκδίωξη”.
Ν. Ουώλτερ, “Για τον Αναρχισμό”

Η εκδίωξη, όμως, συνεπάγεται εξαναγκασμό, και ο εξαναγκασμός συνεπάγεται μηχανισμό καταστολής. Ο μηχανισμός καταστολής, όσο “δημοκρατικός” ή “λαϊκός” ή “κοινωνικός” κι αν είναι, σημαίνει, σε τελευταία ανάλυση, κάποιας μορφής εξουσία, δηλαδή κάποιας μορφής κράτος!

Βέβαια, η αναφορά σε “εκδίωξη” (κι όπως θα δούμε παρακάτω οι αναρχικοί δεν είναι υπέρ της εκδίωξης μόνο των εγκληματιών, αλλά και πολλών άλλων) βγάζει στην επιφάνεια ένα άλλο ζήτημα. Να εκδιωχθεί κάποιος για να πάει πού; Απ’ αυτό και μόνο αποδεικνύεται ότι οι αναρχικοί (και δεν μιλάμε εδώ για τον φιλοαναρχικό νεολαίο αλλά για τους “θεωρητικούς” του Αναρχισμού) δεν έχουν αντίληψη της κοινωνίας αλλά του μικρού τους κοινοβίου, της περιθωριακής τους ομάδας. Γιατί ενώ μπορεί κάποιος να διωχτεί από ένα κοινόβιο, πώς θα διωχτεί από μια κοινωνία;

Στην προσπάθεια τους να παρουσιάσουν την εικόνα μιας απόλυτα ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας, είναι αναγκασμένοι να παραδεχτούν ότι:

“Μια, όμως, ελεύθερη κοινωνία θα πρέπει να είναι πλουραλιστική, και να επιτρέπει όχι μόνο διαφορές γνώμης για το πώς πρέπει να εφαρμόζονται η ελευθερία και η ισότητα στην πράξη, αλλά επίσης και ολοκληρωτικές αποκλίσεις από τη θεωρία της ελευθερίας και της ισότητας”.
Ν. Ουώλτερ, “Για τον Αναρχισμό”

Μα τότε πώς είναι δυνατό να φαντάζονται πώς κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι δυνατή η ομοφωνία, σαν απαραίτητος όρος λειτουργίας της αναρχικής κοινότητας, τη στιγμή που οι εχθροί της κοινότητας θα έχουν κάθε “δημοκρατικό” δικαίωμα και κάθε άνεση να την σαμποτάρουν, εμποδίζοντας με τις διαφωνίες τους οποιαδήποτε απόφαση και λειτουργία;

Η άρνηση τους, από τη μια, του δικαιώματος της πλειοψηφίας να αποφασίζει και να εφαρμόζει και η προσπάθεια τους, από την άλλη, να γίνουν πρακτικοί και συγκεκριμένοι, οδηγεί συχνά τις αντιφάσεις τους σε επίπεδα γελοιότητας. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, στη μπροσούρα “Ο Αναρχισμός”:

“Αν το 1/3 ολόκληρου του πληθυσμού ένιωθε την ανάγκη ιατρικών κέντρων και το έκανε, κι αν μετά τρακαδόροι από τα άλλα 2/3 του πληθυσμού άρχιζαν να κλέβουν τη χρήση αυτής της υπηρεσίας, μια τέτοια υπηρεσία πιθανότατα δε θα μπορούσε να εξακολουθήσει να λειτουργεί και θα σταματούσε. Σε μια τέτοια περίπτωση, κι αν εξακολουθούσε να υπάρχει η ανάγκη για ιατρικές υπηρεσίες, η προσωπική υπευθυνότητα θα εμφανιζόταν και πάλι εξ ανάγκης στο ανεύθυνο τμήμα του πληθυσμού”.
Φρέντ Γούντγουωρθ, “Ο Αναρχισμός”, 1973

Δηλαδή, αυτό που μας προτείνει ο Φ. Γ. στην περίπτωση των ιατρικών κέντρων είναι ένας φαύλος κύκλος, όπου κάθε 2-3 χρόνια τα ιατρικά κέντρα ανοίγουν, μετά κλείνουν, μετά ξανανοίγουν κ.ο.κ., κι όλα αυτά στο όνομα της… δημοκρατίας! Όμως, δεν φταίει ο Φ. Γ. γι’ αυτούς τους παραλογισμούς – είναι απλή συνέπεια των ενδογενών αντιφάσεων της αναρχικής θεωρίας.
Όπως αναφέραμε πιο πάνω, οι αναρχικοί δεν είναι υπέρ της εκδίωξης μόνο των εγκληματιών. Η θέση τους είναι ότι οποιαδήποτε άτομα χαρακτηρίζονται από αντικοινωνική συμπεριφορά θα πρέπει να διωχτούν από την αναρχική κοινότητα (“ομάδα”, όπως οι ίδιοι αναφέρουν). Διαβάζουμε ενδεικτικά:

“Εκείνοι που θα αρνούνται να μαζεύουν σκουπίδια, να καθαρίζουν κτίρια, να κλαδεύουν το γρασίδι κλπ… θα πρέπει να τους ζητηθεί να φύγουν…



“Αν υπήρχαν ολοφάνερες περιπτώσεις ανθρώπων που να αποτελούν κίνδυνο για την υγεία ολόκληρης της κοινότητας, θα τους ζητούσαν να διαλέξουν ή να εμβολιαστούν και να παραμείνουν ή να φύγουν και να πάνε να βρουν μια άλλη ομάδα πιο κατάλληλη γι’ αυτούς”. “Ερωτήσεις κι απαντήσεις για τον Αναρχισμό”

Με άλλα λόγια, στην κοινωνία που οραματίζονται οι αναρχικοί, δίπλα στην αναρχική κοινότητα θα υπάρχει μια άλλη κοινότητα που θα αποτελείται από τους διωγμένους, επικίνδυνους για τη δημόσια υγεία, πρώην εκμεταλλευτές, καπιταλιστές, ρατσιστές, φασίστες, εγκληματίες κλπ. Τι είναι αυτό που θα εμποδίσει την κοινότητα των “κακών” να επιτεθεί για να καταστρέψει την κοινότητα των αναρχικών; Πώς θα αμυνθεί η αναρχική κοινότητα απέναντι σε μια τέτοια επίθεση;

Σύμφωνα με τη θεωρία τους, ενώ οι κακοί δεν έχουν δικαίωμα να επιτεθούν ενάντια στην αναρχική κοινότητα, η αναρχική κοινότητα δεν έχει το δικαίωμα να τους εμποδίσει να το κάνουν. Στην πράξη, όμως, ξέρουμε ότι η αναρχική κοινότητα θα αναγκαστεί να πολεμήσει για να αμυνθεί. Όμως, αυτό οδηγεί τους αναρχικούς σε μια άλλη αντίφαση. Λένε:

“Παραδόξως, όσο πιο πετυχημένα θα αντιμετώπιζε (η αναρχική κοινότητα) την απειλή μιας ένοπλης δύναμης, τόσο πιθανότερη θα ήταν η απομάκρυνση της από τις αρχές της αναρχίας. Φαίνεται ότι πάντα ο πόλεμος μεταβάλλει σχετικά ελεύθερες και ανοιχτές κοινωνίες σε καταπιεστικές”.
“Ερωτήσεις κι απαντήσεις για τον Αναρχισμό”

Μετά απ’ όλα αυτά ο φιλοαναρχικός αναγνώστης μπορεί, απόλυτα δικαιολογημένα, να καταληφθεί από μαύρη απελπισία… Φαίνεται πως ό,τι και να κάνει είναι καταδικασμένος!

Στο ζήτημα της βίας, γενικά, οι αναρχικές θεωρίες είναι χαώδεις. Ενώ ο αναρχικός είναι ταυτισμένος στη συνείδηση του κοινού ανθρώπου με τη βία, η θεωρία τους δεν ενστερνίζεται επίσημα τη βία. Λένε, χαρακτηριστικά:

“Μια από τις παλιότερες και πιο επίμονες προκαταλήψεις εναντίον του Αναρχισμού είναι το ότι οι αναρχικοί πάνω απ’ όλα είναι άνθρωποι της βίας”.
Ν. Ουώλτερ, “Για τον Αναρχισμό”



“Η φιλοσοφία του Αναρχισμού δεν έχει καμιά εγγενή σχέση με οποιαδήποτε χρήση βίας”.
Φρέντ Γούντγουωρθ, “Ο Αναρχισμός”


Στην πραγματικότητα δεν έχουν θέση για τη βία. Λένε:

“Πολλοί (!) αναρχικοί έχουν στην πραγματικότητα αμφιβολίες (!) για το αν η βία παίζει χρήσιμο ρόλο. Η βία τείνει να καταστρέψει το σκοπό της, ακόμα και σε καταστάσεις όπου φαίνεται απαραίτητη – όπως στην επανάσταση. Η ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι η βία δε μπορεί να αποτελέσει εγγύηση των επαναστάσεων, αντίθετα, όσο περισσότερη βία τόσο λιγότερη επανάσταση υπάρχει. Πολλοί αναρχικοί ήταν πραγματικά υπέρ της βίας… Υπάρχει μια σκοτεινή πλευρά στον Αναρχισμό και θα ‘ταν ανώφελο να το αρνηθούμε”.
Ν. Ουώλτερ, “Για τον Αναρχισμό”



Πραγματικά υπάρχει μια “σκοτεινή πλευρά” στον Αναρχισμό. Όμως αυτή δεν έχει να κάνει απλά με το ζήτημα της βίας. Έχει να κάνει συνολικά με την αναρχική αντίληψη και θεωρία.

Μάχνο

Η μεγαλύτερη τραγωδία των αναρχικών αναπόφευκτα εμφανίζεται όπου έτυχε να ηγούνται μαζικών κινημάτων και να βρεθούν στη φουρτούνα επαναστατικών γεγονότων. Οι δυο κλασσικές περιπτώσεις είναι η περίπτωση του Μάχνο την περίοδο 1918-19 στην Ουκρανία και η περίπτωση των αναρχικών στην Ισπανική επανάσταση το 1936.

Ο Μάχνο δημιούργησε το 1918, μέσα στα γεγονότα της Οκτωβριανής επανάστασης ένα δικό του αγροτικό στρατό, ο οποίος βοήθησε στο να απωθηθούν οι στρατοί της αντίδρασης που πολεμούσαν για την ανατροπή της εξουσίας των Μπολσεβίκων. Στη συνέχεια, ο Μάχνο ίδρυσε το αναρχικό Σοβιέτ της Νότιας Ουκρανίας, που εκπροσωπούσε περίπου 1 εκατομμύριο κατοίκους (ο αριθμός αυτός είναι παρμένος από δικές τους πηγές, από ντοκουμέντο του στρατιωτικού συμβουλίου του Μάχνο, του 1919).

Προς το τέλος του εμφυλίου πολέμου, ο στρατός του Μάχνο συγκρούστηκε με τους Μπολσεβίκους και συντρίφτηκε. Οι αναρχικοί χρησιμοποιούν την ήττα του Μάχνο από τη Σοβιετική εξουσία για να “αποδείξουν”, υποτίθεται, τον αντιδραστικό χαρακτήρα των Μπολσεβίκων. (Βασική θέση των αναρχικών είναι ότι δεν έχει διαφορά αν μια κυβέρνηση είναι επαναστατική ή όχι, εργατική ή καπιταλιστική, σημασία έχει ότι είναι και οι δυο κυβερνήσεις, επομένως εξίσου κακές. Όπως γράφει ο Φ. Γούντγουωρθ:

“Η υποτιθέμενη επαναστατική φύση ορισμένων σημερινών κυβερνήσεων δεν αξίζει παρά μόνο περιφρόνηση από μέρους των αναρχικών. Η επαναστατική κυβέρνηση είναι η καθαρότερη μορφή αντιδραστικής πολιτικής”.

Στην πραγματικότητα, οι αναρχικοί είτε αποκρύπτουν είτε παραποιούν εντελώς την ιστορική αλήθεια για την περίοδο 1918-1919.

Ας δούμε κατ’ αρχήν τι είδους καθεστώς είχε εγκαθιδρύσει ο Μάχνο στη Νότια Ουκρανία. Παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο “Ιστορία του Μαχνοβιστικού Κινήματος” που αποτελεί ένα ύμνο στον Μάχνο, γραμμένο από τον ίδιο το γραμματέα του Μάχνο, Πιότρ Αρσίνωφ:

“Ήταν αναπόφευκτο να αναπτυχθούν θεσμοί που ενοποιούσαν κατ’ αρχήν μια επαρχία αποτελούμενη από διάφορα χωριά, και κατά δεύτερο επαρχίες και περιφέρειες στην απελευθερωμένη περιοχή. Ήταν αναπόφευκτο να αναζητηθούν γόνιμες λύσεις σε προβλήματα κοινά για ολόκληρη την περιοχή. Ήταν αναπόφευκτο να δημιουργηθούν όργανα γι’ αυτά τα καθήκοντα. Αυτά τα όργανα ήταν τα περιφερειακά συνέδρια των αγροτών και εργατών. (σελ. 87)


“Το β’ συνέδριο καθιέρωσε το Περιφερειακό Επαναστατικό Στρατιωτικό Συμβούλιο (Σοβιέτ) των αγροτών, εργατών και εξεγερμένων… Το Συμβούλιο αντιπροσώπευε όλη την απελευθερωμένη περιοχή. Ρόλος του ήταν να φέρνει σε πέρας όλες τις οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές και στρατιωτικές αποφάσεις του συνεδρίου, κι έτσι ήταν, με μια έννοια, το ανώτατο Εκτελεστικό Όργανο του κινήματος.
(σελ. 90)

Μέχρι στιγμής οι αναρχικοί δεν πρότειναν τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο απ’ ότι ήδη εφάρμοζαν οι Μπολσεβίκοι στην υπόλοιπη Σοβιετική Ένωση. Ποιες ήταν οι διαφορές τους;

“Στο χωριό τους (οι αγρότες) ήταν εντελώς ελεύθεροι. Διαθέτανε τους εαυτούς τους και το προϊόν της εργασίας τους ανεξάρτητα. Φυσιολογικά ήθελαν να δουν μια παρόμοια κατάσταση και για τους εργάτες στις πόλεις, κι έτσι προσπαθούσαν να τους προσεγγίσουν απ’ ευθείας, αποφεύγοντας όλους τους πολιτικούς, κυβερνητικούς κι άλλους οργανισμούς… (σελ. 97)



“Σ’ αντίθεση με τα Σοβιέτ των Μπολσεβίκων και των υπόλοιπων σοσιαλιστών, που ήταν πολιτικά, τα ελεύθερα Σοβιέτ των εργατών κι αγροτών ήταν όργανα κοινωνικο-οικονομικής αυτοδιαχείρισης. Το κάθε Σοβιέτ εφάρμοζε τη θέληση των τοπικών εργατών και αγροτών…


“Όμως, η διαρκής κατάσταση πολέμου σ’ ολόκληρη την περιοχή έκανε τη δημιουργία και τη λειτουργία αυτών των οργάνων πολύ δύσκολη, κι η οργάνωση τους ποτέ δεν ολοκληρώθηκε”.
(σελ. 91)

Μαθαίνουμε λοιπόν, μέσα από τα δικά τους λόγια, πως το Σοβιέτ των αναρχικών ήταν αγροτικό και όχι εργατικό (αφού “προσπαθούσαν” να προσεγγίσουν τους εργάτες των πόλεων). Επίσης, ότι, είτε δεν κατάφερε ποτέ να συσταθεί σε κάποιες απ΄ τις περιοχές της Ν. Ουκρανίας, είτε όπου υπήρχε υπολειτουργούσε. Διέφερε δε από των Μπολσεβίκων στο ότι των αναρχικών ήταν “ελεύθερο” ενώ των Μπολσεβίκων “πολιτικό”, που για τους αναρχικούς ισοδυναμούσε με ανελεύθερο και αυταρχικό.

Πόσο “αναρχικά”, δηλαδή πόσο δημοκρατικά, ισότιμα και ελευθεριακά, αντιμετώπιζε ο Μάχνο τους Μαρξιστές – Μπολσεβίκους και άλλους σοσιαλιστές που πάλευαν για το χτίσιμο της σοβιετικής κοινωνίας;

“Ο μόνος περιορισμός που οι Μαχνοβιστές θεώρησαν απαραίτητο να επιβάλουν (στο Αικατερίνοσλαβ) στους Μπολσεβίκους, τους αριστερούς Σοσιαλεπανα-στάτες κι άλλους κρατιστές ήταν η απαγόρευση της δημιουργίας “επαναστατικών επιτροπών” που επιδιώκανε την εγκαθίδρυση δικτατορίας ενάντια στον πληθυσμό…
“Στο Αλεξάντροβσκ… ο Μάχνο… απείλησε τα μέλη της Επαναστατικής Επιτροπής με θάνατο σε περίπτωση που έπαιρναν οποιαδήποτε αυταρχικά μέτρα ενάντια στον πληθυσμό… Στο Αικατερίνοσλαβ μια παρόμοια επιτροπή διαλύθηκε με τον ίδιο τρόπο….


“Κι όταν το Νοέμβρη του 1919 ο διοικητής του 3ου τάγματος, της Κριμαίας, Πολόνσκι, αναμίχθηκε στις δραστηριότητες μιας εξουσιαστικής οργάνωσης αυτού του είδους, εκτελέστηκε μαζί με άλλα μέλη της οργάνωσης”.

Τους εκτελούσε! Ακόμα κι αν ήταν σύντροφοι του στα όπλα. Όσες επιτροπές (εκλεγμένες από λαϊκά συνέδρια!) δεν ελέγχονταν από τους αναρχικούς αλλά από άλλες πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς, διαλύονταν με τη δύναμη των όπλων του Μάχνο, επειδή… ήταν εξουσιαστικές!

Στην πράξη, λοιπόν, οι αναρχικοί ανατρέψανε όλες τις θεωρίες τους. Αποτελούσαν κανονική εξουσία στηριγμένη στη δύναμη των όπλων, ήταν αυταρχικοί κι ανελέητοι απέναντι στους αντιπάλους τους, και είχαν κανονική κυβέρνηση, κι ας μην την ονόμαζαν κυβέρνηση αλλά “Περιφερειακό Επαναστατικό Συμβούλιο” και μάλιστα “Στρατιωτικό”.

Μετά το τέλος του εμφύλιου πόλεμου, ο Μάχνο αρνήθηκε ν’ αποδεχτεί την Ουκρανική σοβιετική κυβέρνηση και προσπάθησε να ενώσει τις δυνάμεις του με τον Γκριγκόριεφ – ένα αντιδραστικό αξιωματικό που είχε δικές του αντάρτικες δυνάμεις – ενάντια στους Μπολσεβίκους. Όμως, ο Γκριγκόριεφ ήταν υπέρ της παλινόρθωσης της εξουσίας των καπιταλιστών και των τσιφλικάδων (πράγμα το οποίο ο Μάχνο ήξερε πολύ καλά από πριν!) κι όπως ήταν φυσικό στο συνέδριο προκύψανε διαφωνίες. Πώς τις έλυσαν; Μας διαφωτίζει ο Πιότρ Αρσίνωφ:

“Ο Γκριγκόριεφ κατάλαβε ότι η κατάσταση εξελισσόταν άσχημα γι’ αυτόν. Προσπάθησε να αρπάξει κάποιο όπλο, όμως ήταν αργά. Ο Σιμόν Καρετνίκ, ο σύντροφος του Μάχνο, τράβηξε το Κόλτ του και τον πυροβόλησε, ενώ ο Μάχνο, φωνάζοντας “Θάνατος στον Γκριγκόριεφ!” τον ξαναπυροβόλησε. Οι υπασπιστές του Γκριγκόριεφ και οι αξιωματικοί του έτρεξαν να τον βοηθήσουν, όμως σκοτώθηκαν επί τόπου από τους Μαχνοβιστές φρουρούς. Όλα αυτά έγιναν μέσα σε 2 ή 3 λεπτά, μπροστά στα μάτια όλου του συνεδρίου. Το συνέδριο, αφού άκουσε το Μάχνο, το Σουπένκο και άλλους Μαχνοβιστές, επικύρωσε την πράξη, θεωρώντας την ιστορικά αναγκαία… Το συνέδριο επίσης αποφάσισε ότι οι αντάρτικες δυνάμεις που ανήκαν στις διαταγές του Γκριγκόριεφ, από τώρα και στο εξής θα αποτελούσαν τμήμα του γενικού επαναστατικού στρατού των Μαχνοβιστών…” (σελ. 136)



Είναι σίγουρο ότι το συνέδριο θα ενέκρινε ομόφωνα την “ιστορικά αναγκαία” πράξη του Μάχνο! Ας τολμούσε κανένας να διαφωνήσει…!

Οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν καμιά άλλη επιλογή από το να διαλύσουν το στρατό του Μάχνο, ο οποίος αν αφηνόταν να συνεχίσει το έργο του σαμποταρίσματος της εγκαθίδρυσης της Σοβιετικής εξουσίας, αποκόπτοντας τη Νότια Ουκρανία από την υπόλοιπη χώρα και συνεχίζοντας τον ανταρτοπόλεμο ενάντια στην κυβέρνηση των Σοβιέτ, που αντιπροσώπευε όλο τον υπόλοιπο πληθυσμό, το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να ανοίξει τις πόρτες στα στρατεύματα των καπιταλιστών, των αξιωματικών του Τσάρου και των ιμπεριαλιστών, που καραδοκούσαν.

Ισπανία

Αν η εμπειρία της Ουκρανίας ήταν μια τραγωδία για τους αναρχικούς, γιατί όταν δοκίμασαν να εφαρμόσουν τις αντιεξουσιαστικές τους θεωρίες αποδείξανε πόσο ανεφάρμοστες και αφελείς είναι, η εμπειρία της Ισπανίας ήταν μια τραγωδία για τις Ισπανικές μάζες. Γιατί στην Ισπανία οι αναρχικοί είχαν 1 εκατομμύριο μέλη και αποτελούσαν τη μεγαλύτερη δύναμη μέσα στο Ισπανικό εργατικό κίνημα. Με τη χρεωκοπημένη πολιτική που ακολούθησαν, άνοιξαν, έμμεσα, το δρόμο στη νίκη του Φράνκο που κράτησε την Ισπανία για 40 ολόκληρα χρόνια κάτω από τη φασιστική μπότα.

Οι κοινωνικές δυνάμεις που συγκρούονταν στην Ισπανία ήταν οι εργατικές μάζες και τα φτωχά αγροτικά στρώματα από τη μια, και οι καπιταλιστές και τσιφλικάδες από την άλλη. Η επανάσταση των μαζών έβαζε αντικειμενικά το ζήτημα σε ποιου τα χέρια θα περνούσε η εξουσία. Στο πολιτικό επίπεδο αυτή η σύγκρουση αντανακλάστηκε παραμορφωμένα στην πάλη για εξουσία ανάμεσα στις δυνάμεις των φασιστών από τη μια, και την κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου από την άλλη.

