kke_01

Η θεωρία των σταδίων

15/03/2016
Comments off
619 Views

Toυ Ανδρέα Παγιάτσου

Αύγουστος 1996

Η θεωρία των σταδίων

Kριτική στο πρόγραμμα του ΚΚΕ μετά το 15ο συνέδριο

Σταλινισμός

Είναι δυνατό στις σημερινές συνθήκες ένα κομμουνιστικό κόμμα να επιχειρεί επανέκδοση του προγράμματος του χωρίς να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια σ’ αυτό να ερμηνεύσει την κατάρρευση των καθεστώτων της πρώην ΕΣΣΔ και Ανατολικής Ευρώπης;

Κι όμως, το νέο πρόγραμμα του ΚΚΕ, που εγκρίθηκε από το 15ο συνέδριο του κόμματος, αυτό ακριβώς κάνει.

Κι αυτό παρ’ ότι από την αρχή του το κείμενο τονίζει ότι:

“Η ανάγκη για το νέο πρόγραμμα του Κόμματος προέκυψε κυρίως από τις αλλαγές που συνέβησαν στη χώρα μας και από τις διεθνείς εξελίξεις την τελευταία 15ετία, ιδιαίτερα μετά το 1989 – 1990. Η περίοδος αυτή σημαδεύεται από την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη…” (Εισαγωγή, σελ. 3)

και πιο κάτω:

“Η αντεπανάσταση κατάφερε ισχυρό πλήγμα στην υπόθεση του σοσιαλισμού και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος…” (Θέση 3 του Προγράμματος, σελ. 5)

Zήτημα αποφασιστικής σημασίας

Η ανάλυση σε βάθος των αιτιών για την κατάρρευση των καθεστώτων του πρώην “υπαρκτού σοσιαλισμού” δεν είναι ένα ζήτημα ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος αλλά ζήτημα αποφασιστικής σημασίας για το εργατικό και το μαζικό κίνημα και στην καθημερινή του πάλη και πολύ περισσότερο στους μακρόχρονους προσανατολισμούς του για κοινωνική αλλαγή. Χωρίς μια ολοκληρωμένη κατανόηση των λόγων που οδήγησαν στην παλινόρθωση της εξουσίας της αστικής τάξης πως είναι δυνατό το εργατικό κίνημα να εμπνευστεί από το σοσιαλιστικό όραμα; Χωρίς μια κατανόηση αυτών των αιτιών πως είναι δυνατό να αποφευχθεί μια ανάλογη πορεία στο μέλλον;

Όταν το νέο πρόγραμμα του ΚΚΕ σωστά αναγνωρίζει ότι:

“Ο καπιταλισμός έχει περάσει στο στάδιο της γενικής του κρίσης, είναι ιστορικά ξεπερασμένος…(Θέση 2, σελ. 4)

“Στους κόλπους του ιμπεριαλισμού διαμορφώθηκαν οι υλικές προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό…(ο.π.)

“Η εποχή μας είναι εποχή μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό…” (Θέση 2, σελ. 5)

τότε πώς γίνεται ένα σάπιο σύστημα, το καπιταλιστικό, να πετυχαίνει την ανατροπή του “σοσιαλισμού” στην ΕΣΣΔ; Μήπως οι δυνάμεις που οδήγησαν στην ανατροπή του “σοσιαλισμού” και την επιτυχία της αντεπανάστασης βρίσκονταν, στην ουσία, στο εσωτερικό των χωρών του “σοσιαλισμού” και απλά υποβοηθήθηκαν από δυνάμεις που βρίσκονταν στο εξωτερικό;

Ξαφνικά, ταξική πάλη στην ΕΣΣΔ!

Κάτι τέτοιο πάει να διαφανεί από τη μοναδική αναφορά που (παρεμπιπτόντως !) υπάρχει στους εσωτερικούς παράγοντες που έπαιξαν ρόλο για την ανατροπή των καθεστώτων αυτών:

“Με τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης, αρχίζει η μεταβατική περίοδος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, που αποτελεί την αρχική φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Δεν σταματά η ταξική πάλη, αλλάζουν οι μορφές εκδήλωσης της… Όπως έδειξε η πείρα της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης του 20ου αιώνα, η υποτίμηση των αντιθέσεων μπορεί να οδηγήσει στη μετεξέλιξή τους σε σοβαρούς ανταγωνισμούς, στην υπόσκαψη της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, στην ενίσχυση των στοιχείων της αντεπανάστασης…” (Θέση 41, σελ. 31)

Μαθαίνουμε λοιπόν ότι στην ΕΣΣΔ υπήρχε ταξική πάλη η οποία τελικά υπόσκαψε τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση. Ούτε λέξη, όμως, παραπέρα! Ούτε πώς εξηγείται μετά από 70 τόσα χρόνια “σοσιαλισμού” να εξακολουθούσε να υπάρχει ταξική πάλη, ούτε ποιές ήταν οι αντιμαχόμενες τάξεις, ούτε πώς γίνεται τόσες δεκαετίες να μαίνεται η ταξική πάλη και τα κομμουνιστικά κόμματα σ’ Ανατολή και Δύση να μην την έχουν πάρει είδηση παρά μόνο όταν αυτή οδήγησε στη νίκη της αντεπανάστασης!

Ασφαλώς με γενικολογίες και υπεκφυγές, του πιο πάνω είδους, η ηγεσία του ΚΚΕ δεν πρόκειται ν’ αποφύγει το πρόβλημα.

Η πραγματικότητα είναι ότι, αρνείται πεισματικά να κοιτάξει με κριτικό μάτι την ιστορία και να βγάλει συμπεράσματα. Αφήνει στο απυρόβλητο το Σταλινικό καθεστώς το οποίο αποτελούσε μια από τις πιο στυγνές δικτατορίες που γνώρισε η ανθρωπότητα. Δεν βρίσκει ούτε μια λέξη να πει για το γεγονός ότι στην ΕΣΣΔ και τις χώρες της Α. Ευρώπης δεν υπήρχαν στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα, δεν υπήρχε η δυνατότητα ύπαρξης διαφορετικών κομμάτων, δεν υπήρχε κανένα στοιχείο εργατικού ελέγχου και συμμετοχής των εργατικών μαζών στη διοίκηση της οικονομίας και της κοινωνίας. Όλη η εξουσία ήταν στα χέρια μιας διεφθαρμένης γραφειοκρατίας, μισητής από τις λαϊκές μάζες. Η ηγεσία του ΚΚΕ αρνείται να δει τους κολοσσιαίους αγώνες που είχε δώσει η Αριστερή Αντιπολίτευση στην ΕΣΣΔ, στη δεκαετία του ’20 και του ’30, ενάντια στην επιβολή του Σταλινικού καθεστώτος και υπέρ της εργατικής δημοκρατίας.

Oι αρχές του Λένιν

Όταν οι Μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία το 1917 το πρόγραμμα τους περιλάμβανε τέσσερις όρους που θα χαραχτήριζαν το εργατικό κράτος το οποίο αναλάμβαναν να χτίσουν, όπως τους είχε αναπτύξει ο Λένιν λίγους μήνες πριν, στο βιβλίο του “Κράτος κι Επανάσταση”.

Αυτοί οι όροι ήταν: Πρώτο, η ζωντανή και δημοκρατική λειτουργία των σοβιέτ σαν όργανα της εξουσίας των εργατικών και λαϊκών μαζών. Δεύτερο, η κατάργηση της ανισότητας στις αμοιβές, με τους αξιωματούχους του κράτους να μην αμείβονται με περισσότερα απ’ όσα έπαιρνε ένας ειδικευμένος εργάτης. Τρίτο, η εκ περιτροπής εκτέλεση των διοικητικών καθηκόντων από τους εργαζόμενους σε κάθε χώρο, ώστε να μην μπορεί ν’ αναπτυχθεί μόνιμη γραφειοκρατία. Και, τέταρτο, η αντικατάσταση των σωμάτων ασφαλείας από δημοκρατικά ελεγχόμενες εργατικές και λαϊκές πολιτοφυλακές.

Από τους παραπάνω όρους κανένας δεν υπήρχε στην ΕΣΣΔ της δεκαετίας του ’80! Αντίθετα υπήρχε ένα στυγνό μονοκομματικό καθεστώς το οποίο ποτέ δεν είχε περιληφθεί στο πρόγραμμα των Μπολσεβίκων ή στα γραπτά των κλασσικών.

Αυτό είναι αδύνατο να ερμηνευτεί με βάση κάποια συγκυρία που δεν επέτρεπε την εφαρμογή των όρων του Λένιν, γιατί δεν μιλάμε για τα πρώτα 2, 3, ή 5 χρόνια προσπάθειας να οικοδομηθεί το εργατικό κράτος, σε συνθήκες καταστροφής, εμφύλιου πολέμου και εξωτερικής επέμβασης. Μιλάμε για τον “ολοκληρωμένο σοσιαλισμό” τον οποίο η Σταλινική γραφειοκρατία εξήγγειλε με τυμπανοκρουσίες από τη δεκαετία του ’30. Αν στο σοβιετικό καθεστώς δεν υπήρχαν τα χαραχτηριστικά που ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι πρόσδιδαν σ’ ένα εργατικό κράτος, επομένως, αυτό οφείλεται σε συνειδητή επιλογή του καθεστώτος.

Το ΚΚΕ, φαίνεται πως δεν πήρε ποτέ είδηση ότι οι όροι του Λένιν, για τα χαραχτηριστικά ενός εργατικού κράτους, σ’ ένα απ’ τα κορυφαία και κλασσικά έργα του Μαρξισμού (το Κράτος κι Επανάσταση) δεν εφαρμοζόντουσαν στην ΕΣΣΔ. Προτίμησε να επιλέξει κάποιες άλλες “αρχές” για να περιγράψει τη μελλοντική “σοσιαλιστική” κοινωνία

H “αρχή” του Στάλιν

Σύμφωνα με το Πρόγραμμα του ΚΚΕ, στη μελλοντική κοινωνία θα κοινωνικοποιηθούν τα βασικά μέσα παραγωγής και θα σχεδιαστεί η οικονομία, ώστε να εξασφαλιστεί δουλειά για όλους, να βελτιώνονται συνεχώς οι συνθήκες ζωής των εργαζομένων και ν’ ανεβαίνει το επίπεδο της κοινωνικής και πολιτιστικής ευημερίας του λαού,

“με βάση τη σοσιαλιστική αρχή: στον καθένα ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας του” (θέση 35, σελ 27)

Από πού έπεσε αυτή η “αρχή”; Όσο και να ψάξει κανείς τον Μαρξ τον Ένγκελς και τον Λένιν, τέτοια “αρχή” δεν πρόκειται να βρει πουθενά.
Ας δοκιμάσουμε να καταλάβουμε τι σημαίνει εφαρμογή στην πράξη της αμοιβής ανάλογα με την ποιότητα και την ποσότητα της εργασίας. Αυτός που είναι ασθενικός ή αδικημένος από τη φύση πρέπει να αμείβεται λιγότερο; Αυτός που υστερεί σε φυσικές δυνάμεις, σε επαγγέλματα τα οποία απαιτούν τέτοιες δυνάμεις, το ίδιο; Πόσα θα πρέπει ν’ αμείβεται ο ανθρακωρύχος και πόσα ο γιατρός; Πόσα ο δάσκαλος και πόσα ο σκουπιδιάρης; Πως μετριέται η ποιότητα της εργασίας του ενός γιατρού σε σχέση με τον άλλο;

Ο καπιταλισμός “λύνει” αυτές τις διαφορές μέσα από τη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς. Στο “σοσιαλισμό” που προτείνει το ΚΚΕ πως θα λύνονται; Μήπως πρέπει να επιστρέψουμε στη δουλειά με το κομμάτι, σε μια εποχή που η τεχνολογία αναπτύσσεται με ασύλληπτη ταχύτητα και που αυτή καθορίζει την παραγωγικότητα κι όχι το άτομο; Ή μήπως πρέπει να θεσμοθετήσουμε κάποιο “πατερούλη” – Στάλιν ο οποίος να αποφασίζει αυθαίρετα πόσα αξίζει η δουλειά του καθενός;

Ας μην υπάρχουν αμφιβολίες – η θέση “στον καθένα ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας του” οδηγεί σ’ ένα βαθύ διαχωρισμό και μια τεράστια ανισότητα ανάμεσα στην πνευματική και τη χειρωνακτική εργασία, ανάμεσα σ’ αυτούς, πιο ειδικά, που ασχολούνται με διοικητικά καθήκοντα και τους υπόλοιπους που επιφορτίζονται την παραγωγή.

Αυτές δεν είναι σοσιαλιστικές αρχές! Αυτές είναι καπιταλιστικές αρχές! Αρχές που αναπτύσσουν ανταγωνισμό ανάμεσα σε διαφορετικά στρώματα των εργαζομένων και ατομικισμό στον καθένα ξεχωριστά.

Είναι ένα πράμα να δεχτούμε ότι η ανατροπή του καπιταλισμού δεν πρόκειται μέσα σε 24 ώρες να εξασφαλίσει την ισότητα στις αμοιβές απ’ άκρη σ’ άκρη στην κοινωνία. Είναι ένα πράμα να δεχτούμε ότι ο σοσιαλισμός, σε πρώτη φάση, ίσως να μην μπορεί να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες των εργαζομένων, αν το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν έχει (ακόμη) φτάσει τα απαραίτητα επίπεδα. Κι είναι ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό, πράγμα, να θεσμοθετείται η ανισότητα σαν αρχή(!!!) στο σοσιαλισμό!

Το ΚΚΕ δεν δανείστηκε την έκφραση αυτή ούτε απ’ το Μάρξ ούτε απ’ το Λένιν. Τη δανείστηκε απ’ το Στάλιν. Για πρώτη φορά η φράση

“Στη Σοβιετική Ένωση πραγματοποιείται η σοσιαλιστική αρχή: από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητες του, στον καθένα σύμφωνα με τη δουλειά του”



εμφανίστηκε το 1936, στο νέο σύνταγμα που είχε ετοιμάσει ο Στάλιν για τη Σοβιετική Ένωση.Ο Στάλιν είχε πάρει την κλασσική φόρμουλα που χρησιμοποίησε ο Μάρξ για να περιγράψει την κομμουνιστική κοινωνία,

“από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητες του, στον καθένα ανάλογα με της ανάγκες του” (Κάρλ Μάρξ, Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα)

και την προσάρμοσε στις ανάγκες της Σοβιετικής γραφειοκρατίας – για να δικαιολογήσει τα προνόμια και την πολυτέλεια που απολάμβανε – βαφτίζοντας την, “σοσιαλιστική” αρχή. Όπως εξήγησε ο Λ. Τρότσκι,

“η πληρωμή “σύμφωνα με τη δουλειά” – στην πραγματικότητα, πληρωμή προς όφελος της “πνευματικής” σε βάρος της φυσικής και ιδιαίτερα της ανειδίκευτης δουλειάς – είναι μια πηγή αδικίας, καταπίεσης και καταναγκασμών για την πλειοψηφία, προνομίων και μιας “ευτυχισμένης ζωής” για τους λίγους… Το αυτοκίνητο του γραφειοκράτη σίγουρα θα προστατευτεί με το νέο θεμελιακό αυτό νόμο πολύ πιο αποτελεσματικά από το κάρο του αγρότη” (Λέων Τρότσκι, “Προδομένη Επανάσταση”)

Στην πραγματικότητα, ο Μάρξ θεωρούσε δεδομένη την εξίσωση των μισθών στην σοσιαλιστική κοινωνία, κι εξηγούσε ότι αυτό (η εξίσωση των μισθών) δεν ήταν αρκετό για να εξασφαλίσει την ισότητα που επιδιώκουν οι σοσιαλιστές, καθώς θα υπάρχουν άτομα των οποίων οι ανάγκες, προσωπικές ή οικογενειακές, θα είναι μεγαλύτερες απ’ αυτές άλλων. (Δεδομένη θεωρούσε την εξίσωση των μισθών και ο Λένιν, όπως δείχνει χαρακτηριστικά η προηγούμενη μας αναφορά στο Κράτος κι Επανάσταση)

Συνεπώς, η “πλήρης” ισότητα μπορούσε να επιτευχθεί, σύμφωνα με τον Μάρξ, μόνο αν ο μισθός του κάθε εργαζόμενου καθοριζόταν τελικά με βάση τις ανάγκες αυτού και της οικογένειας του, ανεξάρτητα από τις ατομικές του ικανότητες. Αυτό θα ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κομμουνιστικής κοινωνίας – δηλαδή, της ανεπτυγμένης σε ένα εξαιρετικά ψηλό οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο, σοσιαλιστικής κοινωνίας. (Περιττό να πούμε ότι ο κομμουνισμός του Μάρξ δεν είχε καμμιά σχέση με τον “κομμουνισμό” της Σοβιετικής γραφειοκρατίας).

