Η Βραζιλία σε εξέγερση: συνέντευξη με τον Αντρέ Φεράρι

23/06/2017
Comments off
741 Views
Τους τελευταίους μήνες, η Βραζιλία αποτελεί ένα πεδίο σφοδρών συγκρούσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση Τέμερ και τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων της χώρας, που αντιδρά στις επιχειρούμενες «μεταρρυθμίσεις» στο ασφαλιστικό σύστημα, όπως και σε μια σειρά ακόμη αντεργατικά μέτρα. Η αντίσταση αυτή αποτυπώθηκε σε μια σειρά μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες, με αποκορύφωμα την τεράστια γενική απεργία της 28ης Απρίλη. Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη του Αντρέ Φεράρι στον Τόνι Σόνουα, γραμματέα της διεθνούς συντονιστικής επιτροπής της CWI, που περιγράφει αναλυτικά την κατάσταση στη χώρα. Μπορείτε να δείτε το βίντεο της συνέντευξης στο xekinima.org, με ημερομηνία 14/6/17  

18893375_10155459719294295_6065496314848055187_n

 

Μόλις μέχρι πριν από μερικά χρόνια η Βραζιλία ήταν το «μοντέλο» του παγκόσμιου καπιταλισμού. Με αρκετά ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, ήταν μια χώρα για την οποία οι αναλυτές του καπιταλισμού προέβλεπαν ότι θα ήταν ανάμεσα στις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. 

Αυτό το όνειρο ωστόσο έχει πλέον μετατραπεί σε εφιάλτη, με τη χώρα να βυθίζεται στην πιο βαθιά οικονομική ύφεση εδώ και πάνω από έναν αιώνα. 

Η πρώην πρόεδρος αποπέμφθηκε από τη θέση της με ένα κοινοβουλευτικό προαξικόπημα και την προεδρία ανέλαβε ο μέχρι τότε αντιπρόεδτος της χώρας, Μισέλ Τέμερ, με μια ακραία νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Μέσα σε μήνες από την ανάληψη της προεδρίας από τον Τέμερ, η υποστήριξη της κοινωνίας προς το πρόσωπό του έχει καταρρεύσει, η κοινωνική του βάση συρρικνώνεται, η κυβέρνηση του βαδίζει πλέον από κρίση σε κρίση και μπορεί να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή.  Η χώρα βρίσκεται σε μια από τις πιο έντονες περιόδους διαφθοράς και σκανδάλων στην ιστορία της, σκάνδαλα που περιλαμβάνουν πάνω από χίλιους Βραζιλιάνους πολιτικούς, ανάμεσα στους οποίους και ο ίδιος ο σημερινός πρόεδρος, Μισέλ Τέμερ. 

http---i.huffpost.com-gen-4662652-images-n-FORA-TEMER-628x314

Στις 28 Απρίλη είδαμε μια μαζικότατη γενική απεργία να παραλύει τη χώρα, στην οποία συμμετείχαν πάνω από 35 εκατομμύρια εργαζόμενοι. Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη με τον Αντρέ Φεράρι, ιδρυτικού μέλους και γενικό Γραμματέα του βραζιλιάνικου τμήματος της CWI (LSR) και ηγετικό στέλεχος του PSOL (Κόμμα για το Σοσιαλισμό και την Ελευθερία). 

Αντρέ, μπορείς να μας περιγράψεις την αντίδραση των εργαζομένων στις επιθέσεις της κυβέρνησης Τέμερ; Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά της Γενικής Απεργίας στις 28 Απρίλη και των μαζικών διαδηλώσεων στη Μπραζίλια πριν από μερικές εβδομάδες;  

Οι αντι-μεταρρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση Τέμερ απορρίπτονται από τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων, αλλά και των μεσαίων στρωμάτων. Για παράδειγμα, υπάρχουν πολλοί που υποστήριξαν την αποπομπή της Ντίλμα Ρούσεφ από τη θέση της προέδρου τον περασμένο χρόνο, αλλά σήμερα απορρίπτουν επίσης τον Μισέλ Τέμερ και τις πολιτικές του συνολικά.