Η κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου αποτελούνταν από τη συμμαχία των εργατικών κομμάτων (την αριστερά) με τους εκπροσώπους της φιλελεύθερης αστικής τάξης (τη “δημοκρατική” δεξιά). Σαν τέτοια, η συμμαχία αυτή δεν έθιγε τις δομές του καπιταλιστικού συστήματος, δεν επιδίωκε την ανατροπή της εξουσίας των καπιταλιστών, δεν στόχευε στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής κάτω από τον έλεγχο και τη διαχείριση των μαζών.Έτσι, δεν μπορούσε να δώσει διέξοδο στη βαθιά κρίση του καπιταλισμού, που προκάλεσε την επανάσταση των μαζών από τη μια αλλά και τη γέννηση των φασιστικών ορδών από την άλλη. Ούτε μπορούσε να εμπνεύσει και να συσπειρώσει αποφασιστικά τα εκατομμύρια των μαζών, τα οποία δεινοπαθούσαν από την κρίση και δεν έβλεπαν χειροπιαστά πώς θα άλλαζε η ζωή τους. Η κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου, με άλλα λόγια, δεν ήταν σε θέση να συντρίψει το φασισμό, ο οποίος δυνάμωνε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Η κατάσταση στην Ισπανία το 1936 ήταν παρόμοια με την κατάσταση στη Ρωσία μετά το Φλεβάρη του 1917. Τότε, μετά την ανατροπή του Τσάρου την κυβέρνηση ανάλαβε και πάλι ένα λαϊκό μέτωπο (συμμαχία εργατικών κομμάτων με αστικά). Η χρεωκοπημένη πολιτική του λαϊκού μετώπου προκάλεσε την αγανάκτηση των μαζών. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στον αντιδραστικό στρατηγό Κορνίλωφ να κινηθεί με τα στρατεύματα του ενάντια στην Πετρούπολη για να επιβάλει δικτατορία.

Όμως, στη Ρωσία υπήρχαν οι Μπολσεβίκοι. Αρνούμενοι να μπουν στην κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου, και παλεύοντας για να περάσει η κυβερνητική εξουσία στα αιρετά συμβούλια των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων (Σοβιέτ), κέρδισαν την εμπιστοσύνη των μαζών. Εμπνευσμένες από το σοσιαλιστικό όραμα που τους έδωσαν ο Λένιν, ο Τρότσκι και οι άλλοι Μπολσεβίκοι ηγέτες, οι μάζες νίκησαν τον Κορνίλωφ και μετά ανατρέψανε το λαϊκό μέτωπο εγκαθιδρύοντας για πρώτη φορά στην ιστορία ένα εργατικό κράτος.

Ποια ήταν η στάση των αναρχικών στην Ισπανία; Η θεωρία τους, γενικά κι αόριστα αντιεξουσιαστική, δε βοηθούσε στο να ξέρουν τι πρέπει να κάνουν. Από τη μια ήταν ενάντια σε κάθε είδους κυβέρνηση κι από την άλλη ήταν αντιμέτωποι με μια σύγκρουση στην οποία δεν μπορούσαν να μείνουν αδιάφοροι. Τόσο περισσότερο μάλιστα όσο οι μάζες που εκπροσωπούσαν τους πίεζαν από κάτω. Συγχυσμένοι λόγω της ανεπάρκειας της ιδεολογίας τους, αδύναμοι να παρακολουθήσουν τα γεγονότα και να καθορίσουν την πορεία τους, μπήκαν τελικά στην κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου. Σύρθηκαν έτσι στην αγκαλιά των μισητών τους εχθρών, των εκπροσώπων του κεφαλαίου, που κυριαρχούσαν στο λαϊκό μέτωπο. Μ’ αυτό τον τρόπο, αρνού-μενοι να δώσουν διέξοδο στον αγώνα των μαζών από τα αριστερά του Λαϊκού Μετώπου, άνοιξαν στην ουσία την πόρτα στη νίκη του Φράνκο.

Είναι γεγονός ότι οι αναρχικοί πολέμησαν ηρωικά ενάντια στους φασίστες, και πλήρωσαν με εκατόμβες μαρτύρων τη νίκη του Φράνκο. Όμως, ο ηρωισμός δεν φτάνει για να ηττηθεί η αντίδραση. Χρειάζεται σωστή πολιτική. Με λανθασμένη πολιτική, ηρωισμός σημαίνει απλά αδικοχαμένους και ηττημένους.

Χωρίς προοπτική

Μετά την ήττα της Ισπανίας, ο Τρότσκι πρόβλεψε ότι ο Αναρχισμός δε θα μπορούσε ποτέ πια να ξαναγίνει μαζικό κίνημα. Γιατί αποδείξανε στην πράξη ότι όντας στην ηγεσία ενός κινήματος δεν ξέρουν πώς να το οδηγήσουν στη νίκη, κι έτσι αναπόφευκτα το σύρανε στην καταστροφή. Η ιστορική εξέλιξη επαλήθευσε αυτή την πρόβλεψη.

Τα αδιέξοδα των αναρχικών θεωριών πρέπει να φτάσουν στα στρώματα εκείνα της νεολαίας, που απηυδισμένα από τους πολιτικούς κι αναζητώντας μαχητικές διεξόδους ενάντια στο σάπιο κατεστημένο, στρέφονται με συμπάθεια προς τις αναρχικές ιδέες – γιατί δεν οδηγούν πουθενά, παρά μόνο στην περιθωριοποίηση και την απογοήτευση των υποστηρικτών τους.

Ασφαλώς είναι πολλοί οι αγώνες που μπορούμε να δώσουμε από κοινού με νεολαίους που ονομάζουν τους εαυτούς τους αναρχικούς. Ενάντια στους φασίστες, ενάντια στον εθνικισμό, ενάντια στην κρατική καταστολή κλπ. Όμως, υπό ένα απαραίτητο όρο: ότι είναι διατεθειμένοι να σεβαστούν το κίνημα και να παλέψουν μέσα από τις γραμμές του.

Γιατί δε μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός ή κοινή δράση με τις γνωστές ολιγομελείς ομάδες που εκτονώνονται στις πορείες πετώντας μερικές μολότωφ και το μόνο που καταφέρνουν έτσι είναι από τη μια να αποξενώνονται από το μαζικό κίνημα κι από την άλλη να δίνουν στις δυνάμεις καταστολής τις αφορμές που ψάχνουν για να χτυπούν και να διαλύουν πορείες.

Η συντριπτική πλειοψηφία των νεολαίων που χαρακτηρίζονται από φιλοαναρχικές διαθέσεις δε συμμετέχουν ούτε συμφωνούν με τέτοιες ενέργειες. Με αυτούς, έχουμε πολλές κοινές μάχες να δώσουμε, όμως, πάντα θα εξηγούμε, ταυτόχρονα, ότι οι αναρχικές θεωρίες δεν προσφέρουν διέξοδο στην κοινωνία, ούτε καν στο άτομο που τις ενστερνίζεται. Ότι η αναρχική θεωρία δεν μπορεί να δώσει προοπτική και διέξοδο στην πάλη όλων όσων θέλουν ν’ ανατρέψουν το σύστημα της εκμετάλλευσης, της φτώχειας και της δυστυχίας, το παραδέχονται, έμμεσα, ακόμα κι οι ίδιοι οι σημερινοί θεωρητικοί του Αναρχισμού.

Στο ερώτημα, “Ποιος θα κάνει την αναρχική επανάσταση;” οι Ερλιτς, Ντελεόν και Μόρρις απαντούν με το εντελώς αόριστο :

“Όλοι (!). Κάθε μέρα (!) στην καθημερινή τους ζωή”.



Στο ερώτημα “Μπορεί να πραγματοποιηθεί η αναρχία;” ο Γούντγουωρθ απαντά:

“Ακόμα και μεταξύ των αναρχικών το φάσμα των απόψεων ποικίλει από τους ακραίους πεσιμιστές… ως τους εύθυμους οπτιμιστές… Και συνήθως οι σημερινοί πεσιμιστές είναι αυτοί που ήταν οπτιμιστές δύο χρόνια νωρίτερα”!



Ενώ, ο Νίκολας Ουώλτερ αναγκάζεται να παραδεχτεί:

“Η δυσκολία έγκειται στο ότι αυτό που θέλουν οι αναρχικοί είναι επαναστατικό, αλλά μια επανάσταση δεν είναι αναγκαστικό, ούτε ακόμα και πιθανό (!), ότι θα φέρει αυτό που θέλουν οι αναρχικοί. Γι’ αυτό οι αναρχικοί έχουν πάντοτε την τάση να καταφεύγουν σε πράξεις απελπισίας ή να ξαναπέφτουν σε μια μάταιη αδράνεια”!

__________

Δεύτερο κείμενο

Το τέλος της δεκαετίας του 1980 βρήκε την ανθρωπότητα σε μια ιστορική καμπή. Η κατάρρευση των Σταλινικών καθεστώτων που δυσφήμιζαν την έννοια του σοσιαλισμού, οδήγησε σε μια θριαμβολογία της αστικής τάξης και σε μια απογοήτευση στρωμάτων του εργατικού κινήματος ιδιαίτερα αυτών που προσβλέπανε στη Σοβιετική Ένωση και τα Κομμουνιστικά Κόμματα για κοινωνική αλλαγή. Από την άλλη, η δεξιά στροφή των Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων έφτασε στο αποκορύφωμα της με την οριστική απάλειψη από τα κείμενα τους των αναφορών στο σοσιαλισμό. Αυτά τα κόμματα σταμάτησαν να υπερασπίζονται ακόμα και το “κράτος πρόνοιας” και το “Σουηδικό μοντέλο”.

Τα φαινόμενα αυτά δεν αντανακλούν μια δεξιά στροφή της βάσης της κοινωνίας. Απλά, το τέλος της εποχής που μπορούσαν οι ηγεσίες των εργατικών κομμάτων να κερδίζουν σχετικά μακροπρόθεσμες παροχές μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος αποκάλυψε τα όρια τους.

Στη βάση της κοινωνίας, μια νέα γενιά μαχητών γεννιέται. Σε συνθήκες μαζικής ανεργίας, περικοπών στην παιδεία και στην ψυχαγωγία, η νέα αυτή γενιά υποχρεώνεται να αναζητήσει το δρόμο του αγώνα. Οι λίγες εμπειρίες τους από τα εργατικά κόμματα είναι αρκετές ώστε να τους κάνουν να τα βλέπουν σαν κομμάτι ενός γενικότερου “κατεστημένου”. Νοιώθουν πως “η πολιτική βρωμάει”. Γι’ αυτό και είδαμε στην περίοδο 88-92 να υιοθετούνται από το νεολαιίστικο κίνημα μορφές πάλης “από τα κάτω”.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η “απολίτικη” διάθεση είναι μονάχα επιφανειακή. Η νεολαία είναι διατεθειμένη να οργανωθεί φτάνει να νοιώθει πως δε θα “καπελωθεί” και πως θα παλέψει με τη δική της ορμή και πρωτοβουλία για τη λύση των δικών της προβλημάτων. Για όλους αυτούς τους λόγους ένα στρώμα νεολαίας είναι φυσικό να έλκεται από την αόριστη ιδέα του Αναρχισμού, μια ιδέα που για αυτό το στρώμα σημαίνει οριστική απαλλαγή από όλο το “κατεστημένο”, τους καριερίστες πολιτικούς, τους κρατικούς γραφειοκράτες, την αστυνομική βία, την πλύση εγκεφάλου στο σχολείο και βέβαια την ανεργία και τα κοινωνικά αδιέξοδα.

Το κείμενο αυτό, γραμμένο από τη σκοπιά του Μαρξισμού, είναι μια προσπάθεια συνεισφοράς στη συζήτηση για το πώς καλύτερα θα μπορέσει η νεολαία κι όλα τα καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας να πετύχουν αυτούς τους στόχους.

Η γέννηση του Αναρχισμού

Οι θεωρίες του Μαρξισμού και του Αναρχισμού εμφανίστηκαν στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Η εποχή εκείνη είχε έντονα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Η αστική τάξη είχε ήδη πάρει την εξουσία στις πιο αναπτυγμένες χώρες μέσα από σημαντικές αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις, όπως η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, δηλαδή επαναστάσεις που ανέτρεψαν τη φεουδαρχία, τις μοναρχίες και τους βασιλιάδες και καθιέρωσαν εκλογές και κοινοβούλια, εθνικά κράτη που ένωναν τα παλιά τσιφλίκια και, βέβαια, την ελεύθερη ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου.

Οι αναρχικοί οραματισμοί ήταν αποτέλεσμα των αγροτικών εξεγέρσεων σε χώρες όπως η Ρωσία και η Ισπανία, όπου η φεουδαρχική κοινωνία ήταν σε βαθιά κρίση, αλλά δεν φαινόταν στον ορίζοντα μια ορατή εναλλακτική λύση. Η αστική τάξη ήταν αδύναμη και εξαρτημένη από τους μονάρχες, γιατί φοβόταν πως μια επαναστατική ανατροπή τους θα άνοιγε το δρόμο για να κινηθεί το εργατικό κίνημα πέρα από τα όρια του καπιταλισμού. Η εργατική τάξη, από την άλλη, ήταν ακόμα νεαρή κι άπειρη.

Για τον αγρότη, βέβαια, της μικρής επαρχιακής κοινότητας στην περίοδο της αυγής του καπιταλισμού το βασικό καθήκον της επανάστασης δεν ήταν η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά αντίθετα η καθιέρωση της, με την απαλλοτρίωση των μεγάλων τσιφλικιών. Από την άλλη, η καθυστέρηση μιας αστικοδημοκρατικής επανάστασης – που να σαρώσει τους φεουδαρχικούς θεσμούς και να αναπτύξει τη βιομηχανία – σε χώρες όπως τη Ρωσία και την Ισπανία δεν άφηνε περιθώρια για την ανάπτυξη ενός νόμιμου εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, όπως αυτό που υπήρχε στην Αγγλία και τη Γερμανία.

Αυτό το αγροτικό κίνημα έδωσε τροφή πρώτα στους ουτοπικούς σοσιαλιστές και μετά, στα μέσα του 19ου αιώνα, στους αναρχικούς. Ονειρεύονταν μια ελεύθερη κοινότητα αγροτών χωρίς κράτος, με συνεταιριστικές μορφές καλλιέργειας της γης, όπου όλοι μαζί θα δουλεύουν, όλοι μαζί θα καταναλώνουν τα αγαθά, όλοι μαζί στο τέλος της μέρας θα συζητάνε τα κοινά προβλήματα και όλοι μαζί θα εμπορεύονται τα προϊόντα τους με τις άλλες κοινότητες.

Στη Ρωσία, στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η γρήγορη εκβιομηχάνιση μετάτρεψε “σε μια νύχτα” εκατομμύρια αγρότες σε εργάτες. Οι Ναρότνικοι, η Ρώσικη εκδοχή των αναρχικών, θεωρούσαν αυτούς τους εργάτες “αγρότες των πόλεων”. Έτσι, αντί να στραφούν στους εργάτες, βρήκαν το επαναστατικό τους υποκείμενο στους αγρότες των μικρών κοινοτήτων “μίρ”, όπως και στην Ισπανία οι ισπανοί αναρχικοί στις αγροτικές κοινότητες “Πουέμπλος”.

Από τότε μέχρι σήμερα, η κολεκτίβα παρέμεινε το μόνο συγκεκριμένο μοντέλο των αναρχικών για μια μελλοντική κοινωνία. Όσο κι αν καμώνονται πως με παρόμοιο τρόπο θα μπορούσε να λειτουργήσει η κοινωνία ολόκληρη, ποτέ δεν παρουσίασαν μια συγκροτημένη αντίληψη για το πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει μια κολεκτίβα σε επίπεδο βιομηχανίας μιας χώρας, πόσο μάλλον μιας ομοσπονδίας χωρών.

Η πάλη ιδεών στην Α’ Διεθνή

Έτσι, δεν είναι τυχαίο που στην Α’ Διεθνή (Διεθνή Ένωση Εργατών) οι δυνάμεις των υποστηρικτών του Μαρξ συγκεντρώνονταν στα εργατικά συνδικάτα στην Αγγλία και τη Γερμανία, ενώ οι αναρχικοί υποστηρικτές του Μπακούνιν στη Ρωσία, την Ιταλία, την Ισπανία και λιγότερο στο Βέλγιο και του Προυντόν στη Γαλλία αποτελούνταν από μαγαζάτορες, αγρότες και τεχνίτες και επέμεναν στα συνθήματα του συνεταιρισμού, των πιστώσεων, του προστατευτισμού και ήταν εξαιρετικά καχύποπτοι απέναντι στην οργανωμένη απεργιακή δράση.

Στο 1ο Συνέδριο της Διεθνούς το 1866, οι Γάλλοι Προυντονιστές, που είχαν την πλειοψηφία των αντιπροσώπων, αντιτέθηκαν ανεπιτυχώς στη δημιουργία εθνι-κών κρατών (με εισηγητή τον μέλλοντα γαμπρό του Μαρξ, τον Λαφάργκ), πέτυ-χαν τροποποίηση της πρότασης του Μαρξ για τη δημιουργία συνδικάτων, προσθέτοντας πως ο στόχος πρέπει να είναι η “δικαιοσύνη” και η “αμοιβαιότητα” και καταψήφισαν (κατά μειοψηφία) την πρόταση για υιοθέτηση του αιτήματος για νομοθετική κατοχύρωση του 8ωρου, γιατί διαφωνούσαν “με την χρησιμοποίηση του κράτους σαν μεταρρυθμιστή”.

Το 1869, στο αποκορύφωμα της δύναμης της Διεθνούς, στο Συνέδριο της Βασιλείας, οι Προυντονιστές ηττήθηκαν από τους Μαρξιστές στο κεφαλαιώδες ζήτημα της κοινωνικοποίησης της γης. Αυτή η αναμέτρηση σήμανε ουσιαστικά το τέλος της επιρροής τους στη Διεθνή.

Τους Μαρξιστές στήριξε και η τότε πρωτοεμφανιζόμενη ομάδα του Μπακούνιν, που ήταν αντίθετη σε κάθε μορφή κρατικής εξουσίας. Αναφέρονταν στις απόψεις του Μαρξ σαν “αυταρχικό κομμουνισμό”. Ήταν ενάντια σε κάθε μορφή συγκεντρωτισμού στη Διεθνή και ενάντια σε κάθε μορφή συνεργασίας με άλλα κόμματα. Ενώ ο Μαρξ πίστευε πως η καινούργια κοινωνία κυοφορούνταν μέσα στα σπλάχνα της παλιάς, ο Μπακούνιν πίστευε στην ολοκληρωτική καταστροφή κάθε όψης της σύγχρονης κοινωνίας.

Παρόλες, ωστόσο, τις επαναστατικές κραυγές του Μπακούνιν, η ομάδα του, η Σοσιαλδημοκρατική Συμμαχία, πριν μπει στη Διεθνή υποστήριζε την “εξίσωση των τάξεων”, μια θέση που υποχρεώθηκε να αντικαταστήσει με την θέση για “κατάργηση των τάξεων” προκειμένου να γίνει δεκτή στη Διεθνή. Εξάλλου, στο Συνέδριο της Βασιλείας ο Μπακούνιν υποστήριξε το αίτημα για κατάργηση του δικαιώματος κληρονομιάς. Ο Μαρξ απάντησε πως η προτεραιότητα πρέπει να είναι η αλλαγή του οικονομικού συστήματος, του οποίου το κληρονομικό δίκαιο είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία. Ενδεικτικό της φάσης του κινήματος είναι ότι σε αυτή τη διαμάχη ο Μπακούνιν κέρδισε την πλειοψηφία, αλλά όχι τα δύο τρίτα των αντιπροσώπων που χρειάζονταν για να μπορέσει να αλλάξει τη θέση της Διεθνούς.

Ο Μαρξ έγραφε με μια δόση πικρίας:

“Η ανάπτυξη των σοσιαλιστικών σεκτών και του πραγματικού εργατικού κινήματος είναι αντιστρόφως ανάλογα. Όσο οι σέκτες βρίσκουν ιστορική δικαίωση, η εργατική τάξη δεν είναι ακόμα έτοιμη να αναπτυχθεί σαν ανεξάρτητο ιστορικό κίνημα… Εδώ, η ιστορία της Διεθνούς απλά επαναλαμβάνει το γενικό δίδαγμα της ιστορίας πως το ξεπερασμένο προσπαθεί να ξαναεπι-βληθεί και να σταθεροποιηθεί μέσα στις καινούργιες μορφές.”

Όμως, ο Μπακούνιν δεν ήταν θεωρητικά συγκροτημένος ώστε να αμφισβητήσει συνολικά την κυριαρχία του Μαρξ στη Διεθνή. Η Συμμαχία αν και είχε στα σπλάχνα της ένα καλά οργανωμένο πυρήνα κάτω από την άμεση διεύθυνση του ίδιου του Μπακούνιν, δεν είχε μια ιδεολογική ραχοκοκαλιά. Για τον ίδιο τον Μαρξ έγραφε πως:

“αυτός ο γίγαντας έχει προσφέρει για 25 χρόνια τεράστιες υπηρεσίες στο σκοπό του σοσιαλισμού αναμφίβολα με περισσότερη διορατικότητα, ενεργητικότητα και αυταπάρνηση από όλους εμάς.”

Παρά τη διατήρηση της ιδεολογικής κυριαρχίας του Μαρξ στη Διεθνή, τα προβλήματα δεν ήταν λίγα. Οι δυνάμεις της Διεθνούς στη Γερμανία, τη Βρετανία και τη Γαλλία, όπου η ανάπτυξη της βιομηχανίας ήταν η μεγαλύτερη και όπου ο Μαρξ είχε τη μεγαλύτερη υποστήριξη, δεν προέρχονταν από τους εργάτες της βαριάς βιομηχανίας. Εξάλλου, οι αντιπρόσωποι της Διεθνούς σε αυτές τις χώρες εύκολα έβρισκαν αναπαυτικές θέσεις στα κοινοβούλια, με αποτέλεσμα να μη βλέπουν τόσο αναγκαία την επαναστατική ρήξη με την αστική τάξη.

Η Διεθνής ήταν περισσότερο μια ομοσπονδία συνδικάτων χωρίς συγκεκριμένα καθήκοντα μέλους, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σοβαρά οργανωτικά (κύρια οικονομικά) προβλήματα. Στην καλύτερη της φάση, το 1870, ενώ στα χαρτιά αριθμούσε περίπου 20,000 μέλη (τόσα δήλωναν στο Γενικό Συμβούλιο οι εθνικές αντιπροσωπείες) είχε έσοδα μόλις 50 στερλίνες.

Παρισινή Kομμούνα: Από τη θεωρία στην πράξη

Στις 18 του Μάρτη του 1871, η Παρισινή Κομμούνα, η πρώτη γνήσια προλεταριακή επανάσταση στην ιστορία, έγινε ανεξάρτητα ουσιαστικά από τη Διεθνή. Παρόλο που ο Μαρξ μιλούσε για “τη μεγαλύτερη επιτυχία του κόμματος μας”, μόνο 17 από τα 92 μέλη του Συμβουλίου της Κομμούνας ήταν μέλη της Διεθνούς, κι αυτά στην πλειοψηφία τους ήταν Προυντονιστές.