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι πως, όταν η ηγεσία του ΚΚΕ μιλά για σοσιαλισμό, σήμερα, μετά απ’ όσα έγιναν στις χώρες του πρώην “υπαρκτού σοσιαλισμού”, εξακολουθεί να έχει στο μυαλό της το καθεστώς του Στάλιν.

Τρότσκι

Ο ιδρυτής της Αριστερής Αντιπολίτευσης, που δημιουργήθηκε στη Σοβιετική Ένωση για να αντιπαλέψει τη γραφειοκρατικοποίηση του κόμματος, ο Λέων Τρότσκι, εξήγησε πως η θεμελιακή αντίφαση της σοβιετικής κοινωνίας ήταν η αντίθεση ανάμεσα στις κατακτήσεις της Οκτωβριανής επανάστασης από τη μιά, και την εγκαθίδρυση ενός γραφειοκρατικού καθεστώτος από την άλλη. Η γραφειοκρατία, πρόβλεψε, δεν θα μπορούσε ν’ αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις πέρα από κάποιο ορισμένο στάδιο – τελικά θα οδηγούσε την κοινωνία σε τέλμα και είτε οι λαϊκές μάζες θα την ανάτρεπαν και θα προχωρούσαν προς το σοσιαλισμό είτε η ίδια η γραφειοκρατία θα γινόταν το όχημα για την παλινόρθωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Στη βάση αυτής της ανάλυσης πρόβλεψε την τελική και αναπόφευκτη ανατροπή του Σταλινισμού.

Το 1936, όταν ο Στάλιν διαλαλούσε την ολοκλήρωση του σοσιαλισμού, ο Τρότσκι έγραφε:

“..το ίδιο το γεγονός της απαλλοτρίωσης της πολιτικής εξουσίας σε μια χώρα όπου τα κύρια μέσα παραγωγής βρίσκονται στα χέρια του κράτους, δημιουργεί μια νέα και μέχρι τώρα άγνωστη σχέση ανάμεσα στη γραφειοκρατία και τον πλούτο του έθνους. Τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο κράτος . Αλλά το κράτος, ας το πούμε έτσι, ανήκει στη “γραφειοκρατία”. Αν αυτές οι εντελώς νέες σχέσεις σταθεροποιηθούν, γίνουν ο κανόνας και νομιμοποιηθούν, με την αντίσταση ή χωρίς την αντίσταση των εργατών, θα οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε μια πλήρη εξάλειψη των κοινωνικών καταχτήσεων της προλεταριακής επανάστασης..


“Η Σοβιετική Ένωση είναι μια αντιφατική κοινωνία που βρίσκεται στη μέση ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό…”
(Λ.Τρότσκυ, Προδομένη Επανάσταση)

Στη βάση της αντιφατικότητας αυτής, ο Τρότσκι πρόβλεπε τον ιστορικά προσωρινό χαρακτήρα αυτού του καθεστώτος: είτε η κοινωνία θα πετύχαινε το άλμα προς το σοσιαλισμό είτε θα επέστρεφε στον καπιταλισμό. Έγραφε:

“Η κυριαρχία των σοσιαλιστικών τάσεων πάνω στις αστικές τάσεις δεν είναι εγγυημένη από τον αυτοματισμό της οικονομίας… ο χαρακτήρας της οικονομίας σαν σύνολο εξαρτάται από τον χαρακτήρα της κρατικής εξουσίας…


“Μια κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην κατάρρευση της σχεδιασμένης οικονομίας και έτσι στην κατάργηση της κρατικής ιδιοκτησίας… η πτώση της τωρινής γραφειοκρατικής δικτατορίας αν δεν συνοδευόταν από μια νέα σοσιαλιστική εξουσία, θα σήμαινε μια επιστροφή στις καπιταλιστικές σχέσεις με καταστροφική παρακμή της βιομηχανίας και της κουλτούρας”.
(Προδομένη Επανάσταση)

Η σταλινική γραφειοκρατία, πρόβλεπε ο Τρότσκυ, όχι μόνο δεν θα εμπόδιζε την πορεία προς τον καπιταλισμό, αλλά θα μετατρεπόταν, μετά από κάποιο στάδιο, σε υπηρέτη της.

“Αν ένα αστικό κόμμα έμελε ν’ ανατρέψει την κυρίαρχη σοβιετική κάστα δεν θα έβρισκε λίγους έτοιμους υπηρέτες μέσα στους σημερινούς γραφειοκράτες διοικητές τεχνικούς, διευθυντές, γραμματείς του κόμματος και, γενικά, στους προνομιούχους ανώτερους κύκλους.” (Προδ. Επανάσταση)

Η ιστορία έχει πια μιλήσει. Οι δυνάμεις που άνοιξαν το δρόμο στην καπιταλιστική παλινόρθωση προήλθαν μέσα από το εσωτερικό των ίδιων των κομμουνιστικών κομμάτων, που σύμφωνα με το ΚΚΕ έχτιζαν το σοσιαλισμό σ’ αυτές τις χώρες. Στη βάση μιας σωστής θεωρητικής ανάλυσης, στηριγμένος στο Μαρξισμό, ο Τρότσκι μπόρεσε να κάνει μια από τις πιο μεγαλοφυείς προβλέψεις που έγιναν ποτέ. Η ιστορία τον δικαίωσε τραγικά, καθώς, η παλινόρθωση του καπιταλισμού στις πρώην σταλινικές χώρες σηματοδοτεί μια ήττα για το εργατικό κίνημα διεθνώς.Όλα όμως αυτά, παραμένουν κλειστό βιβλίο για την ηγεσία του ΚΚΕ.

Aδιόρθωτα σταλινική

Το πρόγραμμα του ΚΚΕ μιλά στο όνομα του σοσιαλισμού και της επανάστασης. Όμως αυτό δεν φτάνει. Κανένα κόμμα και καμιά οργάνωση που μιλούν στο όνομα του σοσιαλισμού δεν πρόκειται να πλησιάσουν αυτό το στόχο αν δεν έχουν μια ολοκληρωμένη κατανόηση για την ιστορική διαδρομή της ΕΣΣΔ και για τις αιτίες της κατάρρευσης.

Ούτε είναι ποτέ δυνατό για το ΚΚΕ, χωρίς μια καθαρή θέση για την ΕΣΣΔ και τον Σταλινισμό, να πετύχει τους οργανωτικούς στόχους που βάζει, για ανασυγκρότηση του ίδιου και των αδελφών κομμάτων του:

“Η ανασυγκρότηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, από την κατάσταση κρίσης και υποχώρησης που βρίσκεται σήμερα, είναι αναγκαία και επιβεβλημένη…” (Θέση 18, σελ. 11)

Το ότι η ηγεσία του ΚΚΕ παραμένει αδιόρθωτα σταλινική, χωρίς όμως να τολμά να το πει καθαρά, δεν φαίνεται μόνο από την κάλυψη που δίνει στο φαινόμενο του Στάλιν και των επιγόνων του, αλλά κι από το υπόλοιπο του προγράμματος του. Όπου, παρά τα νέα δεδομένα και τη νέα εποχή στην οποία αναγνωρίζει ότι βρισκόμαστε, εξακολουθεί να επιμένει στην “θεωρία των σταδίων”, η οποία, παρεμβάλλει συγκεκριμένα στάδια από τα οποία πρέπει να περάσει, υποτίθεται, το κίνημα προτού φτάσει στο σοσιαλισμό. Η θεωρία των σταδίων είναι ο κλασσικός τρόπος με τον οποίο τα σταλινικά κόμματα ανέβαλλαν δια παντός την αναγκαιότητα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού με αφορμή κάποια “απαραίτητα” στάδια, που έπρεπε να προηγηθούν. Έτσι ο Σταλινισμός κατάφερνε για δεκαετίες να μιλά στο όνομα του σοσιαλισμού και την ίδια στιγμή να υποσκάπτει την προοπτική του.

Πριν από την ανατροπή του καπιταλισμού λοιπόν το πρόγραμμα του ΚΚΕ προνοεί το πέρασμα από ένα αντιϊμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό στάδιο.

Η θεωρία των Σταδίων

Το 1934 έγινε μια σημαντική αλλαγή στο πρόγραμμα του ΚΚΕ.
Από την ίδρυση του, το 1923, το ΚΚΕ προπαγάνδιζε την ανάγκη της ανατροπής του καπιταλισμού και το κτίσιμο της σοσιαλιστικής κοινωνίας, μέσα από την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη, προσδιορίζοντας, πάντα, την επερχόμενη επανάσταση των μαζών σαν αντικαπιταλιστική, σοσιαλιστική.
Το Γενάρη του 1934, όμως, στην 6η ολομέλεια της Κεντρικής του Επιτροπής (που στη συνέχεια επικυρώθηκε ομόφωνα από το συνέδριο του Μάρτη του ίδιου χρόνου) το ΚΚΕ αποφάσιζε ότι:

“…η επανάσταση αρχίζοντας σαν παλλαϊκή σοβιετική επανάσταση των αγροτών και εργατών, λύνοντας πρώτ’ απ’ όλα τα καθήκοντα του αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα, να μπορέσει στην εξέλιξη της να περάσει σε επανάσταση σοσιαλιστική και να αποτελειώσει έτσι τη νίκη της” (Αστερίου και Λαμπάτος, “Η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα”)

Η αλλαγή αυτή απηχούσε τις νέες θέσεις της Κομιντέρν, της Κομμουνιστικής Διεθνούς που είχε πια ολοκληρωτικά σταλινοποιηθεί:

“Η Ελλάδα ανήκει στην κατηγορία εκείνων των χωρών , στις οποίες επίκειται πορεία λίγο ή πολύ γρήγορου περάσματος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική και στις οποίες η δικτατορία του προλεταριάτου μπορεί να μην επέλθει και αμέσως…” (Λιβιεράτος, “Παντελής Πουλιόπουλος”)

Έτσι, το ΚΚΕ, άρχιζε να θεωρεί ότι, πριν από την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη για το χτίσιμο της σοσιαλιστικής κοινωνίας, ήταν απαραίτητο να προηγηθεί ένα στάδιο το οποίο το ΚΚΕ περίγραφε σαν αστικοδημοκρατικό.

Αυτή η τοποθέτηση έκρυβε, χωρίς να το λέει καθαρά, ένα αντεπαναστατικό χαρακτηριστικό που, με το πέρασμα του χρόνου, θα γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρο, έντονο και συνειδητό: ότι δηλαδή, η επερχόμενη επανάσταση των Ελληνικών μαζών, δεν θάπρεπε να ‘ναι σοσιαλιστική αλλά θάπρεπε να περιορίσει το ρόλο της σε καθήκοντα μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος (“αστικοδημοκρατικά καθήκοντα”, καθήκοντα, δηλαδή, που έχουν να κάνουν με την εξάλειψη των φεουδαλικών καταλοίπων στην Ελληνική κοινωνία και οικονομία).

Από τη στιγμή που το ΚΚΕ έπαιρνε μια τέτοια θέση, αλλάζοντας το πρόγραμμα που είχε μέχρι τότε, σήμαινε ότι επιφύλασσε για τον εαυτό του τον ακόλουθο ρόλο: όταν οι μάζες έφταναν στα πρόθυρα της κατάληψης της εξουσίας το ΚΚΕ θα φρέναρε αυτή την πορεία εξηγώντας ότι η επανάσταση δεν ήταν ταγμένη να προχωρήσει πέρα από αστικοδημοκρατικά καθήκοντα.

Λίγοι μπόρεσαν τότε να εντοπίσουν τη διαφορά. Η ανατροπή των προηγούμενων θέσεων του ΚΚΕ προωθούνταν από τον Ζαχαριάδη (ο οποίος είχε αναλάβει την ηγεσία του κόμματος) με τρόπο προσεχτικό, σχεδόν ανεπαίσθητο, ώστε να μην προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος.

Αναλύοντας τη σημασία αυτής της αλλαγής, ο Παντελής Πουλιόπουλος, διεγραμμένος του ΚΚΕ και ηγετικό στέλεχος της διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, έγραφε, σύντομα μετά την απόφαση αυτή της ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής:

“αν οι αποφάσεις αυτές βρούνε μια συνεπή εφαρμογή σ’ όλες τις λογικές τους συνέπειες στην περίοδο που μας ανοίγεται, το επίσημο τμήμα της Κομουνιστικής Διεθνούς στην Ελλάδα θα ξοφλήσει οριστικά σαν επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου” (Π. Πουλιόπουλος, “Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα;”)

Οι νέες αυτές θέσεις του ΚΚΕ, που εκπορευόντουσαν από το σταλινικό κέντρο της Κομιντέρν στη Μόσχα, στηριζόντουσαν σε μια καρικατούρα της εμπειρίας της επανάστασης του 1917 στη Ρωσία.

Η επανάσταση του Φλεβάρη του ’17 ανέβασε στην κυβέρνηση μια συμμαχία αριστερών κομμάτων με τη φιλελεύθερη πτέρυγα της αστικής τάξης (ένα “Λαϊκό Μέτωπο”), η οποία προσπαθούσε να περιορίσει την επανάσταση στα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα της εποχής (βασικά, την ανατροπή του Τσαρισμού, την αγροτική μεταρρύθμιση και την κοινοβουλευτική δημοκρατία).

Οι Μπολσεβίκοι αρνήθηκαν να μπούν στην κυβέρνηση αυτή, και την ανέτρεψαν 8 μήνες μετά, τον Οκτώβρη. Η θεμελιακή διαφορά των Μπολσεβίκων με τα υπόλοιπα κόμματα της αριστεράς ήταν ότι, αρνούνταν να δουν την επανάσταση σαν μια αστικοδημοκρατική επανάσταση αλλά επέμεναν να την τραβήξουν μέχρι τέλους, στην ανατροπή της αστικής τάξης.