Από τις διαδηλώσεις των γυναικών στις 8 του Μάρτη μέχρι σήμερα, το κίνημα ενάντια στην κυβέρνηση και τις μεταρρυθμίσεις της δυναμώνει. Το αποκορύφωμα ήταν η απεργία της 28ης Απρίλη, στην οποία συμμετείχαν πάνω από 35 εκατομμύρια εργαζόμενοι, μια από τις μεγαλύτερες γενικές απεργίες στην ιστορία της Βραζιλίας, ακόμη κι αν συγκριθεί με τα κινήματα της δεκαετίας του ‘80.

Στις 24 Μάη, έγινε στη Μπραζίλια μια μεγάλη διαδήλωση με πάνω από 100.000 ανθρώπους. Κάποιοι από αυτούς ταξίδεψαν με λεωφορεία δύο ή τρεις μέρες για να φτάσουν στην πόλη. Εκεί μας υποδέχτηκαν με δακρυγόνα, χειροβομβίδες κρότου λάμψης, πλαστικές σφαίρες, ακόμη και αληθινά πυρά, ένα πραγματικό ρεσιτάλ καταστολής απέναντι στη συγκεκριμένη διαδήλωση. Ο Μισέλ Τέμερ χρησιμοποίησε μια εξαιρετικά καταπιεστική νομοθεσία, η οποία πέρασε κατά τη διάρκεια της θητείας της προηγούμενης προέδρου, Ντίλμα Ρούσεφ, μέτρα τα οποία αποκαλούν «εγγύηση του νόμου και της τάξης». Κινητοποίησε το στρατό ενάντια στους διαδηλωτές. Είχαμε μαζικές συλλήψεις και τραυματισμούς, αλλά τελικά η κυβέρνηση αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αποσύροντας το στρατό την επόμενη μέρα.

Η διαδήλωση στη Μπραζίλια ήταν ένα καθοριστικό σημείο για την κατάσταση στη χώρα, όπως και η γενική απεργία του Απρίλη. Η γνώμη μας είναι ότι μετά τη γενική απεργία του Απρίλη, οι ηγεσίες των εργατικών συνομοσπονδιών έπρεπε να καλέσουν αμέσως μια νέα, 48ωρη Γενική Απεργία, προκειμένου να κλιμακωθεί το κίνημα και να εκμεταλλευτούμε τη διάθεση ριζοσπαστικοποίησης που υπήρχε εκείνες τις ημέρες. Δεν το έκαναν, αλλά κάλεσαν απλά σε μια διαδήλωση στη Μπραζίλια, σε μια προσπάθεια να εκτονώσουν τη ριζοσπαστική διάθεση σε μη αποτελεσματικές δράσεις. Ωστόσο η διαδήλωση στη Μπραζίλια έγινε σημείο αναφοράς για πολύ κόσμο.

Παράλληλα είδαν το φως νέες κατηγορίες για διαφθορά, που αυτή τη φορά αφορούν άμεσα τον Μισέλ Τέμερ. Έτσι, η διαδήλωση στη Μπραζίλια ήταν μαζικότερη από το αναμενόμενο. Την περασμένη Δευτέρα (5/6) οι εργατικές συνομοσπονδίες αποφάσισαν να καλέσουν μια νέα 24ωρη γενική απεργία για τις 30 του Ιούνη. Έτσι αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη φάση της προετοιμασίας αυτής της νέας γενικής απεργίας.

Πρόκειται πράγματι για ένα σημαντικό βήμα μπροστά, αλλά θέλω να σε ρωτήσω, μέσα σε αυτή την κατάσταση που μας περιγράφεις, η κυβέρνηση πρέπει να είναι πολύ αδύναμη και μπορεί να πέσει ανά πάσα στιγμή. Ποιος νομίζεις ότι είναι ο βασικός λόγος που της επιτρέπει να βρίσκεται ακόμη στη θέση της; Όπως έχεις πει ήδη, οι ηγεσίες των συνδικάτων κινούνται πολύ αργά στο να συνεχίσουν μετά τη πετυχημένη γενική απεργία σε πιο αποφασιστικές δράσεις. 

Πράγματι, ο Μισέλ Τέμερ, από την ώρα που ανέλαβε την προεδρία της χώρας, δεν έχει ουσιαστική κοινωνική στήριξη. Τον υποστηρίζουν μόνο οι τράπεζες και οι μεγάλες επιχειρήσεις σπό τη μια και οι συνεργάτες του στη διαφθορά μέσα στο κοινοβούλιο από την άλλη.