Όμως, με την ευρύτερη πολιτική έννοια είχε δίκιο (ο Ένγκελς την περίγραφε με περισσότερη ακρίβεια σαν “το πνευματικό παιδί της Διεθνούς μας”). Η Κομμούνα, με την ενεργή συμμετοχή του συνόλου των φτωχών μαζών, κατέρριψε στην πράξη τις θεωρίες του Μπλανκί για την κατάληψη της εξουσίας από μια μικρή, κλειστή, ένοπλη ομάδα στο όνομα του λαού (οι Μπλανκιστές αποτελούσαν και την πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου της Κομμούνας).

Η Κομμούνα ήταν κάτι ιστορικά πρωτοφανές. Παρά τα επαναστατικά και βαθιά δημοκρατικά της χαρακτηριστικά, δεν έπαυε στην ουσία να είναι μια μορφή κράτους. Κι αυτό ήταν μια κατευθείαν διάψευση των θεωριών των αναρχικών. Τα μέλη του Συμβουλίου θα πληρώνονταν όσο κι οι εργάτες και θα υπόκεινταν στο διαρκή έλεγχο του λαού. Ο στρατός καταργήθηκε και στη θέση του έμεινε η ένοπλη εθνοφυλακή, που απαρτίζονταν ουσιαστικά από όλους τους ενήλικες πολίτες. Η αστυνομία δεν καταργήθηκε, αλλά έχασε όλες της τις πολιτικές αρμοδιότητες και πέρασε στον έλεγχο της Κομμούνας. Οι δικαστικοί λειτουργοί, όπως και όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, έγιναν αιρετοί και άμεσα ανακλητοί από το λαό. Η εκκλησία διαχωρίστηκε από το κράτος και η περιουσία της απαλλοτριώθηκε. Η εκπαίδευση έγινε προσιτή σε όλους χωρίς τον έλεγχο κράτους και εκκλησίας.

Αυτό το σύστημα διακυβέρνησης υπήρχαν σχέδια της Κομμούνας να επεκταθεί σε κάθε πόλη και χωριό με τη μορφή των τοπικών Κομμούνων, που όμως δεν πρόλαβαν να υλοποιηθούν.

Τα οικονομικά μέτρα που πήραν ήταν ημιτελή και δεν έφταναν μέχρι την συνολική αμφισβήτηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Όμως, το πιο σημαντικό διάταγμα της Κομμούνας θέσπιζε μια οργάνωση της μεγάλης βιομηχανίας, ακόμα και της χειροτεχνίας, που ένωνε τους εργάτες σε μια μεγάλη οργάνωση και που όπως έγραφε ο Μαρξ τελικά θα έτεινε στον κομμουνισμό. Αυτό ήταν το αντίθετο της θεωρίας του Προυντόν, που μισούσε την οργάνωση, λέγοντας πως είναι “από τη φύση της άγονη και βλαβερή γιατί αποτελεί ένα είδος δεσμών στην ελευθερία του εργάτη”.

Τα μέλη της Κομμούνας, μολονότι ήταν σχεδόν αποκλειστικά Μπλανκιστές και Προυντονιστές, κινήθηκαν από ταξικό ένστικτο στη σωστή κατεύθυνση, αμφισβητώντας στην πράξη τις θεωρίες του Μπλανκί και του Προυντόν, τις οποίες άλλωστε ποτέ δεν είχαν εμπεδώσει.

Η Κομμούνα κράτησε από τις 18 Μάρτη μέχρι τις 20 του Μάη, όταν τα ενωμένα στρατεύματα της Γαλλικής και της Γερμανικής αντίδρασης εισέβαλαν στο Παρίσι. Προηγουμένως, ο ηγέτης της Γαλλικής αντίδρασης, ο Θιέρσος είχε αποπειραθεί να κερδίσει τις δημοτικές εκλογές της Γαλλίας για να έχει το πρόσχημα της λαϊκής εντολής. Από τους 700,000 δημοτικούς συμβούλους που εκλέχτηκαν, λιγότεροι από 8,000 ήταν ενάντια στο Παρίσι. Το Παρίσι, όμως, όσο κι αν έγιναν εξεγέρσεις σε άλλες πόλεις που τελικά καταπνίγηκαν, όσο κι αν η Διεθνής πέτυχε να οργανώσει στην Αγγλία και την Γερμανία εργατικές συγκεντρώσεις συμπαράστασης, παρέμενε ουσιαστικά απομονωμένο. Παρόλ’ αυτά, οι ηρωικοί εργάτες του Παρισιού κράτησαν για 8 ολόκληρες μέρες την αντίσταση. Η αντίδραση μπόρεσε να ξαναεδραιωθεί μόνο αφού σφάγιασε περισσότερους από 20,000 άντρες, γυναίκες και παιδιά.

Όμως, τα μαθήματα έμειναν ακέραια για τις επόμενες γενιές. Η εργατική τάξη πάντα στις επαναστάσεις δημιουργεί αυθόρμητα τις δικές της δομές οργάνωσης και συντονισμού, είτε αυτές λέγονται Κομμούνες είτε λέγονται Σοβιέτ. Αυτές είναι το σπέρμα ενός τελείως διαφορετικού, πρωτόγνωρου κράτους που στηρίζεται στον άμεσο έλεγχο από τις οπλισμένες εργατικές μάζες και την έλλειψη μονιμότητας και προνομίων. Πάνω απ’ όλα, όμως, η εμπειρία της Κομμούνας αποκάλυψε την ανάγκη για επεξεργασία ενός ολοκληρωμένου οικονομικού και πολιτικού προγράμματος, που να αφαιρεί την οικονομική και πολιτική δύναμη από τις παλιές εκμεταλλεύτριες τάξεις. Για να πετύχουν οι επόμενες απόπειρες, έπρεπε στη βάση ενός τέτοιου προγράμματος να οργανωθεί ένα κίνημα όχι μόνο σε εθνικό αλλά σε διεθνές επίπεδο, όπως ήταν η προσπάθεια της Α’ Διεθνούς.

Η Διακήρυξη που εξέδωσε το Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς Ένωσης Εργατών για τη σημασία της Κομμούνας του Παρισιού είχε τεράστια απήχηση, τη μεγαλύτερη που είχε οποιοδήποτε γραφτό του Μαρξ μέχρι τότε. Βγήκε σε 3 εκδόσεις μέσα σε 2 μήνες, από τις οποίες η 2η μόνη της πούλησε 8,000 αντίτυπα και μεταφράστηκε σε όλες σχεδόν τις Ευρωπαϊκές γλώσσες. Παρά τη νίκη της αντίδρασης, η Διεθνής απόκτησε τεράστια φήμη. Ο αντιδραστικός τύπος διέδιδε συκοφαντίες για δήθεν συνωμοσία της με τον Ναπολέοντα ή τον Βίσμαρκ και η Γαλλική κυβέρνηση εξέδωσε μια ανακοίνωση προς όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες που ανακήρυσσε τη Διεθνή σαν την σοβαρότερη απειλή για την “έννομη τάξη”.

Όμως, η ήττα της Κομμούνας, η επικράτηση και ενίσχυση της αντίδρασης σε ολόκληρη την Ευρώπη, και ο εθνικισμός που έσπειρε ο Γαλλο-Πρωσσικός πόλεμος, οδήγησαν σε μια περίοδο ύφεσης του κινήματος. Ο Μαρξ εγκατέλειψε την προοπτική μιας κοντοπρόθεσμης επανάστασης στην Ευρώπη και υποστήριξε μια προσαρμογή της τακτικής της Διεθνούς σε αυτές τις συνθήκες, με ανάπτυξη του συνδικαλισμού και της συμμετοχής στα κοινοβούλια, ώστε να προετοιμαστούν οι δυνάμεις της για την επόμενη επαναστατική έκρηξη.

Αντίθετα, οι οπαδοί του Μπακούνιν αρνούνταν να αναγνωρίσουν την προσωρινή ήττα και επέμεναν να προπαγανδίζουν την άμεση εξέγερση κόντρα στο ρεύμα. Βέβαια, ο απόηχος της ήττας της Κομμούνας στα αγροτικά στρώματα, στα οποία απευθύνονταν οι αναρχικοί ήταν μικρότερος. Γι’ αυτό, τα μόνα τμήματα της Διεθνούς που συνέχισαν να έχουν ανάπτυξη μετά την ήττα της Κομμούνας ήταν η Ισπανία και η Ιταλία, όπου κυριαρχούσε το αγροτικό κίνημα. Αυτό ανάγκασε τον Μαρξ να οργανώσει μια Συνδιάσκεψη αντιπροσώπων της Διεθνούς στο Λονδίνο με κύριο θέμα τις πολιτικές μέθοδες της Διεθνούς. Το βασικό σημείο της απόφασης ήταν:

“Οι κυβερνήσεις μας πολεμάνε. Πρέπει να τους απαντήσουμε με όλα τα μέσα που διαθέτουμε. Το να βάλουμε εργάτες στο Κοινοβούλιο ισοδυναμεί με νίκη σε βάρος των κυβερνήσεων, παρόλο που πρέπει να γίνει σωστή επιλογή ανθρώπων… Πρέπει να διακηρύξουμε προς τις κυβερνήσεις: θα κινηθούμε εναντίον σας ειρηνικά όπου αυτό είναι δυνατό και με την ισχύ των όπλων όπου αυτό είναι απαραίτητο.”

Τα περισσότερα τμήματα ή παρέμειναν απαθή ή αντέδρασαν σε αυτές τις αποφάσεις. Ο Μαρξ, εξηγώντας αργότερα σε ένα θαυμάσιο κείμενο τη νοοτροπία των Μπακουνικών (και των Λασσαλικών στη Γερμανία) έγραφε:

“Οι σέκτες δικαιολογούν την ύπαρξη τους σε περιόδους που το προλεταριάτο δεν είναι αρκετά αναπτυγμένο για να δράσει σαν τάξη. Ξεκομμένοι διανοούμενοι αρχίζουν να κριτικάρουν τις κοινωνικές αντιφάσεις και να προσπαθούν να τις ξεπεράσουν με φανταστικές λύσεις τις οποίες οι μάζες των εργατών έχουν μόνο την υποχρέωση να δεχτούν, να διαδώσουν και να υλοποιήσουν. Από την ίδια τους τη φύση, οι σέκτες που σχηματίζονται γύρω από τέτοιους πρωτοπόρους είναι κλειστές και στέκονται πάνω από οποιαδήποτε πρακτική δραστηριότητα, από την πολιτική, τις απεργίες, τα συνδικάτα, με μια κουβέντα την όποια μορφή μαζικού κινήματος. Οι μάζες των εργατών παραμένουν αδιάφορες, ή ακόμα και εχθρικές στην προπαγάνδα τους. Ενώ αρχικά αποτελούν ένα από τους μοχλούς του εργατικού κινήματος, μόλις το κίνημα τους ξεπεράσει γίνονται εμπόδιο κι αντίδραση.”

Το ουσιαστικό τέλος της Διεθνούς ήλθε στο Συνέδριο της Χάγης το 1872, με την τελική σύγκρουση Μαρξιστών και αναρχικών. Η βασική απόφαση αφορούσε τη διαγραφή της Σοσιαλδημοκρατικής Συμμαχίας, με τις κατηγορίες του φραξιονισμού και της εξαπάτησης. Ο Μπακούνιν, παρόλο που είχε ηγηθεί της εισόδου της Σοσιαλδημοκρατικής Συμμαχίας στη Διεθνή Ένωση Εργατών, πίσω από τη δημόσια βιτρίνα της Συμμαχίας διατήρησε ένα μυστικό σκληρό πυρήνα, την εκατονταμελή Διεθνή Αδελφότητα, που είχε στόχο να κερδίσει την πλειοψηφία της Α’ Διεθνούς (στόχος που δεν παραβαίνει βέβαια τις αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού). Όμως, η Αδελφότητα είχε το δικό της (διόλου δημοκρατικό) συγκεντρωτισμό, που ήταν πιο πάνω από αυτόν της Διεθνούς. Οι πολιτικές δραστηριότητες των “αδελφών” έπρεπε απαραίτητα να έχουν την έγκριση της Εθνικής Επιτροπής, που κι αυτή με τη σειρά της “διευθυνόταν”, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το καταστατικό της Αδελφότητας, από το Κεντρικό Γραφείο.

Μετά από αυτό, αποφασίστηκε η μεταφορά της έδρας του Γενικού Συμβουλίου στη Νέα Υόρκη, κάτω από την πίεση πολλών μελών, προκειμένου να ηρεμήσουν τα πνεύματα στα Ευρωπαϊκά τμήματα. Όμως, η έδρα στη Νέα Υόρκη δεν μπορούσε στην ουσία να λειτουργήσει και διάλυσε επίσημα τη Διεθνή το 1876.
Η Σοσιαλδημοκρατική Συμμαχία οργάνωσε αντισυνέδριο αμέσως μετά το Συνέδριο της Χάγης.Εκεί δεν εξέλεξαν κεντρικά όργανα αποφασίζοντας να λειτουργήσουν σαν μια χαλαρή ομοσπονδία εθνικών τμημάτων. Όμως, κι αυτή η ομοσπονδία διαλύθηκε στο Συνέδριο του 1877, όταν εγκατέλειψαν τη Συμμαχία τα σοσιαλδημοκρατικά της στοιχεία.

Μέθοδος ανάλυσης του Μαρξ και των αναρχικών

Πολλές φορές αναφέρεται για την προσφορά του Μαρξ πως περιοριζόταν περισσότερο στο θεωρητικό επίπεδο και λιγότερο στα οργανωτικά ζητήματα. Και είναι αλήθεια πως σε όλη τη διάρκεια της ζωής της Α’ Διεθνούς ο Μαρξ καθότανε σε αναμμένα κάρβουνα ανυπομονώντας να βρει την ευκαιρία να ξαναγυρίσει στη συγγραφή του “Κεφαλαίου”. Όμως, η οργανωτική αδυναμία της Α’ Διεθνούς πήγαζε, βασικά, από τη μεγάλη απόσταση που χώριζε τις απόψεις του Μαρξ, των μπλανκιστών, των αναρχικών, ακόμα και των άγγλων συνδικαλιστών γύρω από τις μέθοδες πάλης. Η προσπάθεια να συνυπάρξουν αυτές οι απόψεις έκανε την Α’ Διεθνή χαλαρή, σε αντίθεση με τη μεταγενέστερη Μπολσεβίκικη αντίληψη του σφιχτοδεμένου επαναστατικού κόμματος.

“Η Διεθνής Ένωση Εργατών, θέτοντας σαν στόχο της την συγκέντρωση κάτω από την ίδια σημαία των σκόρπιων δυνάμεων του διεθνούς προλεταριάτου και την επακόλουθη μετατροπή της σε ζωντανό εκπρόσωπο της ενότητας συμφερόντων που συνδέει τους εργάτες, ήταν φυσικό να ανοίξει τις πόρτες σε σοσιαλιστές όλων των αποχρώσεων.”
(Συνέδριο της ΔΕΕ, Χάγη 1872)

Έτσι, ο Μαρξ είχε σαν σκοπό της ζωής του την επεξεργασία μιας νέας κοσμοαντίληψης, του διαλεκτικού υλισμού. Σύμφωνα με αυτήν, όλα τα φαινόμενα που ζούμε και αντιλαμβανόμαστε είναι αποτελέσματα της κίνησης και της εξέλιξης της ύλης. Τίποτα δεν υπάρχει έξω από την ύλη. Οι ιδέες, οι ψυχικές λειτουργίες, οι θεότητες δεν είναι παρά γεννήματα του ανθρώπινου μυαλού, που κι αυτό είναι μορφή ύλης. Η διαλεκτική είναι το σύνολο των γενικών κανόνων κίνησης και εξέλιξης της ύλης, μαζί και όλων της των ιδιοτήτων.

Αυτή η θεωρία είναι από τη φύση της επαναστατική. Η αστική τάξη, όπως και κάθε καταπιεστική τάξη στην ιστορία, στηρίζει την εξουσία της σε μύθους και “αιώνιες αλήθειες” που προσπαθούν να αποδείξουν πως η κοινωνία ήταν, είναι και δε μπορεί παρά να είναι οργανωμένη έτσι όπως τη βρήκαμε. Αντίθετα, ο διαλεκτικός υλισμός αποτελεί μια ανοιχτή ιδεολογική απειλή για κάθε καταπιεστή, κάθε άρχοντα κι εκμεταλλευτή εξηγώντας πώς όλα εξελίσσονται, έχουν μια αρχή κι ένα τέλος. Ο Μαρξ στήριζε την επαναστατική του δράση σε αυτή την επιστημονική μέθοδο.

Αντίθετα, οι αναρχικοί στηρίζουν την πίστη τους σε μια δικαιότερη κοινωνία στις δικές τους “αιώνιες αλήθειες”: Την αλληλεγγύη, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη κλπ. Έτσι, διακηρυγμένος εχθρός τους είναι “κάθε μορφή εξουσίας” και σύμμαχος τους “κάθε θύμα της εξουσίας”. Στην προσπάθεια τους να μην παραβιάσουν αυτή τη μοναδική αρχή που ενώνει όλους τους αναρχικούς του κόσμου πέφτουν σε σωρείες θεωρητικών λαθών.

Η “εξουσία” είναι ουσιαστικά για τους αναρχικούς κάτι σαν Απόλυτο Κακό, που απέναντι του στέκεται το Απόλυτο Καλό, η ανθρώπινη “ελευθερία”. Η Ιστορία είναι για τους αναρχικούς η διαρκής πάλη ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους.

“Το Καλό από τη στιγμή που το διατάζουν γίνεται Κακό… Η ελευθερία, η ηθική κι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια βρίσκονται σε τούτο: ότι ο άνθρωπος κάνει το καλό όχι επειδή το διατάζουνε, αλλά γιατί το νοιώθει, το θέλει και το αγαπάει.”
(Μπακούνιν)

Τουλάχιστον για τον πόλο του Καλού ο Μπακούνιν μας ενημερώνει πως έχει τη ρίζα του στην ανθρώπινη φύση.

“Το ανθρώπινο γένος, όπως κι όλα τ’ άλλα, έχει έμφυτες αρχές, που είναι ξεχωριστά δικές του κι όλες αυτές οι αρχές συγκεντρώνονται ή ανάγονται σε μια μόνη αρχή, που την ονομάζουμε αλληλεγγύη.”
(Μπακούνιν)

Δυστυχώς, όσο κι αν ψάξει κανένας στα γραπτά των αναρχικών δε θα μπορέσει να βρει κάτι αντίστοιχο για το Κακό, την ανθρώπινη “ροπή” προς τη βία, την εξουσία, τον ατομικισμό. Αυτό ουσιαστικά θα καταντούσε είτε μια ρατσιστική είτε μια θρησκευτική θεωρία που δεν ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία τους. Μια τέτοια θεωρία δε θα μπορούσε να δικαιολογήσει το όραμα των αναρχικών για μια κοινωνία απαλλαγμένη από κάθε σχέση εξουσίας. Εκτός κι αν υποθέσουμε πως η καταστρεπτική μανία τους στοχεύει στην φυσική εξόντωση όλων των ανθρώπων που κουβαλάνε μέσα τους το σπέρμα του Κακού. Αλλά, κάτι τέτοιο θα ήταν υπερβολικό.

Γι’ αυτούς, το Κακό, η εξουσία, η βία κι ο ατομικισμός παρουσιάζονται πάντα σαν κάτι εξωγενές, σαν μια κατάρα που πέφτει πάνω στην ανθρώπινη κοινωνία,χωρίς κανένας να ξέρει από πού, πότε, πώς και γιατί.

Σκεφτείτε για μια στιγμή τι σημαίνει η φράση “το Καλό από τη στιγμή που το διατάζουν γίνεται Κακό”. Με άλλα λόγια το μέσο που χρησιμοποιεί κάποιος για να φτάσει σε ένα αποτέλεσμα, όποιο κι αν είναι αυτό το αποτέλεσμα, είναι για τους αναρχικούς το πρωταρχικό. Αυτό αποτελεί ένα κλασσικό παράδειγμα σοφιστείας. Στο τέλος μένουν πάντα αναπάντητα τα ερωτήματα: “Τελικά ποιο είναι το Καλό και ποιο το Κακό; Αφού μέχρι σήμερα οι κυρίαρχες τάξεις χρησιμοποιούσαν την εξουσία για να επιβάλουν τις επιλογές τους, τότε τίποτα Καλό δεν έχει γίνει στην Ιστορία (τουλάχιστον στην ταξική της φάση); Αν καταργηθεί κάθε σχέση εξουσίας η ανθρωπότητα θα μπορεί να κάνει μόνο το Καλό; Με βάση ποια κριτήρια θα ερμηνεύεται τότε η Ιστορία;”

Για τους Μαρξιστές η εξουσία είναι μονάχα το μέσο για να φτάσει η άρχουσα τάξη στον πραγματικό σκοπό της: την υπεράσπιση των οικονομικών της συμφερόντων. Όσο κι αν αποκτά μια ανεξαρτησία, πότε μεγαλύτερη (σε περιόδους δικτατορίας) και πότε μικρότερη (σε περιόδους κοινοβουλευτικής “δημοκρατίας”) το κράτος συνεχίζει να είναι ο ένοπλος φρουρός των συμφερόντων της άρχουσας τάξης.

Οι αναρχικοί, όσο κι αν φαίνεται παράξενο από πρώτη ματιά, δεν έχουν την ίδια άποψη. Γι’ αυτούς, η εξουσία διαιωνίζει τις ταξικές ανισότητες, αλλά δεν είναι αποτέλεσμα τους. Είναι μια ιστορική έν-νοια αυτόνομη, χωρίς ιστορικά αίτια. Κατά την άποψη τους, οι ταξικές ανισότητες είναι το αποτέλεσμα της όποιας εξουσίας και της πολιτικής καταπίεσης. Ο Προυντόν διατυπώνοντας τη φράση “η ιδιοκτησία είναι κλεψιά” έκανε ακριβώς αυτό, έβαλε δηλαδή μπροστά από την πρώτη οικονομική πράξη μια πολιτική πράξη.

Παρεπιπτόντως, αυτή η ιστορική αντίληψη δεν είναι καθόλου πρωτότυπη. Στην ουσία, όλη η επίσημη αστική Ιστορία είναι γραμμένη σε αυτό το ύφος. Προσπαθεί να ερμηνεύσει τα γεγονότα με βάση τις πολιτικές πράξεις ηρωισμού, φιλοδοξίας, ίντριγκας, κλπ. της εκάστοτε εξουσίας ή του τάδε πολιτικού κόμματος ή προσώπου, κρύβοντας τα οικονομικά συμφέροντα και την ταξική πάλη που λειτουργεί στα θεμέλια της κοινωνίας. Οι αναρχικοί, όσο κι αν κηρύσσουν καθημερινά την προσωπική τους επανάσταση δεν κατάφεραν ποτέ να αμφισβητήσουν αυτή την αστική μέθοδο ερμηνείας της ιστορίας. Απλά, αντικαταστήσανε στο ρόλο του ήρωα, τον καουμπόϋ με τον κατατρεγμένο Ινδιάνο, τον αστυνομικό με τον πεινασμένο κλέφτη.