Έτσι, παρ’ όλο που μετά τον Φλεβάρη η κυβερνητική εξουσία πέρασε στα χέρια των φιλοκαπιταλιστικών στοιχείων, που ήθελαν να περιορίσουν την επανάσταση στα “αστικοδημοκρατικά καθήκοντα”, οι Μπολσεβίκοι, πιστοί στο πρόγραμμα της εργατικής εξουσίας, τους ανάτρεψαν, δίνοντας μ’ αυτό τον τρόπο στην περίοδο Φλεβάρη – Οχτώβρη τα χαραχτηριστικά μια διαρκούς επαναστα-τικής διαδικασίας. Αν οι Μπολσεβίκοι περίμεναν να λυθούν “πρώτα απ’ όλα τα καθήκοντα του αστικοδημοκρατικού χαραχτήρα”, η επανάσταση του Οχτώβρη δεν θα συνέβαινε ποτέ!

Όταν λέμε “οι Μπολσεβίκοι”, όμως, δεν εννοούμε “όλοι οι Μπολσεβίκοι”. Την περίοδο της επανάστασης του Φλεβάρη ο Λένιν ζούσε, εξόριστος, στο εξωτερικό. Στην απουσία του, η πολιτική της ηγεσίας των Μπολσεβίκων, δεν ήταν η ανατροπή της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, αλλά, η κριτική υποστήριξη προς αυτό! Εμπνευστής αυτής της πολιτικής δεν ήταν άλλος απ’ τον Σταλιν! Μετά την επιστροφή του από την εξορία ο Λένιν έδωσε μια σκληρή μάχη ενάντια στις ιδέες του Στάλιν και των υπόλοιπων της ηγεσίας “του εσωτερικού” και πέτυχε τον επαναπροσανατολισμό του κόμματος.(Οι θέσεις με τις οποίες έδωσε αυτή τη μάχη ο Λένιν έμειναν στην ιστορία σαν οι “θέσεις του Απρίλη”).

Μετά το θάνατο του Λένιν και την άλωση του κόμματος από τη σταλινική γραφειοκρατία, οι ιδέες ενάντια στις οποίες πάλεψε ο Λένιν, επανήλθαν στο προσκήνιο.

Έτσι, από τη δεκαετία του ’30, το πρόγραμμα του ΚΚΕ (αλλά κι όλων των κομμουνιστικών κομμάτων όλου του κόσμου) περιλαμβάνει, πάντα, κάποιο στάδιο το οποίο θα πρέπει να προηγηθεί του σοσιαλιστικού “σταδίου” – αυτός στην πράξη είναι ο τρόπος με τον οποίο τα σταλινικά κόμματα, σ’ όλη την ιστορία τους, μιλούσαν στο όνομα της επανάστασης αλλά ποτέ δεν την προωθούσαν πραγματικά.

Όπως αναφέραμε σε προηγούμενες σελίδες, το σημερινό στάδιο, το ΚΚΕ, το ονομάζει “αντιϊμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό”. Η καινοτομία του ΚΚΕ σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι, την ίδια στιγμή που προτείνει το στάδιο αυτό, νιώθει την υποχρέωση να διαβεβαιώσει τα μέλη του (γιατί άραγε;) ότι αυτό που προτείνει δεν αποτελεί στάδιο, κι ότι, δεν επαναφέρει τη θεωρία των σταδίων, την οποία επίσημα το ΚΚΕ υποτίθεται πως έχει εγκαταλείψει… Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Tο “άμεσο πολιτικό καθήκον”

Το ΚΚΕ πιστεύει ότι, πριν από το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της Ελληνικής κοινωνίας, είναι απαραίτητο να υπάρξει το κτίσιμο ενός μετώπου, το οποίο θα συσπειρώσει το λαό στη βάση “αντιϊμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών και δημοκρατικών” αιτημάτων. Διαβάζουμε στο Πρόγραμμα:

“Η αντιϊμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή, δημοκρατική πάλη είναι ο δρόμος που βοηθάει να συσπειρωθεί η μεγάλη πλειοψηφία του λαού, να αλλάξει ο συσχετισμός των δυνάμεων, να γίνει προσέγγιση και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να πραγματοποιηθεί το πέρασμα στο σοσιαλισμό” (Πρόγραμμα, Θέση 27)

“Η συγκέντρωση δυνάμεων και η συγκρότηση του ενιαίου αντιϊμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού μετώπου πάλης είναι το άμεσο πολιτικό καθήκον του ΚΚΕ. Πίσω και έξω από αυτήν τη γραμμή πάλης δεν υπάρχει ελπίδα για απόσπαση ουσιαστικών και βιώσιμων κατακτήσεων.” (Πρόγραμμα, Θέση 29)

Η θέση ότι η δημιουργία του Μετώπου είναι το βασικό κι άμεσο πολιτικό καθήκον του κόμματος δεν αναφέρεται μόνο στη συγκεκριμένη παράγραφο του Προγράμματος αλλά επαναλαμβάνεται σ’ όλους τους τόνους και από όλα τα στελέχη της ηγεσίας του κόμματος – και στις απόψεις που έκφρασαν στη διάρκεια του προσυνεδριακού διαλόγου, και στις τοποθετήσεις τους στη διάρκεια του συνεδρίου και στις δημόσιες ομιλίες τους και στη βασική αρθρογραφία του Ριζοσπάστη και πριν αλλά και μετά το συνέδριο.

Στην ουσία, το χτίσιμο του Μετώπου αποτελεί τη βασική προγραμματική θέση του ΚΚΕ. Καθόλου τυχαία το Μέτωπο αποτελεί το κύριο θέμα με το οποίο καταπιάνεται το πρόγραμμα του κόμματος.

2 πολιτικά “λάθη”

Ασφαλώς η θέση κλειδί στα παραπάνω απσπάσματα από το πρόγραμμα του ΚΚΕ είναι, ότι, μετά την επιτυχή έκβαση του αντιϊμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού (α-α-δ) αγώνα, το πέρασμα στο σοσιαλισμό δεν είναι κάτι το σίγουρο και δεδομένο αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί (μόνο) “κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις”.Μ’ αυτό το ζήτημα, το οποίο αποτελεί και όλη την ουσία του Μετώπου καταπιάνεται το σύνολο του κειμένου, προσεγγίζοντας το θέμα από διάφορες οπτικές γωνίες.

Πέρα όμως απ’ αυτό το κεντρικό ζήτημα η πρώτη αυτή αναφορά στο Μέτωπο περιέχει δυο πολιτικά “λάθη”, “λάθη” που η σημασία τους δεν είναι καθόλου μικρή.

Πρώτο, η θέση ότι “πίσω κι έξω απ’ τη γραμμή πάλης του μετώπου δεν υπάρχει ελπίδα γι’ απόσπαση ουσιαστικών και βιώσιμων κατακτήσεων”.

Μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, οτιδήποτε κι αν καταφέρουν να κατακτήσουν οι εργατικές και λαϊκές μάζες, μέσα από την πάλη τους, θα είναι επισφαλές – η αστική τάξη θα περιμένει την ευκαιρία, κι αργά ή γρήγορα θα την βρει, αν στο μεταξύ δεν έχει ανατραπεί, για να πάρει πίσω ότι αναγκάστηκε να παραχωρήσει κάτω από την πίεση του κινήματος.

Αυτή η τοποθέτηση δεν σημαίνει βέβαια άρνηση της πάλης για τα καθημερινά προβλήματα και της σημασίας των κατακτήσεων που μπορεί να αποκτούνται μέσα απ’ αυτή την καθημερινή πάλη. Κάθε άλλο – μόνο μέσα απ’ αυτή την πάλη είναι αντικειμενικά δυνατό να προχωρήσει η ταξική συνείδηση των μαζών και να φτάσει σε σοσιαλιστικά συμπεράσματα. Όμως, δεν φτάνουν οι αντικειμενικές συνθήκες γι’ αυτό – απαιτείται η διαρκής εξήγηση από τους συνεπείς σοσιαλιστές, ότι, αυτές οι κατακτήσεις δεν είναι κατακτημένες μια για πάντα, ότι, ελπίδα για την απόσπαση ουσιαστικών και βιώσιμων κατακτήσεων δεν υπάρχει μέσα από καμιά πάλη πέρα απ’ αυτή που οδηγεί στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Κανένα μέλος του ΚΚΕ δεν θα διαφωνούσε μ’ αυτή την ανάλυση, ούτε καν τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπης (ΚΕ) του ΚΚΕ (δες συνέχεια κειμένου).

Αυτή η τοποθέτηση δεν σημαίνει βέβαια άρνηση της πάλης για τα καθημερινά προβλήματα και της σημασίας των κατακτήσεων που μπορεί να αποκτούνται μέσα απ’ αυτή την καθημερινή πάλη. Κάθε άλλο – μόνο μέσα απ’ αυτή την πάλη είναι αντικειμενικά δυνατό να προχωρήσει η ταξική συνείδηση των μαζών και να φτάσει σε σοσιαλιστικά συμπεράσματα. Όμως, δεν φτάνουν οι αντικειμενικές συνθήκες γι’ αυτό – απαιτείται η διαρκής εξήγηση από τους συνεπείς σοσιαλιστές, ότι, αυτές οι κατακτήσεις δεν είναι κατακτημένες μια για πάντα, ότι, ελπίδα για την απόσπαση ουσιαστικών και βιώσιμων κατακτήσεων δεν υπάρχει μέσα από καμιά πάλη πέρα απ’ αυτή που οδηγεί στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Κανένα μέλος του ΚΚΕ δεν θα διαφωνούσε μ’ αυτή την ανάλυση, ούτε καν τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπης (ΚΕ) του ΚΚΕ (δες συνέχεια κειμένου).

Αν κάνουμε την αφαίρεση ότι το μέτωπο αυτό θα μπορούσε να υπάρξει και να πετύχει σημαντικές κατακτήσεις για τα λαϊκά στρώματα, η σωστή θέση θάταν: “καμιά από τις καταχτήσεις του Μετώπου δεν υπάρχει ελπίδα να είναι ουσιαστική και βιώσιμη αν τελικά δεν ανατραπεί το καπιταλιστικό σύστημα”.

Το ΚΚΕ αρνείται να υιοθετήσει μια τέτοια θέση μέσα από το πρόγραμμα του. Έτσι η ουσία της θέσης του είναι η δημιουργία αυταπατών για τις δυνατότητες του Μετώπου. Του προσδίδει τη δυνατότητα επιτυχιών οι οποίες δεν είναι πραγματοποιήσιμες, υπερβάλλει το ρόλο του για να το μετατρέψει σε κάτι το απόλυτα αναγκαίο και την ίδια στιγμή αποπροσανατολίζει τη συνείδηση των μελών και των υποστηρικτών του από το μόνο δρόμο που και τρόπο που μπορεί να διασφαλίσει ουσιαστικές και βιώσιμες κατακτήσεις, την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.

Δεύτερο, η θέση ότι, ο δρόμος για να συσπειρωθεί η πλειοψηφία του λαού και ν’ αλλάξει ο συσχετισμός των δυνάμεων στην κοινωνία περνά μέσα από το αντιιμπεριαλιστικό- αντιμονοπωλιακό- δημοκρατικό μέτωπο.

Οι διαδικασίες συσπείρωσης σε αγωνιστική βάση των λαϊκών στρωμάτων έχουν κατά κύριο λόγο να κάνουν με αντικειμενικούς παράγοντες: την κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και την εξαθλίωση που δημιουργεί για τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Έχουν να κάνουν με την πάλη των μαζών για μια καλύτερη ζωή, ενάντια στη διαρκή επίθεση που αντιμετωπίζουν από το κεφάλαιο, ενάντια στις απολύσεις, ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, ενάντια στην περικοπή του βιοτικού τους επιπέδου, γι’ αυξήσεις στις συντάξεις και τους μισθούς, για το 35-ωρο για να εξαλειφθεί η ανεργία, για ν’ αυξηθούν τα κονδύλια για την παιδεία, για την υγεία κλπ, κλπ. Η ένταση και η έκταση της πάλης θα καθορίζει τις αλλαγές στα ταξικά ισοζύγια της κοινωνίας.

Και πάλι τα μέλη του ΚΚΕ δεν θα διαφωνούσαν μ’ αυτή την ανάλυση.Γιατί όμως το ΚΚΕ θεωρεί απαραίτητο να βάλει μια ταμπέλα σ’ αυτή την πάλη, να την ονομάσει “αντιϊμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή” και να την εντάξει στα πλαίσια του “α- α- δ μετώπου” μέσα από το οποίο να αναπτυχθούν όλοι οι μικροί και μεγάλοι αγώνες, για τα αμέτρητα καθημερινά προβλήματα; Γιατί δεν λέει απλά ότι χρειάζεται συντονισμός και σύγκλιση όλων των αγώνων;

Η απάντηση είναι ίδια με προηγουμένως.Υπερβάλλοντας το ρόλο του Μετώπου, προσδίδοντας του μεταφυσικές διαστάσεις, το ΚΚΕ στην ουσία αποπροσανατολίζει το κίνημα από την πάλη για το σοσιαλισμό.

Η μόνη ουσιαστική πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστές και τα μονοπώλια, μακρόχρονα, είναι η πάλη για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Η Ελληνική αστική τάξη είναι άρρηκτα δεμένη με το διεθνές κεφάλαιο κι απόλυτα εξαρτημένη απ’ αυτό κι από τις κυβερνήσεις του. Η συγκεντρωποίηση των κεφαλαίων, που οδηγεί στα μονοπώλια, αποτελεί νόμο της λειτουργίας και της εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος. Συνεπώς η πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστές είναι, στην πράξη, ταυτόσημη κι αδιαχώριστη με την πάλη ενάντια στην ντόπια αστική τάξη. Είναι αδύνατο επομένως, μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, να αναπτυχθεί αποτελεσματική πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τα μονοπώλια, μπορούν μόνο να κερδηθούν επιμέρους κατακτήσεις.

Tα μέτωπα του Λένιν

Ένα μέτωπο είναι πάντα κάτι συγκεκριμένο. Αποτελεί οργάνωση συγκεκριμένων δυνάμεων πάνω σε ζητήματα πάλης. Σημαίνει συμμαχία με κοινωνικές δυνάμεις που βρίσκονται έξω από το κόμμα, με δυνάμεις που δεν συμφωνούν ολοκληρωτικά με τις θέσεις του κόμματος, γιατί αν συμφωνούσαν είναι ευνόητο ότι θα είχαν ενταχθεί στο ίδιο το κόμμα κι επομένως δεν θα χρειαζόταν μέτωπο. Σημαίνει συμμαχία για την κοινή πάλη και την επίτευξη κάποιων κοινών στόχων οι οποίοι δεν ικανοποιούν απόλυτα αλλά υποβοηθούν τους τελικούς, μακρόχρονους (μάξιμουμ) στόχους του κόμματος. Στην κλασσική του μορφή αποτελεί συμμαχία διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων στη βάση μιας ελάχιστης (μίνιμουμ) συμφωνίας μεταξύ τους. Συνεπώς το ζήτημα της δημιουργίας ενός μετώπου είναι κατά βάση ένα ζήτημα τακτικής.