Για την άρχουσα τάξη, αυτή η έλλειψη κοινωνικής αποδοχής δεν ήταν σοβαρό πρόβλημα, όσο ο Τέμερ ήταν σε θέση να φέρει σε πέρας τις μεταρρυθμίσεις. Η κατάσταση όμως έχει αλλάξει, ιδιαίτερα τις τελευταίες εβδομάδες, βασικά εξαιτίας δύο παραγόντων: ο πρώτος λόγος είναι η αυξανόμενη ριζοσπαστικοποίηση του αγώνα και ο άλλος είναι οι νέες κατηγορίες για διαφθορά, απευθείας ενάντια στον πρόεδρο Τέμερ, από μεγάλες βραζιλιάνικες εταιρείες, όπως π.χ. η J.B.S., ίσως η μεγαλύτερη εταιρεία κρεάτων στον κόσμο.

Επομένως, για πρώτη φορά μετά την αποπομπή της Ρούσεφ, η βραζιλιάνικη αστική τάξη είναι διχασμένη ως προς το τι να κάνει από εδώ και μπρος. Είναι ενωμένοι ως προς το στόχο να περάσουν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αλλά διαφωνούν ως προς το πως θα το πετύχουν. Κάποια τμήματά της επιμένουν στο να αξιοποιηθεί ο Τέμερ μέχρι τέλους, ενώ άλλα θεωρούν ότι δεν μπορούν να στηριχτούν πάνω του, ότι στην πραγματικότητα αποτελεί πρόβλημα γι αυτούς. Ένα πολύ σημαντικό τμήμα της άρχουσας τάξης έχει αποφασίσει ότι ο Μισέλ Τέμερ αποτελεί πλέον εμπόδιο για τις μεταρρυθμίσεις και προσπαθούν να αναδιοργανώσουν την κατάσταση από την αρχή, με ένα νέο πρόεδρο που θα εκλεγεί απευθείας από το Κονγκρέσο, πιθανά κάποιον «τεχνοκράτη», που θεωρητικά δε θα προέρχεται από το χώρο της πολιτικής, ίσως κάποιον που θα προέρχεται από το δικαστικό χώρο, ή από τις «αγορές».

Ωστόσο ο Τέμερ αρνήθηκε να παραιτηθεί μετά την αποκάλυψη των σκανδάλων, κι αυτό γιατί για τον ίδιο, η απώλεια της προεδρικής του ασυλίας μπορεί να τον οδηγήσει στη σύλληψη, ακόμη και την επόμενη μέρα μετά την παραίτηση του. Φυσικά, μπορεί να απομακρυνθεί από την εξουσία με μια νέα διαδικασία αποπομπής, ή με απόφαση του ανώτατου Εκλογικού Δικαστηρίου (σε σχέση με τη νομιμότητα της προεκλογικής εκστρατείας του 2014, τις εκλογές δηλαδή στις οποίες αναδείχτηκε αντιπρόεδρος της χώρας μαζί με τη Ντίλμα Ρούσεφ). Όλοι αυτοί οι τρόποι όμως χρειάζονται ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ είναι φανερό ότι τα περιθώρια στενεύουν. Την ίδια ώρα η αστική τάξη και οι δεξιές πολιτικές δυνάμεις, όπως π.χ. το PSDB, το κόμμα του πρώην προέδρου Καρντόσο, είναι διχασμένοι ως προς το τι να κάνουν.

Παράλληλα οι ηγέτες των συνδικάτων έχουν στην ουσία σπρωχτεί από τα κάτω στο να αναλάβουν δράση. Έτσι διοργάνωσαν τη Γενική Απεργία, τις διαδηλώσεις κλπ.

Για να φέρω ένα παράδειγμα, ο πρόεδρος μιας από τις μεγαλύτερες εργατικές συνομοσπονδίες, που εκπροσωπεί και τα πιο δεξιά τμήματα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, είναι υποστηρικτής του Τέμερ. Ωστόσο, το συνδικάτο του υποχρεώθηκε από τη βάση του να συμμετάσχει ενεργά στην απεργία.  Υπάρχει επιπλέον το παράδειγμα της CUT, η συνομοσπονδία που έχει σχέσεις με το «Εργατικό Κόμμα» (ΕΚ – το κόμμα της Ρούσεφ και του Λούλα) της οποίας η ηγεσία θα προτιμούσε τα πράγματα να παραμείνουν σε μια πιο σταθερή κατάσταση, χωρίς κατ΄ ανάγκη να εκδιωχθεί ο Τέμερ από την προεδρία σε αυτή τη φάση.