Για να μπορέσουμε, λοιπόν, να λύσουμε αυτό το αίνιγμα της κότας και του αυγού (αν δηλαδή προηγείται στην ερμηνεία της ιστορίας η πολιτική ή η οικονομία) ας δούμε το κλασσικό για τους οικονομολόγους παράδειγμα του Ροβινσώνα Κρούσου και του Παρασκευά. Σύμφωνα με το γνωστό ρατσιστικό μυθιστόρημα, ο Ροβινσώνας Κρούσος βρίσκει ένα ιθαγενή, τον ονομάζει Παρασκευά, τον υποδουλώνει με τη βία και τον υποχρεώνει να δουλεύει για αυτόν.

Ο μύθος της περιπέτειας του Κρούσου στηρίζεται στην ιστορική αντίληψη των αστών, αλλά και των αναρχικών. Γιατί, θεωρεί πρωταρχική στην ερμηνεία της ιστορίας τη βία κι όχι την οικονομία. Άλλωστε, οι ίδιοι οι αναρχικοί λένε πως η διάλυση της πρωτόγονης κομμουνιστικής (την ονομάζουν αναρχική) κοινωνίας συντελέστηκε με την βία και την υποδούλωση.

Όμως, η υποδούλωση του Παρασκευά δεν ήταν αυτοσκοπός. Αποσκοπούσε στην οικονομική του εκμετάλλευση σαν εργαλείο προς όφελος του Κρούσου. Αυτό σημαίνει πως ο Κρούσος θα πρέπει να δίνει στον Παρασκευά τα μέσα επιβίωσης του και ο Παρασκευάς να παράγει για τον Κρούσο αγαθά μεγαλύτερης αξίας από αυτά. Από την άλλη, ο Παρασκευάς θα είναι άχρηστος αν δεν υπάρχουν ήδη στη διάθεση του κάποια μέσα παραγωγής, κάποια εργαλεία και πρώτες ύλες.

Αν αυτή την απλή εικόνα προσπαθήσουμε να την εφαρμόσουμε στο επίπεδο μιας ολόκληρης κοινωνίας θα φτάσουμε στο μαρξιστικό συμπέρασμα πως για να αρχίσουν οι ταξικοί διαχωρισμοί στην ιστορία πρέπει η κοινωνία να έχει φτάσει σε ένα επίπεδο παραγωγής όπου τα προϊόντα να ξεπερνούν τις άμεσες ανάγκες επιβίωσης, να έχει παράγει με άλλα λόγια υπερπροϊόν. Οι ταξικοί ανταγωνισμοί εμφανίζονται στην ιστορία σαν ανταγωνισμοί για την απόκτηση αυτού του υπερπροϊόντος. Αλλά, και πάρα πέρα, για να γίνει η δουλεία το κυρίαρχο σύστημα χρειαζόταν μια πρωταρχική ανάπτυξη των επιστημών, της ναυτιλίας, του στρατιωτικού μηχανισμού και του εμπορίου, που ήταν τα απαραίτητα εργαλεία για το ξεπέρασμα των ορίων των μικρών, κλειστών, πρωτόγονων κοινωνιών. Το σίγουρο είναι πως η ιδιοκτησία, συλλογική και ατομική, όχι μόνο υπήρχε πριν από την υποδούλωση ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά ήταν και βασική προϋπόθεση για αυτήν.

Η ατομική ιδιοκτησία υπήρχε περιορισμένα στα πλαίσια της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας χωρίς βία ή κλεψιά. Όσο, όμως, αυξάνονταν τα προϊόντα της δουλειάς του ανθρώπου, τόσο αυτά ανταλλάσσονταν αντί να χρησιμοποιούνται κατευθείαν από τον παραγωγό. Η εξέλιξη αυτής της διαδικασίας οδήγησε σε μεγαλύτερο καταμερισμό εργασίας και σταδιακά στην αποσύνθεση της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας. Με αυτή την αυθόρμητη εξέλιξη και χωρίς ουσιαστικής σημασίας βία μπήκε η κοινωνία στο στάδιο της ταξικής πάλης.

Με την ίδια μέθοδο, οι Μαρξ και Ένγκελς εξήγησαν πως η κοινωνία πέρασε από τα διάφορα κοινωνικοοικονομικά συστήματα με το ξεδίπλωμα μιάς εσωτερικής λογικής της οικονομίας, χωρίς τη θεμελιώδη παρέμβαση της βίας και της εξουσίας. Είναι αλήθεια, πως οι πολιτικές πράξεις της εξουσίας, των κινημάτων, των κομμάτων ή και των ατόμων καμιά φορά, με μια κουβέντα η βία, με τη γενικότερη έννοια του όρου, επιταχύνει ή επιβραδύνει τις αυθόρμητες εξελίξεις, αλλά λειτουργεί πάντα μόνο σαν μαμή της ιστορίας.

Ας παραθέσουμε, όμως, και τα λόγια του Μπακούνιν, που σε μια στιγμή ειλικρίνειας εγκατέλειψε στην ουσία το έδαφος του Αναρχισμού για να υποστηρίξει την Μαρξιστική ανάλυση:

“Ο Προυντόν, μ’ όλες τις προσπάθειες που έκαμε για να σταθεί σε στέρεο έδαφος, έμεινε ιδεαλιστής και μεταφυσικός. Το σημείο απ’ όπου ξεκίνησε είναι η αφηρημένη ιδέα του δικαίου: ξεκινάει απ’ το δίκαιο για να φτάσει στα οικονομικά γεγονότα, ενώ ο Μαρξ αντίθετα, διατύπωσε κι απόδειξε την αλήθεια – που βγαίνει από όλη την αρχαία και νεώτερη ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών, των λαών και των Κρατών – ότι τα οικονομικά γεγονότα προηγηθήκανε και προηγούνται απ’ τα γεγονότα του αστικού και πολιτικού δικαίου. Για την ανακάλυψη και την απόδειξη αυτής της αλήθειας, χρωστάμε την πιο μεγάλη τιμή στον Κ. Μαρξ”.

Η επαναστατική, λοιπόν, σημασία της επιστημονικής μεθόδου του διαλεκτικού υλισμού βρίσκεται στην εφαρμογή της στην ιστορική εξέλιξη, όπου αναδείχνει τους νόμους της εξέλιξης αυτής και βοηθάει στην κατανόηση του ρόλου που μπορεί να παίξει το άτομο, η οργάνωση, η τάξη στη διαμόρφωση αυτής της εξέλιξης.

Αντίθετα, οι αναρχικοί αναφέρονται σε έννοιες όπως η “ελευθερία”, το “Κράτος”, τα “αφεντικά” κλπ που αλλάζουν κατά την άποψη τους μόνο μορφή (κι αυτό χωρίς κάποιους κανόνες), αλλά στην ουσία είναι αναλλοίωτες και αιώνιες κι αυτό δεν αλλάζει ακόμα κι αν καταργηθεί το Κράτος. Γι’ αυτό, είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς ποια εποχή γράφτηκε ένα αναρχικό έντυπο. Έτσι, ο Αναρχισμός παρέμεινε σε όλη του την ιστορία μια ηθική κραυγή διαμαρτυρίας, μια πολλές φορές ηρωική μα τυφλή εξέγερση, μια άρνηση της αδικίας, που εξαιτίας της έλλειψης επιστημονικής βάσης έμεινε άρνηση χωρίς να μπορεί να δώσει λύσεις.

Ζητούνται εθελοντές για επανάσταση

O ρόλος των επαναστατών

Η έλλειψη ιστορικής αντίληψης στους αναρχικούς φτάνει στο αποκορύφωμα της στα καθήκοντα του επαναστάτη. Για τον αναρχικό, αν η ουσία του Κράτους είναι πάντα η ίδια, τα καθήκοντα είναι πάντα ίδια σε όλες τις εποχές, ακόμα και σε όλα τα κοινωνικά συστήματα. Είτε είσαι δούλος στην αρχαία Ρώμη, είτε δουλοπάροικος στη φεουδαρχία, είτε σύγχρονος βιομηχανικός εργάτης ή αγρότης ή φοιτητής μπορείς να φτάσεις στην αναρχική κοινωνία με την ίδια διαδικασία της επανάστασης, που η ουσία της παραμένει προφανώς κι αυτή αναλλοίωτη από το χρόνο. Το όραμα της αναρχικής κολλεκτίβας αναμφίβολα είναι το ίδιο εφικτό σε όλες τις ιστορικές φάσεις. Αυτά είναι τα αναπόφευκτα συμπεράσματα από την βασική μέθοδο (που λέει ο λόγος, δηλαδή) ανάλυσης των αναρχικών.

Επομένως, για τους αναρχικούς η επανάσταση δεν έχει να κάνει με αντικειμενικές συνθήκες, είναι μονάχα το αποτέλεσμα της αυθόρμητης αγανάκτησης των καταπιεσμένων μαζών σε μια απροσδιόριστη χρονική στιγμή. Οι επαναστάτες μπορούν να κάνουν τίποτα για να βοηθήσουν αυτή την αυθόρμητη αγανάκτηση; Ο Μπακούνιν απαντάει πολύ χαρακτηριστικά:

“Οι επαναστάσεις έρχονται σαν τον κλέφτη μεσ’ τη νύχτα. Γίνονται από τη δύναμη των πραγμάτων. Προετοιμάζονται από πολύ καιρό μέσα στα βάθη της ενστικτώδικης συνείδησης των λαϊκών μαζών και έπειτα ξεσπούν με επιφανειακή αφορμή ασήμαντα πράγματα. Μπορούμε να τις προβλέψουμε, να νοιώσουμε τον ερχομό τους, ποτέ όμως να επιταχύνουμε την έκρηξη τους.”

Είναι αλήθεια πως αρκετές επαναστάσεις στην ιστορία ξέσπασαν “σαν τον κλέφτη μεσ’ τη νύχτα”. Η ιστορία δε ρωτάει πρώτα τους επαναστάτες αν είναι έτοιμοι. Όμως, καμιά επανάσταση δε μπορεί να πετύχει ολοκληρωτικά αν στηρίζεται αποκλειστικά στην αυθόρμητη αγανάκτηση, στη “δύναμη των πραγμάτων” και στην “ενστικτώδικη συνείδηση”. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως το κίνημα δε χρειάζεται κανενός είδους πολιτική οργάνωση. Οι Μαρξιστές καταλαβαίνουν πως μια πολιτική οργάνωση του εργατικού κινήματος είναι απαραίτητη για να μεταφέρει μέσα από τα συνθήματα και τις προτάσεις της τα συσσωρευμένα συμπεράσματα από ολόκληρη την ιστορία του κινήματος. Αυτό βοηθάει την τάξη να καταλάβει τη δύναμη της και το ρόλο της στην ιστορία. Αυτή η δράση της πολιτικής οργάνωσης πρέπει να ξεκινάει πολύ πριν την επανάσταση και κάτω από ορισμένες συνθήκες μπορεί, γιατί όχι, να επιταχύνει την έκρηξη της.

Αν η προετοιμασία της επανάστασης γίνεται στη βάση μιας ενστιχτώδικης συνείδησης, κι αν δεν μπορούν οι επαναστάτες να την επιταχύνουν, τότε ποιος ο λόγος ύπαρξης των αναρχικών; Μήπως αν βρεθούν στο πεδίο της επανάστασης πιστεύουν πως θα μπορέσουν να βοηθήσουν να πετύχει; Ο ίδιος ο Μπακούνιν μιλάει για το ρόλο των αναρχικών “μέσα” κι όχι “πάνω” από το κίνημα, σαν “αόρατοι πιλότοι”. Όμως, αυτό αποτελεί αντίφαση. Γιατί, τι ξεχωριστό ακριβώς θα κάνουν οι αναρχικοί σε ένα κίνημα; Κι αν έχουν να κάνουν κάτι ξεχωριστό, μήπως αυτό δεν τους τοποθετεί “πάνω” από το αυθόρμητο του κινήματος; Ο πιλότος δε βρίσκεται “πάνω” από τους επιβάτες από την άποψη των γνώσεων αεροναυπηγικής;

Αναφέραμε ήδη πώς ο Προυντόν θεωρούσε την οργάνωση ένα είδος δεσμών για την ελευθερία του εργάτη. Ο Μπακούνιν, αντιφάσκοντας με τη λατρεία του αυθόρμητου που είδαμε πιο πάνω, υποστηρίζει με σαφήνεια το αντίθετο, φτάνοντας μάλιστα στα όρια του συνωμοτισμού, του μπλανκισμού (βλέπε πιο πάνω):

“Δέκα, είκοσι ή τριάντα άνθρωποι που να συνεννοούνται καλά μεταξύ τους και να είναι καλά οργανωμένοι, που να ξέρουν πού βαδίζουν και τι θέλουν, μπορούν να συμπαρασύρουν εκατό, διακόσιους, τριακόσιους και περισσότερους ακόμη”… Εκείνο που πρέπει να φτιάξουμε είναι επιτελεία καλά οργανωμένα και εμπνευσμένα από τους αρχηγούς του λαϊκού κινήματος.”

Με αυτή τη λογική ήταν που ο Μπακούνιν οργάνωσε τη μυστική οργάνωση της “Αδελφότητας” στους κόλπους της Α’ Διεθνούς.

Σίγουρα είναι δύσκολο να σχηματίσει ο αναγνώστης άποψη για το τι ακριβώς πιστεύουν οι αναρχικοί για το ρόλο τους στην επανάσταση. Στην καλύτερη περίπτωση, το “πάνω” και το “μέσα” (αν έχουν νόημα) δεν είναι παρά κούφιοι ηθικολογικοί όροι που αφορούν τα προσωπικά χαρίσματα των οργανωμένων επαναστατών. Η βασική αντίφαση που ζουν οι αναρχικοί είναι πως από τη μια δε θέλουν να επηρεάσουν το αυθόρμητο ξέσπασμα και την ενστικτώδικη συνείδηση των επαναστατημένων μαζών και από την άλλη διακηρύσσουν σε όλους τους τόνους πως η μόνη παραδεκτή γι’ αυτούς μορφή πολιτικής δραστηριότητας είναι η ίδια η επανάσταση. Έτσι, πότε κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια περιμένοντας τον κλέφτη μέσα στη νύχτα, και πότε ανυπόμονοι αποφασίζουν να δράσουν, κάνοντας την “επανάσταση” μόνοι τους.

O ρόλος της εργατικής τάξης

Το ουσιαστικότερο όμως πρόβλημα των αναρχικών είναι η αδυναμία να αναγνωρίσουν την κοινωνική πηγή αυτής της επαναστατικής πρωτοπορίας. Δε βλέπουν αντικειμενική διαφορά ανάμεσα στα διαφορετικά στρώματα της κοινωνίας. Από καταβολής τους δεν τρέφουν καμιά συμπάθεια στις μέθοδες πάλης της εργατικής τάξης.

Αναφέραμε ήδη πως οι Προυντονιστές ήταν καχύποπτοι απέναντι στην απεργιακή πάλη. Ο Μπακούνιν προχωρούσε πολύ πιο πέρα λέγοντας πως

“στο λούμπεν-προλεταριάτο (σ.σ. δηλαδή τα εξαθλιωμένα κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται έξω από την παραγωγή), σ’ αυτό και μόνο σ’ αυτό κι όχι στο αστικοποιημένο στρώμα της εργατικής μάζας βρίσκεται το πνεύμα κι η δύναμη της μελλοντικής κοινωνικής επανάστασης.”

Οι θέσεις αυτές δεν είναι τυχαίες. Ο ρόλος της εργατικής τάξης στην παραγωγή την ωθεί να υιοθετήσει μέθοδες πάλης που δεν έχουν σχέση με τον Αναρχισμό. Αντίθετα με τους αγρότες, τους τεχνίτες και το λούμπεν-προλεταριάτο, οι εργάτες ενώνονται από την ίδια την αλυσίδα παραγωγής. Ο αγρότης κι ο τεχνίτης έχοντας στην ιδιοκτησία τους τα εργαλεία τους και τα προϊόντα της δουλειάς τους έρχονται σε επαφή με το κοινωνικό σύνολο πρώτα και κύρια σαν άτομα, σαν ατομικοί παραγωγοί και σαν ατομικοί έμποροι.

Αντίθετα, ο βιομηχανικός εργάτης δεν έχει την ιδιοκτησία των εργαλείων που χρησιμοποιεί και των προϊόντων που παράγει. Εμφανίζεται στην καπιταλιστική αγορά για να πουλήσει την ίδια την εργατική του δύναμη. Δεν ελέγχει τη δουλειά του, μια και δε γνωρίζει παρά μόνο ένα μικρό κομμάτι της αλυσίδας της δουλειάς. Περισσότερο ελέγχεται από τη μηχανή παρά την ελέγχει. Είναι ο πιο ανειδίκευτος παραγωγός όλων των εποχών, που σημαίνει πως μπορεί να πάρει ένα σωρό θέσεις στην παραγωγή.

Απο την άλλη, ο καπιταλισμός ανεβάζει το ρόλο του χρήματος στα ύψη: η ανταλλαγή σε είδος ή η πληρωμή φόρων και ενοικίων σε είδος εξαλείφονται. Ο βιομήχανος, ο σύγχρονος εκμεταλλευτής, δεν αρκείται να σωρεύει πλούτη, θησαυρούς και τίτλους τιμής, όπως έκαναν οι παλιοί φεουδάρχες. Τον ενδιαφέρει μόνο το κέρδος και πώς αυτό θα αναπαραχθεί, πώς δηλαδή θα ξαναεπενδυθεί σαν κεφάλαιο για να φέρει καινούργια κέρδη. Με δυο κουβέντες η οικονομική εκμετάλλευση, που ξεκινάει από την πρώτη δουλοκτητική κοινωνία και συνεχίζει με διάφορες μορφές ίσα με σήμερα, παίρνει την ακραία της μορφή στον καπιταλισμό με τη σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας. Η ρίζα της ταξικής πάλης, της σύγκρουσης των βιομηχάνων και των εργατών είναι αυτή. Ο κάτοχος του κεφαλαίου προσπαθεί να πετύχει από την εργασία το μεγαλύτερο κέρδος με την μεγαλύτερη εκμετάλλευση, ενώ ο κάτοχος της εργατικής δύναμης προσπαθεί να πάρει όσο μεγαλύτερο μερίδιο μπορεί από το προϊόν της δουλειάς του. Για άλλη μια φορά, η οικονομία γεννάει την πολιτική.

Οι εργάτες προσπαθώντας να διεκδικήσουν αυτό που τους ανήκει είναι υποχρεωμένοι να οργανωθούν στο χώρο του εργοστασίου. Το φυσικό τους όπλο είναι η απεργία. Δε χρειάζεται, βέβαια, να λεχθεί πόσο ανούσιο είναι να μιλάει κανείς για απεργία ανάμεσα στους μικροκαλλιεργητές, τους μαστόρους ή το λούμπεν-προλεταριάτο. Αν καταφέρουν κάτι θα είναι να αυτοκαταστραφούν. Η επιτυχία της απεργίας στηρίζεται σε δύο όρους: στην ενότητα στη δράση και στην σωστή επιλογή στόχων. Αν η πλειοψηφία συμφωνεί για απεργία, τότε η μειοψηφία πρέπει να υπακούσει, αλλιώς οι μηχανές θα ξεκινήσουν με τους απεργοσπάστες και η απεργία είναι χωρίς νόημα. Η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού ξεκινάει ακριβώς από αυτές τις πρακτικές ανάγκες της εργατικής τάξης. Πρέπει να υπάρξει διεξοδικός διάλογος στο σωματείο ώστε να βρεθεί η καλύτερη λύση, αλλά στη δράση δεν επιτρέπεται καμιά παρέκκλιση.

Η σύγκρουση ανάμεσα στους εργάτες και τους βιομήχανους γρήγορα φτάνει στο ζήτημα ποιος ελέγχει το εργοστάσιο. Ο βιομήχανος το θέλει για να παράγει το κέρδος και μόνο, ενώ οι εργάτες το θέλουν για να παράγει τα προϊόντα που χρειάζεται η κοινωνία. Αυτή είναι η πρώτη στιγμή στην ιστορία που μπορεί να μπει ρεαλιστικά το σύνθημα: “Το εργοστάσιο κι οι μηχανές ανήκουν στην κοινωνία που τα χρησιμοποιεί και τα χρειάζεται κι όχι στο βιομήχανο”. Πάλι οι εργάτες απογοητεύουν τους αναρχικούς. Η βάση του συνθήματος αυτού είναι και πάλι οικονομική. Η πρόταση των αναρχικών για “εθελοντική συμμετοχή των παραγωγών σε μια ελεύθερη κοινότητα” δεν έχει κανένα νόημα στη βιομηχανία. Γιατί για να προσφέρεις κάτι εθελοντικά προϋποθέτει πως έχεις ήδη την ιδιοκτησία του. Στην περίπτωση της βαριάς βιομηχανίας, τα συνθήματα του συνεταιρισμού και της ατομικής ιδιοκτησίας είναι ξεπερασμένα, ο εργάτης ή θα διεκδικήσει την κοινωνική ιδιοκτησία ή τίποτα.

Ο βιομηχανικός εργάτης έχει λοιπόν την αίσθηση της ενότητας, της αλληλεγγύης, της κοινωνικότητας και της πειθαρχίας εξαιτίας της θέσης που κατέχει στην παραγωγή. Αυτά τα χαρίσματα τον κάνουν πρωτοπορία στον αγώνα για κοινωνική απελευθέρωση. Τα ίδια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει μια οργάνωση που θέλει να βοηθήσει στην προετοιμασία μιας επανάστασης. Οι Μαρξιστές, επομένως, καταλήγουν στα δημοκρατικά χαρακτηριστικά της οργάνωσης τους μέσα από αυτή την επιστημονική μέθοδο ανάλυσης. Αυτό που οι αναρχικοί θεωρούν αντιδημοκρατικό είναι η ενότητα στη δράση, στην εφαρμογή των δημοκρατικά παρμένων αποφάσεων. Κι αυτό, πέρα από τα ηθικολογικά κλαψουρίσματα για “πάνω”, “κάτω” και “μέσα”, δείχνει τον βαθιά ριζωμένο ατομικισμό των αναρχικών και της μικροαστικής νοοτροπίας που τους χαρακτηρίζει.

Το κατρακύλισμα στην ατομική τρομοκρατία

Όταν το τέλος της Α’ Διεθνούς έριξε τους αναρχικούς στα βαθιά νερά, απόδειξαν πως ελάχιστα ήξεραν να κολυμπούν μόνοι τους. Όχι τόσο γιατί τους έλειπε η θεωρητική βοήθεια της ηγεσίας του Μαρξ, όσο γιατί μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας τους έλειπαν τα έτοιμα επαναστατικά κινήματα. Από την άλλη, ο συνδικαλισμός που αναπτυσσόταν παράλληλα με τον αστικό κοινοβουλευτισμό έδινε στο νεαρό εργατικό κίνημα ένα νέο πεδίο δράσης για να τεντώσει τους μυς του. Είδαμε ήδη πώς ο Μαρξ προσπάθησε με τις θέσεις του συνεδρίου της Χάγης να διατηρήσει μια ισορροπία στις διαφορετικές μορφές που μπορεί να υιοθετήσει το εργατικό κίνημα, χωρίς να αποκλείει τη συμμετοχή στο κοινοβούλιο, προκειμένου η εργατική τάξη να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση της και τη θέση της μέσα στον καπιταλισμό και να διευκολύνει έτσι τον αγώνα της για επαναστατική αλλαγή.