Για να μην αφήσουμε περιθώρια να αμφισβητηθεί η ορθότητα των παραπάνω, θα αναφερθούμε στις σχετικές διατυπώσεις στο 3ο και το 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), το 1921 και 1922 αντίστοιχα, θέσεις οι οποίες φέρουν τη σφραγίδα του Λένιν (ο οποίος τυγχάνει της καθολικής αποδοχής των μελών του ΚΚΕ):

“Τα Κομουνιστικά Κόμματα διεθνώς… προσπαθούν σήμερα να αξιοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να πετύχουν την πλατύτερη και πληρέστερη ενότητα των (εργατικών) μαζών στην πρακτική δράση. (Απόφαση 4ου Συνεδρίου, “Συμπλήρωμα στις θέσεις για την Τακτική, Θέσεις για το Ενιαίο Μέτωπο”)

“Η Κ.Δ. ζητά απ’ όλα τα ΚΚ να εφαρμόσουν πιστά την ταχτική του Ενιαίου Μετώπου, καθώς στην σημερινή περίοδο αυτός είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί τους Κομουνιστές στη σωστή κατεύθυνση, δηλαδή την κατάκτηση της πλειοψηφίας των εργατών (Απόφαση 4ου συνεδρίου, “Θέσεις για την Τακτική”).

Έτσι, σύμφωνα με την ΚΔ, η τακτική του Ενιαίου Μετώπου (ΕΜ), εξυπηρετεί τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα των μαζών και ταυτόχρονα βοηθά τους Κομμουνιστές να πείσουν τους εργαζόμενους που ανήκουν σε άλλα κόμματα ότι οι Κομμουνιστές έχουν δίκαιο. Η τακτική του ΕΜ είναι στη βάση της μια απλή ιδέα:

“Η τακτική του ΕΜ είναι απλά μια πρωτοβουλία των ΚΚ μέσα από την οποία προτείνουν την ενότητα σ’ όλους τους εργάτες που ανήκουν σε άλλα κόμματα κι ομάδες, και σ’ όλους τους ανένταχτους εργάτες, σε μια κοινή πάλη για την υπεράσπιση των άμεσων, βασικών συμφερόντων της εργατικής τάξης ενάντια στην αστική τάξη. Κάθε δραστηριότητα, ακόμα και για τα πιο μικρά καθημερινά αιτήματα, μπορεί να συμβάλει στην επαναστατική συνειδητοποίηση και εκπαίδευση (4ο συνέδριο, “θέσεις για την Τακτική”).

Το χτίσιμο ενός τέτοιου μετώπου, με άλλα λόγια, δεν έχει σαν προϋπόθεση τη συμφωνία στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Ακόμα και τα πιο “μικρά και καθημερινά” ζητήματα μέσα από τα οποία μπορεί να επιτευχθεί η ενότητα στο επίπεδο της “πρακτικής δράσης”, αρκούν. Κι αυτό καθώς:

“Ο κύριος στόχος των κομουνιστών είναι η καταστροφή του καπιταλιστικού συστήματος. Όμως για να μπορέσουν να πετύχουν αυτό τους το στόχο τα Κομουνιστικά Κόμματα πρέπει να προωθούν αιτήματα τα οποία εκφράζουν τις άμεσες ανάγκες των εργατικών μαζών” (3ο συνέδριο, “Για την Τακτική”)

Για χάρη της επίτευξης αυτής της ενότητας, τα ΚΚ όχι μόνο πρέπει να καλούν ανοικτά και δημόσια τα άλλα κόμματα που μιλούν στο όνομα των εργαζομένων να συγκροτήσουν μέτωπο, αλλά, όταν είναι απαραίτητο,

“…οι κομουνιστές δεν πρέπει να αρνούνται να έχουν συνομιλίες με τους ηγέτες των εχθρικών προς αυτούς εργατικών κομμάτων, υπό τον όρο βέβαια ότι οι μάζες κρατούνται ενήμερες για την πορεία αυτών των συνομιλιών.(4ο συνέδριο, “Θέσεις για την Τακτική”)

Οι μάζες προς τις οποίες θα ‘πρεπε ν’ απευθύνονται οι Κομουνιστές ανήκαν βέβαια στην πλειοψηφία τους σε άλλα κόμματα, τα Σοσιαλδημοκρατικά, τα οποία δεν έπαιζαν την εποχή εκείνη λιγότερο προδοτικό ρόλο απ’ αυτόν που παίζουν σήμερα. Αναφερόμενη σ’ αυτά η ΚΔ εξηγούσε:

“…ισχυρές οργανώσεις και κόμματα των εργατικών μαζών, τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και συνδικάτα, τα οποία χτίστηκαν από το προλεταριάτο για να παλέψουν ενάντια στην αστική τάξη, μετατράπηκαν στη διάρκεια του πολέμου σε όργανα αντεπαναστατικής επιρροής (3ο συνέδριο, “Για την ταχτική”)

“Οι ήττες του προλεταριάτου στη διάρκεια του 1919… οφείλονται στην επιρροή των ΣΔ κομμάτων και των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων”.(ο.π.)

Οι αποφάσεις της Κ.Δ. λοιπόν, καλούν κόμματα των οποίων οι ηγεσίες είναι όργανα της αντεπανάστασης κι υπεύθυνα για τις ιστορικές ήττες της περιόδου 1919 -20, σε συνεργασίες (μέτωπα), γιατί αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κινήματος αλλά και του ίδιου του ΚΚ!

Tο “μέτωπο” του ΚΚΕ

Η αντίληψη, όμως, που έχει το ΚΚΕ για τα μέτωπα, δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτή του Λένιν. Θεωρεί ότι δεν μπορεί να συνεργαστεί με καμιά άλλη δύναμη, από τη στιγμή που κανένα από τα υπόλοιπα κόμματα δεν παλεύει για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Όπως χαρακτηριστικά λέει η εισήγηση της ΚΕ στο συνέδριο,

“πολιτική συνεργασία με τα κόμματα αυτά, (ΝΔ, ΠΟΛΑ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ, ΔΗΚΚΙ) που τα προγράμματα και η πολιτική τους κινούνται στη λογική της διαχείρισης του συστήματος, δεν μπορεί να γίνει”. (Ριζοσπάστης, 22.5.96)

Από τη στιγμή που το ΚΚΕ δεν καλεί άλλες πολιτικές οργανώσεις σε συμμαχία για τη συγκρότηση του Μετώπου, μια άλλη πιθανή εκδοχή θα ήταν να καλεί τους εργαζόμενους, τη νεολαία, τους συνταξιούχους, τους φτωχούς αγρότες, κλπ, να ενταχθούν ατομικά σ’ ένα μέτωπο. Να δημιουργήσει δηλαδή μια μαζική οργάνωση πάλης στην οποία να μπορεί κανείς να προσχωρήσει για να παλέψει ενάντια στις επιθέσεις του κεφαλαίου, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμφωνεί με το συνολικό πρόγραμμα του ΚΚΕ. Όμως ούτε αυτό γίνεται!

Το πρόγραμμα του ΚΚΕ δεν προτείνει κανενός είδους οργανωτικό σχήμα. Όσο και αν υποθέσουμε ότι μπορεί κάποιος να θέλει, δεν υπάρχει τρόπος να ενταχθεί στο Μέτωπο.

Και πως να υπάρχει όταν:

“η διαδικασία συγκρότησης του μετώπου πραγματοποιείται στο έδαφος του αγώνα για τα οξυμένα προβλήματα… Η δύναμη του μετώπου βρίσκεται στην ενότητα δράσης της εργατικής τάξης και στη συμμαχία της με τα κοινωνικά στρώματα που έχουν συμφέρον από αλλαγές σε αντιϊμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση… “. (Θέση 29)

Αυτή η φόρμουλα είναι πολύ γενική για να δώσει οργανωτική κατεύθυνση σε κάποιον που (θεωρητικά) μπορεί να θέλει να χτίσει το Μέτωπο άμεσα. Το Πρόγραμμα θα μπορούσε κάλλιστα, να έλεγε ότι, το ΚΚΕ έχει καθήκον να προωθήσει κάθε μικρό και μεγάλο αγώνα, να οξύνει όσο περνά από το χέρι του την ταξική πάλη, να συμβάλει όσο περνά απ’ το χέρι του στη σύγκλιση και το συντονισμό αυτών των αγώνων. Η θέση 29 του Προγράμματος δεν λέει τίποτα περισσότερο απ’ αυτό.

Το Μέτωπο είναι έτσι κάτι το αφηρημένο. Όσο κι αν προσπαθήσει το μέλος του ΚΚΕ να καταλάβει τι πρέπει να κάνει για να φτιάξει το Μέτωπο δεν πρόκειται να καταλάβει – το μόνο που του μένει είναι ότι πρέπει να βοηθήσει στην ανάπτυξη των αγώνων.

Από τη παραπάνω περιγραφή του Μετώπου προκύπτουν μια σειρά από φυσιολογικά ερωτήματα, στα οποία το ΚΚΕ δεν προσφέρει καμιά απάντηση: Γιατί ταυτίζει την ανάπτυξη των ταξικών αγώνων (“αγώνων για τα οξυμμένα προβλήματα”) με τη δημιουργία του συγκεκριμένου μετώπου; Γιατί βιάζεται να “βαφτίσει” από τώρα το μέτωπο που επιδιώκει, αφού η συγκρότηση του είναι κάτι μελλοντικό; Και τέλος, αφού το Μέτωπο ανήκει στο μέλλον, πως μπορεί να είναι το άμεσο καθήκον των μελών του ΚΚΕ;

Καθόλου τυχαία λοιπόν το ζήτημα του α-α-δ μετώπου απορρόφησε το μεγαλύτερο μέρος της προσυνεδριακής συζήτησης μέσα στις γραμμές του κόμματος. Δεν ήταν κατανοητό στα μέλη του κόμματος (βλέπε χαρακτηριστικά την προσυνεδριακή συζήτηση μέσα από τις στήλες του Ριζοσπάστη) γιατί ήταν απαραίτητο να υπάρξει αυτό το μέτωπο, ούτε κι ήταν κατανοητό ποιές δυνάμεις θα το συγκροτούσαν. Καθόλου τυχαία, και πάλι, η βασική διαφορά που πρόκυψε στην προσυνεδριακή περίοδο, προερχόμενη από τον Μήτσο Κωστόπουλο κι άλλα ιστορικά στελέχη (Θεωνά, Σκυλλάκο, κλπ) είχε ακριβώς να κάνει με το ζήτημα των συμμαχιών.

Στη συνέχεια του κειμένου θα δούμε πως με βάση την ιστορική εμπειρία ή μόνη αναλογία που μπορεί να γίνει για το Μέτωπο, όπως το περιγράφει το ΚΚΕ, είναι με τα σοβιέτ, τα οποία εμφανίζονται σ’ όλες τις μεγάλες επαναστατικές στιγμές των μαζών. Στο βαθμό όμως που δεχτούμε την αναλογία με τα σοβιέτ, το πρόβλημα όχι μόνο δεν λύνεται αλλά περιπλέκεται ακόμη περισσότερο.

Το γεγονός ότι το Πρόγραμμα είναι ασαφές ως προς το πως θα συγκροτηθεί το Μέτωπο δεν σημαίνει βέβαια ότι το ΚΚΕ δεν θα επιχειρήσει να του δώσει μια πιο συγκεκριμένη μορφή στην αμέσως επόμενη περίοδο, ιδιαίτερα καθώς αντιμετωπίζει την πίεση της κομματικής βάσης και των υποστηριχτών του που περιμένουν να δουν αποτελέσματα από τη μάχη για το “άμεσο πολιτικό καθήκον”. Στο βαθμό που επιχειρήσει κάτι τέτοιο, το ΚΚΕ, και πάλι δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα.

Κι αυτό γιατί, συσπείρωση των εργατικών στρωμάτων μαζικά, γύρω από το “μέτωπο” του ΚΚΕ, αποκλείεται, όχι (μόνο) γιατί το ΚΚΕ δεν προσδιόρισε οργανωτικά το Μέτωπο αλλά, γιατί, ο τρόπος με τον οποίο το ΚΚΕ προσδιορίζει πολιτικά το Μέτωπο το καθιστά αδύνατο να υπάρξει. Η οργανωτική “αδυναμία” αποτελεί προέκταση μιας πολιτικής “αδυναμίας”, η οποία έχει να κάνει με τον πολιτικό ρόλο και το πρόγραμμα του Μετώπου.

Το ΚΚΕ προσδίδει στο Μέτωπο ένα τέτοιο ρόλο που το εξισώνει στην ουσία με ένα νέο πολιτικό σχήμα, το οποίο συνδέει με την υιοθέτηση ενός “ολοκληρω-μένου” προγράμματος, σε όλα τα επίπεδα και επί παντός επιστιτού, ώστε μελλοντικά ν’ αναλάβει και τη… διακυβέρνηση της χώρας.

Το Μέτωπο στην κυβέρνηση!

Μπορεί, λοιπόν, το Μέτωπο να είναι αρκετά ασαφές, στο νέο πρόγραμμα του Κόμματος, ώστε να μην μπορεί κανένας να καταλάβει πως θα συγκροτηθεί, αλλά είναι αρκετά “συγκεκριμένο” για να γίνει και κυβέρνηση! Σύμφωνα με το πρόγραμμα του ΚΚΕ:

“Το α-α-δ- μέτωπο αγωνίζεται για την ανατροπή του πολιτικού συσχετισμού δύναμης σε βάρος της συντηρητικής και συμβιβαστικής πολιτικής δυνάμεων που στηρίζουν την εξουσία των πολυεθνικών και το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και κυριαρχίας. Παλεύει για να κερδίσει την εμπιστοσύνη της λαϊκής πλειοψηφίας και να αποσπάσει την κυβερνητική εξουσία”. (Θέση 31)

“H κυβέρνηση των αντιϊμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων θα ανταποκρίνεται στις λαϊκές προσδοκίες στο βαθμό που παραμένει συνεπής στους προσανατολισμούς της, κλιμακώνει την εφαρμογή των προγραμματικών κατευθύνσεων και στόχων της…” (Θέση 31)

“Η ενότητα και αποτελεσματικότητα του μετώπου θα εξαρτηθεί, εκτός από το γενικό συσχετισμό δύναμης, και από το αν το ΚΚΕ και η εργατική τάξη θα ασκούν τον ηγετικό ρόλο.” (Θέση 33)

“Αν θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για το επαναστατικό άλμα προς το σοσιαλισμό, πόσο θα διαρκέσει η διαδικασία αυτή, αν θα εκδηλωθούν υποχωρητικές κινήσεις και τάσεις θα εξαρτηθεί από μια σειρά εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες. Ανάμεσα τους είναι : ο βαθμός συνέπειας της α- α- γραμμής της κυβέρνησης και του μετώπου. (Θέση 31)

Τα συμπεράσματα απ’ όλα τα παραπάνω είναι άκρως ενδιαφέροντα.
Σύμφωνα μ’ αυτά, οι αγώνες των λαϊκών, μαζών δεν θα οδηγήσουν στην ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου αλλά σε μια κυβέρνηση “αντιϊμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή, δημοκρατική”, μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Η κυβέρνηση αυτή, όμως, δεν είναι σίγουρο ότι θα ανταποκριθεί στις λαϊκές προσδοκίες(!), ούτε ότι θα παραμείνει συνεπής στους προσανατολισμούς της! Το Μέτωπο δεν είναι σίγουρο ότι θα είναι αποτελεσματικό(!), δεν είναι καν σίγουρο ότι θα καταφέρει να διατηρήσει την ενότητα του!! Και τέλος, (το ζουμί της υπόθεσης): μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από το Μέτωπο, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η κοινωνία θα κινηθεί προς το σοσιαλισμό – αντίθετα είναι δυνατό να εκδηλωθούν και υποχωρητικές τάσεις!!