Ο βασικός τους στόχος είναι να ξαναεκλεγεί ο Λούλα στις εκλογές της επόμενης χρονιάς. Κι αυτοί ωστόσο, αναγκάστηκαν να πάρουν ενεργά μέρος στην απεργία εξαιτίας της ριζοσπαστικοποίησης της βάσης τους. Εξακολουθούν βέβαια να κινούνται με πολύ αργούς ρυθμούς, αλλά πιέζονται από τα κάτω.

Ανέφερες προηγουμένως ότι η LSR πρότεινε το κάλεσμα 48ωρης Γενικής Απεργίας. Ποια άλλα αιτήματα και δράσεις πρέπει να υιοθετήσει η Αριστερά και το εργατικό κίνημα για να ενισχύσει τον αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση Τέμερ; Ποια εναλλακτική προτείνει η LSR;

Το πρώτο που απαιτείται είναι να έχουμε καθαρά αιτήματα. Η LSR διεκδικεί την άμεση απομάκρυνση του Τέμερ από την προεδρία και βέβαια θέλουμε να φύγει μαζί με το πακέτο μέτρων που σχεδιάζει να περάσει. Δεν έχει κανένα νόημα η ανατροπή ενός προέδρου, αν το οικονομικό πρόγραμμα και οι πολιτικές του εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ. Διεκδικούμε επίσης την άμεση διενέργεια γενικών εκλογών. Δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι αυτό το διεφθαρμένο Κονγκρέσο θα εκλέξει έμμεσα τον επόμενο πρόεδρο και θα συνεχίσει να ψηφίζει τις μεταρρυθμίσεις.

Χρειαζόμαστε λοιπόν εκλογές τόσο για τον πρόεδρο, όσο και για το Κονγκρέσο, με δημοκρατικές διαδικασίες. Στις σημερινές συνθήκες, με δεδομένη τη διάθεση της κοινωνίας, οι εκλογές θα δυσκόλευαν ακόμη περισσότερο την άρχουσα τάξη να περάσει τα μέτρα. Για να δώσω ένα παράδειγμα, ένας σημαντικός σύμβουλος του Τέμερ είπε πρόσφατα ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να τεθούν σε έγκριση από την κοινωνία γιατί δεν έχουν την υποστήριξή της. Πιστεύουμε ότι ο τρόπος να επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι βρίσκεται στο μαζικό κίνημα, ότι η Γενική Απεργία που έχει καλεστεί για τις 30 Ιούνη πρέπει να οργανωθεί από τα κάτω, με γενικές συνελεύσεις στους εργασιακούς χώρους, τις γειτονιές, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια. Χρειάζεται να χτίσουμε μαζικές επιτροπές αγώνα παντού. Είναι επίσης κρίσιμο να αναμιχθούν τα κοινωνικά κινήματα, όπως π.χ. το MTST, το κίνημα των  ακτημόνων, ένα πολύ μαχητικό κίνημα στη Βραζιλία, όπως και το μέτωπο «Άνθρωποι χωρίς Φόβο», μια πλατφόρμα που ενώνει μια σειρά από κοινωνικά κινήματα και οργανώνει μαζικές δράσεις, μπλοκαρίσματα δρόμων κλπ.

Ο τρόπος να νικήσουμε, είναι να συνδυάσουμε τις μεθόδους του εργατικού κινήματος, όπως η Γενική Απεργία, μια πολύ σημαντική μορφή δράσης, με άλλες ριζοσπαστικές μεθόδους, όπως οι μαζικές διαδηλώσεις, σαν αυτές που είχαμε στη Βραζιλία τον Ιούνη του 2013.

Ο συνδυασμός αυτών των δύο κινημάτων είναι ο τρόπος να αυξηθεί περαιτέρω η ριζοσπαστικοποίηση. Προφανώς σε αυτό το στάδιο του αγώνα είναι κρίσιμο για τη σοσιαλιστική Αριστερά να μαζικοποιηθεί και να αποτελέσει πολιτική εναλλακτική στο σκηνικό της Βραζιλίας.