Δυστυχώς, μια σημαντική μερίδα των σοσιαλδημοκρατών ηγετών της Γερμανίας, Αγγλίας κλπ χωρίς την επιτήρηση της Διεθνούς δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν την ίδια ισορροπία, καθώς έβρισκαν δελεαστικές τις άνετες πολυθρόνες που τους πρόσφερε ο κοινοβουλευτισμός. Παρά την ανάπτυξη ισχυρών συνδικάτων εξαιτίας της γρήγορης εκβιομηχάνισης, περιορίζονταν στη διεκδίκηση φιλεργατικών μεταρρυθμίσεων χωρίς να τις συνδέουν με την ανάγκη για ριζική αλλαγή της κοινωνία. Έτσι, όπως θα εξηγήσει αργότερα ο Λένιν στο “Κράτος και Επανάσταση”,

“άφησαν στους αναρχικούς το μονοπώλιο της κριτικής του κοινοβουλευτισμού,… χαρακτηρίζοντας αναρχική την κριτική αυτή”.

Βέβαια, κι οι αναρχικοί ήταν εξίσου αδύναμοι θεωρητικά για να διατηρήσουν τη σωστή ισορροπία. Η θέση των αναρχικών είχε εκφραστεί παλιότερα από τον Μπακούνιν:

“Η Διεθνής Σοσιαλδημοκρατική Συμμαχία απορρίπτει κάθε πολιτική δραστηριότητα που δεν έχει σαν άμεσο στόχο τη νίκη των εργατών ενάντια στον καπιταλισμό, και σαν συνέπεια, την κατάργηση του κράτους.”

Στη βάση αυτής της άρνησης της συμμετοχής στην πολιτική βρίσκεται από τη μια η έλλειψη ενός συγκεκριμένου προγράμματος διεκδικήσεων και από την άλλη ο φόβος της ενσωμάτωσης του αναρχικού στους “διεφθαρμένους θεσμούς του Κράτους”. Η άρνηση αυτή δεν εμπόδισε, βέβαια, τον Προυντόν να εκλεγεί βουλευτής το 1848 στη Γαλλία και αργότερα τους Ισπανούς αναρχικούς να συμμετέχουν σε μια αστική κυβέρνηση.

Η μόνη τακτική που απόμενε ήταν αυτό που διακήρυξε ο Ρώσος πρίγκιπας Κροπότκιν:

“διαρκής επανάσταση με τον λόγο, με το γράψιμο, με το στιλέτο, το τουφέκι και το δυναμίτη… ότι δεν ανήκει στη νομιμότητα είναι καλό για μας.”

Το αστείο είναι πως ο Κροπότκιν πριν φτάσει στις ακραίες, απελπισμένες αυτές θέσεις είχε τη φήμη του προπαγανδιστή της εθελοντικής συνεργασίας σαν το εργαλείο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα ανώτερο πολιτισμό. Στην ουσία, οι αναρχικοί μη μπορώντας να καταλάβουν τους νόμους που καθορίζουν την εξέλιξη των ιδεών και της συνείδησης στα ανθρώπινα μυαλά ποτέ δεν αποφάσισαν οριστικά αν πρέπει να τα μορφώσουν ή να τα ανατινάξουν.
Έτσι, μετά τα μισά της δεκαετίας του 1870 οι αναρχικοί βάλθηκαν να δημιουργήσουν μια καινούργια “φοβερή” Διεθνή σε αντίθεση με την “φοβισμένη” Α’ Διεθνή. Ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Μπακούνιν το 1876, οι σκληροπυρηνικοί αναρχικοί της νέας γενιάς τον κατηγόρησαν πως ήταν διαποτισμένος σε μεγάλο βαθμό από το Μαρξισμό. Το Συνέδριο της Βέρνης, την ίδια χρονιά, δίνει την καινούργια γραμμή της “έμπρακτης προπαγάνδας”.

Έτσι, στο όνομα της επανάστασης ανοίγει ένας ατέλειωτος κύκλος αίματος. Στην Ιταλική περιοχή του Μπενεβέντο, 30 οπλισμένοι αναρχικοί βγαίνουν στο βουνό, καίνε τα κοινοτικά αρχεία ενός μικρού χωριού, μοιράζουν στους φτωχούς το περιεχόμενο της κάσας του φοροεισπράκτορα και προσπαθούν να εφαρμόσουν ένα “αντιεξουσιαστικό κομμουνισμό” σε μικρογραφία. Στο τέλος, κυνηγημένοι και ξεπαγιασμένοι αφήνουν να τους συλλάβουν χωρίς αντίσταση. Οι κωμικοτραγικές ιστορίες αυτού του είδους είναι πολλές. Στις πρωτεύουσες της Ευρώπης οι βόμβες σκάνε η μια μετά την άλλη, σε κτίρια, καφετέριες, θέατρα, κι όπου αλλού μπορεί να συχνάζει η αστική τάξη. Οι αναρχικές εφημερίδες δημοσιεύουν συνταγές για την κατασκευή βομβών. Τα δικαστήρια γίνονται χώροι δημόσιας προπαγάνδας για τους ηρωικούς νεαρούς αναρχικούς, που διακηρύσσουν από το εδώλιο την πίστη τους στην επανάσταση και οδηγούνται στη λαιμητόμο με σηκωμένη τη γροθιά. Αλλά το πλήθος στέκει παράμερα με καχυποψία μπροστά στην τυφλή βία, που δε ξεχωρίζει αστούς και εργάτες. Η αστυνομία εύκολα βρίσκει το δρόμο της διείσδυσης σε αυτές τις ομάδες και της δυσφήμισης όχι μόνο αυτών, αλλά και της ιδέας της επανάστασης.

Αντίθετα με αυτό που θέλουν να πιστεύουν οι αναρχικοί, η ατομική τρομοκρατία, που οι αναρχικοί τη λένε “έμπρακτη προπαγάνδα” είναι μια πρακτική που, παρά τον ηρωισμό που μπορεί να χρειάζεται σε πολλές περιπτώσεις, είναι ολότελα επιζήμια για το επαναστατικό κίνημα. Στην καλύτερη περίπτωση, ο εργάτης θα ευχαριστηθεί μαθαίνοντας τη δολοφονία ενός μεγαλοαστού, ή ενός μονάρχη. Αλλά, σε τι βοηθάει αυτό την “αυθόρμητη”, “ενστικτώδικη”, “από τα κάτω” ανάπτυξη μιας επαναστατικής συνείδησης; Στην καλύτερη περίπτωση, που ένα τέτοιο άτομο ή μια τέτοια ομάδα κερδίσει την συμπάθεια του πλήθους, θα πάρει τη θρυλική φήμη του Ζορρό, ή του Ρομπέν των Δασών, ή του Μπλέκ. Από αυτή την άποψη, η ατομική τρομοκρατία είναι μια πέρα για πέρα “απο τα πάνω” πράξη, που ενισχύει τον εφησυχασμό των μαζών.

Αλλά, κι αν υποθέσουμε πως την ατομική πράξη τρομοκρατίας την κάνει κάποιος “μέσα” από το κίνημα, ας πούμε ένας συνδικαλιστής, πού στηρίζει την πεποίθηση του πως ο ένας θα γίνουν δυο, οι δυο τέσσερις μέχρι να εξεγερθεί όλη η τάξη; Στην ουσία, οι αναρχικοί κάνουν το ίδιο θεωρητικό λάθος με τους σοσιαλδημοκράτες της Β’ Διεθνούς : Οι σοσιαλδημοκράτες της Β’ Διεθνούς, και οι σημερινοί απόγονοι τους, πιστεύουν πως η μια ψήφος θα φέρει την άλλη κι έτσι ειρηνικά και σταδιακά θα φτάσουμε στο σοσιαλισμό. Οι αναρχικοί τρομοκράτες της “Μαύρης Διεθνούς”, και οι σημερινοί απόγονοι τους, πιστεύουν πως η μια βόμβα θα φέρει την άλλη και έτσι βίαια και σταδιακά θα φτάσουμε στη μεγάλη έκρηξη. Μα τότε πώς συμβιβάζεται αυτό με τη θέση του Μπακούνιν πως “η επανάσταση έρχεται σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα”; Άγνωστο…

Ο Mπολσεβικισμός κι η Ρώσικη επανάσταση

Oι παραδόσεις του ναροτνικισμού

Την 1η Μαρτίου 1881 η άμαξα του Τσάρου Αλέξανδρου ΙΙ περνούσε από ένα δρόμο της Πετρούπολης, όταν ένας νεαρός πέταξε ξαφνικά κάτι που έμοιαζε με χιονόμπαλα. Η έκρηξη που ακολούθησε δεν πέτυχε τον στόχο της κι ο Τσάρος κατέβηκε σώος για να μιλήσει σε κάποιους πληγωμένους Κοζάκους. Εκείνη τη στιγμή, ένας δεύτερος τρομοκράτης, ο Γκρινεβέτσκι, όρμηξε φωνάζοντας “Είναι πολύ νωρίς για να ευχαριστείς το Θεό” και έριξε άλλη μια βόμβα στα πόδια του. Μιάμιση ώρα αργότερα, ο Αυτοκράτορας πασών των Ρωσιών ήταν νεκρός.

Αυτή η πράξη σημάδεψε το αποκορύφωμα της δραστηριότητας των Ναρότνικων, των Ρώσων Λαϊκιστών. Οι συνθήκες της καθυστερημένης οικονομικά και πολιτικά Ρωσίας από τη μια γεννούσαν από μόνες τους φλογερούς επαναστάτες, από την άλλη, όμως, την εποχή εκείνη δεν είχαν αναδείξει ακόμα την εργατική τάξη σαν φυσικό πρωτοπόρο του κινήματος. Οι Ναρότνικοι, μιλώντας στο όνομα του “Λαού” γενικά, εκφράζανε ακριβώς αυτή την ιστορική καθυστέρηση. Μπορεί να μην ονόμαζαν τους εαυτούς τους “αναρχικούς”, αλλά η ιδεολογία τους ήταν η διδασκαλία του Μπακούνιν.

Ο Ρωσικός Μαρξισμός γεννήθηκε και ανδρώθηκε μέσα από τον Ναροτνικισμό, δίνοντας τις πρώτες ιδεολογικές του μάχες ενάντια στις θολές ιδέες του. Άνθρωποι όπως ο Αξελροντ, η Ζασούλιτς και ο πατέρας του Ρωσικού Μαρξισμού, ο Πλεχάνωφ, πέρασαν από το σχολείο του Ναροτνικισμού πριν γνωρίσουν και αποδεχτούν τον Μαρξισμό. Ο ίδιος ο Λένιν έζησε τον ηρωισμό και το δράμα του Ναροτνικισμού με την εκτέλεση του αδελφού του, του Αλέξανδρου Ουλιάνωφ.
Αργότερα, βέβαια, στα χρόνια της ανόδου του εργατικού κινήματος, οι Ναρότνικοι έγιναν καθαρά αγροτικό κίνημα και οι αναρχικοί ξεχώρισαν σαν αυτόνομη πολιτική τάση.

Οι Μπολσεβίκοι ήταν το μόνο πολιτικό ρεύμα που στη φυσιογνωμία τους αφομοιώθηκαν τα μαθήματα αυτής της πρώτης επαναστατικής περιόδου. Ο πόθος μιας επανάστασης έμεινε αμείωτος, αλλά συνδυάστηκε με το συμπέρασμα πως απέναντι στην αγριότητα του Τσαρικού δεσποτισμού χρειάζεται πολύ καλύτερη οργάνωση με πιο σοβαρή θεωρητική βάση για να πραγματωθεί.

H επανάσταση του 1905

Στις 9 του Γενάρη (με το παλιό ημερολόγιο) του 1905 ξέσπασε η πρώτη Ρώσικη επανάσταση, όταν μια ομάδα εργατών της Πετρούπολης, με επικεφαλής ένα παπά, επισκέφτηκαν τον Τσάρο. Το υπόμνημα με τα αιτήματα τους είναι μνημειώδες. Ξεκινούσε με τη φράση:

“Κύριε! Εμείς οι εργάτες, τα παιδιά κι οι γυναίκες μας, οι ανήμποροι γέροι γονείς μας, ήλθαμε σε σας, Κύριε, για να ζητήσουμε δικαιοσύνη και προστασία.”

Τα αιτήματα που διατυπώνονταν, ωστόσο, ήταν ούτε λίγο ούτε πολύ, γενική αμνηστία, δημοκρατικές ελευθερίες, διαχωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος, καθιέρωση του 8ώρου, ικανοποιητικά μεροκάματα, μοίρασμα της γης στο λαό και Συνταχτική Συνέλευση. Το υπόμνημα κατέληγε ως εξής:

“Αυτές, Κύριε, είναι οι μεγαλύτερες μας ανάγκες, τις οποίες και φέρνουμε εδώ μπροστά σου. Διάταξε και ορκίσου πως θα ικανοποιηθούν, και θα κάνεις τη Ρωσία μεγάλη και ένδοξη και θα γράψεις το όνομα σου αιώνια στις καρδιές μας και στις καρδιές των απογόνων μας. Αλλά, αν δεν τις ικανοποιήσεις, αν δεν εισακούσεις την παράκληση μας, θα πεθάνουμε εδώ, σε αυτή την πλατεία μπροστά στο ανάκτορο σου. Δεν έχουμε πού αλλού να πάμε και κανένα άλλο σκοπό να υπηρετήσουμε. Μπροστά μας ανοίγονται μονάχα δυο δρόμοι: προς την ελευθερία και την ευτυχία, ή προς τον τάφο. Κύριε, δείξε όποιον θέλεις από τους δυο αυτούς δρόμους και εμείς θα ακολουθήσουμε, ακόμα κι αν είναι ο δρόμος προς το θάνατο. Ας θυσιαστούν οι ζωές μας για την μαρτυρική Ρωσία. Δεν λυπούμαστε για τη θυσία αυτή, θα την κάνουμε πρόθυμα.”

Οι γραμμές αυτού του υπομνήματος απέπνεαν περισσότερο την απειλή του ανερχόμενου προλεταριάτου, παρά μια δουλική ικεσία του ποιμνίου προς τον μεγάλο Πατέρα. Γι’ αυτό και η ένοπλη απάντηση του Τσάρου προκάλεσε το γενικό ξέσπασμα.

Φυσικά, αυτό το περιστατικό δεν αποδείχνει πως η επανάσταση ήρθε “σαν τον κλέφτη μεσ’ τη νύχτα”. Τους προηγούμενους μήνες ολόκληρη η Νότια Ρωσία βρισκόταν σε απεργία. Το ξεδίπλωμα της απεργίας ένωσε σταδιακά τους εργάτες σε ένα σώμα και οδήγησε σε πολιτικές απεργίες. Πίσω από την ιστορικά τυχαία φιγούρα του παπά Γκαμπόν βρίσκονταν 100,000 εργάτες σε αναβρασμό. Ο Πάρβους θα γράψει αργότερα, στον πρόλογο του στην μπροσούρα του Τρότσκι για την επανάσταση του 1905, πως

“τα γεγονότα επαλήθευσαν πέρα για πέρα τις προβλέψεις. Από δω και πέρα κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως η γενική απεργία αποδείχτηκε η θεμελιώδης μέθοδος της πάλης. Η 9η του Γενάρη στάθηκε η πρώτη πολιτική απεργία, όσο κι αν καλύπτεται πίσω από το ράσο.”

Από τα γεγονότα αυτά, ξεπήδησαν αυθόρμητα στην Πετρούπολη, την πόλη που συγκέντρωνε τα πιο πολλά εργοστάσια, τα σοβιέτ, τα ίδια ουσιαστικά όργανα οργάνωσης των εργατών όπως και στην Παρισινή Κομμούνα: εργατικές επιτροπές που ξεκινούσαν από το εργοστάσιο και κατάληγαν σε ένα Κεντρικό Συμβούλιο με εκλεγμένους αντιπροσώπους που έπρεπε να δίνουν τακτικά αναφορά στο εργοστάσιο τους.

Απο εκείνη την εποχή, βέβαια, οι διαφορετικές τάσεις μέσα στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας είχαν ήδη διαφανεί. Ο Στάλιν, ένα επαρχιακό ακόμα στέλεχος των μπολσεβίκων, έγραφε σε μια προκήρυξη:

“Ας δώσουμε το χέρι κι ας σφιχτούμε γύρω απ’ τις επιτροπές του κόμματος. Ούτε μια στιγμή δεν πρέπει να ξεχάσουμε πως μόνο οι επιτροπές του κόμματος μπορούν να μας διευθύνουν όπως πρέπει, πως μόνο αυτές θα μας δείξουν το δρόμο της γης της επαγγελίας.”

Αντίθετα, την ίδια μέρα, ο Λένιν από τη Γενεύη έγραφε σε ένα άρθρο:

“Δώστε ελεύθερο δρόμο στο μίσος και στην οργή που αιώνες εκμετάλλευσης πόνων και δυστυχίας συσσώρευσαν στις καρδιές σας!”



Η εμφάνιση των σοβιέτ έπιασε σχεδόν όλους στον ύπνο. Οι πιο συντηρητικοί εργατικοί ηγέτες έβλεπαν σ’ αυτά μονάχα μια επεισοδιακή μορφή εργατικής εκπροσώπησης, ένα “προλεταριακό κοινοβούλιο”. Αλλά κι η οργάνωση των Μπολσεβίκων της Πετρούπολης, απορώντας για την καινοτομία αυτή, έστειλε τελεσίγραφο στο σοβιέτ με το οποίο του ζητούσε ή να υιοθετήσει αμέσως το πρόγραμμα τους ή να διαλυθεί. Το σοβιέτ δέχτηκε να υιοθετήσει το πρόγραμμα τους. Όμως, μετά από αυτό, το κύρος της οργάνωσης των Μπολσεβίκων εξασθένισε. Ο Λένιν, μαθαίνοντας πως οι μάζες της Πετρούπολης αποκαλούσαν το σοβιέτ “εργατική κυβέρνηση” είδε σε αυτή τη νέα μορφή οργάνωσης ένα πούτιμο μέσο στον αγώνα για την εξουσία. Μετά την άφιξη του στη Ρωσία, το Νοέμβρη, έπεισε την οργάνωση των Μπολσεβίκων για την ιστορική σημασία αυτού του φαινομένου.

Αυτός, όμως, που έβγαλε τα σημαντικότερα συμπεράσματα από αυτή την εμπειρία ήταν ο Λέων Τρότσκι, ο πρόεδρος του σοβιέτ της Πετρούπολης. Έγραψε τις περισσότερες προκηρύξεις και αποφάσεις του σοβιέτ και έζησε τα προβλήματα τακτικής από κοντά. Στην αυτοβιογραφία του περιγράφει τη σκηνή της παράδοσης του σοβιέτ. Από τον Οκτώβρη του 1905, το σοβιέτ είχε εξοπλιστεί με αυτοσχέδια όπλα, που τα έδειχναν ο ένας στον άλλο καλαμπουρίζοντας γεμάτοι αυτοπεποίθηση. Όταν, όμως, στις 3 Δεκέμβρη το κτίριο του σοβιέτ περικυκλώθηκε από τους Κοζάκους, οι εργατικοί αντιπρόσωποι αναγκάστηκαν να τα διαλύσουν και να παραδοθούν.

Γράφει ο Τρότσκι:

“Στους τριγμούς και τους κρότους και τους διαπεραστικούς ήχους των μετάλλων που συντρίβονταν, άκουγες μαζί και το τρίξιμο των δοντιών του προλεταριάτου, που για πρώτη φορά καταλάβαινε πως χρειαζόταν κάτι άλλο, μια δύναμη ισχυρότερη, πιο αδυσώπητη, για να μπορέσεις να αντιμετωπίσεις και να τσακίσεις τον εχθρό… Εκείνο που τσάκισε ωστόσο για πρώτη φορά τα γόνατα του τσαρισμού δεν ήταν ούτε η αντιπολίτευση της φιλελεύθερης μπουρζουαζίας, ούτε οι αυθόρμητες εξεγέρσεις των αγροτών, ούτε οι τρομοκρατικές πράξεις των διανοουμένων. Ήταν η εργατική απεργία.”

Το σημαντικότερο θεωρητικό συμπέρασμα του Τρότσκι ήταν η επαλήθευση της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης, που είχε διατυπώσει γενικά ο Μαρξ και που την ολοκλήρωσε ο Τρότσκι. Σύμφωνα με αυτήν, στις συνθήκες της καθυστερημένης Ρωσίας, όπως και κάθε καθυστερημένης χώρας, δεν υπήρχε δυνατότητα η αστική τάξη να παίξει τον επαναστατικό ρόλο που είχε παίξει πριν ένα αιώνα στις αναπτυγμένες χώρες, με την καθιέρωση κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και την ανάπτυξη του καπιταλισμού, γιατί ήδη διεθνώς η αστική τάξη, με την ανάπτυξη των διεθνών μονοπωλίων, είχε δέσει οικονομικά και πολιτικά τις καθυστερημένες χώρες πνίγοντας εκ των προτέρων κάθε δυνατότητα αυτόνομης ανάπτυξης. Σε τέτοιες χώρες, η αστική τάξη φοβούμενη τις συνέπειες μιας επανάστασης ενάντια στα παλιά καθεστώτα προτιμάει να κουρνιάζει στο πλευρό των παλιών μοναρχών.

Έτσι, τα καθήκοντα της απαλλαγής από τον Τσαρικό δεσποτισμό, του μοιράσματος της γης στους αγρότες κλπ περνούσαν στους ώμους της εργατικής τάξης. Χρειαζόταν μια σοσιαλιστική επανάσταση για να λυθούν αυτά τα προβλήματα. Αυτό το συμπέρασμα έβγαινε μέσα από την εμπειρία της επανάστασης του 1905, όπου όλοι οι αγρότες, οι εργάτες κι οι φαντάροι στρέφονταν στο σοβιέτ για να βρουν λύση στο κάθε μικρό ή μεγάλο τους πρόβλημα.