Το Μέτωπο χρεοκοπεί!

Αν το ΚΚΕ πίστευε ότι η εμφάνιση αυτού του μετώπου και η ανάδειξη του στην κυβέρνηση είναι ένα αναπόφευκτο στάδιο στην εξέλιξη του κινήματος, κάτι το αντικειμενικό και νομοτελειακό, πέρα κι έξω από τις διαθέσεις και τους στόχους του, με το οποίο το ΚΚΕ θα ήταν υποχρεωμένο να “συμβιβαστεί” ή να λάβει υπ’ όψη στην τακτική που εφαρμόζει για να πετύχει την ανατροπή του καπιταλισμού, τότε η κριτική που θα κάναμε θα ήταν διαφορετικού είδους: θα ‘χε να κάνει με το από πού ως πού το ΚΚΕ θεωρεί ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι νομοτελειακή.

Όμως δεν μιλάμε για κάτι τέτοιο. Το ΚΚΕ πιστεύει ότι το ίδιο πρέπει να δημιουργήσει ένα τέτοιο μέτωπο, και το ίδιο παλεύει για να πάρει το μέτωπο αυτό την κυβέρνηση.

Ποιο θα ‘ναι το πρόγραμμα και η πολιτική αυτής της κυβέρνησης; Το Πρόγραμμα (του ΚΚΕ), μας ενημερώνει ότι, τα βασικά καθήκοντα της κυβέρνησης του Μετώπου, είναι (ανάμεσα σε πολλά άλλα):

“αποδέσμευση της χώρας από την Ε.Ε… απομάκρυνση των αμερικανονατοϊκών βάσεων… υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας…. δημόσιους φορείς κατά κλάδο παραγωγής… εκδημοκρατισμό του ευρύτερου δημόσιου τομέα … αντιμονοπωλιακό πλαίσιο μέτρων… στήριξη και ενίσχυση των μικρομεσαίων… Σύνταγμα που θεσμοθετεί: την εθνική κυριαρχία… τον περιορισμό της ασυδοσίας του μεγάλου κεφαλαίου… τη συμμετοχή των εργαζομένων και των οργανώσεων τους στη λήψη αποφάσεων… την προώθηση μορφών κοινοβουλευτικού και λαϊκού ελέγχου… Πάλη για τον εκδημοκρατισμό του κρατικού μηχανισμού…κατοχύρωση του συνδικαλισμού στις ένοπλες δυνάμεις…Κοινωνικός έλεγχος σε όλες τις μορφές πληροφόρησης…ίση αμοιβή για ίση δουλειά ανδρών και γυναικών, νέων και αλλοδαπών εργαζομένων… Αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή… Θεσμοί εργατικού και λαϊκού ελέγχου…επιδότηση αόριστης διάρκειας για την ανεργία…μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος υπέρ των λαϊκών στρωμάτων…κατάργηση των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης…Επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στα 12 χρόνια με τη διαμόρφωση ενιαίου λυκείου γενικής εκπαίδευσης…Δημόσιο δωρεάν εκπαιδευτικό σύστημα…κατάργηση των Ι.Ε.Κ., των κέντρων κατάρτισης και των ιδιωτικών επιχειρήσεων στο χώρο της παιδείας…Πρόγραμμα για την κατασκευή κατοικιών…Πολιτιστική πολιτική… Αθλητισμός… Προστασία του περιβάλλοντος… Ισοτιμία της γυναίκας…προστασία της παιδικής κι εφηβικής ηλικίας, της νέας γενιάς και των δικαιωμάτων της …” (Θέση 30)

Χρειάζεται μήπως πολύ σκέψη για να καταλάβει κάποιος ότι αυτά όλα είναι αδύνατο να επιτευχθούν μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού; Ότι καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να τα εφαρμόσει αν δεν συγκρουστεί εφ’ όλης της ύλης με το κεφάλαιο, αν δεν ανατρέψει την εξουσία του κι αν δεν προχωρήσει στο σοσιαλισμό; Κι ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση δοκιμάσει να τα εφαρμόσει στα πλαίσια του συστήματος, είτε θα υποταχθεί είτε θα καταρρεύσει;

Όχι, δεν χρειάζεται καμιά διάνοια για να καταλάβει ότι αυτό το πρόγραμμα είναι ανεφάρμοστο μέσα στον καπιταλισμό. Είναι ενδεικτικό ότι, μέσα στη σύγχυση που προκάλεσε το όλο πρόγραμμα στη βάση και που αντανακλάστηκε στην προσυνεδριακή συζήτηση, η Κεντρική Επιτροπή (ΚΕ) θεώρησε αναγκαίο να παρέμβει, ξεκαθαρίζοντας, μέσα από την εισήγηση της στο συνέδριο, ότι:

“Αναπτύχθηκε από ορισμένους συντρόφους η άποψη ότι, κάτω από την πίεση των κοινωνικοπολιτικών αγώνων και την άνοδο γενικά της ταξικής πάλης, είναι δυνατό να ανατραπεί το καθεστώς της εξάρτησης μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού. Πρόκειται για άποψη ουτοπική και ανεδαφική, που παραγνωρίζει τις αντικειμενικές εξελίξεις στον ελληνικό καπιταλισμό και τις διεθνείς εξελίξεις στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Μια τέτοια άποψη καλλιεργεί την αυταπάτη ότι μπορεί να υπάρξει ελληνικός καπιταλισμός δίχως μονοπώλια και ανισότιμη πρόσδεση στο σύστημα του ιμπεριαλισμού. Η ισχυρή ταξική πάλη μπορεί να αποσπά ορισμένες παραχωρήσεις στα πλαίσια του συστήματος και επιμέρους κατακτήσεις, όμως αυτές θα είναι αβέβαιες, προσωρινές όσο δεν θίγονται τα βάθρα του ίδιου του καπιταλισμού” (Ριζοσπάστης, 22.5.96.)

Συμφωνούμε απόλυτα! Όμως, τότε, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι: Το ΚΚΕ παλεύει για μια κυβέρνηση (του Μετώπου) η οποία είναι αδύνατο να φέρει σε πέρας τα καθήκοντα που το ίδιο της προσδίδει, παλεύει για μια κυβέρνηση που, σύμφωνα με τη δικιά του ανάλυση, είναι από την αρχή καταδικασμένη να αποτύχει και να χρεοκοπήσει!

Και το ερώτημα το οποίο φυσιολογικά ακολουθεί είναι ποιά θα είναι η στάση του ΚΚΕ απέναντι σ’ αυτή την κυβέρνηση; Θα συμμετέχει σ’ αυτήν; Αν είναι συνεπές προς το στόχο του Μετώπου ασφαλώς και θα πρέπει να συμμετέχει. Αν όμως είναι συνεπές προς τις σοσιαλιστικές του διακηρύξεις, το ΚΚΕ θα πρέπει να προσπαθεί να πείσει τις λαϊκές μάζες ότι αυτή η κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να δώσει λύσεις στα προβλήματα τους, και θα πρέπει να παλέψει για την ανατροπή της.

Να παλέψει για την ανατροπή μιας κυβέρνησης την οποία το ίδιο παλεύει για να δημιουργήσει; Τέτοια πράγματα δεν γίνονται! Τέτοιες θέσεις δεν συνδυάζονται!

Tο Μέτωπο πέφτει(!)…

Οι αντιφάσεις όμως δεν σταματούν εδώ.

“Το διάστημα μέσα στο οποίο θα κριθεί αν η κυβέρνηση θα προχωρήσει προς τα μπρος δεν θα είναι μακρόχρονο. Η πείρα δείχνει ότι είναι βραχυχρόνιο. Αν οι εξελίξεις δεν πάρουν θετική πορεία, ώστε η κυβέρνηση να στηρίζεται γερά στη λαϊκή παρέμβαση και δράση, τότε θα ανατραπεί, κάτω από την αντίδραση της κυρίαρχης τάξης και την ιμπεριαλιστική παρέμβαση. Η ανατροπή της όμως δεν σημαίνει υποχρεωτικά και συνολικό πισωγύρισμα. Δεν αποκλείεται να γίνει και παράγοντας για να κατανοηθεί βαθύτερα η ανάγκη να ανατραπεί ριζικά το καπιταλιστικό σύστημα…” (Εισήγηση της ΚΕ, Ριζοσπάστης, 22.5.96.)

Η παράγραφος αυτή είναι αποκαλυπτική σε δυο επίπεδα.
Στο πρώτο έχουμε ήδη αναφερθεί: το ΚΚΕ ζητά από τα μέλη του να παλέψουν για κάτι το οποίο, το ίδιο το ΚΚΕ θεωρεί ότι, μπορεί να προδώσει τους πόθους και τους οραματισμούς των μελών του και της κοινωνίας. Τους ζητά να αφιερώσουν μια ολόκληρη ιστορική εποχή (δεκαετιών, όπως θα δούμε στη συνέχεια) για να φτιάξουν μια κυβέρνηση η οποία “βραχυχρόνια”(!!) θα αποδείξει αν θα στηριχτεί στις μάζες ή αν θα τις πουλήσει!

Το δεύτερο είναι ότι το ΚΚΕ αρνείται να αναλάβει στους δικούς του ώμους την ευθύνη της ανατροπής αυτής της κυβέρνησης αν αυτή αρνηθεί να ανταποκριθεί στα όσα το μαζικό κίνημα και το ίδιο το ΚΚΕ της έχουν αναθέσει, στην περίπτωση, δηλαδή, που προδώσει τα λαϊκά συμφέροντα. Δεν αναφέρεται ούτε καν έμμεσα σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο σε κανένα σημείο του κειμένου. Κι όμως αυτό θα ‘πρεπε να ‘ταν το φυσιολογικό του καθήκον, αν το ΚΚΕ ενδιαφερόταν πραγματικά και επιδίωκε με συνέπεια το στόχο της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος: να χρησιμοποιήσει την αποτυχία της κυβέρνησης αυτής για να συσπειρώσει την πλειοψηφία των εργαζομένων να ανατρέψει την κυβέρνηση και να την αντικαταστήσει με μια νέα, σοσιαλιστική, των εργαζομένων.

Θεωρεί μάλιστα ότι αν η κυβέρνηση του Μετώπου δεν εκπληρώσει τους στόχους που της έχει αναθέσει το μαζικό κίνημα τότε αυτοί που θα την ανατρέψουν θα ‘ναι η κυρίαρχη τάξη (των μονοπωλίων) και οι ιμπεριαλιστές. Το πρώτο ερώτημα που φυσιολογικά δημιουργείται είναι γιατί τα μονοπώλια και οι ιμπεριαλιστές να ανατρέψουν την κυβέρνηση του Μετώπου αν αυτή δεν ακολουθεί αντιμονοπωλιακή αντιϊμπεριαλιστική πολιτική; Δεν επεκτεινόμαστε όμως σ’ αυτό το σημείο, για να πάμε στο πιο ουσιαστικό:

Τι θα κάνει το ΚΚΕ στην περίπτωση που η κυβέρνηση αυτή, του Μετώπου, καταρρέει, σύμφωνα με τη λογική του ΚΚΕ, κάτω από τα κτυπήματα των ντόπιων και ξένων εκπροσώπων του κεφαλαίου; Το πρόγραμμα του ΚΚΕ δεν μας λέει, μπορούμε όμως να προβλέψουμε τη στάση του με βάση τη λογική της ανάλυσης του: Από τη στιγμή που το ΚΚΕ αρνείται να παλέψει για την ανατροπή της, τότε θα την στηρίξει! Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει! Σαν αποτέλεσμα της λογικής της “αντιμονοπωλιακής αντιϊμπεριαλιστικής πάλης” και στη βάση του σκεπτικού ότι θέλουν να ανατρέψουν την κυβέρνηση τα μονοπώλια και οι ιμπεριαλιστές, το ΚΚΕ θα στηρίξει το δημιούργημα του, μια κυβέρνηση η οποία ξεπουλά τα οράματα των λαϊκών μαζών!

…αλλά μη φοβάστε!

Καθησυχάζει όμως τα μέλη και τον περίγυρο του κόμματος: μην ανησυχείτε ακόμα κι αν η κυβέρνηση των αντιϊμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων ανατραπεί από τους εχθρούς της, δεν σημαίνει ότι χάθηκαν όλα, γιατί η ανατροπή του μετώπου

“…δεν αποκλείεται (!!!) να γίνει και παράγοντας για να κατανοηθεί βαθύτερα η ανάγκη να ανατραπεί ριζικά το καπιταλιστικό σύστημα.”

Όχι! Δεν μπορούν οι προοπτικές της ανατροπής του καπιταλισμού και του χτισίματος της σοσιαλιστικής κοινωνίας των εργαζομένων να στηρίζονται σ’ ένα “δεν αποκλείεται…”!!! Πολύ περισσότερο όταν αυτό, το “δεν αποκλείεται”, είναι λάθος! Γιατί αποκλείεται!

Το κίνημα θα μπορούσε να προχωρούσε σε επαναστατικά συμπεράσματα και να ανατρέψει ριζικά το καπιταλιστικό σύστημα μόνο αν το ίδιο ανάτρεπε την κυβέρνηση που ξεπούλησε τα οράματα του κι αθέτησε τις υποσχέσεις της! Αν αυτή την κυβέρνηση την ανατρέψει η αστική τάξη, τότε μιλάμε για ήττα, και μάλιστα για μια σοβαρή ήττα, από την οποία το κίνημα θα χρειαστεί καιρό για να ανακάμψει.

Το ΚΚΕ μπερδεύει την ήττα με τη νίκη ή τουλάχιστο αρνείται να πει την ήττα με το όνομα της. Και οι πρακτικές συνέπειες μιας τέτοιας “σύγχυσης” είναι τεράστιες: αφήνουν το κίνημα ιδεολογικά αφοπλισμένο μπροστά σε μιας τέτοιας έκταση επίθεση της αστικής τάξης, υποτιμούν τη σοβαρότητα μιας τέτοιας επερχόμενης ήττας, δημιουργούν αυταπάτες ότι η ήττα δεν θα είναι παρά προπομπός της πιθανής επερχόμενης νίκης. Αυτές οι θέσεις, σε μια τέτοιου είδους ταξική αναμέτρηση, οδηγούν το κίνημα στην ήττα, χωρίς την απαιτούμενη αντίσταση, με τα μάτια κλειστά!

Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούμε τέτοιες θέσεις από σταλινικούς ηγέτες. Δε μπορούμε ποτέ, για παράδειγμα, ούτε έχουμε δικαίωμα, να ξεχάσουμε ότι οι ηγέτες του Γερμανικού ΚΚ, στα πρόθυρα της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία, έλεγαν: “μετά τον Χίτλερ εμείς” (Έρνεστ Μαντέλ, Εισαγωγή στο Struggle against Fascism in Germany)

Είχε προηγηθεί η θεωρία του Σοσιαλφασισμού, εμπνευστής της οποίας ήταν ο Στάλιν. Σύμφωνα μ’ αυτήν τα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα ήταν ένα και το αυτό με τον Ναζισμό. Έτσι αντί για κοινή πάλη κομμουνιστών και σοσιαλιστών εργατών ενάντια στη απειλή του Χίτλερ, το ΚΚ έστελνε το τελεσίγραφο, “όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας”.

Ο Τρότσκι, εξορισμένος τότε από τον Στάλιν, εξηγούσε, σχεδόν απεγνωσμένα, ότι αυτή η αντιμετώπιση ήταν εγκληματική, ότι αν έπαιρνε ο Χίτλερ την εξουσία αυτό που θ’ ακολουθούσε θα ήταν η βαρβαρότητα κι όχι σοσιαλισμός. Ο Στάλιν και τα όργανα του “ξεμπέρδεψαν” με την πολεμική αυτή του Τρότσκι κατηγορώντας τον ότι… ήταν πράκτορας του φασισμού…

Eίναι σοβιέτ;

Το κομματικό στέλεχος μπορεί να απαντήσει, “αγαναχτισμένο”, στα πιο πάνω επιχειρήματα, ότι τραβούμε κάποια ζητήματα στα άκρα πιανόμενοι από κάποιες, ίσως όχι και τόσο ακριβείς, διατυπώσεις στο Πρόγραμμα και προκαλούμε “τρικυμίες σ’ ένα ποτήρι νερό”. Ότι, αυτό που βασικά λέει το Πρόγραμμα, είναι κάτι απλό, ότι δηλαδή, σ’ όλες τις περιόδους μεγάλων ταξικών αναμετρήσεων, οι μάζες δημιουργούν από τα κάτω, θεσμούς κι όργανα λαϊκής εξουσίας τα οποία έρχονται αντικειμενικά σε σύγκρουση με την εξουσία του κεφαλαίου. Κι ότι, αυτό είναι που εννοεί το Πρόγραμμα γράφοντας:

“…η διαδικασία συγκρότησης του μετώπου πραγματοποιείται στο έδαφος του αγώνα για τα οξυμένα προβλήματα… Η δύναμη του μετώπου βρίσκεται στην ενότητα δράσης της εργατικής τάξης και στη συμμαχία της με τα κοινωνικά στρώματα που έχουν συμφέρον από αλλαγές σε αντιϊμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση… “Τα καθοδηγητικά όργανα του α-α-λαϊκού μετώπου, οι λαογέννητοι θεσμοί που εμφανίζονται στη διάρκεια της αναμέτρησης και των ταξικών αγώνων, θα αποτελέσουν τα έμβρυα της νέας πολιτικής εξουσίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της” (Θ.29)

Είναι γεγονός ότι σ’ όλες τις μεγάλες επαναστατικές κινήσεις των μαζών όπου κι αν συνέβηκαν, το κίνημα χτίζει από τα κάτω όργανα απαραίτητα για το συντονισμό της πάλης τους τα οποία, μέσα από τη σύγκρουση τους με το κεφάλαιο, τείνουν προς την κατάληψη της εξουσίας. Η ορολογία με την οποία έχουν καθιερωθεί διεθνώς τέτοια όργανα, μετά την εμπειρία της Ρωσικής επανάστασης του ’17, είναι “σοβιέτ”. Η μαζική συσπείρωση των λαϊκών στρωμάτων γύρω από τέτοια όργανα αποτελεί μια μορφή μετώπου, πραγματικά πλατιού, μαζικού κι επαναστατικού, το οποίο αντικειμενικά στρέφεται ενάντια στην εξουσία της αστικής τάξης.

Μήπως λοιπόν είναι τα σοβιέτ που έχει στο μυαλό της η ηγεσία του ΚΚΕ αλλά για κάποιο λόγο δεν τα ονομάζει “σοβιέτ”, αλλά “α-α-δ μέτωπο”;
Αν είναι τα σοβιέτ τα οποία έχει στο μυαλό της η ηγεσία, τότε δεν μιλάμε απλά για μια τρομαχτική σύγχυση , αλλά μιλάμε για πλήρη και συνειδητή διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας και των συμπερασμάτων από την εμπειρία των σοβιέτ, που στην κλασσική τους μορφή εμφανίστηκαν στην Οχτωβριανή επανάσταση.

Γιατί αν μιλάμε για τα σοβιέτ, τότε είναι ανήκουστο η ηγεσία να προτείνει στο κόμμα (κι αυτό να αποφασίζει) ότι η δημιουργία τους αποτελεί το άμεσο πολιτικό του καθήκον. Τα σοβιέτ δεν είναι ποτέ δυνατό να κτιστούν με διατάγματα ούτε με αποφάσεις κομματικών ηγεσιών. Τα σοβιέτ είναι δημιούργημα της επαναστατικής κίνησης των μαζών και μπορούν να εμφανιστούν, μόνο σε μια επαναστατική περίοδο. Μια επαναστατική κατάσταση χρειάζεται πολλά χρόνια και συχνά δεκαετίες για να δημιουργηθεί – αυτή την εκτίμηση την έκανε ο Μάρξ από τα μέσα του περασμένου αιώνα και έχει επιβεβαιωθεί από την ιστορική εμπειρία αμέτρητες φορές. Αν το α-α-δ μέτωπο είναι άμεσο πολιτικό καθήκον τότε δεν μπορεί να είναι σοβιέτ. Αν όμως δεχτούμε την περιγραφή που υπάρχει στο πρόγραμμα, τότε είναι σοβιέτ. Τελικά τι είναι;

Το πρόβλημα δεν σταματά σ’ αυτή την αντίφαση. Αν το α-α-δ μέτωπο είναι κάποιου είδους “σοβιέτ”, τότε η λογική της ανάλυσης του οδηγά το ΚΚΕ σ’ ένα ξεκάθαρο αντεπαναστατικό ρόλο μέσα στις επαναστατικές συνθήκες που θα έχουν γεννήσει τα σοβιέτ.

Η πρόταση του ΚΚΕ καταλήγει ότι τα “σοβιέτ” θα πρέπει να πάρουν την κυβέρνηση αλλά όχι και να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Η εμπειρία από τη ρωσική επανάσταση δείχνει ότι οι Μπολσεβίκοι λειτούργησαν με διαμετρικά αντίθετο τρόπο, κι ότι η πρόταση του ΚΚΕ ήταν αυτό που στην πράξη επεδίωκαν οι Μενσεβίκοι!

Ξανά για το ’17

Η επανάσταση του Φλεβάρη του ’17 οδήγησε στην ανατροπή του Τσαρισμού. Για να συντονίσουν και κατευθύνουν την επαναστατική τους πάλη οι εργατικές και αγροτικές μάζες δημιούργησαν τα σοβιέτ, τα συμβούλια των αντιπροσώπων των λαϊκών, εργατικών κι αγροτικών, μαζών (που είχαν πρωτοεμφανιστεί αυθόρμητα στην προηγούμενη μεγάλη επανάσταση των ρωσικών μαζών το 1905). Τα σοβιέτ βρισκόντουσαν αρχικά κάτω από τον έλεγχο των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστατών, κομμάτων που μιλούσαν μεν στο όνομα του σοσιαλισμού και του Μαρξισμού, όμως πίστευαν ότι η επανάσταση δεν θάπρεπε να προχωρήσει μέχρι την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου αλλά να περιοριστεί στην ανατροπή του Τσαρισμού και την “εμπέδωση” της “δημοκρατίας”. Η κυβέρνηση που αντικατέστησε αυτή του Τσάρου, αποτελούσε μια συμμαχία της συμφιλιωτικής αριστεράς (Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες) με την φιλελεύθερη πτέρυγα της αστικής τάξης. Τα σοβιέτ, την πρώτη περίοδο, υποστήριζαν την κυβέρνηση αυτή.

Ποια ήταν η στάση των Μπολσεβίκων; Αρνήθηκαν τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση, και συνέχισαν την πάλη τους σαν μειοψηφία μέσα στο σοβιέτ με στόχο να κερδίσουν την πλειοψηφία των αντιπροσώπων με το μέρος τους. Όταν το πέτυχαν, προχώρησαν στην ανατροπή της κυβέρνησης των “δημοκρατικών δυνάμεων” και στη συνέχεια στην ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Η κατάληψη της εξουσίας έγινε στο όνομα των σοβιέτ. Ένα από τα βασικά συνθήματα με τα οποία οι Μπολσεβίκοι κέρδισαν τις μάζες με το μέρος τους ήταν “όλη η εξουσία στα σοβιέτ” – αυτό το σύνθημα ήταν το “όχημα” με το οποίο οι Μπολσεβίκοι έφεραν σε πέρας την ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης και των τσιφλικάδων συμμάχων τους το 1917.

Έτσι η εμπειρία της Οχτωβριανής επανάστασης και της στάσης των Μπολσεβίκων διδάσκει ότι η ανάληψη της διακυβέρνησης από τα σοβιέτ είναι ταυτισμένη με την ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης, που αποτελεί το μεγάλο βήμα, το αποφασιστικό άλμα, για το χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Το ΚΚΕ όμως δεν έχει κανενός τέτοιου είδους αντίληψη. Θεωρεί ότι όταν “οι λαογέννητοι θεσμοί, τα καθοδηγητικά όργανα του α-α-λαϊκού μετώπου” πάρουν τη διακυβέρνηση της χώρας στα χέρια τους, αυτό δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται σαν η ώρα για την ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης.

Με άλλα λόγια, πιο καθαρά, όταν εμφανιστούν τα σοβιέτ στην Ελληνική κοινωνία, όταν μέσα από τα σοβιέτ αυτά οι λαϊκές μάζες θα κινούνται ενστιχτώδικα κι αυθόρμητα προς την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και την ανάληψη της εξουσίας από τις ίδιες, το ΚΚΕ θα λέει ότι δεν είναι ώρα για τέτοια σάλτα, ότι η ώρα είναι για την εκπλήρωση των αντιμονοπωλιακών και αντιϊμπεριαλιστικών καθηκόντων και θα καταγγέλλει σαν εξτρεμιστή οποιοδήποτε καλεί για την κατάληψη της εξουσίας από τις εργατικές μάζες.

Έτσι, μ’ αυτές τις θέσεις, το ΚΚΕ είναι καταδικασμένο να παίξει ένα αντεπαναστατικό ρόλο όταν έρθει η ώρα της επανάστασης των εργαζομένων της νεολαίας και όλων των καταπιεσμένων στρωμάτων στην Ελληνική κοινωνία.

Eίναι τακτική;

Στα πλαίσια του προσυνεδριακού διαλόγου έγινε πολλή συζήτηση για το αν το ζήτημα του μετώπου είναι ζήτημα τακτικής ή ζήτημα στρατηγικής (λόγω της σύγχυσης που προκάλεσε η δημιουργία του μετώπου) με την ηγεσία του κόμματος να εξηγεί ότι το κτίσιμο του μετώπου είναι θέμα τακτικής. Τις διαφορές γύρω από τα σχετικά ζητήματα ερμήνευσαν και οι αναλυτές του καθημερινού και βδομαδιάτικου τύπου σαν διαφορές τακτικής.

Πραγματικά τα ζητήματα των μετώπων και των συμμαχιών είναι κατά κανόνα ζητήματα τακτικής γιατί έχουν να κάνουν με το ποιους συνεργάζεσαι, για ποια ζητήματα, για πόσο καιρό.

Όμως στην περίπτωση του ΚΚΕ, το Μέτωπο, όχι μόνο δεν αποτελεί ζήτημα τακτικής, αλλά είναι κάτι περισσότερο κι από στρατηγική. Είναι το κεντρικό προγραμματικό ζήτημα του κόμματος. Απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του Προγράμματος (το 1/3 του προγράμματος, 10 σελίδες), ενώ η σημασία του όπως βγαίνει και από την αρθρογραφία του Ριζοσπάστη κι από τις ομιλίες των στελεχών του, παίρνει, σχεδόν, τις διαστάσεις του “χαμένου οράματος” για το κόμμα. Επειδή ακριβώς η σημασία του Μετώπου είναι ένα τόσο κεφαλαιώδες ζήτημα για την ηγεσία του ΚΚΕ, προκύπτει “φυσιολογικά” ότι αποτελεί το κεντρικό πολιτικό καθήκον των μελών.

Αν το ζήτημα του Μετώπου ήταν απλά ζήτημα τακτικής δεν θα χρειαζόταν καν να μπεί στο πρόγραμμα του κόμματος. Θα εντασσόταν σε μια συζήτηση για τα καθήκοντα του κόμματος στην επόμενη περίοδο. Η τακτική είναι κάτι το ευμετάβλητο, η τακτική απαιτεί διαρκή ευελιξία. Το πρόγραμμα όμως, στα βασικά του σημεία, είναι αναλλοίωτο και διαχρονικό (οι αλλαγές σ’ αυτό, έχουν να κάνουν με τη διατύπωση και την περαιτέρω επεξεργασία των θέσεων, ώστε να λαμβάνουν υπ’ όψη τις αλλαγές που μπορεί να έχουν προκύψει στις αντικειμενικές συνθήκες καθώς και στη συνείδηση των πλατιών λαϊκών μαζών, ανάλογα με την περίοδο και τη φάση του κινήματος.

Ως προς αυτό, το ΚΚΕ είναι συνεπές: η θέση του, για το κτίσιμο του Μετώπου, δεν είναι απλά η πιο βασική προγραμματική του θέση, αλλά είναι κι αναλλοίωτη και διαχρονική. Η εισήγηση της ΚΕ στο συνέδριο, υπενθυμίζει ότι:

“Το α- α- δ μέτωπο… δεν αποτελεί σημερινή θέση ή επινόηση του ΚΚΕ. Από το 1974 που δρα μόνιμα το κόμμα μας στην Ελλάδα πρόβαλλε την αξία αυτού του μετώπου κατά των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού” (Ριζοσπάστης, 22.5.96.)

Από το 1974! 22 ολόκληρα χρόνια το ΚΚΕ προσπαθεί να κτίσει το μέτωπο αυτό χωρίς επιτυχία! Και χωρίς λέξη απολογισμού για το γιατί αυτό το μέτωπο δεν μπόρεσε ποτέ να πάρει σάρκα και οστά, χωρίς την παραμικρή κριτική εξέταση όλης αυτής της πορείας, απλά την ξαναπροτείνει! Χρησιμοποιεί μάλιστα το γεγονός ότι αυτή η θέση έχει ιστορία 22 χρόνων σαν απόδειξη για την ορθότητα της σήμερα – σαν να μην μεσολάβησε τίποτε όλα αυτά τα χρόνια! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά το παρουσιάζει με τρόπο επιτακτικό σαν το άμεσο καθήκον της κομματικής βάσης.