Αν λοιπόν πέσει η κυβέρνηση, κάτι που φαίνεται ότι είναι μια πολύ σοβαρή πιθανότητα το αμέσως επόμενο διάστημα, με βάση τα όσα γράφονται στον αστικό τύπο είναι πολύ πιθανό να δούμε τον Λούλα (πρώην πρόεδρος της χώρας και πρώην ηγέτης του «Εργατικού Κόμματος» – PT) να επιστρέφει στην εξουσία. Αν συμβεί αυτό, ποιες είναι οι προοπτικές για μια μελλοντική κυβέρνησή Λούλα; Και επίσης ποιες είναι σήμερα οι προοπτικές για την ανάπτυξη μιας σοσιαλιστικής, αριστερής εναλλακτικής, γύρω από το νέο κόμμα της Αριστεράς, το PSOL; 

Καταρχήν αν η κυβέρνηση πέσει, η αστική τάξη και το πολιτικό κατεστημένο θα προσπαθήσουν να επανασυνθέσουν το σκηνικό, μέσω των έμμεσων εκλογών, δηλαδή το Κονγκρέσο να ψηφίσει το νέο πρόεδρο και να προσπαθήσουν να κάνουν μια συμφωνία από τα πάνω, προκειμένου να περιοριστούν οι έρευνες για τη διαφθορά. Φυσικά αυτό δε θα είναι εύκολο, εξαιτίας της απαξίωσης του Κονγκρέσου, αλλά και του πολιτικού συστήματος συνολικά. Επομένως το αίτημα για άμεσες εκλογές θα προκύψει. Αυτό είναι αυτή τη στιγμή ένα από τα βασικά αιτήματα του κινήματος, γεγονός με βαρύνουσα σημασία μέσα στη δεδομένη κατάσταση.

Σε σχέση με το Λούλα, πρέπει να πούμε ότι πράγματι, αν υπάρχει κάποια ελπίδα για το PT, αυτή είναι να κατεβάσει τον Λούλα σαν υποψήφιο στις προεδρικές εκλογές. Εξακολουθεί να έχει 30% υποστήριξη στις δημοσκοπήσεις και δε φαίνεται να υπάρχει άλλη καθαρή εναλλακτική για την εργατική τάξη τη δεδομένη στιγμή. Επομένως έχει ακόμη μια σημαντική βάση. Η δημοτικότητά του ισχυροποιείται, ειδικά την ώρα που τα μεγάλα δεξιά κόμματα έχουν χάσει τους βασικούς τους υποψηφίους εξαιτίας της σύνδεσής τους με τα σκάνδαλα διαφθοράς. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα με τον Έσιο Νέβες, τον τελευταίο αντίπαλο της Ντίλμα Ρούσεφ στις προεδρικές εκλογές του 2014, ο οποίος είναι απόλυτα κατεστραμμένος πολιτικά μετά τις έρευνες για διαφθορά.

Επομένως η δεξιά δεν έχει έναν καθαρό υποψήφιο για τις επόμενες εκλογές. Έτσι ο Λούλα είναι η πιο ισχυρή εναλλακτική σε αυτή την κατάσταση. Ο Λούλα όμως εξακολουθεί να είναι ο βασικός στόχος των ερευνών και των κατηγοριών του σκανδάλου «Lava Jato», της επιχείρησης καθαρισμού αυτοκινήτων, που αποτελεί τη μεγαλύτερη έρευνα για διαφθορά που διεξάγεται αυτή τη στιγμή. Είναι πιθανό επομένως να μην του επιτραπεί να συμμετάσχει στις εκλογές.

Το σενάριο παραμένει ανοιχτό, έτσι πιθανά το κενό θα μπορούσε να καλυφθεί από κάποια δεξιά λαϊκιστική εναλλακτική, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και η βάση για την ανάπτυξη μιας ριζοσπαστικής αριστερής εναλλακτικής. Έτσι η σημασία του Κόμματος για Το Σοσιαλισμό και την Ελευθερία (PSOL) θα γίνεται όλο και μεγαλύτερη το επόμενο διάστημα και αυτή είναι μια σημαντική στιγμή για τη σοσιαλιστική Αριστερά, που μπορεί να γεμίσει το κενό της πολιτικής κατάστασης στη Βραζιλία.