Η επανάσταση του φλεβάρη του 1917

“Στους τολμηρούς στα λόγια πολέμαρχους η επανάσταση φαίνεται ανυπεράσπιστη επειδή είναι τρομερά χαοτική: παντού άσκοπες κινήσεις, ρεύματα αντίθετα, ανθρωποστρόβιλοι, πρόσωπα κατάπληκτα και σαν κεραυνοβολημένα, χλαίνες να κροταλίζουνε στον άνεμο, φοιτητές να χειρονομούν, στρατιώτες χωρίς ντουφέκια, ντουφέκια χωρίς στρατιώτες, γαβριάδες να ρίχνουν στον αέρα, οχλοβοή από μυριάδες φωνές, σίφουνας από ξέφρενες φήμες, φόβοι αβάσιμοι, χαρές απατηλές… Θάφτανε, φαίνεται, να σηκώσεις τη σπάθα σου πάνω απ’ όλο κείνο το συρφετό και θα σκόρπαγε στη στιγμή χωρίς να ζητήσει ρέστα. Τι φοβερή οφθαλμαπάτη! Χάος μόνο φαινομενικό. Εκεί κάτω συντελείται μια ακαταμάχητη κρυστάλλωση των μαζών πάνω σε καινούργιους άξονες. Κείνα τα αμέτρητα πλήθη δεν έχουν ακόμα καταλάβει αρκετά τι θέλουν, μα είναι διαποτισμένα από καυτερό μίσος για κείνο που δε θέλουν πια.”
Λέων Τρότσκι, “Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης”

Η επανάσταση του Φλεβάρη πραγματικά ήταν ένα αυθόρμητο ξέσπασμα. Ξεκίνησε από τις εργάτριες της κλωστοϋφαντουργίας της Πετρούπολης σαν μια διαδήλωση για τη Μέρα της Γυναίκας και σε δύο μέρες έφτασε να αγκαλιάζει 240,000 εργάτες. Το σύνθημα “Ψωμί!” μετατρέπεται γρήγορα σε συνθήματα όπως “Κάτω ο πόλεμος!” και “Κάτω η απολυταρχία!”. Πριν οποιοδήποτε κόμμα προλάβει να πάρει θέση για τα γεγονότα είχε μετατραπεί σε γενική πολιτική απεργία και σε ένοπλη εξέγερση. Οι Κοζάκοι που στάλθηκαν να καταστείλουν το κίνημα συναδελφώθηκαν μαζί του.

Ο Τρότσκι είναι ειλικρινής όταν διηγείται πώς “η διεύθυνση του κόμματος κοιτάζει από ψηλά, διστάζει, αργοπορεί, δηλαδή δε διευθύνει. Σέρνεται πίσω από το κίνημα”. Όμως, οι απλοί μπολσεβίκοι εργάτες δεν νοιάζονται για τα διευθυντικά πόστα που θα μοιράσει η επανάσταση, είναι μέσα στο πλήθος, συζητώντας και προετοιμάζοντας τις επόμενες κινήσεις.

Η μάχη όπου κρίθηκε η τύχη της επανάστασης δόθηκε στην Πετρούπολη, που δεν ήταν μόνο η πρωτεύουσα, αλλά συγκέντρωνε το βασικό πυρήνα της βαριάς βιομηχανίας. Από την άποψη της τυπικής δημοκρατίας, η επανάσταση ήταν εξαιρετικά “αντιδημοκρατική”. Η Πετρούπολη αποτελούσε το ένα εβδομηκοστό πέμπτο του πληθυσμού. Η υπόλοιπη χώρα απλώς βρέθηκε μπροστά σε ένα τελειωμένο γεγονός. Κι όμως, αυτή η επανάσταση ήταν η μεγαλύτερη δημοκρατική πράξη στην μέχρι τότε ιστορία της Ρωσίας. Όπως και στη Γαλλική επανάσταση έτσι και τον Φλεβάρη του 17 στη Ρωσία η επανάσταση εκδήλωσε τάσεις συγκεντρωτισμού όχι ενεργώντας από μίμηση της πεσμένης μοναρχίας, μα από τις αναπόφευκτες ανάγκες μιας καινούργιας κοινωνίας. Εξηγεί ο Τρότσκι:

“Αν στην επανάσταση η πρωτεύουσα παίζει ρόλο τόσο αποφασιστικό και, σε ορισμένες στιγμές, συγκεντρώνει κατά κάποιο τρόπο τις θελήσεις του έθνους είναι ίσα-ίσα γιατί εκφράζει ολοζώντανα τις θεμελιακές τάσεις της καινούργιας κοινωνίας και τις σπρώχνει ως το τέρμα τους. Η επαρχία αντικρίζει τις κινήσεις της πρωτεύουσας σα να εκπορεύονται από τις δικές της τις προθέσεις, όμως μετουσιωμένες κιόλας σε πράξεις. Η πρωτοβουλία των κέντρων δεν αποτελεί παραβίαση της δημοκρατίας μα είναι η δυναμική της πραγμάτωση. Ωστόσο, στις μεγάλες επαναστάσεις, ο ρυθμός αυτής της δυναμικής δε συμπέφτει ποτέ με το ρυθμό της τυπικής και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η επαρχία σμίγει με τις κινήσεις του κέντρου, μα με μια καθυστέρηση. Από το γοργό ξετύλιγμα των γεγονότων που χαρακτηρίζει την επανάσταση, παρουσιάζονται σοβαρές κρίσεις στον επαναστατικό κοινοβουλευτισμό, κρίσεις που δεν μπορούν να λυθούν με τις μέθοδες της δημοκρατίας.”

Επομένως, ακόμα κι η απουσία οργανωμένης καθοδήγησης δεν κάνει την επανάσταση του Φλεβάρη αναρχική, όπως αρέσκονται να λένε οι αναρχικοί. Η εργατική τάξη τον Φλεβάρη απόδειξε στην πράξη τον κεντρικό (και συγκεντρωτικό) της ρόλο στον μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ίσα-ίσα, η απουσία κομματικής καθοδήγησης τονίζει περισσότερο τη σημασία αυτού του αυθόρμητου ταξικού συγκεντρωτισμού.

H δυαδική εξουσία

Η επανάσταση του Φλεβάρη ξαναζωντάνεψε τα Σοβιέτ που είχαν πρωτοπαρουσιαστεί το 1905. Συναδελφώνοντας τους φαντάρους στο στρατώνα με τους εργάτες στο εργοστάσιο, στέκονταν δίπλα στην νέα κοινοβουλευτική κυβέρνηση ένοπλα, έτοιμα να υπερασπιστούν τις πρώτες ελευθερίες που κατακτήθηκαν. Οι Μπολσεβίκοι, που στα γεγονότα του Φλεβάρη είχαν μόνο 8,000 μέλη, ήταν μειοψηφία στα Σοβιέτ.

Η επίσημη ηγεσία των Σοβιέτ – οι ρεφορμιστές Μενσεβίκοι και οι λαϊκιστές Σοσιαλεπαναστάτες – παράδωσε την εξουσία στους αστούς φιλελεύθερους στηρίζοντας τους “στο βαθμό που η κυβέρνηση εγγυάται τον εκδημοκρατισμό και την ειρήνη”. Τέτοιου είδους συμμαχίες, ανάμεσα στην επίσημη ηγεσία των εργατικών οργανώσεων και την αστική τάξη, τα “λαϊκά μέτωπα”, παρουσιάζονται συχνά στην ιστορία. Με τη δικαιολογία πως υπάρχει τάχα κάποιος κοινός εχθρός, στην ουσία παραδίνουν την εργατική τάξη στα χέρια του εχθρού. Σχολιάζει ο Τρότσκι:

“Οι συμφιλιωτές προδώσανε την εμπιστοσύνη των μαζών καλώντας στην εξουσία εκείνους ενάντια στους οποίους οι ίδιοι είχαν εκλεγεί.”

Όμως, στην ουσία η Προσωρινή Κυβέρνηση ήταν αμήχανη. Στα παρασκήνια η αντίδραση προετοίμαζε το τσάκισμα του κινήματος και την επιστροφή της μοναρχίας. Από την άλλη, τα Σοβιέτ αναγνωρίζονταν από τους εργάτες και τους αγρότες σαν η πραγματική, δική τους εξουσία. Δεν υπάκουαν σε κανένα άλλο κέντρο εξουσίας. Χώρια που οι ίδιοι οι εργάτες προχωρούσαν σε κατοχύρωση στην πράξη δημοκρατικών μέτρων, όπως ήταν το 8ωρο, πριν οι ηγέτες των Σοβιέτ προλάβουν να καταλάβουν τι γίνεται.

Στο αποκορύφωμα του εμφυλίου πολέμου εμφανίστηκε μια περίοδος λεπτής ισορροπίας δυνάμεων, όπου η ηγεσία της εργατικής τάξης δεν έδειχνε διατεθειμένη να συγκεντρώσει την εξουσία στα Σοβιέτ (όπως απαιτούσαν οι μάζες ήδη από τις πρώτες μέρες του Μάρτη), αλλά η δύναμη της εργατικής τάξης δεν επέτρεπε ακόμα στην αντίδραση να καταργήσει τα Σοβιέτ και να παλινορθώσει την μοναρχία. Αυτή η κατάσταση δυαρχίας μακρύτερη ή συντομότερη παρουσιάζεται σε όλες τις επαναστάσεις. Στην ουσία, είναι το αποκορύφωμα της ταξικής μάχης για την κατάκτηση της εξουσίας κι όχι για την κατάργηση της. Βέβαια, τα Σοβιέτ ήταν ήδη από τις πρώτες μέρες μια τελείως νέα μορφή εξουσίας. Ήταν η ενσάρκωση της πρόβλεψης του Μαρξ που, μελετώντας την Παρισινή Κομμούνα, συμπέρανε πως

“η εργατική τάξη δε μπορεί απλώς να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς.”

Αλλά, είχαν ήδη από την γέννηση τους το βασικό χαρακτηριστικό μιας εξουσίας: έπρεπε να υπερασπιστούν με όλα τα μέσα τις κατακτήσεις της νικηφόρας επανάστασης από όλους όσους τις επιβουλεύονταν και να προχωρήσουν αταλάντευτα στην ολοκλήρωση της.

Οι αναρχικοί σίγουρα έχουν δύσκολα ερωτήματα να απαντήσουν. Πώς γίνεται οι μάζες που έκαναν την επανάσταση του Φλεβάρη να εκλέγουν “αμεσοδημοκρατικά” ηγέτες που παραδίνουν την εξουσία πίσω στους αστούς; Με τι τακτική μπορούσαν οι επαναστάτες να αντιμετωπίσουν αυτούς τους πράκτορες της αστικής τάξης; Εγκαταλείποντας τα Σοβιέτ και ακολουθώντας χωριστή ταχτική; Διεκδικώντας την ηγεσία των Σοβιέτ με υπομονετική εξήγηση ανάμεσα στους εργάτες; Υποστηρίζοντας το σύνθημα “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ”, παρά το γεγονός πως στα Σοβιέτ δεν ήταν οργανωμένη παρά μια μειοψηφία του πληθυσμού; Την απάντηση σε όλα αυτά τα κεφαλαιώδη ζητήματα επαναστατικής μεθόδου θα την δώσουν οι αναρχικοί 20 χρόνια αργότερα στην Ισπανία όταν θα αρνηθούν να ρίξουν το σύνθημα “Όλη η εξουσία στις εργατικές επιτροπές”.

Χωρίς την παρουσία του Λένιν, οι ηγέτες των Μπολσεβίκων, παρασυρμένοι από το ρεύμα, στήριξαν κι αυτοί στην αρχή την Προσωρινή Κυβέρνηση, υποστηρίζοντας μάλιστα την ανάγκη εκλογής εργατικών αντιπροσώπων σε αυτήν. Η συνθηματολογία του κόμματος διορθώθηκε τον Απρίλη όταν επέστρεψε ο Λένιν στη Ρωσία.

Στις 18 Ιούνη, η Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ της Πετρούπολης κάλεσε διαδήλωση στην οποία συμμετείχαν 400,000 κύρια εργάτες και φαντάροι. Τα πανό είχαν τα συνθήματα των Μπολσεβίκων “Κάτω οι 10 αστοί υπουργοί”, “Κάτω ο πόλεμος”, “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ”. Οι Μπολσεβίκοι κέρδιζαν ολοταχώς επιρροή ανάμεσα στις εργατικές μάζες, όχι με συνθήματα ενάντια στους ηγέτες των Σοβιέτ και την Προσωρινή Κυβέρνηση αλλά ενάντια στους αστούς που συμμετείχαν σε αυτήν. Με άλλα λόγια, έλεγαν στους ηγέτες των Σοβιέτ “Πάρτε την εξουσία χωρίς τους αστούς και εμείς θα σας υποστηρίξουμε”.

Οι σημερινοί αναρχικοί θεωρητικά βλέπουν στο σύνθημα “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ” μια αιώνια συνταγή επαναστατικής πολιτικής, χωρίς πρακτικά να μπαίνουν στον κόπο να απαντήσουν στα δύσκολα αυτά ζητήματα τακτικής που είχαν μπροστά τους οι Μπολσεβίκοι. Όταν στις μέρες του Ιούνη οι Μπολσεβίκοι είχαν πια την πλειοψηφία δεν έριξαν το σύνθημα της επανάστασης. Ο Λένιν έγραφε σε ένα άρθρο στις 31 Ιούνη, απευθυνόμενος στους εργάτες της Πετρούπολης:

“Εργάτες της Πετρούπολης, κατανοούμε την αγανάκτηση σας, κατανοούμε τον ενθουσιασμό σας, αλλά σας λέμε: σύντροφοι, μια άμεση επίθεση θα ήταν επιπολαιότητα.”

Ο λόγος ήταν πως η υπόλοιπη χώρα δεν είχε φτάσει το επίπεδο κατανόησης της Πετρούπολης. Όμως, η αγανάκτηση των εργατών και των φαντάρων δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί, παρά τις συμβουλές των Μπολσεβίκων. Έτσι, στις 3 Ιούλη, ξέσπασε μια διαδήλωση 500,000 που κάλεσαν οι φαντάροι και ακολούθησαν και οι εργάτες. Τα συν θήματα ήταν αυτά των Μπολσεβίκων. Η κυβέρνηση προσπάθησε να προκαλέσει επεισόδια και το ματοκύλισμα της διαδήλωσης με προβοκάτορες μέσα στο οπλισμένο πλήθος. Οι Μπολσεβίκοι μπήκαν μπροστά εμποδίζοντας την ένοπλη αναμέτρηση. Τα θύματα ήταν μερικές δεκάδες, ενώ θα μπορούσαν να είναι δεκάδες χιλιάδες. Το κίνημα δέχτηκε μια ήττα αλλά όχι αποφασιστική. Γι’ αυτό και η προσπάθεια του στρατηγού Κορνίλωφ να καταπνίξει στις 28 Αυγούστου το κίνημα στην Πετρούπολη κατέρρευσε όταν τα στρατεύματα του συμφιλιώθηκαν στους δρόμους με τους εργάτες. Αυτή η επαναστατική τακτική, που με τίποτα δεν μοιάζει με τις “αναρχικές” εξεγέρσεις, ήταν που έδωσε στους Μπολσεβίκους το απαραίτητο κύρος για να δώσουν το σύνθημα της επανάστασης του Οκτώβρη.

H οκτωβριανή επανάσταση

Ένας αριθμός αναρχικών μιλούν με απέχθεια για το Οκτωβριανό “πραξικόπημα” των Μπολσεβίκων. Η ιδέα πως η τελική φάση μιας επανάστασης μπορεί να ξεκινήσει με ένα συγκεκριμένο σάλπιγμα που εκπορεύεται από ένα συγκεκριμένο ηγετικό κέντρο είναι αδιανόητη για κάθε αναρχικό.

Στις 21 Οκτώβρη, σε μια σύσκεψη των φαντάρων και της επιτροπής άμυνας της Πετρούπολης αποφασίστηκε η κατάληψη της εξουσίας από το Κεντρικό Πανρωσσικό Σοβιέτ με εκατοντάδες ψήφους υπέρ, 57 αποχές και καμιά αρνητική ψήφο. Έτσι, σταδιακά, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, τα οπλοστάσια, τα εργοστάσια, οι στρατώνες περνούν στον έλεγχο της επιτροπής, κι όπως αφηγείται ο Τρότσκι “θα μπορούσε να πει κανείς πως αφηνόταν στην κυβέρνηση να εξεγερθεί”.

Στις 25 Οκτώβρη ήταν προγραμματισμένο το 2ο Πανρωσσικό Συνέδριο των Σοβιέτ. Στις 2 τα ξημερώματα της 25ης δίνεται το σύνθημα για την τελική απομάκρυνση της Προσωρινής Κυβέρνησης. Πριν τελειώσει η μέρα, η Πετρούπολη είχε παρθεί χωρίς αιματοχυσίες. Το Συνέδριο των Σοβιέτ άνοιξε με καθαρή πλειοψηφία Μπολσεβίκων για να επικυρώσει ουσιαστικά το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια του.

Η Οκτωβριανή επανάσταση είχε πραγματικά ένα συγκεντρωτισμό. Το Μπολσεβίκικο κόμμα χωρίς το Λένιν δεν θα είχε πιάσει σωστά τον παλμό των γεγονότων ώστε να βάλει τα σωστά συνθήματα. Παραπέρα, τα συνθήματα αυτά είχαν κερδίσει την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργατών, αλλά οι εργάτες ήταν μια μειοψηφία στο σύνολο του Ρωσικού λαού. Όμως, αυτές οι διαπιστώσεις δεν αφαιρούν τίποτα από την αίγλη της Ρώσικης επανάστασης. Σαν αποτέλεσμα της νίκης της, δημιουργήθηκε το μεγαλύτερο επαναστατικό κύμα σε όλο τον κόσμο. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα αναπτύχθηκαν με άλματα σε βάρος της Σοσιαλδημοκρατίας. Το ίδιο το αναρχικό Ισπανικό συνδικάτο, το CNT, εξέδωσε ανακοίνωση που μιλούσε για “την εποποιία του Ρωσικού λαού”.

Η ιστορία δεν είναι απλά ένας χείμαρρος γεγονότων ακατάστατα τοποθετημένων. Πολλές φορές η μια ή η άλλη έκβαση εξελίξεων που συσσωρεύονταν για δεκαετίες συμπυκνώνεται σε 2-3 μέρες. Συμπυκνώνεται πολλές φορές στο ρόλο ενός μικρού αριθμού ανθρώπων, ακόμα και ενός, αν πάρουμε την ακραία περίπτωση του Λένιν.

Αλλά, ποια θα ήταν η εναλλακτική λύση; Χωρίς την αποκρυστάλλωση της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης με τη μορφή των Σοβιέτ, θα συνέχιζε η αναζήτηση θολών σχημάτων “επαναστατικής δημοκρατικής συμμαχίας εργατών και αγροτών”. Χωρίς την παρέμβαση των Μπολσεβίκων στα γεγονότα του Ιούλη, το κίνημα ακόμα και να έπαιρνε την εξουσία προσωρινά στην Πετρούπολη θα συντρίβονταν οριστικά γιατί δεν είχε ακόμα την υποστήριξη της επαρχίας. Χωρίς τον Λένιν, οι Μπολσεβίκοι θα είχαν οδηγηθεί από τη φράξια του Στάλιν, του Μολότωφ και του Κάμενεφ στην υποστήριξη της Προσωρινής κυβέρνησης. Χωρίς, τέλος, την καλά οργανωμένη τελική επιδρομή στις 25 Οκτώβρη, όλες οι προηγούμενες κατακτήσεις θα μπορούσαν να είχαν εξανεμιστεί.

Η Οκτωβριανή επανάσταση δεν ήταν μια από τα “κάτω” επανάσταση. Δεν ήρθε “σαν τον κλέφτη μέσ’ στη νύχτα”. Δεν έγινε με τους κανόνες της τυπικής δημοκρατίας, αναρχικής ή φιλελεύθερης. Μα δεν ήταν όμως και μια από τα “πάνω” επανάσταση. Στηριζόταν πάνω στην οργανωμένη δύναμη των Σοβιέτ. Ήταν το πάντρεμα του “πάνω” και του “κάτω”, του αυθόρμητου των μαζών και του συνειδητού των Μπολσεβίκων. Οι Μπολσεβίκοι δεν επέβαλλαν τα συνθήματα τους, αυτά γινόντουσαν δεκτά όλο και πιο εύκολα, καθώς η εργατική τάξη πρώτα και μετά τα υπόλοιπα στρώματα της κοινωνίας έβγαζαν τα συμπεράσματα από την καθημερινή τους εμπειρία.

Το κράτος μετά την επανάσταση

Oπως εξηγούσε ο Λένιν, ο στόχος της κατάργησης του κράτους δεν είναι μονοπώλιο των αναρχικών.

“Το προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος μόνο προσωρινά. Δε διαφωνούμε καθόλου με τους αναρχικούς στο στόχο της κατάργησης του κράτους. Πιστεύουμε πως, για να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός, πρέπει προσωρινά να χρησιμοποιήσουμε τα εργαλεία, τους πόρους και τις μεθόδους της κρατικής εξουσίας ενάντια στους εκμεταλλευτές…”

Τι είναι, όμως, αυτό το φοβερό Σοβιετικό κράτος που οι αναρχικοί ταυτίζουν στην ουσία με το αστικό κράτος; Ο Λένιν, παίρνοντας την εμπειρία της Παρισινής κομμούνας, διατύπωσε στο βιβλίο του “Κράτος και Επανάσταση” τα χαρακτηριστικά του:

– την άμεση εκλογή όλων των αξιωματούχων του κράτους και την δυνατότητα εξίσου άμεσης ανάκλησης τους,
– την ίση αμοιβή όλων των αξιωματούχων με το μισθό του εργάτη,
– την ανακύκλωση όλων στα γραφειοκρατικά καθήκοντα και
-την αντικατάσταση των σωμάτων ασφαλείας με ένοπλη πολιτοφυλακή

Χρειάζεται να τονίσουμε, ιδιαίτερα μετά την εμπειρία των Σταλινικών καθεστώτων, πως οι πιο πάνω λειτουργίες μπορούν να αναπτυχθούν μόνο σε συνθήκες πολυκομματισμού κι όχι μονοκομματικών καθεστώτων.

Ο Μαρξισμός εξηγεί πως η κατάργηση του αστικού κράτους ως κατασταλτικού μηχανισμού δεν είναι αρκετή. Χρειάζεται η κατάργηση της ταξικής κοινωνίας που αυτή γεννάει το κράτος. Κι η πράξη αυτή δεν είναι καθόλου στιγμιαία. Οι νόμοι της αγοράς δεν μπορούν να καταργηθούν με φιρμάνια. Δε μπορεί να καταργηθεί με νομοθετικές πράξεις η πείνα και η στέρηση των μαζών και η προσπάθεια των παλιών εκμεταλλευτών να ξαναπάρουν πίσω τα ηνία της κοινωνίας.

Η καινούργια εργατική εξουσία δε μπορεί να παραβλέψει αυτή τη σκληρή πραγματικότητα και να κηρύξει την “εθελοντική συνεργασία” γενικά κι αόριστα. Πρέπει να υπερασπιστεί με όλα τα μέσα την επανάσταση και άμεσα να ξεκινήσει τα έργα που θα ανακουφίσουν τις μάζες και θα δώσουν ώθηση στην παραγωγή. Αυτό σημαίνει, στην πράξη, να πάρει στα χέρια της τα μεγάλα εργοστάσια, τις τράπεζες και τους οργανισμούς, για να μπορέσει να τα βάλει άμεσα στην υπηρεσία του συνόλου της κοινωνίας.