Για όλα αυτά, υπάρχει μια απλή εξήγηση. Ο λόγος που το Μέτωπο δεν φτιάχτηκε ποτέ είναι γιατί είναι αδύνατο να υπάρξει! Είναι ένα σχήμα το οποίο υπάρχει μόνο στη φαντασία της ηγεσίας του κόμματος! Η βάση του το αποδέχεται μόνο και μόνο γιατί δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική πρόταση μέσα στο κόμμα, και γιατί δεν υπάρχει άλλο μαζικό κόμμα στην Ελληνική κοινωνία το οποίο να μιλά (έστω) στο όνομα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

Συνοψίζοντας τις αντιφάσεις

Ας επιχειρήσουμε ένα μάζεμα των βασικών αντιφάσεων που περιέχονται στις παραπάνω θέσεις του ΚΚΕ και μετά να τις ερμηνεύσουμε.

Το ΚΚΕ προτείνει τη δημιουργία ενός μετώπου χωρίς όμως να μπορεί να το προσδιορίσει οργανωτικά ή να του προσδώσει οποιαδήποτε συγκεκριμένη μορφή. Ανάγει τη δημιουργία του Μετώπου στη θεμελιακή προγραμματική του θέση, τη στιγμή που η δημιουργία ενός μετώπου δεν θα ‘πρεπε να ήταν τίποτε περισσότερο από ένα ζήτημα τακτικής.

Χαρακτηρίζει το κτίσιμο αυτού του μετώπου σαν το άμεσο πολιτικό καθήκον του κόμματος τη στιγμή που εδώ και 22 χρόνια προσπαθεί να το χτίσει χωρίς επιτυχία, και χωρίς να επιχειρεί με κανένα τρόπο απολογισμό αυτής της 22χρονης “αδυναμίας”

Θεωρεί ότι μέσα από το δρόμο του Μετώπου, και μάλιστα μόνο μέσα απ’ αυτόν, θα αποσπαστούν ουσιαστικές και βιώσιμες καταχτήσεις για τις εργατικές και τις λαϊκές μάζες την ίδια στιγμή που (η Κεντρική του Επιτροπή) παραδέχεται ότι τέτοιες καταχτήσεις είναι αδύνατες μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος.

Όταν επιχειρεί να περιγράψει με συγκεκριμένο τρόπο το Μέτωπο, τότε δεν διαφέρει πουθενά από ένα σοβιέτ. Ενώ όμως η εμφάνιση των σοβιέτ είναι ένδειξη του ότι η κοινωνία, μέσα από την πάλη της, αμφισβητεί την εξουσία της αστικής τάξης κι είναι έτοιμη να προχωρήσει στην ανατροπή της, το ΚΚΕ περιορίζει το ρόλο του “μετώπου” του μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού.

Παλεύει για την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από το Μέτωπο, εξηγεί ότι αυτό δεν ισοδυναμεί με ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης, αλλά προτείνει για την κυβέρνηση του Μετώπου ένα πρόγραμμα το οποίο είναι ανεφάρμοστο κάτω από συνθήκες κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος.

Εχτιμά ότι η κυβέρνηση του αντιϊμπεριαλιστικού – αντιμονοπωλιακού μετώπου πιθανά να μην προχωρήσει στην εφαρμογή του αντιϊμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού της προγράμματος, ότι δηλαδή, το δημιούργημα του ίδιου του ΚΚΕ μπορεί να προδώσει το εργατικό κίνημα.

Το Μέτωπο και η κυβέρνηση του δεν θα προχωρήσουν μεν στην ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, όμως η αστική τάξη δεν θα διστάσει να προχωρήσει στην ανατροπή της κυβέρνησης του Μετώπου. Το ποια στάση θα κρατήσει το ΚΚΕ απέναντι σε μια κυβέρνηση που το ίδιο δημιούργησε (!), η οποία όμως προδίνει τους πόθους και τα οράματα των λαϊκών μαζών (!) και την οποία ανατρέπει η αστική τάξη (!), το ΚΚΕ, καθόλου τυχαία αποφεύγει να μας εξηγήσει!

Μας καθησυχάζει όμως ότι αν ανατραπεί η κυβέρνηση του Μετώπου, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη μια σοβαρή ήττα για το κίνημα, αντίθετα, μπορεί και να σημαίνει άντληση επαναστατικών συμπερασμάτων, με άλλα λόγια μέσα από αυτή την νίκη της αστικής τάξης ν’… ανοίξει ο δρόμος για το σοσιαλισμό!

“Μα είναι δυνατό το πρόγραμμα του ΚΚΕ να είναι μπλεγμένο σ’ ένα τέτοιο λαβύρινθο από αντιφάσεις, είναι δυνατό η ηγεσία του να μην τις κατανοεί, και τελοσπάντων τα υπόλοιπα στελέχη και μέλη δεν τις βλέπουν και δεν αντιδρούν;” – αυτά θα ‘ταν τα φυσιολογικά ερωτήματα κάθε αντικειμενικού παρατηρητή ο οποίος ασχολήθηκε με τη μελέτη του προγράμματος κι εντόπισε τις πιο πάνω αντιφάσεις.

Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι απλή: όχι μόνο είναι δυνατό να υπάρχουν αυτές (κι άλλες πολλές) αντιφάσεις στο πρόγραμμα του ΚΚΕ, αλλά είναι αναπόφευχτο να υπάρχουν, τόσο αναπόφευχτο, που αν δεν υπήρχαν, το ΚΚΕ δεν θα ‘ταν ΚΚΕ, δηλαδή δεν θα ‘ταν ένα Σταλινικό κόμμα.

Γιατί;

Όλες οι πιο πάνω αντιφάσεις δεν αποτελούν παρά προεκτάσεις μιας θεμελιακής αντίφασης που χαραχτηρίζει το Σταλινισμό. Αυτή η αντίφαση είναι η εξής: ο Σταλινισμός είναι, από τη μια, υποχρεωμένος να μιλά στο όνομα της σοσιαλιστικής επανάστασης αλλά, την ίδια στιγμή, είναι υποχρεωμένος να βρίσκει τρόπους να την αποτρέπει.

Το ότι ο Σταλινισμός είναι ένα αντεπαναστατικό φαινόμενο δεν θάπρεπε, σήμερα πια, να χρειάζεται ανάλυση κι εξήγηση, μετά την εμπειρία της κατάρρευσης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Ο Σταλινισμός ήταν η ιδεολογία της Σοβιετικής γραφειοκρατίας κι όχι της διεθνούς επανάστασης που πρέσβευε ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι.

Η σοβιετική γραφειοκρατία που ζούσε σαν παρασιτικό έκτρωμα σε βάρος των σοβιετικών μαζών, ήταν εχθρός της διεθνούς (σοσιαλιστικής) επανάστασης, γιατί η επέχταση της επανάστασης διεθνώς θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην ανατροπή του ολοκληρωτικού καθεστώτος που είχε χτίσει για να ξεζουμίζει τις εργατικές μάζες, να απολαμβάνει τα προνόμια της και να ζει στην χλιδή και την πολυτέλεια. Όμως ο Σταλινισμός σαν ιστορικό φαινόμενο δεν μπορούσε ν αναπτυχθεί ερχόμενος σε πλήρη ρήξη με τις παραδόσεις της Οχτωβριανής επανάστασης και των ιδεών του Λένιν, αντίθετα ήταν υποχρεωμένος να εμφανίζεται σαν συνεχιστής αυτών των παραδόσεων λόγω της τεράστιας ισχύος που είχαν μέσα στις σοβιετικές μάζες. Κι από δω προκύπτει η εσωτερική του αντίφαση: να επιδιώκει το φρενάρισμα της επανάστασης χωρίς όμως να μπορεί να το πει καθαρά, αντίθετα μιλώντας πάντα στο όνομα της επανάστασης και του Λένιν.

Η θεωρία των σταδίων παίζει ακριβώς αυτό το ρόλο. Χρησιμοποιώντας επαναστατική φρασεολογία, δηλώνοντας πίστη στο σοσιαλισμό και την επανάσταση, προβάλλει το πέρασμα από ένα συγκεκριμένο στάδιο πριν από το σοσιαλισμό σαν τον απαραίτητο όρο για το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Η πραγματικότητα όμως, είναι ότι αυτό το στάδιο, όχι μόνο δεν υποβοηθά την πορεία της κοινωνίας προς το σοσιαλισμό αλλά, στην ουσία, την ανατρέπει.

Αυτό το ρόλο παίζει το αντιϊμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό στάδιο στο πρόγραμμα του ΚΚΕ. Και τον πετυχαίνει μέσα από δύο δρόμους.

Ο πρώτος είναι το κυνήγι του ανέφικτου. Το στάδιο αυτό, επειδή είναι πραγματικά ανέφικτο, αντικειμενικά παίζει το ρόλο του να στρέφει όλη την ενεργητικότητα των μαζών του ΚΚΕ, όχι στην κατεύθυνση της ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου και του χτισίματος της σοσιαλιστικής κοινωνίας που οραματίζονται, αλλά σε κάτι το άπιαστο.

Ο δεύτερος είναι ο ιδεολογικός αφοπλισμός ενός τουλάχιστον κομματιού της πρωτοπορίας του κινήματος, την ώρα των επαναστατικών γεγονότων. Όταν δημιουργηθούν (ξανά όπως τόσες φορές στο παρελθόν) επαναστατικές εξελίξεις στην Ελληνική κοινωνία, όταν οι ταξικές συγκρούσεις και οι πολιτικές εξελίξεις πάρουν τέτοιες διαστάσεις που να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και το πέρασμα στο σοσιαλισμό, η πολιτική της “αντιϊμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής δημοκρατικής κυβέρνησης” που θα παλεύει, υποτίθεται, ενάντια στα μονοπώλια και τους ιμπεριαλιστές και για τον εκδημοκρατισμό του κράτους, χωρίς όμως να ανατρέπει την εξουσία του κεφαλαίου, θα ισοδυναμεί με φρενάρισμα κι αποπροσανατολισμό των εργατικών και νεολαιίστικων μαζών από το άμεσο τους καθήκον. Αυτό μεταφράζεται σε προδοσία της επαναστατικής πάλης των μαζών.

Tο στάδιο που δεν είναι στάδιο

Η ειρωνεία ή η τραγωδία της όλης υπόθεσης επιστεγάζεται, με την ηγεσία του κόμματος να εξηγεί ότι, αυτά που προτείνει δεν έχουν καμιά σχέση με τη θεωρία των σταδίων. Μάλιστα, ότι με το νέο πρόγραμμα διορθώνεται ένα λάθος που υπήρχε στο προηγούμενο πρόγραμμα του κόμματος. Αυτό το λάθος ήταν… η θεωρία των σταδίων!!

“Στο σχέδιο προγράμματος που έθεσε για συζήτηση η ΚΕ γίνονται οι αναγκαίες αναπροσαρμογές στο ισχύον πρόγραμμα του 10ου συνεδρίου. Η πιο βασική αλλαγή είναι η κατάργηση των δύο σταδίων που είχε επεξεργαστεί το 9ο και το 10ο συνέδριο στις τότε εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες…” (Από την εισήγηση της Κ.Ε., Ριζοσπάστης, 22.5.96.)

Ας μην προσπαθεί ο αναγνώστης να βρει άκρη. Δεν πρόκειται. Πολιτικά και ιδεολογικά ο Σταλινισμός ήταν και θα εξακολουθήσει να είναι, για όσο καιρό συνεχίσει ακόμα να υπάρχει, χάος.

Οι διαφωνίες

Στην πιο πρόσφατη περίοδο της ιστορίας του, απ’ το 89 και μετά, το ΚΚΕ διασπάστηκε και προς τ’ αριστερά και προς τα δεξιά, σαν αποτέλεσμα της κρίσης και της κατάρρευσης του Σταλινισμού στην πρώην Σοβιετική Ένωση κι Ανατολική Ευρώπη και της συγκυβέρνησης του με τη ΝΔ το 1989.
Στη συνέχεια το ΚΚΕ στράφηκε σε μια εσωστρεφή διαδικασία συσπείρωσης και περιχαράκωσης των γραμμών του στη βάση της γνωστής του πολιτικής “πέντε κόμματα, δύο πολιτικές”.

Η πολιτική αυτή φάνηκε να αποδίδει για ένα χρονικό διάστημα, στο επίπεδο της συσπείρωσης των μελών, όμως την ίδια στιγμή το αποξένωνε από την υπόλοιπη κοινωνία.

Κι αυτό ήταν φυσικό για τον εξής απλό λόγο: όταν λες για παράδειγμα στον κόσμο του ΣΥΝ (για να αναφερθούμε σε μόνο μία περίπτωση) ότι το κόμμα τους δεν διαφέρει από το ΠΑΣΟΚ και από τη ΝΔ, τη στιγμή που αυτός ο κόσμος είναι στον ΣΥΝ ή τον υποστηρίζει μόνο και μόνο επειδή πιστεύει ότι ο ΣΥΝ διαφέρει από τα δύο μεγάλα κόμματα, τότε όχι απλά δεν μπορείς να τους πείσεις για την ορθότητα των όσων λες, αλλά είναι αδύνατο να σε δουν φιλικά και με συμπάθεια, είναι αδύνατο να σε πάρουν καν στα σοβαρά.

Οι διαφωνίες που κυριάρχησαν στο συνέδριο του ΚΚΕ και οι οποίες προερχόντουσαν κατά κύριο λόγο από τον Μήτσο Κωστόπουλο (MK), ιστορικό στέλεχος και κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του κόμματος, είχαν να κάνουν βασικά μ’ αυτό το ζήτημα: ότι χρειαζόταν μια πιο ανοικτή πολιτική συμμαχιών, ότι το κόμμα έπρεπε να εγκαταλείψει την πολιτική του “5 κόμματα 2 πολιτικές” που ισοδυναμεί με απόλυτη άρνηση οποιασδήποτε συνεργασίας.
Όσο προβληματική όμως ήταν η θέση της ηγεσίας άλλο τόσο ήταν η διαφωνία του ΜΚ.

Πρώτο γιατί δεν πρότεινε τίποτε συγκεκριμένο – δεν έκανε καμιά προσπάθεια να προσδιορίσει τις πολιτικές δυνάμεις με τις οποίες το ΚΚΕ θα μπορούσε να συζητήσει την πιθανότητα, έστω, κάποιας συνεργασίας, στα πλαίσια της “πιο ανοικτής πολιτικής συμμαχιών”.

Δεύτερο, γιατί είχε προηγηθεί μερικά μόλις χρόνια πριν μια συγκεκριμένη συνεργασία, αυτή της συγκυβέρνησης με τη ΝΔ, στη οποία ο ΜΚ ήταν από τους πρωταγωνιστές, μια συνεργασία την οποία το ΚΚΕ πλήρωσε πολύ ακριβά. Γι’ αυτή τη συνεργασία ο ΜΚ απόφυγε επιμελώς να κάνει την οποιαδήποτε αναφορά, για να μη μιλήσουμε για απολογισμό…

Για να μην αδικούμε βέβαια τον ΜΚ πρέπει να πούμε ότι δεν είναι δικό του προνόμιο η έλλειψη απολογισμού γι’ αυτό το συγκεκριμένο.
Το ΚΚΕ σαν κόμμα, κι ολόκληρο το συνέδριο, έχουν επιτελέσει σε σχέση με το 1989 στροφή 180 μοιρών στο θέμα των συνεργασιών, από τη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ έχουν μεταπηδήσει στο άλλο άκρο, στην άρνηση οποιουδήποτε είδους συνεργασίας με οποιονδήποτε. Αυτή όμως τη στροφή δεν την συνοδεύουν με κανένα απολογισμό, με καμιά εξήγηση, πολύ περισσότερο με καμιά αυτοκριτική. Το χειρότερο δε είναι ότι κανένα κομμάτι της βάσης δεν ζήτησε εξηγήσεις για την “τακτική” του 1989 σε σχέση με την “τακτική” του 1996… σαν να επρόκειτο για μια τεράστια συνωμοσία σιωπής.