Ολόκληρη η ουσία του σοσιαλισμού βρίσκεται σε αυτό: πρέπει η ίδια η κοινωνία να σχεδιάσει την παραγωγή με βάση τις ανάγκες της. Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει πως θα πρέπει η οργανωμένη δύναμη της επανάστασης να επιβάλει το πέρασμα των μεγάλων επιχειρήσεων στα χέρια της. Με βάση αυτή την οικονομική συγκέντρωση θα μπορέσει να καταρτίσει ένα σχέδιο, που θα στηρίζεται από τη μια στις πληροφορίες που θα έρχονται στο κέντρο για τις ανάγκες της κοινωνίας και από την άλλη στις πληροφορίες που θα έρχονται από τα εργοστάσια για τις δυνατότητες που έχει η κάθε μονάδα να παράγει το ένα ή το άλλο προϊόν. Ιδιαίτερα με την σημερινή ανάπτυξη της τεχνολογίας και την πολυπλοκότητα της οικονομίας, οι θεωρίες των αναρχικών για μια κοινωνία χωρίς κεντρικό σχεδιασμό είναι παιδαριώδεις. Αντίθετα, όσο περισσότερο αναπτύσσεται η τεχνολογία τόσο πιο αλληλεξαρτημένοι είναι οι τομείς της οικονομίας και τόσο πιο πλατύς πρέπει να είναι αυτός ο σχεδιασμός.

Η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα εργοστάσια δίνει μια τεράστια ώθηση στην παραγωγή. Η εφαρμογή της σύγχρονης τεχνολογίας, η κατάργηση κλάδων όπως η πολεμική βιομηχανία και η απασχόληση των ανέργων θα μπορούσαν να μειώσουν ριζικά τις αναγκαίες εργάσιμες ώρες. Αυτά είναι συγκεκριμένα μέτρα που μπορεί να πάρει άμεσα μια εργατική εξουσία. Χωρίς αυτά, η οικονομική δύναμη μένει στα χέρια των παλιών εκμεταλλευτών. Χωρίς την ύπαρξη ενός δυνατού μηχανισμού πλατιάς δημοκρατικής εργατικής εξουσίας αυτά τα μέτρα δεν μπορούν να υλοποιηθούν. Όσο κι αν οι αναρχικοί ζητάνε το ένα ή το άλλο τυπικό μέτρο ελέγχου αυτής της εξουσίας, δεν παύει να έχει τα χαρακτηριστικά μιας εξουσίας. Όπως έγραφε ο Λένιν “η καλύτερη δημοκρατία δεν παύει να είναι μορφή εξουσίας”.

Οι αντιρρήσεις, όμως, των αναρχικών δεν έχουν σχέση με το ποιος έχει την εξουσία, αλλά με το ότι συνεχίζει να υπάρχει εξουσία, γενικά. Τους αφήνει παγερά αδιάφορους αν την εξουσία την έχει η συντριπτική πλειοψηφία του λαού κι αν την χρησιμοποιεί σε βάρος μιας χούφτας παλιών εκμεταλλευτών. Ο Προυντόν ήταν αντίθετος με την έννοια του σχεδιασμού και της οργάνωσης της κοινωνίας, φτάνοντας μάλιστα να πει πως “το κομμουνιστικό σύστημα είναι δικτατορικό γιατί ξεκινά από την αρχή ότι το άτομο υπάγεται στην κοινότητα”. Παρόμοιες απόψεις έκφρασε και ο Κροπότκιν, αργότερα, με τα κηρύγματα του για “εθελοντική συνεργασία”. Ο Μπακούνιν, ξεπερνάει και τους δύο:

“Καμιά πολιτική οργάνωση δε μπορεί να είναι ο,τιδήποτε άλλο από οργάνωση της εξουσίας υπέρ των συμφερόντων μιας τάξης και σε βάρος των μαζών… Αν το προλεταριάτο έπαιρνε την εξουσία, θα γινόταν μια εξουσιαστική, εκμεταλλεύτρια τάξη.”

Να εκμεταλλευτεί ποιόν; Η άρνηση των αναρχικών να δουν την οικονομική βάση της εκμετάλλευσης οδηγεί σε αυτού του είδους τους παραλογισμούς. Συνοψίσαμε πιο πάνω τους λόγους που η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό είναι η πιο γενικευμένη μορφή εκμετάλλευσης στην ιστορία. Το κεφάλαιο στον καπιταλισμό είναι η πιο γενικευμένη εκμεταλλευτική δύναμη στην ιστορία. Η ταξική πάλη φτάνει ιστορικά στο πολιτικό της αποκορύφωμα με τους δυο αυτούς γιγαντιαίους πόλους να αγκαλιάζουν ολόκληρη σχεδόν την κοινωνία. Οικονομικά, από την άλλη, η ανάπτυξη των μονοπωλίων δημιουργεί τη βάση για τον ευκολότερο σχεδιασμό της οικονομίας. Αυτά τα ιστορικά γεγονότα προσπάθησε να εξηγήσει ο Μαρξ στο “Κεφάλαιο”, το οποίο συμφώνησε μάλιστα ο ίδιος ο Μπακούνιν να μεταφράσει στα Ρωσικά, αλλά εγκατέλειψε την προσπάθεια όταν ξέσπασε η ανοικτή σύγκρουση των δύο τάσεων.

Αυτή η αντίληψη, λοιπόν, της ελεύθερης, αναρχικής κοινωνίας δεν εξηγεί καθόλου πώς θα καταργηθεί η οικονομική εκμετάλλευση, ακόμα κι αν δεχτούμε πως τάχα αυτή η εκμετάλλευση είναι αποτέλεσμα της πολιτικής καταπίεσης που ασκεί κάθε εξουσία. Ποιος θα πάρει μέτρα εναντίον ποιου; Ουσιαστικά, λοιπόν, στις ατομικές ελευθερίες που υπερασπίζονται οι αναρχικοί είναι και το δικαίωμα ατομικής ιδιοκτησίας των εργοστασίων. Εκτός, πια, κι αν εννοούν πως θα κάνουν την ίδια έκκληση για “εθελοντική συνεργασία” και προς τους αστούς.
Η “ελευθερία”, επομένως, όπως την καταλαβαίνουν οι αναρχικοί είναι πρωταρχικά ατομική. Το συλλογικό “καλό” βγαίνει μέσα από το χάος σαν η κοινή συνισταμένη των διαφορετικών ατομικών (και ταξικών) απόψεων. Η εμφάνιση αυτής της συνισταμένης είναι αποτέλεσμα της πρόσθεσης αυτών των απόψεων, που πρέπει να εκφράζονται και να υλοποιούνται όλες, αλλιώς σημαίνει πως ανάμεσα στα άτομα που τις εκφράζουν υπάρχει σχέση εξουσίας και καταστολής.

Η θεωρία αυτή δεν ξεφεύγει από τα πλαίσια του αστικού φιλελευθερισμού, με μόνη διαφορά ότι οι αστοί φιλελεύθεροι προσθέτουν πως το κράτος είναι αναγκαίο στο ρόλο του διαιτητή των συγκρούσεων ανάμεσα σε αυτές τις ατομικές διαφορές, ώστε να αποφευχθούν οι “υπερβολές”. Το λένε αυτό γιατί έχοντας στα χέρια τους την οικονομική δύναμη ξέρουν πως αυτό σημαίνει υπεράσπιση των συλλογικών τους συμφερόντων. Σε ένα αγώνα ανάμεσα σε ένα Δαυίδ και ένα Γολιάθ η αντικειμενικότητα του διαιτητή σημαίνει υπεράσπιση του δικαιώματος του Γολιάθ να σαπίσει στο ξύλο τον Δαυίδ. Η κατάργηση του διαιτητή δεν λύνει το πρόβλημα, αντίθετα ο Γολιάθ θα αφήσει και τα προσχήματα και τους καλούς τρόπους. Η μόνη λύση είναι ο αφοπλισμός του Γολιάθ, ο εξοπλισμός του Δαυίδ και μετά η κατάργηση του διαιτητή. Ας μην παρατραβάμε όμως το παράδειγμα.

Είναι αλήθεια πως οι αναρχικοί πολλές φορές προσπάθησαν να αρνηθούν πως ο Αναρχισμός δεν υποστηρίζει την οργάνωση. Η ιδέα του φεντεραλισμού (federation=ομοσπονδία) είναι μια απόπειρα των αναρχικών να απαντήσουν σ’ αυτό. Σύμφωνα με αυτήν, η ιδανική κοινωνία θα είναι οργανωμένη, αλλά χωρίς την ύπαρξη Κράτους και κεντρικού σχεδιασμού, απλά με “ελεύθερη”, “αδελφική” σχέση ανάμεσα σε τοπικές κολεκτίβες, που κι αυτές με τη σειρά τους θα είναι σύνολο ατόμων με “ελεύθερη”, “αδελφική” σχέση.

Οι έννοιες, βέβαια, της κολλεκτίβας και της σοσιαλιστικής ομοσπονδίας ήταν συστατικά στοιχεία της πολιτικής του Λένιν και του Τρότσκι. Κατά την άποψη τους, οι ακτήμονες αγρότες έπρεπε να πάρουν την ατομική ιδιοκτησία της απαλλοτριωμένης γης, όπως διεκδικούσαν, και σταδιακά να κερδηθούν εθελοντικά στην ιδέα της κολλεκτίβας. Το ίδιο υποστήριζαν και για τη δημιουργία της ΕΣΣΔ. Οι εθνότητες, που παλιά ήταν καταπιεσμένες από το Τσαρικό καθεστώς, έπρεπε, για να δεχτούν να μπουν σε μια ισότιμη ομοσπονδία με τη Σοβιετική Ρωσία, να ξεπεράσουν τις προκαταλήψεις που είχαν ενάντια στο Ρώσικο εθνικισμό. Γι’ αυτό, οι Λένιν και Τρότσκι υποστήριζαν την παραχώρηση σημαντικών εθνικών προνομίων σ’ αυτές τις εθνότητες. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο κεντρικός σχεδιασμός έπρεπε να αποδυναμωθεί συνειδητά, μέχρι να γίνει κατανοητή η σημασία του σε όσο το δυνατό πλατύτερα στρώμα-τα. Αυτή η πολιτική, ωστόσο, ανατράπηκε πριν ολοκληρωθεί, με την άνοδο της Σταλινικής γραφειοκρατίας που επέβαλε βίαια στους αγρότες την κολεκτ-ιβοποίηση και στις εθνότη-τες τη συμμετοχή στην ΕΣΣΔ.

Για άλλη μια φορά οι αναρχικοί μένουν στο αφηρημένο επίπεδο των ανθρώπινων σχέσεων, χωρίς να καταλαβαίνουν πως αυτές δεν είναι παρά η αντανάκλαση των παραγωγικών σχέσεων. Η υλική βάση για την ομοψυχία της κοινωνίας είναι η αφθονία αγαθών, το τέλος της υλικής στέρησης που μας κληροδοτεί η ταξική κοινωνία. Κι αυτό θα είναι μια διαδικασία που θα ξεκινήσει με την ανατροπή του καπιταλισμού και θα κρατήσει για αρκετό διάστημα. Ο άνθρωπος θα χρειαστεί πολλά χρόνια μετά την επανάσταση για να απαλλαγεί από όλα τα κατάλοιπα μικροψυχίας, δουλικότητας, προλήψεων και δεισιδαιμονίας, άγχους και ανταγωνιστικότητας. Πόσο θα κρατήσει αυτή η περίοδος δε θα εξαρτηθεί απλά από τους μηχανισμούς διαπαιδαγώγησης, αλλά και πάλι κύρια από την εξέλιξη της οικονομίας. Η ανάγκη ύπαρξης κράτους θα μειώνεται ακριβώς όσο περισσότερο θα επουλώνονται οι πληγές που κληροδοτεί η ταξική κοινωνία.

Ο πολεμικός κομμουνισμός και η ανταρσία των αναρχικών

Η οικονομική καθυστέρηση της Ρωσίας και ο ασιατικός δεσποτισμός του καθεστώτος έκαναν ένα εκρηκτικό μίγμα ώστε, όπως έλεγε ο Λένιν, “η αλυσίδα του παγκόσμιου καπιταλισμού να σπάσει στον αδύνατο της κρίκο”. Γι’ αυτό, ο Λένιν και ο Τρότσκι ουδέποτε πίστεψαν πως η Ρωσία θα μπορούσε να οδηγήσει μόνη την οικονομία της σε σοσιαλιστική ολοκλήρωση. Πίστευαν πως η επανάσταση στη δικιά τους χώρα θα μπορούσε να αποτελέσει απλά το φυτίλι για να ξεκινήσει η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση, με επίκεντρο τις μεγάλες βιομηχανικές χώρες. Η θεωρία του “σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα” ήταν κατασκεύασμα του Στάλιν όταν πια σταθεροποιήθηκε στην εξουσία, ώστε να συγκαλύψει τον αντεπαναστατικό ρόλο της γραφειοκρατικής πια Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Αντίθετα, αρχικά η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1919, με το κύρος που της έδινε η πρόσφατη επανάσταση είχε ακριβώς στόχο την διεθνοποίηση της επανάστασης. Πραγματικά, ολόκληρη η Ευρώπη μπήκε σε μια περίοδο επαναστατικού πυρετού με αφορμή το Ρώσικο παράδειγμα. Το κίνημα ήταν ήδη αγανακτισμένο από τις επιπτώσεις του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου. Η επανάσταση του 1918 στη Γερμανία έφτασε πολύ κοντά στην νίκη, οι εργάτες είχαν δημιουργήσει Σοβιέτ, μπορούσαν να πάρουν την εξουσία, αλλά ήταν η ίδια η ηγεσία του που κράτησε μια προδοτική στάση, ήταν οι ίδιοι οι Σοσιαλδημοκράτες υπουργοί που καθοδήγησαν τις δυνάμεις της αντίδρασης και ματοκύλισαν το κίνημα.

Έτσι, η Ρωσία δεν πήρε την βοήθεια που τόσο χρειαζόταν. Η μόνη επιλογή που είχε ήταν να κρατηθεί στο εσωτερικό μέτωπο, όπου μαίνονταν ο εμφύλιος πόλεμος, και να συνεχίσει την προσπάθεια διεθνούς προπαγάνδας. Ο Λένιν έφτασε να πει πως σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης θάπρεπε να ριχτούν όλες οι δυνάμεις της επανάστασης στην υπεράσπιση της Πετρούπολης κι ας χάνονταν οι επαρχίες. Το πιο σημαντικό δεν ήταν να κερδηθούν περιοχές, αλλά να κρατηθεί καταρχήν η επανάσταση ζωντανή.

Απο την άλλη, ο εμφύλιος πόλεμος έβαζε σε τεράστια δοκιμασία τους φαντάρους, την πολεμική βιομηχανία και ολόκληρες τις πόλεις. Οι συνθήκες λιμού και πολέμου ασκούσαν εξάλλου μια τεράστια πίεση πάνω στους αγρότες για να δώσουν τη σοδειά τους ώστε αυτή να διανεμηθεί δίκαια σε όλους.

Οι πρώτες επιλογές, λοιπόν, που είχε να κάνει η επαναστατική εξουσία δεν ήταν καθόλου εύκολες και ευχάριστες και δεν είχαν σχέση με τις συνθήκες που φανταζόταν ο Μαρξ, που πρόβλεπε πως η επανάσταση θα ξεκινούσε από τις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες (προς το τέλος της ζωής του, βέβαια, άφησε ανοιχτή την πιθανότητα ξεσπάσματος της επανάστασης στη Ρωσία). Η πολιτική αυτή των πρώτων 3 χρόνων ονομάστηκε “πολεμικός κομμουνισμός”, μια κατάσταση πολιορκίας και συναγερμού.

Αυτές είναι οι συνθήκες στις οποίες ξέσπασαν τα γεγονότα του Γκουλιάϊ Πόλιε και της Κροστάνδης. Οι αναρχικοί όλου του κόσμου ανακάλυψαν το σοβαρότερο λόγο ύπαρξης τους σε αυτά τα γεγονότα. Εκεί, λένε, αποδείχτηκε πως το Μπολσεβίκικο κράτος είναι εξίσου αυταρχικό με όλα τα άλλα. Ας δούμε, λοιπόν, αυτά τα γεγονότα από πιο κοντά.

Ο Μάχνο ήταν ένας αναρχικός που οργάνωσε αγροτικό αντάρτικο στην περιοχή της Ουκρανίας, την περίοδο της Γερμανικής κατοχής το 1918. Όταν εισέβαλε ο Κόκκινος Στρατός στην Ουκρανία, πέρασε με το μέρος του. Αμέσως μετά τη νίκη του Κόκκινου Στρατού οργάνωσε ανταρσία ενάντια στη Σοβιετική εξουσία, ανακηρύσσοντας τη λεγόμενη Αναρχική Δημοκρατία στην περιοχή Γκουλιάϊ Πόλιε. Όταν το 1919 ο αντιδραστικός στρατηγός Ντενίκιν προσπάθησε να ανακαταλάβει την Ουκρανία, ο Μάχνο εγκατέλειψε με τις δυνάμεις του τη μάχη, συνθηκολόγησε και άφησε την άμυνα στον Κόκκινο Στρατό. Ο Κόκκινος Στρατός απέκρουσε την επίθεση. Το φθινόπωρο του 1920 έγινε νέα απόπειρα από τον Βράγκελ, διάδοχο του Ντενίκιν για ανακατάληψη της Ουκρανίας, οπότε ο Μάχνο πέρασε με το μέρος του Κόκκινου Στρατού. Αφού αποκρούστηκε και αυτή η επίθεση, ο Μάχνο ξανάρχισε την ανταρσία ενάντια στη Σοβιετική εξουσία. Τελικά, το 1921 οι Μπολσεβίκοι πήραν την ευθύνη της καταστολής του κινήματος του Μάχνο με τα όπλα.

Με παρόμοιο τρόπο, οι ναύτες της Κροστάνδης, μιας περιοχής που πραγματικά είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην επανάσταση, εξεγέρθηκαν ζητώντας την αυτονόμηση της Κροστάνδης, την κατάργηση του κεντρικού Σοβιετικού κράτους, και την αύξηση των δικαιωμάτων τους σε τροφή και εφόδια.
Μια ανάλυση γύρω από τέτοια γεγονότα πρέπει να ξεκινάει απαντώντας στο ερώτημα: ποια στρώματα, ποιες κοινωνικές δυνάμεις ήταν πίσω από την κάθε πλευρά. Οι αναρχικοί και οι Μπολσεβίκοι δεν είναι κοινωνικά στρώματα, είναι ιδεολογικά ρεύματα πίσω από τα οποία συσπειρώνονται εκείνες οι κοινωνικές δυνάμεις που βλέπουν πως το ένα ή το άλλο ρεύμα εξυπηρετεί με τις ιδέες και τις μεθόδους του τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα τους.

Στο ερώτημα αυτό οι αναρχικοί δεν έχουν απάντηση. Όμως, αρκεί κανείς να μελετήσει λίγο την γενική κατάσταση στη Ρωσία εκείνη την εποχή για να διαπιστώσει πως οι αναρχικές εξεγέρσεις δεν ήταν οι μοναδικές. Οι διενέξεις ξεκίνησαν όταν οι προνομιούχοι αγρότες (“κουλάκοι”) αρνούνταν να παραδώσουν τη σοδειά τους για διανομή στο σύνολο του πληθυσμού και την έθαβαν, την έκρυβαν ή σταδιακά άρχισαν να περιορίζουν την παραγωγή τους ώστε να φτάνει ίσα-ίσα για τις ανάγκες της οικογένειας τους. Τα μέτρα των Μπολσεβίκων είχαν την μεγάλη υποστήριξη των φτωχών αγροτών, αλλά όχι των κτηματιών. Την υποστήριξη των αιτημάτων των κουλάκων δεν την μονοπωλούσαν οι αναρχικοί. Πίσω από τους κουλάκους είχε συσπειρωθεί όλη η αντίδραση, ντόπια και ξένη, που ζητούσε την κατάργηση του Σοβιετικού κράτους.

Σε τελική ανάλυση, η απαίτηση των αναρχικών ήταν να κρατήσουν τα πλεονάσματα της παραγωγής στις περιοχές τους, στα πλαίσια του πνεύματος του “φεντεραλισμού”. Μα, αν η Πετρούπολη απαντούσε με παρόμοιο τρόπο θα σήμαινε πως η επαρχία, δε θα είχε βιομηχανικά προϊόντα και οι αναρχικοί δε θα είχαν οπλισμό. Οι δυνάμεις της αντίδρασης προσφέρονταν βέβαια πρόθυμα να εξοπλίσουν τους αναρχικούς. Έτσι, στη μέση ενός εμφυλίου πολέμου, όπου παιζόταν η μοίρα της επανάστασης , οι αναρχικοί βρέθηκαν να πλαγιοκοπούν το Σοβιετικό κράτος. Έστω κι αν προσπαθούσαν να διατηρήσουν μια πολιτική ανεξαρτησία, η λογική της σύγκρουσης θα έδινε στο στρατόπεδο τους την πολιτική πρωτοπορία στην αντεπανάσταση. Ήδη, άλλωστε είχε φανεί πως από τους φτωχούς αγρότες και τους εργάτες δεν μπορούσαν να κερδίσουν ουσιαστική υποστήριξη. Η Σοβιετική εξουσία, ακόμα και στην τελική φάση της καταστολής, είχε στο πλευρό της αυτά τα στρώματα.

Το αίτημα για κατάργηση του κεντρικού Σοβιέτ τι σήμαινε; Ακόμα και στην ίδια την Ουκρανία, τα τοπικά Σοβιέτ είχαν συμμετάσχει στην εκλογή του κεντρικού Σοβιέτ. Άρα, τι απόμενε στους αναρχικούς; Να αναγνωρίσουν μονάχα τα αναρχικά Σοβιέτ.

Ας υποθέσουμε πως οι αναρχικοί νικούσαν και ανατρέπανε τη Σοβιετική εξουσία. Πώς θα οργανώνανε την άμυνα της επανάστασης; Πώς θα έβρισκαν τα τρόφιμα; Πώς θα εξοπλίζονταν και θα τρέφονταν τα στρατεύματα της επανάστασης, αν όχι με ένα κεντρικό σχεδιασμό; Ποια θα ήταν η πολιτική των αναρχικών;

Δεν νοιώθουν την ανάγκη να απαντήσουν, γιατί νοιώθουν πως για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται ο κανόνας τους που λέει πως “όποιος ανακατεύεται με το κράτος γίνεται γραφειοκράτης και εξουσιαστής”. Αρνούνται να κάνουν πολιτική πρόταση, γιατί κάθε τέτοια πρόταση θα ήταν πρόταση πολιτικής της εξουσίας. Στην ουσία, λένε στις μάζες: “Κάντε την επανάσταση, ανατρέψτε κάθε εξουσία, και μετά κάντε ό,τι καταλαβαίνετε”. Δεν έχουν πρόταση δημιουργίας γιατί, όπως έγραφε ο ίδιος ο Μπακούνιν, γι” αυτούς “η πράξη της καταστροφής των πάντων είναι και η μεγαλύτερη πράξη δημιουργίας”. Έχουν ταμπουρωθεί πίσω από μια αόριστη αντίληψη διαρκούς, ασυμβίβαστης επαναστατικής δραστηριότητας (προφανώς, δεν υπάρχει καμιά σχέση με τη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης του Τρότσκι) όπου και νοιώθουν ασφαλείς ότι δε χρειάζεται να προτείνουν τίποτα συγκεκριμένο.