Τι ήταν η διαφωνία του ΜΚ;

Η διαφωνία του ΜΚ και των άλλων στελεχών, Σκυλλάκος, Θεωνάς, κλπ, ερμηνεύτηκε, όπως αναφέραμε σε προηγούμενο σημείο του κειμένου, από τους αναλυτές του αστικού τύπου (αλλά κι από εφημερίδες όπως το ΠΡΙΝ – 2.6.96.), σαν μια διαφορά στο επίπεδο της τακτικής. Όμως μια τέτοια ερμηνεία υποτιμά την πραγματική διάσταση της διαφωνίας, υποτιμά το τι βρίσκεται πίσω απ’ αυτό που στην επιφάνεια εμφανίζεται σαν μια ακαθόριστη και θολή διαφορά ταχτικής.

Η συγκεκριμμένη πολιτική (απόρριψης) των συμμαχιών που αποφάσισε το συνέδριο, με την οποία διαφώνησε ο ΜΚ και τ’ άλλα στελέχη, δεν είναι παρά λογική προέκταση της συγκεκριμμένης αντίληψης για το Μέτωπο, η οποία, με τη σειρά της, είναι προέκταση της συνολικής φυσιογνωμίας του ΚΚΕ, δηλαδή του Σταλινισμού.

Ο ΜΚ διαφώνησε με την πολιτική των συμμαχιών, όμως δεν διαφώνησε με το Μέτωπο, και δεν άγγιξε καν, βέβαια, το ζήτημα της φυσιογνωμίας του κόμματος.
Απ’ αυτό προκύπτουν, αναπότρεπτα, όλες του οι αντιφάσεις, και προπαντών η αδυναμία του να προτείνει οτιδήποτε συγκεκριμμένο στο ζήτημα των συμμαχιών.

Η βαθύτερη, έτσι, σημασία της διαφωνίας, βρίσκεται στο ότι, αντανακλά το αδιέξοδο πολιτικό πλαίσιο το οποίο έχει αποφασίσει το κόμμα, και το οποίο αποτελεί αντανάκλαση της χρεωκοπημένης (σταλινικής) ιδεολογικής του φυσιογνωμίας.Οι διαφωνούντες, καθώς και μια σειρά άλλα στελέχη, τα οποία δεν τόλμησαν να τοποθετηθούν καθαρά, διαισθάνονται αυτό το αδιέξοδο, χωρίς όμως να μπορούν να το προσδιορίσουν με ακρίβεια. Έτσι προσπαθούν μεν να αντιδράσουν, οι προτάσεις τους όμως δεν μπορούν να προσφέρουν διέξοδο ακριβώς γιατί δεν φτάνουν στο βάθος του ζητήματος, το βάθος που δεν είναι άλλο από την ίδια την φυσιογνωμία του ΚΚΕ.

Ένα πραγματικό μέτωπο

Αν το ΚΚΕ ενδιαφερόταν πραγματικά για το χτίσιμο ενός μετώπου, τότε δεν θα είχε καμιά άλλη επιλογή από το (να παραμερίσει την οποιαδήποτε “συναισθηματική φόρτιση” και) να εγκαταλείψει τη θέση ότι όσα κόμματα λειτουργούν σαν διαχειριστές του καπιταλιστικού συστήματος αποκλείονται. Να απευθυνθεί στα κόμματα τις οργανώσεις τα κινήματα καθώς βέβαια και τους ανένταχτους, όλους όσους μιλούν στο όνομα των εργαζομένων και των αριστερών ιδεών, να τους καλέσει σε κοινή και συντονισμένη δράση, στη βάση μιας κοινής ελάχιστης συμφωνίας για συγκεκριμένα αιτήματα κι όχι στη βάση ενός συνολικού πολιτικού (και πολύ περισσότερο κυβερνητικού) προγράμματος και χωρίς εκ των προτέρων αποκλεισμούς!

Ακόμα κι ο τελευταίος εργαζόμενος καταλαβαίνει ή τουλάχιστον διαισθάνεται ότι ένα “μέτωπο” με το πρόγραμμα που προτείνει γι’ αυτό το ΚΚΕ δεν είναι μέτωπο αλλά είναι “κόμμα”, και θα παραμένει “κόμμα” όσο κι αν το ΚΚΕ επιμένει να το λέει “μέτωπο”.

Ένα μίνιμουμ πρόγραμμα (δηλ ελάχιστης κοινής συμφωνίας) θα μπορούσε να είχε για παράδειγμα σαν βασικές αιχμές το 35ωρο, τη δραστική αύξηση των κατώτατων μισθών και συντάξεων, τη θεσμοθέτηση ανεργιακού επιδόματος για όλους τους άνεργους και για όλη τη διάρκεια της ανεργίας, την αύξηση των κοινωνικών δαπανών. Μοναδικό κριτήριο για το χτίσιμο του μετώπου θα πρέπει να είναι η μεγαλύτερη δυνατή ενότητα δράσης σε όσα σημεία είναι δυνατό να υπάρξει συμφωνία. Αν ο ΣΥΝ και το ΔΗΚΚΙ ήταν διατεθειμένα να συμμετάσχουν σ’ ένα τέτοιο μέτωπο, θάπρεπε να ‘ταν ευπρόσδεκτα. Τυχόν οργανώσεις, τοπικές, κλαδικές, ή συνδικαλιστικές, του ΠΑΣΟΚ, διατεθειμένες να παλέψουν για τα πιο πάνω, θάπρεπε να ‘ταν επίσης ευπρόσδεκτες.

Αν το ΚΚΕ δεν είναι διατεθειμένο να τα κάνει όλα αυτά τότε καλύτερα να σταματήσει να μιλά για μέτωπα. Αν μάλιστα ενδιαφέρεται ειλικρινά για το χτίσιμο ενός μετώπου, όχι μόνο πρέπει να είναι έτοιμο να δεχθεί συνεργασίες με δυνάμεις όπως τις παραπάνω, αλλά θα πρέπει να πάρει αυτό την πρωτοβουλία να τις καλέσει!

Γιατί, στην προσπάθεια για το χτίσιμο ενός μετώπου, χρειάζεται η κατανόηση ότι, δεν είναι νοητό να απευθύνεται κανείς στη βάση των άλλων κομμάτων καλώντας σε συνεργασία κι ενότητα δράσης, αν δεν το κάνει με προσοχή κι ευαισθησία, κι αν πρώτα δεν έχει δείξει ότι επιχείρησε συνεννόηση με την ηγεσία τους κι ότι η τελευταία αρνήθηκε. Κι επίσης, ότι, δεν μπορεί κανείς να περιμένει ανένταχτες μάζες να δραστηριοποιηθούν στα πλαίσια ενός μετώπου, αν αυτές δεν δουν πρώτα, τη σύγκλιση μαζικών ή τουλάχιστον ημιμαζικών φορέων κι οργανώσεων (πολιτικών και μη), πάνω στα ζητήματα που τις αφορούν, κι αν δεν δουν το μέτωπο στην πράξη κι όχι στα λόγια.

Ένα τέτοιο μέτωπο, είναι ενταγμένο στη Μπολσεβίκικη παράδοση, και σαν τέτοιο δεν στερεί από κανένα συμβαλλόμενο μέρος την ανεξαρτησία του. Το ΚΚΕ όχι μόνο θα μπορεί αλλά θα έχει υποχρέωση να τονίζει ανοικτά και δημόσια τις πολιτικές του διαφωνίες και να προσπαθεί να πείσει για τις θέσεις του.

Αυτός θα ήταν ο τρόπος για να σπάσει το ΚΚΕ την απομόνωση στην οποία βρίσκεται από την μεγάλη πλειοψηφία των εργατικών στρωμάτων και για να πείσει για την “ορθότητα” των δικών του πολιτικών θέσεων. Αν οι ηγεσίες των άλλων κομμάτων, οργανώσεων κλπ, αρνηθούν, τότε το ΚΚΕ έχει όλη την ευχέρεια να τις αποκαλύψει, καταγγέλλοντας τις ανοικτά στην κοινωνία, και να απευθυνθεί στη βάση τους, τις τοπικές και συνδικαλιστικές τους οργανώσεις καθώς και την κοινωνική τους επιρροή. Έτσι, πάλι, πετυχαίνει να σπάσει την απομόνωση του και να αποδείξει, πάλι, την “ορθότητα” των δικών του απόψεων.

Γιατί δεν το κάνει;

Ποια ορθότητα όμως ποιών απόψεων;
Όλη αυτή η προσέγγιση είναι αδύνατη απ’ τη σκοπιά του ΚΚΕ, γιατί σκοντάφτει ακριβώς στις πολιτικές του θέσεις – οι θέσεις του είναι λανθασμένες.

Αν ήταν ποτέ δυνατό το ΚΚΕ να εμπλακεί σε μια ελεύθερη και δημοκρατική συζήτηση ανάμεσα σ’ αυτό κι οποιεσδήποτε άλλες δυνάμεις, είτε στα πλαίσια κάποιας συμμαχίας είτε όχι, το μόνο το οποίο θα ήταν δυνατό να αποδείξει, είναι πολιτική και θεωρητική αδυναμία, σύγχυση, ασυνέπεια και ιστορικά “λάθη”. Και για να μην μπαίνουμε σε λεπτομέρειες, στεκόμαστε στα πολύ βασικά: πως μπορεί ένα κόμμα να πείσει, όταν δεν έχει τολμήσει να κοιτάξει αυτοκριτικά την ιστορία του; Πως είναι δυνατό να εμπνεύσει όταν το μοναδικό “όραμα” το οποίο μπορεί να προσφέρει είναι το καθεστώς του Στάλιν και του Μπρέζνιεφ;

Η ατελείωτη σειρά πολιτικών “λαθών”, που στην πράξη ισοδυναμεί με αντεπαναστατική γραμμή, είναι ο λόγος για τον οποίο ένα σταλινικό κόμμα δεν μπορεί να δεχτεί την πραγματική δημοκρατία ούτε και στο εσωτερικό του – ο μόνος τρόπος να προστατευθεί η πολιτική γραμμή του κόμματος είναι στη βάση της διοικητικής επιβολής της, με την δαμόκλεια σπάθη της διαγραφής ή της πολιτικής εξόντωσης να επικρέμεται πάνω από κάθε ένα που τολμά να αμφισβητήσει την ορθότητα της γραμμής.

Για όλους αυτούς τους λόγους, το ΚΚΕ, δεν μπορεί να βάλει ποτέ σ’ εφαρμογή την ταχτική του Ενιαίου Μετώπου όπως την προδιάγραψαν ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι.

Δειλή άρνηση

Αλλά και για τους ίδιους λόγους ήταν αδύνατο για τον ΜΚ να προχωρήσει σε ολοκληρωμένες προτάσεις.

Γιατί, για να αναπτύξει μια συνεπή θέση για το ζήτημα των συμμαχιών, θα έπρεπε να αμφισβητήσει από ρίζας τη θεωρία του α-α-δ Μετώπου, να παλέψει ενάντια στην ίδια την ιδέα ενός τέτοιου μετώπου και να κάνει ένα σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στο πρόγραμμα του κόμματος (το οποίο θάπρεπε να ‘ναι ένα πράγμα) και τα ζητήματα τακτικής (που θάπρεπε να ‘ταν άλλο πράγμα).

Στη συνέχεια, θάπρεπε να επεξεργαστεί προτάσεις ταχτικής στη βάση της μεθοδολογίας του Ενιαίου Μετώπου, όπως την είχαν προτείνει ο Λένιν κι ο Τρότσκι. (Όσο κι αν η αναφορά στον Τρότσκι προκαλεί ανατριχίλα σε πολλά από τα μέλη του ΚΚΕ, η πραγματικότητα είναι πως, ο Τρότσκι ήταν η δεύτερη μεγάλη φυσιογνωμία της Οχτωβριανής επανάστασης).

Όμως μια τέτοια πρόταση ταχτικής έχει σαν απαραίτητη προϋπόθεση μια τεράστια πολιτική (και θεωρητική) αυτοπεποίθηση, η οποία για να υπάρξει στο ΚΚΕ απαιτείται πλήρης αυτοκριτική για το παρελθόν του και την ιστορία του.

Ε, ο ΜΚ δεν ήταν δυνατό να πάει τόσο μακριά, να αμφισβητήσει δηλαδή ολόκληρη την σταλινική κληρονομιά του ΚΚΕ, την οποία κουβαλά και στους δικούς του ώμους.

Έτσι εξηγείται γιατί περιορίστηκε απλά στο να κάνει κριτική στο “5 κόμματα 2 πολιτικές” χωρίς όμως να μπορέσει να αντιπροτείνει τίποτε συγκεκριμένο. Στην ουσία, αυτό που έμεινε τελικά από τη διαφωνία του, είναι ότι επιχείρησε να δικαιολογήσει την πολιτική του ’89, και μάλιστα μ’ ένα τρόπο δειλό χωρίς να το λέει καθαρά. Πως θα μπορούσε να πείσει, όμως, όταν εκείνη η πολιτική σύμβαλε στην απομόνωση, τη συρρίκνωση και τη διάσπαση του κόμματος;

Συνταγή για νέες κρίσεις

Η σημασία λοιπόν, των διαφωνιών, δεν είναι σ’ αυτές καθ’ εαυτές τις διαφορές που περικλείουν, γιατί κάτι τέτοιο δεν είναι καθαρό, αλλά στο ότι είναι ενδεικτικές μιας εμπειρικής κατανόησης, μιας “διαίσθησης” ας πούμε, από μια σειρά ιστορικών στελεχών του κόμματος, ότι κάτι δεν πάει καλά κι ότι το πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί με τις “νέες” θέσεις του συνεδρίου του κόμματος.

Γιατί, πραγματικά, το ΚΚΕ δεν πρόκειται να μπορέσει να λύσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Δεν πρόκειται να καταχτήσει τη θέση που επιζητεί στο μαζικό κίνημα. Δεν πρόκειται να ξαναποκτήσει τη χαμένη του αίγλη. Δεν πρόκειται να καταφέρει να χτίσει το Μέτωπο για το οποίο ζητά από τα μέλη του να δουλέψουν μ’ ενθουσιασμό. Η εκλογική του άνοδος δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένη. Κι όταν έρθει ή ώρα ενός νέου απολογισμού, η ηγεσία του κόμματος θ’ ακολουθήσει την προσφιλή της ταχτική: για τα όποια προβλήματα δεν θα φταίει το κόμμα αλλά οι αντίπαλοι του και για τα όποια πενιχρά αποτελέσματα η κομματική βάση η οποία δεν δούλεψε όπως έπρεπε. Αυτά, αποτελούν συνταγή για νέες κρίσεις στο μέλλον.