Τα γεγονότα της Κροστάνδης αποδείξανε περίτρανα πως αυτή η γενική αντιεξουσιαστική αντίληψη μπορεί να οδηγήσει σε περίεργους δρόμους. Σίγουρα, όποιος ανακατεύεται με το κράτος πρέπει να φυλάγεται (βασικά ο λαός πρέπει να τον φυλάει) μη γίνει γραφειοκράτης. Όμως, κι όποιος κάνει αντιπολίτευση ενάντια σε ένα εργατικό κράτος πρέπει να φυλάγεται μην ταυτιστεί με τους αντεπαναστάτες. Και στις δύο περιπτώσεις, το κριτήριο είναι το πρόγραμμα. Οι αναρχικοί, συνεπείς στις αρχές τους, δεν είχαν πρόγραμμα, γι’ αυτό δε μπόρεσαν να ξεχωρίσουν σαν μια υγιής επαναστατική αντιπολίτευση. Όμως, οι μάζες θέλουν να ξέρουν τι ακολουθεί μετά την επανάσταση, για ποιο πρόγραμμα πρέπει να αγωνιστούν και να επαναστατήσουν.

Η βίαιη καταστολή αυτού του αντάρτικου δεν ήταν μια ευχάριστη υπόθεση για τους Μπολσεβίκους. Το δείχνουν τα 3 χρόνια καθυστέρησης στην υλοποίηση της (η περίπτωση καταστολής συζητιόταν στη Σοβιετική εξουσία από το 1918), τα επανειλημμένα καλέσματα σε ενότητα και όλα τα μετέπειτα γραφτά του Λένιν και του Τρότσκι.

Ισπανία: το μοιραίο τεστ

Η Ισπανία ήταν μια από τις ελάχιστες χώρες όπου ο Αναρχισμός διατήρησε σημαντικές δυνάμεις μετά το επαναστατικό κύμα που σάρωσε την Ευρώπη σαν απόηχος της Ρώσικης Επανάστασης. Πέρα από τα αγροτικά στρώματα όπου οι αναρχικοί είχαν δυνάμεις από την εποχή της Α’ Διεθνούς, στη Βαρκελώνη είχαν μια σημαντική βάση στην εργατική τάξη. Το αναρχικό συνδικάτο, το CNT, δήλωνε 600,000 μέλη τον Ιούνη του 1931, από τα οποία τα 250,000 ήταν συγκεντρωμένα στην Καταλονία. Ο Τρότσκι έγραφε πως

“στις γραμμές αυτής της οργάνωσης ήταν συγκεντρωμένη η αφρόκρεμα του Ισπανικού προλεταριάτου”.

Οι κρουνοί της Ισπανικής επανάστασης άνοιξαν όταν το 1931 κατάρρευσε η μακρόχρονη μοναρχία κάτω από την πίεση μαζικών κινητοποιήσεων. Το 1933 οι Ρεπουμπλικάνοι (ένα αστικό κόμμα) κέρδισε τις εκλογές και τον Οκτώβρη του 1934 κάλεσε το CEDA, ένα ακροδεξιό κόμμα, να συμμετάσχει στην κυβέρνηση. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα κάλεσε γενική απεργία και εμφανίστηκαν μαχητικά κινήματα στην Αστούρια και στην Καταλονία. Στη Μαδρίτη και την Καταλονία το αναρχικό CNT έμεινε με σταυρωμένα χέρια, υποστηρίζοντας πως αυτή ήταν μια “μάχη μεταξύ πολιτικών” που δεν αφορούσε τους εργάτες και πως “αυτή η κυβέρνηση δεν διέφερε ουσιαστικά από την προηγούμενη μοναρχική εξουσία”.

Στην Αστούρια, οι αναρχικοί αγωνιστές συμμετείχαν στην απεργία κάτω από την πίεση των μαζών και εξαιτίας της παράδοσης ενότητας στην περιοχή. Ωστόσο, εξαιτίας της λογικής της αποχής, οι αναρχικοί άλλων περιοχών δεν απέργησαν, λειτουργώντας ακόμα και τα τραίνα που μετέφεραν τα στρατεύματα του Φράνκο που κατέστειλαν την εξέγερση της Αστούριας σκοτώνοντας χιλιάδες εργάτες.

Στις εκλογές του 1936 το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα συμμάχησαν με την φιλελεύθερη πτέρυγα της αστικής τάξης, σχηματίζοντας έτσι ένα Λαϊκό Μέτωπο, με το πρόσχημα της αντιμετώπισης του φασιστικού κινδύνου. Παρά την φαινομενική παλλαϊκή ενότητα ενάντια στον “κοινό εχθρό” που μοιάζει να προσφέρει ένα τέτοιο σχήμα, δεν υπάρχει πραγματική ενότητα γιατί ο εχθρός δεν είναι κοινός. Γιατί, αν οι φασίστες πάρουν την εξουσία, οι βιομήχανοι στην ουσία συνεχίζουν τις “δουλειές” τους, ενώ το εργατικό κίνημα χάνει κάθε δικαίωμα οργάνωσης, έκφρασης και δράσης. Γι’ αυτό, όταν το εργατικό κίνημα πάρει διαστάσεις οι αστοί θα αφήσουν τα προσχήματα και θα καταφύγουν πάλι στη βοήθεια των “αντιπάλων” τους, των φασιστών, για να υπερασπιστούν το σάπιο σύστημα τους.

Όμως, η διάθεση των πλατιών μαζών ήταν να χρησιμοποιήσουν τη ψήφο τους για να καταψηφίσουν τους φασίστες που διεκδικούσαν την κυβέρνηση. Οι αναρχικοί, αν έμεναν έξω από το Λαϊκό Μέτωπο, είχαν τη χρυσή ευκαιρία να κατέβουν στις εκλογές με ένα ανεξάρτητο επαναστατικό πρόγραμμα, ώστε να στρέψουν αυτή την αντιφασιστική διάθεση στη σωστή κατεύθυνση. Όμως, ακολουθώντας τις παραδόσεις τους αρχικά αποφάσισαν να μη συμμετέχουν στις εκλογές. Αλλά την τελευταία στιγμή, νοιώθοντας την πίεση από τα ίδια τους τα μέλη, αναγκάστηκαν να ψηφίσουν υπέρ του Λαϊκού Μετώπου. Η δεξιά, βέβαια, είχε ήδη αξιοποιήσει την στάση αποχής των αναρχικών. Στο Καντίθ, για παράδειγμα, η δεξιά πρόσφερε σημαντική οικονομική ενίσχυση για την αντιεκλογική προπαγάνδα τους.

Στις 17 Ιουλίου 1936 οι φασίστες οργανώνουν ένοπλη απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου και οι εργάτες απαντούν χωρίς ουσιαστική καθοδήγηση. Με το όπλο στο χέρι παίρνουν κάτω από τον έλεγχο τους ολόκληρες πόλεις. Στην ουσία, οι δυνάμεις του κράτους είχαν παραλύσει και η εργατική τάξη ήταν η μόνη κυρίαρχη δύναμη. Δημιουργήθηκε έτσι μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας που αν είχε αξιοποιηθεί από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση.

Ούτε οι ηγέτες του “Κομμουνιστικού” ούτε αυτοί του “Σοσιαλιστικού” Κόμματος ήθελαν επανάσταση. Όμως, μαζί μ’ αυτούς αποκάλυψαν την πραγματική φύση της “επαναστατικής” τους θεωρίας και οι αναρχικοί. Είχαν μια ισχυρή βάση στους εργάτες της Καταλονίας και τους ακτήμονες αγρότες σε άλλες περιοχές. Ωστόσο, αντί να βάλουν το ζήτημα της δημιουργίας επιτροπών μέσα από τις οποίες οι εργάτες και οι αγρότες θα μπορούσαν να είχαν πάρει τον έλεγχο εξουσίας και της κοινωνίας, οι αναρχικοί δεν έκαναν τίποτα για να υπερασπιστούν και να ολοκληρώσουν τις κατακτήσεις των εργατών. Ο Αουγκούστιν Σούτσι, που στο διάστημα 1936-39 ήταν υπεύθυνος διεθνούς προπαγάνδας των CNT-FAI, ήταν ένας από τους αναρχικούς που υποστήριζαν την συμμετοχή τους στην κυβέρνηση. Έγραφε:

“Οι εργάτες της Βαρκελώνης, κάτω από την καθοδήγηση των αναρχικών, κατάφεραν να συντρίψουν τη φασιστική εξέγερση μέσα σε δυόμισι μέρες. Οι αναρχικοί δεν ήθελαν να πάρουν οι ίδιοι την εξουσία ούτε τα συνδικάτα γύρευαν να εγκαθιδρύσουν μια δικτατορία. Όπως και σε όλες τις άλλες περιοχές της Ισπανίας, δημιουργήθηκε ένα αντιφασιστικό ενιαίο μέτωπο. Κάλυπτε όλο το φάσμα, από τις διάφορες φιλελεύθερες τάσεις της αστικής τάξης μέχρι την πιο ακραία τάση του προλεταριάτου, τους αναρχικούς.”

Έτσι, οι αναρχικοί οδήγησαν τους εργάτες σε ένα λαϊκό μέτωπο ενάντια στο φασισμό. Μια τέτοια συμμαχία με τα αστικά κόμματα, που ισοδυναμεί με άρνηση ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας, αναπόφευκτα αποδυναμώνει και τον αντιφασιστικό αγώνα. Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό πρέπει να είναι αγώνας για την καταστροφή της εξουσίας της αστικής τάξης, που γεννάει το φασισμό.

Ωστόσο, η λογική του λαϊκού μετώπου δε σταμάτησε εδώ. Οι αναρχικοί, αυτοί οι ορκισμένοι αντίπαλοι του κράτους, μπήκαν στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, παίρνοντας Υπουργεία μεταξύ των οποίων και το Υπουργείο Δικαιοσύνης! Η κυβέρνηση αυτή δεν ήταν εργατική, αντίθετα ήταν μια αστική κυβέρνηση που είχε στόχο το τσάκισμα της σοσιαλιστικής επανάστασης, που οι εργάτες αναζητούσαν ενστικτώδικα, και τη διατήρηση του αστικού κράτους.

Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να οργανώσουν οι εργάτες το δικό τους κράτος, και η κοινωνία θα είχε μπει στο δρόμο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Αλλά, αντιμέτωποι με το πραγματικό τεστ των καθηκόντων μιας ζωντανής επανάστασης, οι αναρχικοί ηγέτες ένοιωσαν τις αδυναμίες της θεωρίας τους και τελικά κάθισαν στις πολυθρόνες του κράτους, που όλη τους την προηγούμενη ζωή κατηγορούσαν.

Την ίδια στάση κράτησαν και το Μάη του 1937 στη Βαρκελώνη. Οι Σταλινικοί, που είχαν την κυβέρνηση της Καταλονίας, την Χενεραλιδάδ, προσπάθησαν να πάρουν τον έλεγχο του κέντρου τηλεπικοινωνιών της Βαρκελώνης από τα χέρια των αναρχικών, που το είχαν καταλάβει από τις πρώτες κιόλας μέρες της επανάστασης. Ο Σούτσι παραδέχεται πως

“ολόκληρη η κινητοποίηση (σ.σ. της κυβέρνησης) είχε οργανωθεί για να συντριβεί το CNT, η Ιβηρική Ομοσπονδία Αναρχικών (FAI) και μαζί και οι επαναστατικές κατακτήσεις της 19ης Ιούλη.”

Οι εργάτες αντιδρώντας έστησαν οδοφράγματα και ουσιαστικά πήραν στα χέρια τους τον έλεγχο της κατάστασης όταν τα κυβερνητικά στρατεύματα αρνήθηκαν να κινηθούν εναντίον τους. Και πάλι οι αναρχικοί ηγέτες, μη έχοντας πρόταση εξουσίας, έκαναν έκκληση για “αυτοσυγκράτηση”. Οι αναρχικοί υπουργοί Γκαρθία Ολιβερ και Φεντερίκα Μόντσενυ μετέδωσαν μια έκκληση προς τους οπαδούς τους να αφήσουν τα όπλα και να γυρίσουν στις δουλειές τους.

Σε ένα ημερολόγιο, ο Σούτσι γράφει πως στις 5 Μαΐου

“έφταναν μηνύματα από όλα τα μέρη της Βαρκελώνης και τις επαρχίες της Καταλονίας ότι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν με το CNT και πως οι περισσότερες πόλεις και τα χωριά ήταν στα χέρια των οργανώσεων μας. Θα ήταν εύκολο να μπούμε στο κέντρο της πόλης αν οι υπεύθυνες επιτροπές έδιναν το σύνθημα. Έφτανε μόνο να γίνει έκκληση στις επιτροπές άμυνας των προαστίων. Αλλά η περιφερειακή επιτροπή του CNT ήταν αντίθετη. Κι αυτοί και το FAI απέρριπταν κάθε πρόταση επίθεσης.”

Ένας αριθμός στρατιωτικών μονάδων ήταν έτοιμος να τους δώσει την υποστήριξη του. Στις 6 Μαΐου, γράφει ο Σούτσι:

“ο υφυπουργός Χουανέλ Μολίνα, παρόλο που ήταν μέλος της FAI, έκανε τα πάντα για να εμποδίσει την είσοδο των φαντάρων στον αγώνα. Αν το FAI είχε πραγματικά μπει στον αγώνα, ολόκληρη η στρατιωτική δύναμη θα ήταν με το μέρος του και η νίκη θα ήταν σίγουρη… Οι αναρχικοί θα μπορούσαν να είχαν καλέσει τις δυνάμεις τους από το μέτωπο της Αραγκόν και από άλλα μέρη της Καταλονίας, και δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα μπορούσαν να είχαν νικήσει μέσα σε 24 ώρες.”

Αντίθετα, οι αναρχικοί παρέμειναν στην κυβέρνηση της Καταλονίας, που έστελνε στρατεύματα ενάντια στους εργάτες. Στις 6 Μαΐου μεταδόθηκε μια διακήρυξη του CNT που δήλωνε:

“Το CNT και το FAI συνεχίζουν, όπως και στο παρελθόν, να συνεργάζονται με συνέπεια με όλες τις πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις του αντιφασιστικού μετώπου. Η καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό είναι πως το CNT συνεχίζει να συνεργάζεται με την κεντρική κυβέρνηση, την κυβέρνηση της Χενεραλιδάδ και τις τοπικές αρχές… Επιπρόσθετη απόδειξη πως το CNT στην Καταλονία δεν ήθελε να διασπάσει, και δεν διέσπασε το αντιφασιστικό μέτωπο είναι το γεγονός πως όταν σχηματίστηκε η νέα κυβέρνηση της Χενεραλιδάδ, στις 5 Μαΐου, οι αντιπρόσωποι του CNT στην Καταλονία της πρόσφεραν κάθε διευκόλυνση, και ο γραμματέας του CNT ήταν μέλος της κυβέρνησης.”

Αυτή η συνεργασία εξυπηρέτησε μονάχα στον αφοπλισμό των εργατών που βρίσκονταν αντιμέτωποι με μια ένοπλη αντεπανάσταση. Το κίνημα είχε προδοθεί. Ωστόσο, τι θα μπορούσε να εμποδίσει τους ηγέτες των αναρχικών αν αποφάσιζαν να ολοκληρώσουν την επανάσταση, όταν τον Απρίλη του 1937 το CNT δήλωνε περισσότερο από ένα εκατομμύριο μέλη στην Καταλονία;Στα γεγονότα του Μάη αποκαλύφτηκε ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στους ηγέτες, τους θεωρητικούς του Αναρχισμού, και τη μαχητική νεολαία και τους εργάτες του CNT. Τα απλά μέλη και οι οπαδοί των αναρχικών συγκλονίστηκαν, φυσικά, από την προδοσία της ηγεσίας τους. Οι εργάτες στα οδοφράγματα έσκιζαν με αηδία τα φύλλα της αναρχικής εφημερίδας, Σολινταριδάδ Ομπρέρα.

Στην πορεία των γεγονότων, τα πιο μαχητικά στρώματα των αναρχικών, η αναρχική νεολαία και η οργάνωση “Φίλοι του Ντουρρούτι” (στη μνήμη του αναρχικού ηγέτη Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι που είχε σκοτωθεί στην υπεράσπιση της Μαδρίτης) πέρασαν στις ιδέες του Μαρξισμού. Συμφώνησαν με το σύνθημα που έριξε η μικρή Τροτσκιστική οργάνωση Μπολσεβίκοι-Λενινιστές για κατάληψη της εξουσίας από τις ένοπλες επιτροπές άμυνας των εργατών, αλλά οι δυνάμεις τους ήταν μικρές για να αντισταθμίσουν το βάρος των σταλινικών, των ρεφορμιστών και των αναρχικών ηγετών.
Το αποτέλεσμα ήταν η ήττα της επανάστασης και η εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Φράνκο για 40 ολόκληρα χρόνια.

Σχολιάζοντας το ρόλο του Αναρχισμού στην Ισπανική επανάσταση, ο Τρότσκι έγραφε:

“Το να αποκηρύξεις την κατάκτηση της εξουσίας σημαίνει να αφήσεις την εξουσία στα χέρια αυτών που ήδη την ελέγχουν, των εκμεταλλευτών. Η ουσία κάθε επανάστασης ήταν και είναι η τοποθέτηση μιας νέας τάξης στην εξουσία, που θα της επιτρέψει να υλοποιήσει το δικό της πρόγραμμα στις πραγματικές συνθήκες. Είναι αδιανόητο να κάνεις τον πόλεμο και να αρνείσαι τη νίκη. Είναι αδύνατο να καθοδηγείς τις μάζες στην εξέγερση χωρίς να τις προετοιμάζεις για την κατάκτηση της εξουσίας”.


“Κανείς δε θα μπορούσε να εμποδίσει τους αναρχικούς, μετά την κατάκτηση της εξουσίας, να εγκαθιδρύσουν το είδος του καθεστώτος που θεωρούν αναγκαίο, με την προϋπόθεση βέβαια πως το πρόγραμμα τους είναι υλοποιήσιμο. Αλλά οι ίδιοι οι αναρχικοί ηγέτες έπαψαν να πιστεύουν σε αυτό.”

Υπάρχει ένας αριθμός αναρχικών που αρνούνται να δουν την προδοσία των Ισπανών αναρχικών σαν συνέπεια της αναρχικής “απόλυτης άρνησης της πολιτικής”. Θεωρούν πως η ηγεσία δε στάθηκε στο ύψος της αναρχικής ιδεολογίας. Όμως, η ίδια η “Διεθνής” των αναρχικών, η ΑΙΤ (Διεθνής Ομοσπονδία Εργατών) στο συνέδριο της στο Παρίσι στις 8-17 Δεκέμβρη 1937 ενέκρινε την τακτική του CNT, δηλαδή της υποταγής στην αστική τάξη. Οι ίδιοι οι Ισπανοί αναρχικοί είχαν το θράσος να αποδώσουν την ήττα στην “ανεπαρκή αλληλεγγύη του διεθνούς προλεταριάτου”!! Συνεχίζοντας τη λογική του λαϊκού μετώπου ενάντια στο φασισμό, το συνέδριο αποφάσισε να απευθυνθεί στη Β’ και Γ’ Διεθνή και στη Διεθνή του Άμστερνταμ για δημιουργία “ενιαίου διεθνούς αντιφασιστικού μετώπου”, χωρίς μια λέξη για τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό! Οι μέθοδες πάλης που αποφασίστηκαν να προταθούν ήταν “μποϊκοτάρισμα των φασιστικών προϊόντων” και “άσκηση πίεσης σε δημοκρατικές κυβερνήσεις”!!

Υπάρχουν βέβαια και οι αναρχικοί που ήταν αντίθετοι στη συμμετοχή στην κυβέρνηση. Ο Χοσέ Πεϊράτς, ένας δραστήριος αναρχικός στα γεγονότα της Ισπανίας, είχε αυτή την άποψη. Αλλά, ποια εναλλακτική λύση έβλεπε; Στο βιβλίο “Οι Αναρχικοί στην Ισπανική Επανάσταση” γράφει:

“Βλέποντας τα γεγονότα από μια απόσταση πάνω από 20 χρόνων, πιστεύω πως όσοι από μας ήταν σταθερά αντίθετοι με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση είχαν σαν μοναδική εναλλακτική λύση μια συνεπή στις αρχές, ηρωική ήττα”.



Τι είδους όμως επαναστατική θεωρία είναι αυτή που στην καλύτερη περίπτωση ελπίζει σε μια ήττα, έστω “συνεπή στις αρχές” και “ηρωική”;

Συμπέρασμα

Ο ρόλος των αναρχικών στην Ισπανική επανάσταση σήμανε και την ουσιαστική τους έκλειψη από το πολιτικό προσκήνιο. Η κατάρρευση του Σταλινισμού ξαναδημιούργησε, ωστόσο, ένα ρεύμα νεολαίας που προσπαθεί να βρει το δρόμο του στις ιδέες της ριζικής κοινωνικής αλλαγής και την ίδια ώρα θέλει να σταθεί όσο γίνεται πιο μακριά από τις ηγεσίες της σοσιαλδημοκρατίας και των “Κομμουνιστικών” Κομμάτων.

Σε αυτούς έχουμε να πούμε πως το Κράτος δεν γκρεμίζεται με πετροπόλεμους. Ο ηρωισμός, βέβαια, είναι ένα απαραίτητο χαρακτηριστικό του κινήματος. Αλλά, χρειάζεται μια πολύ μεγαλύτερη δύναμη για να γκρεμιστεί ένας μηχανισμός που έχει μετατρέψει την καταστολή σε επιστήμη. Μπορούμε να κοιτάμε το μέλλον με αισιοδοξία, γιατί έχουμε αυτή τη δύναμη. Όπως έλεγε ο Μαρξ “η μεγαλύτερη υλική δύναμη στην ιστορία είναι η οργανωμένη δύναμη του προλεταριάτου όταν αυτό εμπνευστεί από ένα ιδανικό”. Ίσα-ίσα που όσο πιο οργανωμένα και μαζικά κινηθεί αυτή η υλική δύναμη τόσο λιγότερη φυσική βία θα χρειαστεί στην επιβολή της θέλησης της.

Για να πετύχει αυτό, χρειάζεται η πρωτοπορία να οργανωθεί, να μελετήσει την ιστορική εμπειρία του κινήματος, να βρει τα συνθήματα και το πρόγραμμα που θα οδηγήσουν τη μεγάλη μάζα του καταπιεσμένου πληθυσμού να συνειδητοποιήσει την ανάγκη για ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Να δώσει τη μάχη της “υπομονετικής εξήγησης” για να πείσει τη νεολαία και την εργατική τάξη για αυτά τα συνθήματα.

Η άρνηση κάποιων “επαναστατών” να δουν αυτό τον οφθαλμοφανή ιστορικό συνδυασμό παραγόντων το μόνο που μπορεί να σημαίνει είναι άρνηση να δουν τα καθήκοντα τους πριν την επανάσταση. Οι Μαρξιστές δεν αρνούνται την πρόκληση. Δεν αρκούνται στην εύκολη λύση της πέτρας και της μολότωφ. Δεν θέλουν απλά μια ηρωική οδομαχία, δεν θέλουν απλά το θάνατο του ενός ή του άλλου αστού. Θέλουν τη μεταμόρφωση ολόκληρης της σύγχρονης κοινωνίας, ένα έργο γιγάντιο αλλά όχι ακατόρθωτο.